Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου, Αρ. Αγωγής: 7123/08, 9 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7123/08 Μεταξύ: Balraj Singh Samra Ενάγοντα και Ναταλίας Πατσαλίδου Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 5.12.
- Προσωρινά Διατάγματα 9 Απριλίου
- Για τον ενάγοντα-αιτητή: κ. Ρ. Βραχίμης Για την εναγόμενη-καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων είναι αλλοδαπός ο οποίος διαμένει στο Dubai, όπου επίσης διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο και η εναγόμενη Κυπρία υπήκοος, με την οποία ο ενάγων διατηρούσε σχέσεις. Αντικείμενο της αντιδικίας είναι η κυριότητα των μετοχών μιας εγγεγραμμένης στην Κύπρο εταιρείας, της Orianda Management Ltd (Orianda). Σύμφωνα με τον ενάγοντα, κατά τον Ιούνιο 2005 αυτός αποφάσισε να συστήσει μια εταιρεία στην Κύπρο, κυρίως για να προσφέρει εταιρικές υπηρεσίες σε δικές του και σε συνδεόμενες εταιρείες. Η εναγόμενη αποδέχθηκε να συστήσει στην Κύπρο την εταιρεία εκ μέρους του χωρίς καμιά αμοιβή λόγω της φιλίας τους και έτσι, με δικές του εντολές ιδρύθηκε στην Κύπρο η Orianda η οποία πήρε το όνομα της από το όνομα άλλης εταιρείας την οποία ο ενάγων διατηρούσε στις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους. Μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Orianda ήταν και είναι η εναγόμενη, η οποία, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, κατέχει τις μετοχές για λογαριασμό και εκ μέρους του ιδίου. Σήμερα ο όμιλος εταιρειών Orianda αποτελείται από ανεξάρτητες εταιρείες οι οποίες ιδρύθηκαν στην Ελβετία, Σεϋχέλλες, Η.Α.Ε. κλπ, και οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες εκτείνονται στους τομείς λογιστικών υπηρεσιών, ιδρύσεως εταιρειών σε διάφορες χώρες, ασφαλιστικών υπηρεσιών κλπ. Η εναγόμενη πάντοτε διαβεβαίωνε ότι λειτουργούσε και διηύθυνε την Orianda εκ μέρους του ενάγοντα και έφυγε από το Dubai όπου διέμενε μόνιμα, επειδή η εταιρεία Krescent Management Ltd, η οποία την εργοδοτούσε, μετέφερε την έδρα των εργασιών της στην Κύπρο, όπου και εγκαταστάθηκε και η εναγομένη κατά ή περί το Μάιο
- Η σχέση μεταξύ των διαδίκων άρχισε σε κάποιο στάδιο να διασαλεύεται και ο ενάγων εντόπιζε κατά διαστήματα διάφορα γεγονότα τα οποία έδειχναν ότι η εναγόμενη μεταχειριζόταν την Orianda σαν να ήταν δική της εταιρεία. Τελικά, πράγματι η εναγόμενη αρνήθηκε και ακόμα αρνείται να μεταβιβάσει στον ενάγοντα τις μετοχές τις οποίες κατέχει στην εταιρεία, η οποία, εκ της ιδρύσεώς της θα πρέπει να έχει δημιουργήσει κέρδη που υπερβαίνουν το ποσό των €500.
- Με την αγωγή που καταχώρησε, ο ενάγων αξιώνει τη μεταβίβαση στον ίδιο των μετοχών της Orianda, απόδοση λογαριασμών και αποζημιώσεις. Παράλληλα με την καταχώρηση της αγωγής του, ο ενάγων καταχώρησε και την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητούσε μονομερώς την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, με τα οποία απαγορεύεται στην εναγόμενη να αποξενώσει ένα διαμέρισμα και μια κατοικία στη Λευκωσία, όπως επίσης και μετρητά που βρίσκονται κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομά της ή στο όνομα κατονομαζόμενων εταιρειών στις οποίες η εναγόμενη τυγχάνει αποκλειστική μέτοχος μέχρι συνολικού ποσού €1.000.
- Περαιτέρω, ο ενάγων ζητούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορευόταν στην εναγόμενη από του να ασκεί δικαιώματα ψήφου και συναφή δικαιώματα που απορρέουν από την κατοχή των μετοχών της Orianda. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία καταχώρησε ο ενάγων, πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι κατόπιν σχετικής έρευνας την οποία διεξήγαγε ως προς περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης, ανακάλυψε ότι αυτή διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς σε δύο τράπεζες στην Κύπρο και σε μία στο Dubai και επίσης τυγχάνει διευθυντής, μέτοχος και υπογραφέας σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους είναι δικαιούχος σε τρεις άλλες Κυπριακές εταιρείες, τις οποίες και κατονομάζει. Επίσης, ότι αυτή είναι ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος στην περιοχή Χίλτον στη Λευκωσία και ότι έχει επίσης αναφέρει η ίδια ότι αγόρασε με μετρητά μια πολυτελή κατοικία στην ευρύτερη περιοχή Λευκωσίας. Το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε το απαγορευτικό προσωρινό διάταγμα που αφορούσε στα προαναφερθέντα δύο ακίνητα και τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ διέταξε όπως η αίτηση έλθει σε γνώση της εναγομένης ώστε ν' ακουστεί σ΄ αυτήν, αν επιθυμεί, αναφορικά με το άλλο διάταγμα που ζητούσε ο ενάγων. Μετά την επίδοση στην εναγομένη του διατάγματος και της αίτησης, αυτή πρόβαλε ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και στην έκδοση του άλλου διατάγματος που δεν είχε εκδοθεί. Επίσης, κατά την ημέρα που το εκδοθέν διάταγμα ήταν επιστρεπτέο, διατάχθηκε η εκ συμφώνου τροποποίησή του, με την επιβολή διαφόρων εξαιρέσεων στην απαγόρευση αναλήψεων από δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, σε σχέση με αναγκαία καθημερινά λειτουργικά έξοδα της εταιρείας. Με την Ένσταση την οποία καταχώρησε, η εναγόμενη εγείρει διάφορους λόγους ένστασης, στους οποίους θα αναφερθώ αργότερα. Ως προς τα γεγονότα, με σχετική συνοδευτική δήλωσή της, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και κυρίως, το βασικό ισχυρισμό του ότι ήταν κατόπιν δικών του εντολών ή οδηγιών που η ίδια ίδρυσε την Orianda και/ή ότι ο ίδιος ήταν ο πραγματικός μέτοχος και δικαιούχος των μετοχών της. Ισχυρίζεται ότι την εταιρεία αυτή την αγόρασε η ίδια προσωπικά, με αρχικό σκοπό την παροχή υποστήριξης εταιρικών υπηρεσιών στην Κύπρο προς την εταιρεία Krescent Management Ltd, η οποία εδρεύει στις Παρθένους Νήσους και της οποίας διευθυντής ήταν η ίδια, και ότι η ίδια κατέβαλε προσωπικά όλα τα έξοδα αγοράς της εταιρείας και άλλα συναφή έξοδα. Το όνομα δε της εταιρείας ήταν ήδη καταχωρημένο σαν Orianda Management Ltd όταν αυτή είχε συσταθεί στον Έφορο Εταιρειών και έτσι αγοράστηκε από την ίδια μέσω άλλης εταιρείας. Σχολιάζοντας έγγραφο το οποίο ο ενάγων είχε επισυνάψει στην ένορκη του δήλωση, με το οποίο η εναγόμενη δήλωνε προς την Ελληνική Τράπεζα ότι τις μετοχές της Orianda τις κρατούσε σαν εντολοδόχος (nominee) του ενάγοντα, η εναγόμενη ισχυρίζεται πως όταν αποτάθηκε στην εν λόγω τράπεζα για ν΄ ανοίξει λογαριασμό εκεί για την Krescent, όπου ήδη διατηρούσε το λογαριασμό της η Orianda, ο υπάλληλος της τράπεζας της είπε ότι θεωρούσε πως δεν ήταν λογικό ένα άτομο να διατηρεί στο όνομά του δύο εταιρείες που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, οπότε, για να διευκολύνει την κατάσταση, κατέγραψε την προαναφερθείσα δήλωση μη σκεπτόμενη ότι μπορούσε ποτέ ο ενάγων, με τον οποίο διατηρούσε τότε σχέσεις, να τη χρησιμοποιούσε για ένα τέτοιο σκοπό. Η εναγόμενη με την ένορκη δήλωσή της αντικρούει επίσης τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που αναφέρονται σε άλλες εταιρείες διεθνώς, οι οποίες φέρουν το όνομα Orianda και αυτός ισχυρίζεται ότι του ανήκουν με αυτό το όνομα πριν από την ίδρυση της Κυπριακής Orianda. Περαιτέρω, η ενάγουσα προβαίνει σε πολύ λεπτομερείς και εκτεταμένους ισχυρισμούς ως προς γεγονότα για να καταρρίψει τους βασικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα, στους οποίους και θεωρώ αχρείαστο να αναφερθώ εδώ και τώρα. Ειρήσθω εν παρόδω και ο ίδιος ο ενάγων προβαίνει σε τέτοιους ισχυρισμούς, στους οποίους έκρινα πως δεν εδικαιολογείτο οποιαδήποτε αναφορά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ως προς τα περιουσιακά της στοιχεία, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο το οποίο έχει στο όνομά της, είναι το ένα διαμέρισμα, το οποίο είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου για περίπου €100.000, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση ν΄ αποξενωθεί. Απορρίπτει δε τον ισχυρισμό ότι η εταιρεία Orianda έχει τον μεγάλο κύκλο εργασιών και τα εισοδήματα που ισχυρίζεται ο ενάγων και επισυνάπτει προς τούτο στην ένορκή της δήλωση αντίτυπα πρόχειρων λογαριασμών της εταιρείας για τα έτη 2007 και
- Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ο ενάγων καταχώρησε και απαντητική ένορκη δήλωση, με την οποία απαντά στους ισχυρισμούς της εναγομένης, η οποία ένορκη δήλωση αποτελείται από 16 πυκνογραμμένες σελίδες. Επισυνάπτει επίσης στην ένορκή του δήλωση, άλλη ένορκη δήλωση κάποιου Χάρη Χαριλάου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ενοικίασε γραφεία για να χρησιμοποιηθούν σαν έδρα της Orianda στη Λευκωσία, με τη μεσολάβηση της εναγομένης. Αυτή του είπε ότι ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο ενάγων, τον οποίο συνάντησε αργότερα στην Κύπρο, στην παρουσία και της εναγομένης, και συμφώνησαν τα της ενοικίασης. Αργότερα δε, όταν υπήρξαν καθυστερήσεις στην πληρωμή του ενοικίου, η εναγομένη είπε στον ομνύοντα ότι γι΄ αυτό ευθύνη είχε ο ενάγων και του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του για να το διευθετήσει, ενώ αργότερα πράγματι επεκοινώνησε ο ίδιος απευθείας με τον ενάγοντα και τερματίστηκε η ενοικίαση, αφού αυτός πλήρωσε τα οφειλόμενα ενοίκια. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία αντικρούει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, καταχώρησε και η εναγομένη, της οποίας η δήλωση επίσης καλύπτει 16 ολόκληρες σελίδες. Λαμβάνω ασφαλώς υπόψη, για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης, όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων των δύο μερών, καθώς επίσης και των συνημμένων σ΄ αυτές τεκμηρίων. Όμως, στα κύρια σημεία των γεγονότων, ισχυρισμών και επιχειρημάτων που αναπτύσσονται σ΄ αυτά, θα αναφέρομαι μόνο εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Θα ήθελα δε να παρατηρήσω, βρισκόμενος στο σημείο τούτο, ότι με δεδομένη την περιορισμένη εμβέλεια των επίδικων θεμάτων τα οποία πρέπει να απασχολούν σε ενδιάμεσες διαδικασίες, οι διάδικοι θα πρέπει να προβάλλουν, σε συνοπτική μόνο μορφή, τα κύρια γεγονότα που σχετίζονται με το υπό εξέταση αντικείμενο της διαδικασίας και όχι να παραθέτουν κάθε μορφής λεπτομερή στοιχεία που μπορεί μόνο να σχετίζονται με θέματα ουσίας της αγωγής και γενικότερης αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Αγορεύοντας ο κ. Βραχίμης για τον ενάγοντα υπέβαλε ότι στην ουσία το κύριο θέμα που προβάλλει ο ενάγων έγκειται στο γεγονός ότι αυτός είναι ο τελικός ιδιοκτήτης των μετοχών της Orianda, ενώ η εναγόμενη είναι απλά ονομαστική μέτοχος, διά τούτο και ο ενάγων θεωρεί ότι πρέπει να εξασφαλισθεί στις αξιώσεις του για να αποφευχθεί αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και της ίδιας της εναγομένης, η οποία ενδέχεται να κληθεί να καταβάλει στο τέλος ουσιαστικές αποζημιώσεις. Κύριο αποδεικτικό στοιχείο ως προς την κυριότητα των μετοχών είναι η έγγραφη δήλωση της ίδιας της εναγομένης προς την τράπεζα. Ο συνήγορος παρέπεμψε επίσης σε άλλα επί μέρους στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν τη συμμετοχή του ενάγοντα στα της λειτουργίας και των εξόδων της εταιρείας και ενισχύουν τη θέση του ως προς την κυριότητα των μετοχών της την οποία εγείρει. Για ν΄ αποφευχθεί δε η πλήρης αποξένωση περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων της εταιρείας μέχρι το τέλος της δίκης, ο μόνος τρόπος είναι να παγοποιηθεί από το Δικαστήριο ένα σεβαστό ποσό προς εξασφάλιση του ενάγοντα, καθ΄ ότι η εναγόμενη, η οποία φαινομενικά είναι μέτοχος και διευθυντής στην εταιρεία, μπορεί ελεύθερα να προβαίνει μέχρι τότε σε οποιεσδήποτε ενέργειες ενάντια στα συμφέροντα του ενάγοντα, ο οποίος είναι και ο πραγματικός δικαιούχος της εταιρείας. Τελικά, ο ίδιος συνήγορος ζήτησε όπως αποδεσμευτεί το μέρος (β) του εκδοθέντος διατάγματος, αναφορικά δηλαδή με δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, στους οποίους δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη είναι αποκλειστική μέτοχος, και όπως επίσης αποδεσμευτεί από το διάταγμα το μέρος εκείνο που αναφέρεται σε μη αποξένωση πολυτελούς κατοικίας στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας. Ως προς τον ισχυρισμό της πλευράς των εναγομένων περί μη αποκάλυψης από τον ενάγοντα ουσιωδών γεγονότων, ο συνήγορος του υπέβαλε ότι εκείνα τα γεγονότα τα οποία η εναγόμενη προσδιορίζει σαν μη αποκαλυφθέντα, αναφέρονται όχι σε κύρια ζητήματα, αλλά σε παρεμφερή θέματα και θέματα γενικότερης αξιοπιστίας, τα οποία δεν πρέπει να απασχολήσουν στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Απέρριψε επίσης ο συνήγορος τον ισχυρισμό περί επίδειξης καθυστέρησης προσφυγής στο Δικαστήριο από την πλευρά του ενάγοντα. Ο κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για την εναγόμενη, κατ΄ αρχήν είχε δηλώσει στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, πως δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου και ότι από τη δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται μεν το στοιχείο του ότι υπάρχει καλή, συζητήσιμη υπόθεση, όχι όμως και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Θα παραλείψω ν΄ αναφερθώ εδώ σε θέματα τα οποία ήγειρε ο ίδιος συνήγορος και αφορούν σε ισχυρισμούς ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα που αναφερόταν σε λογαριασμούς άλλων εταιρειών εφόσον ο συνήγορος του ενάγοντα, όπως έχω προαναφέρει, αποδέχθηκε τον τερματισμό του μέρους εκείνου του εκδοθέντος διατάγματος. Ως προς το λόγο ένστασης που αναφέρεται σε κατ΄ ισχυρισμό μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, ο συνήγορος της εναγομένης, αφού παρέπεμψε σε σχετική νομολογία, συγκεκριμενοποίησε γεγονότα τα οποία κατά την άποψή του και ουσιώδη ήσαν και απεκρύβησαν από τον ενάγοντα. Αναφορικά με το στοιχείο του κατεπείγοντος, και πάλιν κατόπιν επιμελημένης παραπομπής σε νομολογία επί του θέματος, ο ίδιος συνήγορος εισηγήθηκε ότι από τα λεχθέντα από τον ίδιο τον ενάγοντα προκύπτει ότι ο ίδιος διαπίστωσε πως η εναγόμενη προέβαινε σε ενέργειες που αντιστρατεύονταν το ρόλο της σαν ονομαστικής μετόχου της εταιρείας από τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 2008 και επίσης γνώριζε για την ύπαρξη των τραπεζικών λογαριασμών από τον Απρίλιο 2008. Εντούτοις δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο, παρά μόνο το Δεκέμβριο του 2008. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, ο συνήγορος της εναγομένης υπέβαλε ότι αυτή δεν ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Εφόσον εδώ υπήρξαν αμφισβητούμενα ουσιώδη γεγονότα, ο ενάγων θα έπρεπε να είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε, προσκομίζοντας προφορική μαρτυρία, ή υποβάλλοντας σε αντεξέταση την ενόρκως δηλούσα εναγομένη, πράγματα που δεν έπραξε. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του Α.32
(1), ο συνήγορος υπέβαλε ότι ούτε αυτή ικανοποιείται, αφού αναφορικά με το διαμέρισμα δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία ως προς την αξία του ή έστω ως προς το πού ακριβώς αυτό βρίσκεται. Εξάλλου, έχει αποδειχθεί ότι η εναγόμενη είναι πρόσωπο εργαζόμενο και υψηλόμισθο. Αυτά ήσαν σε πολύ περιληπτική μορφή τα κύρια σημεία μαρτυρίας και επιχειρηματολογίας που εγείρονται στο πλαίσιο της αντιδικίας στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Προτού ασχοληθώ με τα θέματα που αφορούν στην ικανοποίηση ή μη των προϋποθέσεων που τίθενται από το Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, θ΄ ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με τα δύο προκαταρκτικής φύσεως θέματα που ήγειρε η πλευρά της εναγομένης, ήτοι το θέμα της κατ΄ ισχυρισμό μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων απο τον ενάγοντα και της κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρησης προσφυγής του ενώπιον το Δικαστηρίου. α. Το θέμα της κατ΄ ισχυρισμό μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον ενάγοντα-αιτητή. Οι βασικές αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σχετικά με το καθήκον κάθε αιτητή ο οποίος αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για απόδοση θεραπείας, έχουν καλά θεμελιωθεί στη νομολογία. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση United Perlite Industries Ltd ν. Sayaκhat Air Company
(2002)1 ΑΑΔ 938, το οποίο αποδίδει με σαφήνεια τη γενική νομική θέση: «..... Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη του πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. και άλλοι
(1966)1 Α.Α.Δ. 597). Το ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου, Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.98). Δε θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβουμε με λεπτομέρεια τη νομολογία επί του θέματος..... Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comers ex Princess Edmond de Polignac
(1917)1 ΚΒ 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: "It is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it." Επίσης στις σελ. 91-92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "... the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injunction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty ... The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." ............". ΄Οπως αποφασίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΄Ακης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Εάν η αποκάλυψη ήταν αθώα, με την έννοια ότι ένα στοιχείο δεν ήταν γνωστό στον αιτητή, είναι ένας σημαντικός παράγοντας, αλλ΄ όχι αποφασιστικής σημασίας. Τελικά, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, παρά την απόδειξη ουσιαστικής μή αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, και αφού εξέτασα προσεκτικά τα γεγονότα τα οποία κατά την άποψη της πλευράς της εναγομένης δεν είχαν αποκαλυφθεί από τον ενάγοντα όταν αυτός αποτεινόταν μονομερώς στο Δικαστήριο, παρατηρώ τα εξής: Αναφορικά με τα στοιχεία τα οποία αφορούσαν σε συμμετοχή της εναγομένης σαν διευθυντού και/ή μετόχου στις εταιρείες KMI, Rock Point και Krescent, καταλογίζεται στον ενάγοντα πως δεν προέβηκε σε έρευνα στον έφορο εταιρειών έτσι ώστε να ανακάλυπτε και να αποκάλυπτε στο Δικαστήριο ότι η εναγόμενη δεν ήταν, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος, διευθυντής και μέτοχος στις εταιρείες εκείνες, με αποτέλεσμα να δοθεί η εντύπωση ότι ήταν μέτοχος και ότι συνακόλουθα οποιαδήποτε χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών εκείνων της ανήκαν και μπορούσαν να δεσμευτούν με προσωρινό διάταγμα. Σε σχέση με αυτή τη θέση παρατηρώ τα εξής: α. Κατ΄ αρχήν τελικά η ισχύς του προσωρινού διατάγματος, όπως έχει προαναφερθεί, θα τερματισθεί όσον αφορά σε λογαριασμούς αυτών των εταιρειών. β. Εκείνο το οποίο ρητά ήταν που είχε απαγορευτεί με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ήταν η αποξένωση μετρητών που βρίσκονται κατατεθειμένα: «.. σε τραπεζικούςλογαριασμούς επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση και/ή επ΄ ονόματι εταιρειών των οποίων η καθ΄ ης η αίτηση είναι αποκλειστική μέτοχος και/ή έχει αποκλειστικό συμφέρον ... ήτοι: ... (β) λογαριασμούς των εταιρειών .........» Επομένως, η οποιαδήποτε εσφαλμένη προφανώς πληροφόρηση του ενάγοντα ως προς τη συμμετοχή της εναγομένης στις εταιρείες εκείνες, ήταν και παρέμεινε χωρίς καμιά σημασία, αφού το προσωρινό διάταγμα δεν κάλυπτε τους λογαριασμούς αυτούς εν πάση περιπτώσει. Κάλυπτε και εδέσμευε τους λογαριασμούς των εταιρειών μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εναγόμενη τύγχανε αποκλειστική μέτοχος και/ή είχε αποκλειστικό συμφέρον στις εταιρείες. Ως προς τα άλλα επί μέρους στοιχεία σε σχέση με τα οποία καταλογίζεται στον ενάγοντα μη αποκάλυψη, αυτά παρουσιάζονται βέβαια να έχουν την όποια αξία τους αναφορικά με το θέμα της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των βασικών και ουσιαστικών ισχυρισμών του ενάγοντα και ενδεχόμενα να σχετίζονται με κάποια κίνητρα εκδικητικότητάς του εναντίον της εναγομένης όπως του καταλογίζεται. Εν τούτοις, κρίνω πως ως εκ της φύσης τους και ως εκ της αξίας τους δεν ήσαν τέτοια ώστε η μη αποκάλυψή τους εκ μέρους του ενάγοντα να ενείχε τη σημασία η οποία τους αποδίδεται ως προς την έκδοση ή μη των διαταγμάτων, ούτε και ότι θα πρέπει να έχει τις επιπτώσεις που εισηγείται η πλευρά της εναγομένης. β. Το ζήτημα του στοιχείου του κατεπείγοντος. Όπως προβλέπεται στο Α.9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Η κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλπ π.χ. In re B.P. (Cyprus Ltd)
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861). Όπως τονίστηκε στη Louis Vuitton v. Δερμοσάκ & άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, στη σελ. 1462, η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την απόδοση θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Στις υποθέσεις Stavros Hotels Apts Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, επιβεβαιώθηκε ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση, απουσία δε του πιο πάνω στοιχείου θα στερούσε το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και θα επέφερε την ακύρωσή του, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Επανερχόμενος και πάλιν στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας διαδικασίας, παρατηρώ τα εξής: Έχω παραθέσει προηγουμένως τα κύρια σημεία των θέσεων της εναγομένης με βάση τα οποία καταλογίζεται στον ενάγοντα καθυστέρηση προσφυγής στο Δικαστήριο και κατ΄ ισχυρισμό αποστέρηση από τον ίδιο του ερείσματος να ζητούσε τη μονομερή επέμβαση του Δικαστηρίου. Με την αρχική ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτησή του, ο ενάγων παρέθετε κάποιες εξελίξεις που είχαν μεσολαβήσει μεταξύ Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2008, από τις οποίες εξελίξεις οι υποψίες τις οποίες είχε ως προς τη στάση της εναγομένης έναντι των κατ΄ ισχυρισμό συμφερόντων του στην Orianda, σταδιακά ενισχύονταν και καθίσταντο σοβαρότερες μέχρι την 22.11.2008 και αργότερα. Σαν αποτέλεσμα τούτων, ο ενάγων, όπως ισχυρίζεται, προέβηκε σε περαιτέρω έρευνες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Οδηγίες για προσφυγή στο Δικαστήριο έδωσε σίγουρα πριν από τις 5.12.2008, που είναι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής του στην Κύπρο και της ένορκής του δήλωσης. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο ενάγων είναι αλλοδαπός και του ότι για την καταχώρηση της αγωγής και της παρούσας αίτησης απαιτείτο αρκετός χρόνος προετοιμασίας, αδυνατώ να διαπιστώσω την ύπαρξη υπέρμετρης καθυστέρησης από τον ενάγοντα. Όταν δε διαπιστώθηκε η ανάγκη περαιτέρω πληροφόρησης ως προς περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης στην Κύπρο, η σχετική έρευνα φαίνεται να έγινε ταχέως μεταξύ 5.12.2008 και 8.12.2008 και οδήγησε στην καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ημερομηνίας 8.12.2008. Θα εξετάσω ακολούθως τα ουσιαστικά ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της αίτησης, ως προς την ικανοποίηση ή μη των υπό του νόμου προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. γ. Η ικανοποίηση ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το Α. 32 του περί Δικαστηρίων νόμου. Οι προϋποθέσεις για έκδοση και συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος είναι καλά γνωστές και εκτίθενται στο άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί και επανειλημμένα έχουν αναλυθεί στην σχετική νομολογία. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis [1975] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd., Πολ.΄Εφεση 9824 ημερ. 21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others [1976] 1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R. 263.) Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ.
- Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Όπως έχω προαναφέρει, η ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης εδώ δεν αμφισβητείται, γεγονός με το οποίο και συμφωνώ. Από τη δεύτερη προϋπόθεση, αν και δεν αμφισβητείται ότι με τα στοιχεία που παρουσίασε ο ενάγων-αιτητής στοιχειοθετείται μια καλή, συζητήσιμη υπόθεση, εντούτοις αμφισβητείται ότι ο ενάγων και η υπόθεση του έχουν σοβαρές και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλπ. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263). Θα πρέπει ακόμα να υπενθυμιστεί ότι σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται παρεμπίπτουσας διαδικασίας, δεν προβαίνει σε γενικότερες αξιολογήσεις της αξιοπιστίας μαρτύρων ή της δοθείσας μαρτυρίας και σίγουρα δεν προβαίνει σε τελεσίδικα ευρήματα ή συμπεράσματα επί αμφισβητουμένων θεμάτων που σχετίζονται με το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο μιας αίτησης. Εδώ ο αιτητής, παρά την αναγνώριση του γεγονότος ότι όλες οι μετοχές της Orianda είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της εναγομένης και παρά το ότι καμιά παράλληλη έγγραφη συμφωνία δεν είχε καταρτισθεί ποτέ μεταξύ των διαδίκων, ισχυρίζεται και επιμένει ότι ήταν εκ μέρους και για λογαριασμό του που ιδρύθηκε η εταιρεία από την εναγομένη και ότι οι μετοχές και η διεύθυνση της εταιρείας του ανήκουν. Ότι δηλαδή η εναγομένη κατέχει το σύνολο των μετοχών της Orianda σαν φαινομενικός κατονομαζόμενος μέτοχος (nominee) και όχι πραγματικός ιδιοκτήτης. Για προώθηση δε αυτού του ισχυρισμού του παρουσίασε έγγραφη δήλωση στην οποία η ίδια η εναγόμενη προέβηκε και η οποία απευθυνόταν προς την Ελληνική Τράπεζας Λτδ. Πρόκειται για το έντυπο - Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή, το οποίο είναι αποδεκτό ότι συμπληρώθηκε και υπογράφηκε από την εναγομένη στις 17.5.06. Στο έντυπο εκείνο γίνεται επανειλημμένη επίκληση και επίστηση της προσοχής κάθε δηλούντος προσώπου στις πρόνοιες του περί Συγκάλυψης, 'Ερευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου αρ. 61(I) του 1996 και κάτω από τον τίτλο «Declaration/Undertaking given by Nominee(s) and Introducer(s)», ρητά η εναγομένη δηλώνει ότι είναι «nominee shareholder of Orianda Management Ltd» και ότι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης των μετοχών της εταιρείας (the ultimate beneficial owner) της εταιρείας είναι ο ενάγων, το όνομα , διεύθυνση και πλήρη στοιχεία του οποίου η ίδια η εναγομένη συμπλήρωσε ιδιοχείρως στο έντυπο. Το ότι έγινε αυτή η δήλωση δεν το αμφισβήτησε ούτε η ίδια η εναγόμενη, η οποία αντίθετα επιβεβαίωσε ότι προέβηκε στην υπεύθυνη εκείνη δήλωση στην οποία γίνεται επίστηση προσοχής στις πρόνοιες της προαναφερθείσας νομοθεσίας. Η εναγομένη έδωσε βέβαια τη δική της εξήγηση γιατί έκανε κάτι τέτοιο, χωρίς όμως να ισχυρισθεί ότι ενημέρωσε σχετικά και τον ενάγοντα ότι είχε προβεί στην ψευδή εκείνη, κατά την ίδια, δήλωση. Ισχυρίζεται ακόμα η εναγομένη ότι πρόκειται για εσωτερικής χρήσης έγγραφο της Τράπεζας, το οποίο δεν αποδεικνύει ότι ο ενάγων είναι ο δικαιούχος των μετοχών και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο τραπεζικός λογαριασμός, σε σχέση με τον οποίο είχε υποβληθεί η δήλωση, έχει κλείσει. Όμως, αυτές οι θέσεις, μπορούν βέβαια να προβληθούν σαν σημεία υπεράσπισης στην αγωγή, δεν διαφοροποιούν όμως το γεγονός ότι ο ενάγων έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο που τείνει να καταδείξει την ορθότητα του βασικού του ισχυρισμού ότι ο ίδιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών. Περαιτέρω, ο ενάγων έχει παρουσιάσει και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που τείνουν να αποδείξουν τον κύριο ισχυρισμό του, όπως είναι εκείνα που αναφέρονται στην πληρωμή εκ μέρους του εξόδων που σχετίζονταν με τη λειτουργία της Orianda, δηλώσεις στις οποίες κατά τον ισχυρισμό του ίδιου και τρίτου προσώπου είχε προβεί η εναγομένη κατά την διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνίας ενοικίασης γραφείων για την εταιρεία, καθώς και για πληρωμή από τον ενάγοντα ενοικίων. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, μεταξύ άλλων, ασφαλώς δεν θα αξιολογηθούν τώρα προς το σκοπό εξαγωγής ευρημάτων ή συμπερασμάτων, αφού είναι στοιχεία τα οποία θα πρέπει να απασχολήσουν σε πλήρη ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Εν τω μεταξύ όμως, και για σκοπούς πάντα της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, κρίνω ότι με βάση τα στοιχεία τα οποία έχει προβάλει ο ενάγων, κατάφερε να υπερπηδήσει το εμπόδιο της δεύτερης προϋπόθεσης που θέτει το Α.32 καταδεικνύοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι πιθανόν να δικαιούται σε θεραπεία στη βάση της αγωγής του και ότι έχει προς τούτο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση που τίθεται από το Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ανακύπτει η ανάγκη παροχής κάποιας εξασφάλισης στον ενάγοντα, με την οποία να αποτρέπεται η πιθανότητα να καταστεί δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί στην περίπτωση του πλήρης δικαιοσύνη σε υστερώτερο στάδιο. Κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο από το γεγονός ότι η εναγόμενη είναι, εν πάση περιπτώσει, η αποκλειστική κάτοχος των μετοχών της Orianda, τις οποίες διεκδικεί ο ενάγων και η μόνη διευθυντής της. Μπορεί επομένως, χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα, να αποξενώσει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, περιλαμβανομένου και του πελατολογίου της εταιρείας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει προς άλλες ανταγωνιστικές εταιρείες ιδικών της συμφερόντων. Μπορεί ακόμα να προβεί βέβαια η εναγομένη σε αποξένωση ιδικών της περιουσιακών στοιχείων, κινητών και ακινήτων, για να μη μπορεί να ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση που ήθελε εκδοθεί στο τέλος εναντίον της για τις σοβαρές αποζημιώσεις που διεκδικεί ο ενάγων. Για όλα αυτά δικαιολογείται η παροχή εξασφάλισης προς τον ενάγοντα και αυτό θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο. Αναφορικά με τη δέσμευση του διαμερίσματος το οποίο ανήκει στην εναγόμενη, τέθηκε εκ μέρους της η εισήγηση ότι δεν έχει προσδιοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο μέσω εκτίμησης ή άλλως πως, η αξία αυτού του ακινήτου, ούτε και έχουν δοθεί λεπτομερή στοιχεία ως προς το πού ακριβώς αυτό κείται. Ως προς το πρώτο, είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία, αλλά και με βάση τις ίδιες τις πρόνοιες του Α.5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να παρεμποδίσει εναγόμενο από του να αποξενώσει τόσο μέρος της περιουσίας του, όσο κατά τη γνώμη του είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα. Δηλαδή, δεν θα πρέπει να δεσμεύεται περιουσία, η αξία της οποίας δυνατόν να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την αξία της απαίτησης. Όμως εδώ, δεν φαίνεται κάτι τέτοιο να συμβαίνει. Παρά την ανυπαρξία άλλης μαρτυρίας για την αξία του διαμερίσματος, υπάρχει η μαρτυρία της ίδια της εναγομένης, η οποία στην αρχική της ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης της, όχι μόνο δεν ισχυρίζεται ότι η αξία του διαμερίσματος υπερβαίνει την αξία των αξιουμένων αποζημιώσεων, αλλ' αναφέρει ότι το διαμέρισμα είναι υποθηκευμένο για €100.000 σε Τράπεζα και ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αποξενωθεί. Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα της αξίας των απαιτήσεων του ενάγοντα για αποζημιώσεις, θα πρέπει να παρατηρήσω και να λάβω υπόψη ότι η μόνη διαθέσιμη έγκυρη μαρτυρία επ΄ αυτού του θέματος είναι οι πρόχειροι έστω (draft) λογιστικοί λογαριασμοί της Orianda, τις οποίες έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου η εναγομένη. Αυτοί δείχνουν ότι για το 2005 υπήρχε ζημιά ύψους €14.836 πριν τη φορολογία, για το 2006 ζημιά €48.892 πριν τη φορολογία, για το 2007 κέρδος €14.233 πριν τη φορολογία και για το 2008 (Ιανουάριο-τέλος Νοεμβρίου) κέρδος €79.000 πριν τη φορολογία. Λαμβάνω βέβαια υπόψη τον κίνδυνο ο οποίος ενυπάρχει από την περίπτωση να μην είναι ακριβείς ή δίκαιοι οι πιο πάνω πρόχειροι λογαριασμοί, όπως επίσης και από την περίπτωση να έχει ήδη απομακρυνθεί από την εταιρεία κάποιο μέρος του πελατολογίου της. Όμως, μη υπάρχουσας άλλης βάσης και πλέον ικανοποιητικής μαρτυρίας, αναγκαστικά η όποια χρηματική απαίτηση του ενάγοντα σε σχέση με την οποία απαιτείται εξασφάλιση, παρουσιάζεται στο τέλος της ημέρας να είναι δραστικά χαμηλότερη απ΄ όση αρχικά υπολόγισε ο ίδιος. Αφού έλαβα υπόψη όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, καταλήγω στο ότι το ύψος της απαιτούμενης υπό τις περιστάσεις εξασφάλισης δεν θα πρέπει στο στάδιο τούτο να υπερβαίνει τις €200.
- Επομένως, το σχετικό ποσό δέσμευσης των προσωπικών λογαριασμών θα μειωθεί ανάλογα. Τελικά, καταλήγω ότι για μεν το διαμέρισμα το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να καταστεί απόλυτο, αφού όμως δοθούν από τον ενάγοντα-αιτητή λεπτομερέστερα στοιχεία ως προς αυτό. Ως προς την κατοικία, η ισχύς του διατάγματος θα τερματισθεί. Αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς, η ισχύς του διατάγματος θα τερματισθεί σε σχέση με τους λογαριασμούς άλλων εταιρειών, ενώ για τους προσωπικούς λογαριασμούς της εναγομένης το δεσμευόμενο ποσό θα μειωθεί στις €200.
- Το εκδοθέν επομένως στις 8.12.08 προσωρινό διάταγμα καθίσταται απόλυτο αφού διαμορφωθεί και τροποποιηθεί ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, Διά του παρόντος διατάττει και απαγορεύει στην καθ΄ ης η αίτηση και/ή αντιπρόσωπους και/ή υπαλλήλους της, από του να πωλήσουν και/ή εκποιήσουν και/ή δημοπρατήσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή διαθέσουν προς πώληση και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης η αίτηση στην πόλη και επαρχία Λευκωσίας ήτοι: Ένα διαμέρισμα στην περιοχή Χίλτον, Ακρόπολη, και οποιαδήποτε μετρητά βρίσκονται κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση μέχρι συνολικού ποσού €200.000 ήτοι σε προσωπικούς λογαριασμούς στις ακόλουθες Τράπεζες: (i) Τράπεζα Κύπρου στη Λευκωσία (ii) Federal Bank of the Middle East στη Λευκωσία. μέχρι τελικής εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται ότι ο ενάγων υποχρεούται όπως εντός 21 ημερών από την 9.4.2009 παρουσιάσει στον Πρωτοκολλητή ακριβή στοιχεία ως προς το δεσμευόμενο ανωτέρω διαμέρισμα, ήτοι, όνομα και αριθμό οδού, όροφο και αριθμό διαμερίσματος, διαφορετικά το διάταγμα αυτόματα θα εκπίπτει. Άμα τη προσκομίσει των πιο πάνω στοιχείων, αυτά θα καταστούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος το οποίο και θα επανασυνταχθεί με την προσθήκη των νέων αυτών στοιχείων. Νοείται περαιτέρω ότι η ισχύς του διατάγματος ως προς το διαμέρισμα και ως προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς θα τερματίζεται αφ΄ ης στιγμής η εναγόμενη καταθέσει στον Πρωτοκολλητή τραπεζική εγγύηση ύψους €200.000». Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] ............ Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο