Σωφρόνη Σωφρονίου ν. BP EASTERN MEDITERRANEAN LTD, Αρ. Αγ.: 1494/04, 10 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΛΗΡΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1494/04 ΜΕΤΑΞΥ: Σωφρόνη Σωφρονίου, Ενάγοντα, - και - BP EASTERN MEDITERRANEAN LTD, Εναγομένων. ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Απριλίου 2009. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τον Ενάγοντα : κ. Χρ. Νικολάου με την κα Νικολάου. Για την Εναγόμενη: κ. Π. Πολυβίου με την κα Κουκούνη. ----------------------- A Π Ο Φ Α Σ Η Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και/ή για παράβαση συμβολαίου εργοδοσίας του με τους εναγόμενους διεκδικεί με την παρούσα αγωγή του ο ενάγων. Όπως προκύπτει από αδιαμφισβήτητα στοιχεία, ο ενάγων είχε εργοδοτηθεί στις 20.9.99 από την εταιρεία Castrol Marine Oils Ltd, σαν βοηθός γενικού διευθυντού και διευθυντής γραμμής τροφοδοσίας (supply chain manager). Όταν κατά το 2001 η εταιρεία BP εξαγόρασε την Castrol, οι εργασίες των δύο αυτών εταιρειών παγκόσμια συγχωνεύτηκαν και ο ενάγων από την 1.1.01 απετέλεσε μέλος του προσωπικού της εταιρείας BP Cyprus Ltd. Τα καθήκοντα του, όπως είχε πληροφορηθεί, θα ήταν αυτά του Logistic Manager και αφορούσαν την τοπική διαχείριση των ναυτιλιακών προϊόντων της εταιρείας και την οικονομική επίβλεψη τους. Σε σχετικό οργανόγραμμα που ετοιμάστηκε τον Ιούνιο του 2001, ο τίτλος της θέσης που κατείχε ο ενάγων εμφανιζόταν σαν «Marine Manager». Οι αλλαγές όμως στην εργοδοσία του ενάγοντα είχαν και συνέχεια. Όπως πληροφορήθηκε στις 14.10.02, το μετοχικό κεφάλαιο της BP Cyprus Ltd αγοράστηκε από την εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΚΟ), η οποία και αναλάμβανε τις τοπικές δραστηριότητες της BP Cyprus Ltd. Tις δραστηριότητες της δε στον τομέα της προμήθειας καυσίμων και λιπαντικών για τις ναυτιλιακές υπηρεσίες θα τις αναλάμβανε πλέον η εναγόμενη εταιρεία BP Eastern Mediterranean Ltd, θυγατρική της BP Plc. Το όνομα του ενάγοντα συγκαταλεγόταν μεταξύ των υπαλλήλων των οποίων η εργοδότηση θα συνέχιζε με την εναγόμενη εταιρεία και όχι με τα Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΚΟ). Στις 23.4.03 όμως κοινοποιήθηκε νέο οργανόγραμμα της εναγόμενης εταιρείας, το οποίο είχε σταλεί από τα κεντρικά γραφεία της ΒΡ, και στο οποίο δεν αναφερόταν το όνομα του ενάγοντα. Λίγες μέρες αργότερα, στις 30.4.03 παραδόθηκε στον ενάγοντα επιστολή με την οποία αυτός ειδοποιείτο ότι η απασχόληση του θα τερματιζόταν στις 9.5.03 λόγω πλεονασμού. Ο ενάγων δεν συμφώνησε ότι εδικαιολογείτο η επίκληση του λόγου του πλεονασμού και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του έγινε παράνομα και άδικα λόγω του υψηλόμισθου συμβολαίου του και των περαιτέρω ωφελημάτων και παροχών στα οποία αυτός εδικαιούτο. Κατά την αποχώρηση του από τους εναγόμενους ο ενάγων πληρώθηκε το μηνιαίο μισθό του και το αναλογούν σ΄ αυτόν Ταμείο Προνοίας. Σχετική δε αίτηση την οποία είχε υποβάλει ο ενάγων στο Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 10.7.03 για πληρωμή λόγω πλεονασμού, απορρίφθηκε. Τυγχάνει βασικός ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από τον ενάγοντα, ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της πιο πάνω συμφωνίας, ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και/ή σχέση εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγόμενους θα συνεχιζόταν μέχρι την συνταξιοδότηση του και/ή μέχρι το νόμιμο τερματισμό της από οποιαδήποτε πλευρά και μόνο αν συνέτρεχαν λόγοι και/ή περιστάσεις που θα καθιστούσαν τον τερματισμό νόμιμο και δικαιολογημένο, πράγμα που δε συνέβαινε στην παρούσα περίπτωση. Με την Υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι κατά κύριο λόγο αρνούνται ότι η επίδικη απόλυση ήταν αδικαιολόγητη και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική, επιμένοντας ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα έγινε πράγματι λόγω πλεονασμού, και συγκεκριμένα λόγω του ότι η θέση που αυτός κατείχε θεωρήθηκε πλεονάζουσα σαν αποτέλεσμα αναδιοργάνωσης του Τμήματος Καυσίμων και Λιπαντικών. Καταλογίζουν δε οι εναγόμενοι στον ενάγοντα, ότι ο ίδιος με τη συμπεριφορά του αποδυνάμωσε την ίδια την αίτηση του για πληρωμή λόγω πλεονασμού αφού είχε παραθέσει στο σχετικό έντυπο αίτησης του, σχόλια με τα οποία ουσιαστικά αμφισβήτησε την εγκυρότητα του πλεονασμού. Ενώ δε το αρμόδιο τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων απέρριψε την αίτησή του, αυτός δεν αμφισβήτησε με κανένα νόμιμο τρόπο την αρνητική απόφαση, ούτε και ενημέρωσε σχετικά τους εναγόμενους, και κατ΄ αυτό τον τρόπο είναι ο ίδιος που ευθύνεται για την μη καταβολή σ΄ αυτόν της νενομισμένης αποζημίωσης. Όπως δε διαζευκτικά ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, εφόσον η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν απροσδιόριστης διάρκειας, υπόκειτο, εν πάση περιπτώσει, σε τερματισμό μετά από λογική προειδοποίηση, υποχρέωση η οποία υπερκαλύπτεται από αποζημίωση ύψους £24.300, την οποία οι εναγόμενοι είχαν προσφέρει στον ενάγοντα με βάση την τότε υφιστάμενη συλλογική σύμβαση και την οποία αυτός αποποιήθηκε. Στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο ενάγων αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλα τα γεγονότα και συμβάντα από την αρχική πρόσληψη του μέχρι και τον τερματισμό των υπηρεσιών του, καθώς επίσης και στα όσα επακολούθησαν. Όπως εξήγησε, μεταξύ άλλων, την αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού την είχε υποβάλει στην αρμόδια αρχή, όχι επειδή θεωρούσε ο ίδιος ότι συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού αλλ΄ επειδή τον συμβούλευσαν οι δικηγόροι του να το πράξει, έτσι ώστε να εξεταστεί το θέμα και να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους ν΄ αναφέρουν τους κατ΄ ισχυρισμό λόγους απόλυσης του. Είναι γεγονός ότι στο σχετικό έντυπο-αίτηση ο ίδιος είχε δηλώσει ότι δεν συμφωνούσε ότι συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού του, όχι για να επηρεάσει αρνητικά την έκβαση της αίτησης, αλλ΄ επειδή αυτή ήταν πραγματικά η γνώμη του. Περαιτέρω, μετά την απόρριψη της αίτησης του, δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον σύμφωνα και με τη γνώμη των νομικών του συμβούλων εδικαιούτο σε αποζημίωση, το ύψος της οποίας υπερέβαινε τα 2 χρόνια, αφού η εργοδότηση του ήταν μόνιμη μέχρι συνταξιοδότησης και όχι αόριστης διάρκειας. Ο κ. Κ. Παπαδόπουλος (Μ.Ε.2) υπήρξε διευθυντής προσωπικού της BP Cyprus Ltd και εξήγησε την εξελικτική πορεία της εργοδοσίας του ενάγοντα στην Castrol BP Cyprus Ltd και στους εναγομένους. Σαν προσωπάρχης, ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση κατά πόσο η ακολουθούμενη πρακτική σε θέματα εργοδοσίας υπαλλήλων είναι να εργοδοτούνται μόνιμα ή όχι και απάντησε ότι οι υπάλληλοι εργοδοτούνται με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Κατά την 28.6.02 ο μάρτυρας είχε συμπληρώσει το έντυπο - Τεκμήριο 2, στο οποίο και αναγράφονται ποικίλες λεπτομέρειες αναφορικά με την εργοδοσία του ενάγοντα. Μεταξύ άλλων, στο έντυπο το οποίο απευθυνόταν προς τον ενάγοντα, ανέφερε στην παρα (
- f)ότι: «(
- f)Your employment will be terminated on 1/08/2001 when you will become a pensioner ...» Σχολιάζοντας αυτό το έντυπο, ο μάρτυρας είπε ότι συμμορφούμενος προς τις πρόνοιες νομοθεσίας του 2000 εναρμονιστικής προς το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, ετοίμασε και απέστειλε ένα τέτοιο έντυπο σε κάθε εργοδοτούμενο ξεχωριστά. Σκοπός του εντύπου δεν ήταν ο επαναπροσδιορισμός οποιουδήποτε όρου εργοδότησης ενός υπαλλήλου αλλ΄ η λεπτομερής ενημέρωση του. Δεδομένου ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι στην εναγόμενη αφυπηρετούν αναγκαστικά στην ηλικία των 60 ετών, η αναφορά στην ημερομηνία 1/08/2021 στο έντυπο του ενάγοντα καταδείκνυε την χρονική στιγμή κατά την οποία τερματιζόταν η συντάξιμη υπηρεσία του. Σχολιάζοντας την πρόνοια στην παρ. (
- h)του ίδιου εντύπου - Τεκμήριο 2, σύμφωνα με την οποία: «(
- h)In the case of termination of your employment before 1.08.2021 you will be given notice or you will give notice ..», ο μάρτυρας είπε πως μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τερματιστεί η εργοδοσία του ενάγοντα πριν την ως άνω ημερομηνία, δίδοντας του ειδοποίηση, νοουμένου ότι υπήρχε λόγος. Η Π. Ορφανίδου (Μ.Ε.3), βοηθός Ασφαλιστικός Λειτουργός, στο Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην αίτηση που είχε υποβάλει ο ενάγων για πληρωμή λόγω πλεονασμού, στον τρόπο με τον οποίο αυτή προσεγγίστηκε και διεκπεραιώθηκε και στους λόγους για τους οποίους τελικά η αίτηση απορρίφθηκε. Καταθέτοντας εκ μέρους των εναγομένων, η διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού της εταιρείας, κα Γ. Δαλίτη, ανάφερε ότι ο ενάγων είχε μεταφερθεί στην υπηρεσία των εναγομένων κατά την 1.12.02, με βάση τους ίδιους όρους εργοδότησης του, όπως και προηγουμένως, και ήταν και παρέμεινε εργοδοτούμενος απροσδιόριστης διάρκειας, όπως είναι σαφές από τους όρους εργοδότησης του και από την πρακτική που πάντα ακολουθείται από τους εναγόμενους, τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς. Ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα πλεονασμού, ο οποίος προέκυψε από την αναδιοργάνωση του Τμήματος Ναυτιλίας (Marine), η οποία έγινε τόσο σε διεθνές όσο και σε τοπικό επίπεδο. Σαν αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης, άλλαξαν οι δομές της εταιρείας και του Τμήματος Ναυτιλίας και καταργήθηκαν θέσεις εργασίας. Οι ευθύνες του ενάγοντα αναλήφθηκαν από τον Διευθυντή Αεροπλοίας, κ. Γ. Παπαναστασίου, ο οποίος επανήλθε νωρίτερα στην Κύπρο από το Λονδίνο, όπου υπηρετούσε. Τόσο αυτός, όσο και άλλο στέλεχος, επαναπατρίστηκαν στην Κύπρο μετά την εξαγορά της BP Κύπρου από την ΕΚΟ. Αυτά ήταν σε πολύ περιληπτική μορφή τα κύρια σημεία της δοθείσας μαρτυρίας. Σε περισσότερες λεπτομέρειες θα αναφερθώ αργότερα στην παρούσα απόφαση, εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, κατά την εξέταση των επί μέρους ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Αγορεύοντας ο κ. Πολυβίου για τους εναγομένους, υπέβαλε κυρίως ότι δύο είναι τα κύρια θέματα που εγείρονται προς διερεύνηση και απόφανση: Κατά πόσο ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα ήταν νόμιμος ή όχι, και μόνο αν κριθεί ότι ήταν παράνομος, δηλαδή ότι δεν οφειλόταν στους επικαλούμενους λόγους, τότε τίθεται θέμα αποζημιώσεων. Με δεδομένο δε ότι η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν απροσδιόριστης διάρκειας, η όποια αποζημίωση υπολογίζεται στη βάση της διάρκειας εύλογης ειδοποίησης. Λαμβανομένης δε υπόψη της εδώ συνολικής διάρκειας της εργοδοσίας του ενάγοντα, η οποία είχε διαρκέσει από τις 20.9.99-9.5.03, δηλαδή 4 σχεδόν χρόνια, με βάση τη νομολογία η οποιαδήποτε καταβλητέα αποζημίωση δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει ποσό ίσο προς την αντιμισθία του ενάγοντα για 3 μήνες, μείον 22 ημέρες, για τις οποίες ήδη πληρώθηκε. Ο συνήγορος των εναγομένων, με παραπομπές σε κατατεθέντα τεκμήρια και σε δοθείσα μαρτυρία, όπως επίσης και σε σχετική επί του θέματος νομολογία, υπέβαλε πως έχει αποδειχθεί ότι η θέση την οποία κατείχε ο ενάγων καταργήθηκε και έτσι αυτός κατέστη πλεονάζον προσωπικό. Ως προς την απόρριψη του αιτήματος του ενάγοντα για πληρωμή αποζημίωσης από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, αυτή καθόλου δεν δεσμεύει ή επηρεάζει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου και οφείλεται στην υπόσκαψη της ουσιαστικά από τον ίδιο τον ενάγοντα. Στο σημείο τούτο παρεμβάλλω ότι δηλώθηκαν από κοινού στο Δικαστήριο σαν Παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: α. Ότι η συνολική περίοδος εργοδότησης του ενάγοντα διάρκεσε από 20.9.99-9.5.03. β. Ότι ο μηνιαίος μισθός του ήταν £2.892,18. γ. Ότι ήδη καταβλήθηκε και λήφθηκε από τον ενάγοντα ποσό £3.058,40, το οποίο αντιπροσώπευε μισθό 22 ημερών έναντι ή αντί προειδοποίησης. Στη δική του αγόρευση, ο κ. Νικολάου για τον ενάγοντα, υπέβαλε κυρίως ότι το ζήτημα κατά πόσο η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν τακτής ή απροσδιόριστης διάρκειας ανιχνεύεται και αποφασίζεται, όχι με εξωγενή μαρτυρία, αλλά με βάση τους ίδιους τους όρους των εγγράφων που διέπουν τα της εργοδοσίας ενός εργοδοτούμενου. Ιδιαίτερη μνεία έκανε ο συνήγορος στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που αναφέρει τους όρους που διέπουν τα της εργοδοσίας του ενάγοντα και το οποίο έγγραφο είχε συνταχθεί και υποβληθεί δυνάμει του Νόμου αρ. 100(Ι)/2000, όπως επίσης και στο περιεχόμενο της επιστολής πρόσληψης του ενάγοντα από τους εναγομένους (τεκμήριο 3). Με δεδομένο δε το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 2 υπάρχει ρητή αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία, όχι μόνο έναρξης της εργοδότησης, αλλά και λήξης της, καμιά άλλη μαρτυρία δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη για να καταδείξει κάτι το διαφορετικό ή για να δώσει άλλη ερμηνεία σε ένα κατά τα άλλα ξεκάθαρο όρο, όρο με τον οποίο η εργοδοσία του ενάγοντα θα διαρκούσε μέχρι την 1.8.2021. Ακόμα και αν αποδειχθεί ότι η απόλυση του ενάγοντα έγινε λόγω πλεονασμού, η Συλλογική Σύμβαση - Τεκμήριο 13 περιείχε ρητή πρόνοια ως προς την οφειλόμενη πληρωμή λόγω πλεονασμού. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι εναγόμενοι όταν τερμάτιζαν τις υπηρεσίες του ενάγοντα επικαλούμενοι πλεονασμό, είχαν προσφέρει σ΄ αυτόν πληρωμή ποσού £24.300 και άλλων ωφελημάτων. Ο ενάγων δεν αποδέχθηκε αυτή την προσφορά, αρνούμενος ότι υπήρχε πράγματι πλεονασμός και επομένως ακόμα και αν ευρεθεί ότι νόμιμα είχε τερματιστεί η εργοδοσία του λόγω πλεονασμού, θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να του επιδικαστεί τουλάχιστον αυτό το ποσό. Άλλο ποσό στο οποίο δικαιούται ο ενάγων αποτελείται από επί μέρους ποσά δόσεων, τις οποίες θα έπρεπε να καταβάλουν οι εναγόμενοι, όπως είχαν υποχρέωση, για την αγορά αυτοκινήτου από τον ενάγοντα. Γενικότερα, ως προς το θέμα του πλεονασμού, ο ενάγων δεν έχει στους ώμους του κανένα βάρος να αποδείξει πως δεν υπήρξε πλεονασμός, ούτε και μπορούσε να γνωρίζει όλα τα γεγονότα που ενδεχόμενα να τον στοιχειοθετούσαν. Όμως, οι εναγόμενοι που είχαν το βάρος απόδειξης σαν θέμα δικής τους υπεράσπισης, δεν κατάφεραν να το αποσείσουν αφού κανένας από τους λόγους που προνοούνται στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο δεν έχει εδώ αποδειχθεί. Ακόμα και αν ευρεθεί ότι η εργοδότηση ήταν αόριστης διάρκειας, και πάλι η καταβλητέα αποζημίωση δεν θα πρέπει να είναι λιγότερη από έξι μηνών μισθούς. Στο σημείο τούτο παρεμβάλλω ότι αξιοποιώντας κάποιο χρόνο που παρασχέθηκε από το Δικαστήριο, η πλευρά των εναγομένων παρέσχε έγγραφη διαβεβαίωση προς την πλευρά του ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία, με πλήρη επιφύλαξη της θέσης των εναγομένων ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα εδικαιολογείτο λόγω πλεονασμού τότε η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς επιδικασμό κανενός ποσού, εντούτοις, οι εναγόμενοι θα καταβάλουν προς τον ενάγοντα το ποσό των £24.300, που του είχαν αρχικά προσφέρει λόγω του τερματισμού των υπηρεσιών του και ο ίδιος δεν το αποδέχθηκε. Παρά τη διαβεβαίωση αυτή όμως, ο συνήγορος του ενάγοντα επέμενε ότι με βάση το σύνολο των στοιχείων που είχαν περιληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης, το Δικαστήριο μπορεί και θα πρέπει να επιδικάσει υπέρ του ενάγοντα οποιαδήποτε ποσά αυτός εδικαιούτο να λάμβανε λόγω του πλεονασμού. Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων κύριων σημείων μαρτυρίας και των αγορεύσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών, είναι φανερό ότι εγείρονται προς διερεύνηση και δικαστική απόφανση τα ακόλουθα θέματα: α. Εάν και κατά πόσο η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν τακτής περιόδου ή αντίθετα ήταν απροσδιόριστης/αόριστης διάρκειας. β. Εάν και κατά πόσο ο τερματισμός της εργοδοσίας του ενάγοντα ήταν παράνομος ή αντίθετα ήταν νόμιμος λόγω πλεονασμού. γ. Εάν ο τερματισμός ήταν παράνομος, ποιες αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικασθούν και εάν ο τερματισμός οφειλόταν σε πλεονασμό κατά πόσο θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να επιδικασθούν κάποιες αποζημιώσεις ή όχι. Θα εξετάσω τα πιο πάνω θέματα με τη σειρά με την οποία τα έχω παραθέσει. α. Η φύση και διάρκεια της εργοδότησης του ενάγοντα με την εναγόμενη εταιρεία. Είναι κοινός τόπος ότι ο ενάγων εργοδοτήθηκε στην BP Cyprus Ltd την 1η Ιανουαρίου 2002 με την επιστολή ημερ. 21.12.01 (Τεκμήριο 1) και ακολούθως οι υπηρεσίες του μεταφέρθηκαν στην εναγομένη εταιρεία από την 1.12.02 με την επιστολή - τεκμήριο 3, με τους ίδιους όρους εργασίας όπως αυτοί παρετίθεντο στο τεκμήριο 1. Στo ίδιο το τεκμήριο 1, το οποίο υπογράφηκε και από τον ενάγοντα, άνκαι αναφερόταν η ακριβής ημερομηνία έναρξης της εργοδοσίας του (1.1.2002) και δίδονταν όλες οι άλλες λεπτομέρειες των καθηκόντων, της μισθοδοσίας και των ωφελημάτων του, εντούτοις καμιά ημερομηνία δεν αναφερόταν σαν καταληκτική της εργοδοσίας του. Ακολούθως με την επιστολή ημερ. 3.12.02 (Τεκμήριο 3), την οποία επίσης υπέγραψε αποδεχόμενος το περιεχόμενο της ο ενάγων, επιβεβαιωνόταν επίσημα η ανάληψη των εργασιών της BP Cyprus Ltd από την εναγόμενη BP Eastern Mediterranean Ltd από την 1.12.02 και η συνακόλουθη εργοδότηση του από την δεύτερη, επίσης από την 1.12.02. Και πάλι γινόταν ειδική αναφορά σε κάποιους όρους και ωφελήματα τα οποία θα είχε ή συνέχιζε να έχει ο ενάγων, χωρίς όμως να γινόταν οποιαδήποτε αναφορά σε ημερομηνία καταληκτική της εργοδοσίας του. Είναι γεγονός ότι στις 28.6.02 ετοιμάστηκε από τον Μ.Ε.2 και υπογράφηκε από την τότε εργοδότρια του ενάγοντα ΒΡ Cyprus Ltd, το έντυπο-τεκμήριο 2, στο οποίο αποδίδει βαρύνουσα σημασία η πλευρά του ενάγοντα. Όπως αποκαλύπτεται και από τον ίδιο τον τίτλο του εγγράφου εκείνου, πρόκειται για ενημερωτικό δελτίο το οποίο ετοιμάστηκε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 100(Ι)/2000. Συγκεκριμένα, το έγγραφο τούτο έχει τον τίτλο «TERMS GOVERNING THE EMPLOYMENT AGREEMENT. EMPLOYEE´S BRIEFING IN ACCORDANCE WITH THE PROVISIONS OF THE RELEVANT LAW NO. 100(I)/2000» (Δηλαδή, Όροι που διέπουν σύμβαση εργοδοσίας. Ενημέρωση εργοδοτουμένου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου αρ. 100(Ι)/2000). Ο νόμος δυνάμει του οποίου συντάχθηκε και δόθηκε στον ενάγοντα-εργοδοτούμενο το ενημερωτικό εκείνο δελτίο, είναι ο περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος αρ. 100(Ι)/2000. Συγκεκριμένα, με το Α.4 του νόμου εκείνου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στους εργοδοτουμένους του, τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας τους, όπως είναι ο τόπος παροχής των υπηρεσιών τους, η θέση και το αντικείμενο εργασίας τους, η ημερομηνία έναρξης της σύμβασης τους και η προβλεπόμενη διάρκεια της, αν αυτή καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο και άλλα συναφή στοιχεία (Α4
(2)του Νόμου). Στο προαναφερθέν ενημερωτικό δελτίο - Τεκμήριο 2, που ετοιμάστηκε για τον ενάγοντα, αναφέρονταν στην παρ. (
- f)τα ακόλουθα: «(
- f)Your employment will be terminated on 1/08/2021 when you will become a pensioner.» Βασιζόμενη κυρίως σ΄ αυτή την παράγραφο η πλευρά του ενάγοντα, εισηγείται ότι η εργοδότηση του αποδεικνύεται να ήταν τακτής περιόδου, δηλαδή ότι θα ίσχυε μέχρι την 1.8.2021. Θα πρέπει να διαφωνήσω με αυτή την εισήγηση για τους ακόλουθους λόγους: 1. Ούτε στην επιστολή πρόσληψης του ενάγοντα στην BP Cyprus Ltd (τεκμήριο 1), ούτε και στην επιστολή μεταφοράς των υπηρεσιών του στην εναγομένη (τεκμήριο 3) περιλαμβανόταν οποιοσδήποτε όρος ή πρόνοια περί διάρκειας περιόδου εργοδότησης του ενάγοντα. Αναμφίβολα δε, οι ουσιώδεις και παρεμφερείς όροι της εργοδότησης του ενάγοντα οι οποίοι δεσμεύουν τις δύο πλευρές, εκεί είναι που περιλαμβάνονται. Εκεί και όχι σε ένα πληροφοριακού χαρακτήρα ενημερωτικό δελτίο (briefing) του οποίου ο νομοθετημένος σκοπός είναι μόνο να συνοψίσει κάποια στοιχεία προς εξασφάλιση του εργοδοτούμενου και όχι να προσθέσει, αφαιρέσει, αλλοιώσει ή ερμηνεύσει τους ήδη συμφωνηθέντες όρους της σύμβασης εργοδότησης. 2. Ένας συμπεφωνημένος όρος με τον οποίο καθορίζεται συγκεκριμένη χρονική περίοδος έναρξης και λήξης εργοδότησης, σίγουρα δημιουργεί υποχρέωση στον εργοδότη για παροχή εργοδότησης προς τον εργοδοτούμενο καθ΄ όλη τη διάρκεια της συμφωνηθείσας περιόδου. Αντίθετα όμως, ο απλός καθορισμός σε σύμβαση ενός ανώτατου ορίου αφυπηρέτησης, δεν δημιουργεί μια τέτοια δέσμευση. Όπως είχε επεξηγηθεί και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. Βritish American Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ 517: «.. Ο καθορισμός ανώτατου ορίου αφυπηρέτησης δε δεσμεύει αφ΄ εαυτού την εταιρεία να παράσχει εργοδότηση στο προσωπικό μέχρι την ηλικία εκείνη. Η αναφορά στο 60ό έτος ως το ανώτατο όριο αφυπηρέτησης δεν εξυπακούει άμεσα ή έμμεσα υποχρέωση για εργοδότηση των μελών του προσωπικού μέχρις εκείνη την ηλικία.» (Βλπ. επίσης Σαββίδης ν. Σ.Ε.Κ. & Άλλων
(2004)1(Α) Α.Α.Δ 57). Σε μια άλλη σχετική επί του θέματος απόφαση του, το Εφετείο στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους & Άλλοι ν. 1. Γενικού Εισαγγελέα & Άλλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 90 υιοθέτησε και το ακόλουθο απόσπασμα από πρωτόδικη απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου: «. Αυτό συνάδει με την αρχή ότι ο εργοδοτούμενος, εκτός και αν υπάρχει ρητή πρόνοια περί του αντιθέτου στο συμβόλαιο, μπορεί μόνον να προσδοκά σε υπηρεσία μέχρι το έτος της αναγκαστικής αφυπηρέτησης του και δεν υπάρχει εγγυημένη τακτή προθεσμία εργοδότησης ακόμα και αν γίνεται αναφορά σε κανονισμούς ταμείων προνοίας/ συντάξεως για τη λήψη ωφελημάτων στο 60ό έτος. Όπως αναφέρθηκε και στην Στυλιανίδης, ο καθορισμός ανωτάτου ορίου αφυπηρέτησης δεν εξυπακούει άμεσα ή έμμεσα την υποχρέωση της εργοδοτικής πλευράς για εργοδότηση μέχρι το όριο εκείνο. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς τη γενικότερη κοινωνική πολιτική και στο σύστημα ελεύθερης οικονομίας ενόψει του ότι μια εταιρεία μπορεί στην πορεία της ν΄ αντιμετωπίσει τέτοια οικονομικά ή άλλα προβλήματα που να μην της επιτρέπουν τη συνέχιση των υπηρεσιών όλων των τμημάτων εργασίας της ...» Στην υπό εξέταση δε περίπτωση στην παρούσα αγωγή, είναι φανερό ότι υπολογίζουσα και αναγράφουσα στο τεκμήριο 2 την ημερομηνία «1/08/2021» σαν καταληκτική της εργοδοσίας ημερομηνία, η εναγομένη είχε καθαρά υπόψη της το όριο αφυπηρέτησης του ενάγοντα ο οποίος έχει γεννηθεί το 1961, στο 60ό έτος, εξ΄ ου και πρόσθεσε μετά την ως άνω ημερομηνία και τις λέξεις «.. when you will become a pensioner.»
- Το συμπέρασμα ότι η αναφορά στη σύμβαση εργοδοσίας σε ημερομηνία αφυπηρέτησης δεν καθιστά τη συμφωνία σύμβαση τακτής προθεσμίας, ενισχύεται και από τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο το Άρθρο 5(δ), του οποίου έχει ως εξής: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: .............................. ............................. (δ) όταν η απασχόληση τερματίζεται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως . βάσει .. συμβάσεως ..» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Από την πιο πάνω αναφορά είναι καθαρό πως ο νομοθέτης θεωρεί ένα πράγμα τη σύμβαση τακτής περιόδου και άλλο πράγμα τη σύμβαση με καταληκτική ημερομηνία το όριο αφυπηρέτησης.
- Πέραν των πιο πάνω, μια εταιρεία μπορεί να καθορίσει η ίδια τη δική της πρακτική, σύμφωνα με την οποία να μη καθορίζει χρονική διάρκεια της εργοδοσίας των εργοδοτουμένων της, καταρτίζοντας συμβάσεις ακαθορίστου/αορίστου διαρκείας, ενώ παράλληλα να θέτει ένα ύστατο όριο, το οποίο συμπίπτει με την ηλικία αφυπηρέτησης. Αυτή ήταν η ακολουθούμενη πρακτική στην εναγόμενη εταιρεία και στην προηγούμενη εργοδότρια του ενάγοντα, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και της Μ.Υ.1, Γ. Δαλίτου, την οποία και αποδέχομαι. Η νομική δε ισχύς μιας τέτοιας πρακτικής αναγνωρίστηκε και με την πρόσφατη απόφαση του Κυπριακού Εφετείου στην Πολ. Έφ. 104/2007, Κ. Χαραλάμπους ν. Michael Automotive Ltd, ημερ. 27.1.09, με κύριο έρεισμα την Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Waite v. Government Communications HQ
(1983)2 All E.R. 1013. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο εύρημα ότι η εργοδότηση του ενάγοντα με την εναγομένη εταιρεία ήταν ακαθόριστης ή αόριστης διάρκειας και όχι τακτής περιόδου. Έτσι ήταν εξ΄ υπαρχής και έτσι παρέμεινε. Επομένως, το θέμα του τερματισμού της και του υπολογισμού επιδίκασης οποιωνδήποτε αποζημιώσεων σε σχέση με παράνομο τερματισμό της, θα πρέπει να γίνει σ΄ αυτή τη βάση. β. Το ζήτημα κατά πόσο ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα ήταν νόμιμος ή παράνομος. Αιχμή του δόρατος της αξίωσης του ενάγοντα για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσης απετέλεσε η αμφισβήτηση των λόγων που πρόβαλε η εναγομένη προς δικαιολόγηση του τερματισμού των υπηρεσιών του. Ο τερματισμός είχε γίνει με την επιστολή που παραδόθηκε προς αυτόν ημερομηνίας 30.4.03 (Τεκμήριο 4). Το περιεχόμενο εκείνης της επιστολής, τουλάχιστον όσον αφορούσε στην πληροφόρηση για τον τερματισμό υπηρεσιών και τους λόγους του, ήταν λιτό και είχε ως εξής: «Εν συνεχεία των προφορικών μας επεξηγήσεων, θα θέλαμε να σε πληροφορήσουμε ότι οι υπηρεσίες σου στην BP Eastern Mediterranean Ltd δεν χρειάζονται πλέον και ως εκ τούτου η εργοδότηση σου τερματίζεται λόγω πλεονάζοντος προσωπικού στις 9 Μαίου 2003 ...» Υπενθυμίζεται ότι η θέση την οποία κατείχε ο ενάγων στην εταιρεία, όπως επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια 2 και 3, ήταν αυτή του Διευθυντή Ναυτιλίας (Marine Manager). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης, Γ. Δαλίτου (Μ.Υ.1), ο τερματισμός των υπηρεσιών του ήταν πράγματι λόγω πλεονασμού, ο οποίος προέκυψε από την αναδιοργάνωση του Τμήματος Ναυτιλίας της BP, η οποία αναδιοργάνωση έγινε τόσο σε διεθνές όσο και σε τοπικό επίπεδο. Λόγω δε αυτής της αναδιοργάνωσης καταργήθηκαν θέσεις και άλλαξαν οι δομές τόσο της εταιρείας όσο και ιδιαίτερα του Τμήματος Ναυτιλίας. Σαν αποτέλεσμα της αναδόμησης, ο κ. Γ. Παπαναστασίου, ο οποίος υπηρετούσε σαν Διευθυντής Αεροπλοίας, ανέλαβε τότε, μεταξύ άλλων, και τα καθήκοντα του ενάγοντα. Μέσα στο πλαίσιο της διεθνούς εκείνης αλλά και τοπικής αναδιοργάνωσης της BP, η θέση την οποία κατείχε ο ενάγων, αυτή δηλαδή του Marine Manager, καταργήθηκε και τα καθήκοντα της θέσης ανατέθηκαν, επιπρόσθετα με άλλα, στον κ. Παπαναστασίου, ο οποίος προηγουμένως, δηλαδή μέχρι τις 31.12.2002, ήταν αποσπασμένος στα Κεντρικά Γραφεία της εταιρείας στο Λονδίνο. Η ίδια μάρτυρας παρουσίασε τη νέα δομή της εναγομένης μετά την αναδιοργάνωση, όπως αυτή παρουσιάστηκε σε οργανόγραμμα (τεκμήριο 30). Όπως έχει προαναφερθεί, ο ενάγων είχε προσφύγει στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διεκδικώντας πληρωμή λόγω πλεονασμού. Η αίτηση του απορρίφθηκε, όπως κατάθεσε και η Μ.Ε.3, Π. Ορφανίδου, του Τμήματος, επειδή τα διατεθέντα στοιχεία δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικά (τεκμήρια 25, 26, 27, 28 και 17). Όπως αναφερόταν στη σχετική απορριπτική επιστολή η οποία στάληκε προς τον ενάγοντα, η απόφαση εκείνη μπορούσε, σύμφωνα βέβαια και με τη νομοθεσία, να προσβαλλόταν με προσφυγή στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, πράγμα που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, δεν έγινε. Προτού προχωρήσω, κρίνω χρήσιμο να διευκρινισθεί εδώ ποιο ακριβώς είναι το ζητούμενο. Όπως ορθά δέχθηκε και ο συνήγορος του ενάγοντα, η πλευρά του δεν έχει το βάρος να αποδείξει πως εδώ δεν υπήρξε πλεονασμός, αλλ΄ εναπόκειτο στην εναγομένη πλευρά να αποδείξει τη δική της υπεράσπιση, σύμφωνα με την οποία ο τερματισμός της εργοδοσίας του εναγομένου ήταν δικαιολογημένος λόγω πλεονασμού. Όπως είχε λεχθεί και στην προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους (ανωτέρω), το δικαίωμα απόλυσης λόγω πλεονασμού ενυπάρχει στην ίδια τη σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου και δεν μπορεί να περιορισθεί. Ιδιαίτερα αποτελεί δικαίωμα του η απόλυση για καλόπιστους λόγους αναδιοργάνωσης και οικονομίας της επιχείρησης του. Ακόμα και στη Συλλογική Συμφωνία η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ της BP Cyprus Ltd και των Συντεχνιών των εργαζομένων (τεκμήριο 13), στο Παράρτημα Β, παρα. 1(α) ρητά ήταν που εσυμφωνείτο ότι ο πλεονασμός είναι μια κατάσταση η οποία «μπορεί να προκύψει ύστερα από γενική μείωση των εμπορικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή λόγω μέτρων αναδιοργάνωσης που εφαρμόζει η εταιρεία για την πιο πάνω αποτελεσματική χρήση του ανθρώπινου δυναμικού για τη λειτουργία της επιχείρησης. Περαιτέρω, όταν κατά την κρίση της εταιρείας τα καθήκοντα και οι ευθύνες που συμπεριλαμβάνονται σ΄ ένα υφιστάμενο επάγγελμα (ή επαγγέλματα) παύουν να είναι χρήσιμα στην εταιρεία είτε λόγω μείωσης των εμπορικών ή επιχειρησιακών δραστηριοτήτων ή λόγω των μέτρων αναδιοργάνωσης που έχουν ληφθεί, το επάγγελμα καθίσταται περιττό για τις ανάγκες της εταιρείας και καταργείται ...». Όπως διαπιστώνεται από τη δοθείσα μαρτυρία την οποία έχω παραθέσει προηγουμένως, στην υπό εξέταση περίπτωση διαφαίνεται ότι ακριβώς αυτό ήταν που συνέβηκε αναφορικά με τη θέση την οποία κατείχε ο ενάγοντας. Σαν αποτέλεσμα δηλαδή αναδιοργάνωσης και αναδόμησης των εργασιών της εταιρείας, τόσο διεθνώς όσο και τοπικά, είχε αποφασισθεί, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στη δοθείσα μαρτυρία, όπως μη υπάρχει ξεχωριστή θέση Διευθυντού Ναυτιλίας (Marine Manager) και όπως τα καθήκοντα της θέσης εκείνης (την οποία κατείχε ο ενάγων) εκτελούνται, παράλληλα με άλλα καθήκοντα Αεροπλοίας από άλλο διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας. Λόγω δε αυτής της νέας διευθέτησης, η οποία θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εταιρείας, και θα πρόσφερε υπηρεσίες κατά οικονομικότερο και πλέον παραγωγικό τρόπο, ως έκρινε, οι υπηρεσίες του ενάγοντα κατέστησαν αχρείαστες. Αυτή ήταν η κύρια εκδοχή την οποία απέδωσε στο Δικαστήριο η Μ.Υ.1, Γ. Δαλίτου, την οποία αξιολογώ σαν θετική, ειλικρινή, λογική και τεκμηριωμένη με στοιχεία που έχουν παρουσιασθεί σαν τεκμήρια. Όπως άλλωστε ορθά παρατήρησε και ο συνήγορος του ενάγοντα, ο ίδιος δεν γνωρίζει και δεν αναμενόταν να γνωρίζει τις λεπτομέρειες και τους ακριβείς λόγους, ούτε και την τεκμηρίωση των λόγων οι οποίοι είχαν οδηγήσει την εταιρεία διεθνώς και τοπικά να προβεί σ΄ εκείνη την αναδόμηση. Η δε εναγόμενη, η οποία είχε το τακτικό βάρος να στοιχειοθετήσει πειστικά την υπεράσπιση την οποία ήγειρε περί πλεονασμού, κρίνω ότι με τη δοθείσα μαρτυρία, έγγραφη και δια ζώσης την οποία έδωσε, έχει αποσείσει ικανοποιητικά το βάρος που είχε. Από την άλλη, η μαρτυρία την οποία έδωσε ο ίδιος ο ενάγων, απλά έτεινε να αμφισβητήσει κάποιες από τις εξηγήσεις που είχε δώσει η πλευρά της εναγομένης, από εμφανή όμως θέση αδυναμίας παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας και με αποτέλεσμα το οποίο δεν ικανοποίησε. Θα πρόσθετα ότι στην παρούσα περίπτωση, πέραν της ειλικρινούς πρόθεσης και προσπάθειας για πιο παραγωγική δόμηση και οργάνωση της εταιρείας με τον τρόπο που αποφασίστηκε, κανένα άλλο λόγο ή κίνητρο είχε η εναγόμενη να τερματίσει τις υπηρεσίες του ενάγοντα και να καταργήσει τη θέση του. Σημειώνεται προς τούτο ότι, κατά κοινή ομολογία, επρόκειτο περί υπαλλήλου ο οποίος ασκούσε τα καθήκοντα του με ικανοποιητικό τρόπο. Όπως επιμαρτυρείται και από την επιστολή που του είχε απευθύνει η εταιρεία, λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τον τερματισμό του (τεκμήριο 15) λόγω της απόδοσης του, θα του εδίδετο αύξηση μισθού και δώρο, ενώ μετά τον τερματισμό, εκδόθηκε προς αυτόν και συστατική επιστολή με ευνοϊκό-θετικό περιεχόμενο (τεκμήριο 8). Είναι και αυτό ένα στοιχείο που καταδεικνύει ότι ο λόγος της αποπομπής του ενάγοντα από την εταιρεία, ήταν η αναδιοργάνωση στην οποία κατέστησε την περαιτέρω προσφορά υπηρεσιών από τον ίδιο, αχρείαστη. Όπως είχε επιβεβαιωθεί και στην υπόθεση United Hotels (Lordos) Ltd v. Ανδρούλλας Σταύρου & Άλλων
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 515, με αναφορά στην υπόθεση Υπόμνημα 329, Κώστας Τρύφωνος ν. Τakis Vashiotis Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953, η αναδιοργάνωση είναι αυτόνομη αιτία για απόλυση εξαιτίας πλεονασμού, χωρίς να χρειάζεται η συνδρομή της μειωμένης εργασιακής ή οικονομικής δυναμικότητας. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο εύρημα ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα δεν ήταν παράνομος αλλ΄ είχε γίνει για λόγους οι οποίοι ανάγονται στο αναφαίρετο δικαίωμα της εργοδότριας-εναγομένης να προέβαινε σε αναδιοργάνωση και αναδόμηση των υπηρεσιών και του ανθρώπινου δυναμικού στελέχωσης της εταιρείας και της επιχειρησιακής της δραστηριότητας. γ. Το θέμα της καταβολής οποιωνδήποτε αποζημιώσεων. Με δεδομένη την κατάληξη μου, σύμφωνα με την οποία ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα, δεν ήταν παράνομος, αλλ΄ οφειλόταν σε πλεονασμό, θα εξετάσω την εισήγηση κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο πρέπει ή δύναται να επιδικάσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις λόγω του πλεονασμού και/ή λόγω δικαιώματος σε καταβολή παρεμφερών ωφελημάτων. Έχω προηγουμένως αναφερθεί συνοπτικά στις αντικρουόμενες θέσεις που πρόβαλαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους. Κατά την άποψη μου, κύρια πηγή άντλησης βοήθειας επί του θέματος τούτου είναι και πάλι η απόφαση στην υπόθεση Στυλιανίδη (ανωτέρω) και ο ίδιος ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το Α.30
(1)του Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει όλες τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος. Το δικαίωμα δε εργοδοτούμενου, το οποίο διασφαλίζεται από το εδάφιο 30
(2)του Νόμου, να προσφεύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκεί όπου η αξίωση του είναι γι΄ αποζημιώσεις που υπερβαίνουν μισθούς 2 ετών), εξυπακούει ασφαλώς την ύπαρξη δικαιώματος για διεκδίκηση αποζημιώσεων, ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου. Εδώ, συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου της εναγομένης ότι θα ήταν νομικά και πρακτικά αδύνατο να επιδικασθούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις λόγω πλεονασμού, είτε ουσιαστικές είτε παρεμφερείς ή παρεμπίπτουσες. Αυτό δεν είναι επιτρεπτό, με δεδομένο ότι άλλη είναι η βάση αγωγής και το είδος και φύση των αξιούμενων αποζημιώσεων που εδράζετο όχι σε δικαιολογημένη, αλλ΄ αντίθετα, σε παράνομη απόλυση. Η περίπτωση στοιχειοθέτησης απόλυσης λόγω πλεονασμού ήταν κάτι που όχι μόνο δεν επεκαλείτο ασφαλώς ο ενάγων, αλλ΄ αντίθετα ήταν κάτι που ρητά απέρριπτε και συνεχίζει ν΄ απορρίπτει με τις έγγραφες προτάσεις του και με τη δοθείσα μαρτυρία του. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω και κατά πάγια πρακτική η οποία ακολουθείται από τα πρωτόδικα δικαστήρια και επικροτείται από το Ανώτατο Δικαστήριο, θα προχωρήσω να υπολογίσω το ύψος των αποζημιώσεων στις οποίες θα εδικαιούτο ο ενάγων, σε περίπτωση κατά την οποία επικρατήσει κατ΄ έφεση η απόφανση ότι το εύρημα σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα δεν ήταν παράνομος, είναι λανθασμένο. Με δεδομένο ότι η επίδικη σύμβαση εργοδότησης ήταν ακαθόριστης διάρκειας, αυτό σημαίνει ότι η σύμβαση υπόκειτο σε τερματισμό κατόπιν λογικής προειδοποίησης (Βλπ. Στυλιανίδης ν. Βritish American Insurance (ανωτέρω). Το τι συνιστά «λογική προειδοποίηση» συναρτάται με τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση υπηρεσιών ανάλογων με εκείνες που μπορεί να προσφέρει ο εργοδοτούμενος στην ελεύθερη αγορά, καθώς και στη διάρκεια της εργοδότησης του. Αυτή η περίοδος προειδοποίησης, σύμφωνα με Αγγλικές αυθεντίες οι οποίες υιοθετήθηκαν στη Στυλιανίδης, και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών, ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κυρίως για διευθυντικές θέσεις. Όσον αφορά στην περίοδο υπολογισμού του υπολοίπου της εργοδοσίας του ενάγοντα, επισημαίνονται τα εξής χρήσιμα στοιχεία στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Gunton v. L.B. of Rihmond Upon Thames
(1980)3 All E.R. 577, στη σελ. 589: Η ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι θα έφθανε στο τέλος της η εργοδοσία πρέπει να διακριβώνεται θεωρώντας ότι ο εργοδότης θα ασκούσε οποιοδήποτε δικαίωμα είχε να τερματίσει τη σύμβαση κατά τον πλέον επωφελή γι΄ αυτόν τρόπο. Δηλαδή τερματίζοντας τη σύμβαση κατά την συντομότερη ημερομηνία κατά την οποία δικαιωματικά θα μπορούσε να το πράξει. Εάν π.χ. ένας εργοδότης ο οποίος εδικαιούτο να απολύσει ένα εργοδοτούμενο δίδοντας όχι λιγότερη από 3 μηνών προειδοποίηση, παράτυπα επιχειρεί να τον απολύσει συνοπτικά, τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ύψους ίσου με 3 μηνών μισθούς και τίποτε περισσότερο, υποκείμενη δε σε μείωση λόγω άλλης εργοδοσίας. Επανερχόμενος στα περιστατικά της παρούσας αγωγής, οι ακόλουθοι παράγοντες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη:
- Ότι η εργοδότηση του ενάγοντα έχει από κοινού συμφωνηθεί ότι εκτείνεται σε περίοδο μικρότερη των 4 ετών, αφού ληφθεί υπόψη και η προγενέστερη εργοδοσία του σε άλλες εταιρείες.
- Ότι η θέση την οποία κατείχε μπορεί να θεωρηθεί σαν διευθυντική θέση (Marine Manager).
- Ότι, παρά την εξειδικευμένη φύση της εργασίας και των καθηκόντων που ο ενάγων ασκούσε κατά την τερματισθείσα εργοδοσία του και την αναμενόμενη δυσχέρεια εξεύρεσης ανάλογης φύσης εργασία στην ελεύθερη αγορά, εντούτοις ο ενάγων, όπως ο ίδιος κατάθεσε, κατάφερε και εξεύρε άλλη εργασία από την 1.12.
- Επρόκειτο δε για επίσης διευθυντική θέση (Assistant Finance Manager) και με μισθό £30.000 τον χρόνο ακάθαρτα, πλέον μερικά από τα ωφελήματα τα οποία είχε και προηγουμένως. Αφού έλαβα εδώ υπόψη κάθε σχετικό παράγοντα, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις λογική θα ήταν η απόδοση προειδοποίησης 5 μηνών και επομένως ανάλογο και το ύψος της αποζημίωσης, αφού γίνουν οι σχετικοί αριθμητικοί υπολογισμοί και αφού αφαιρεθεί αναλογούν ποσό για 22 ημερών προειδοποίηση (£3.058,40) που εκ συμφώνου δηλώθηκε ότι είχε δοθεί στον ενάγοντα και εισπραχθεί απ΄ αυτόν. Τελικά όμως, υπό το φως του προηγούμενου βασικού ευρήματος μου, σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της εργοδοσίας του ενάγοντα δεν ήταν παράνομος, η αγωγή αναπόφευκτα απορρίπτεται και ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα της αγωγής. [Υπ.] Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο