← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ζαχαρία Μακρίδη Υιών Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6137/93, 10 Απριλίου, 2009

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ζαχαρία Μακρίδη Υιών Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6137/93, 10 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6137/93 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων και

  1. Ζαχαρία Μακρίδη & Υιών Λτδ
  2. Κρίνου Ζ. Μακρίδη
  3. Μιχαήλ Μακρίδη
  4. Χρίστου Μακρίδη
  5. KZM Enterprises Ltd
  6. Makrides Bros (Knitwear) Ltd
  7. Emperor (Textiles) Ltd
  8. Zapol Holdings Ltd
  9. Potamos Beach Ltd
  10. Makrides Bros (Manufactures) Ltd
  11. The Triangle Designs Ltd
  12. Επιφάνης Ιωάννου Παπαντωνίου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Απριλίου,
  13. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους 2, 3, 4 - αιτητές: Οι κ.κ. Α. Μαρκίδης και Ν. Μαρκίδης. Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: Η κ. Μ. Ναθαναήλ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Μετά από Διάλειμμα) Επιδιώκεται ο παραμερισμός τριών διαταγμάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 6.12.99, 11.11.05 και 3.12.07 («τα διατάγματα»), με βάση τα οποία, στην κάθε περίπτωση, επιτράπηκε στους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση να εκτελέσουν μετά παρέλευση έξι χρόνων από την έκδοση της, την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που πέτυχαν εναντίον των εναγομένων 1-11 στις 5.11.93 («η απόφαση»). Τα διατάγματα εκδόθηκαν μετά από αντίστοιχη καταχώρηση τριών μονομερών αιτήσεων ημερομηνίας 25.10.99, 12.10.05 και 31.10.07 («οι αιτήσεις»). Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.40Θ8, Δ.48Θ13 και Δ.48Θ8

(1)(kk)
(4)
(9)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του εναγόμενου 2 - αιτητή Κρίνου Μακρίδη κατ' εξουσιοδότηση των εναγομένων 3 και 4 - αιτητών. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται ανάμεσα σε άλλα, γεγονότα που άπτονται του χρόνου κατά τον οποίο οι εναγόμενοι - αιτητές έλαβαν γνώση των διαδικασιών εκτέλεσης της εναντίον τους απόφασης αλλά και ισχυρισμοί που άπτονται της εκδοχής τους περί μερικής ή ολικής αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων, με τους λόγους να διατυπώνονται στις παραγράφους (α)-(θ) και 4 [η αρίθμηση «4» θα πρέπει να οφείλεται σε παραδρομή], στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως και να επεξηγούνται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, υπαλλήλου των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, με αναφορά εκεί, μεταξύ άλλων, στην αμφισβήτηση των ισχυρισμών των εναγομένων - αιτητών περί αποπληρωμής ποσών έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν με συντομία και στόχευση ενώπιον του Δικαστηρίου καταθέτοντας ταυτοχρόνως επιμελή και πολύ βοηθητικά περιγράμματα της αγόρευσης τους. Ο κ. Μαρκίδης πρόταξε ότι προκύπτουν αντιφάσεις στη θέση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση περί μη πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους (ή μέρος αυτού) στους χρόνους που αφορά η κάθε μια αίτηση που οδήγησε στην αντίστοιχη έκδοση των διαταγμάτων, με αποτέλεσμα η ανακρίβεια να επηρεάζει το ορθόν και ευσταθές της πραγματικής βάσης πάνω στην οποία, κατά τεκμήριο, βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει τα υπό αναφορά διατάγματα, με αδήριτη ως εκ τούτου την ανάγκη παραμερισμού τους. Οι αιτήσεις είχαν υποβληθεί μονομερώς και τα διατάγματα ουδέποτε περιήλθαν σε γνώση των εναγομένων - αιτητών παρά μόνον με την επίδοση στον εναγόμενο 4 - αιτητή τής Ειδοποίησης Πτώχευσης με αριθμό 2872/08 στις 13.1.09, με το περιεχόμενο των αιτήσεων να τους γνωστοποιείται κατά ή περί την 3.2.09, λίγες μέρες μετά την έρευνα των δικηγόρων τους στο φάκελο της αγωγής. Ως αποτέλεσμα, δεν ήταν δυνατή η καταχώρηση της παρούσας αίτησης νωρίτερα. Εισηγήθηκε επίσης ότι με βάση τις δικονομικές διατάξεις επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση και της νομολογίας που τις ερμήνευσε[1], τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να παραμεριστούν για λόγους που λεπτομερώς ανάλυσε και που σε κάποια έκταση θα τύχουν εντρύφησης σε λίγο. Η κ. Ναθαναήλ υπέβαλε ότι η επί δεκαεξαετίας σχεδόν αδράνεια και αδιαφορία που επέδειξαν οι εναγόμενοι - αιτητές για την πορεία και έκβαση της υπόθεσης, χωρίς μάλιστα επαρκή αιτιολογία για τούτου, αποτελεί όχι μόνον κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά και απεμπόληση οποιουδήποτε δικαιώματος τυχόν είχαν για προώθηση του αιτήματος. Τόνισε τη γενικότητα των ισχυρισμών που συνοδεύουν τη θέση των εναγόμενων - αιτητών περί καταβολής ποσών έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και το ότι οι ενάγοντες κινήθηκαν εννόμως και εντός των παρεχομένων δικονομικών δυνατοτήτων της Δ.40Θ8, χωρίς να έχουν υποχρέωση επίδοσης των μονομερών αιτήσεων στους εναγόμενους ή για υποβολή του αιτήματος δια κλήσεως. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο είχε ασκήσει συναφώς τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, με τη νομιμότητα και το εύλογο της απόφασης του να δύναται να αμφισβητηθεί μόνον με έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο ή (απ' ό,τι έχω αντιληφθεί) με την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, κάτι που δεν έγινε, με επακόλουθο το παρών Δικαστήριο να αποστερείται δυνατότητας ελέγχου των διαταγμάτων αφού άλλως πως θα ενεργούσε (όλως αντινομικώς), αναθεωρητικώς σε σχέση με απόφαση ομοβάθμιου πρωτόδικου δικαστηρίου. Έχω διεξέλθει την αίτηση, ένσταση, συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις και επισυνημμένα τεκμήρια καθώς επίσης και το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου (καθότι επιτρεπτό σε αυτού του είδους τις διαδικασίες). Δε συγκλίνω με τους φόβους που εξέφρασαν οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τον κίνδυνο το Δικαστήριο κρίνοντας την παρούσα αίτηση να ενεργήσει, απαράδεκτα πράγματι, ως εφετείο σε σχέση με το σκεπτικό που οδήγησε στην έκδοση των διαταγμάτων. Το τι θα εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι το κατά πόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενήργησε ορθώς και ευλόγως στη βάση της ενώπιον του προσαχθείσας μαρτυρίας για να προβεί στη έκδοση των διαταγμάτων αλλά το κατά πόσον υπάρχει σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που αντικειμενικώς να δικαιολογούν τον παραμερισμό των διαταγμάτων βάσει της Δ.48Θ8
(4)[2]. Οι εναγόμενοι - αιτητές δεν αμφισβητούν την έκδοση της απόφασης. Διαφαίνεται μάλιστα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και από την αγόρευση τους ότι η απόφαση για μη εμφάνιση στην αγωγή απέρρευσε κατόπιν συνειδητής επιλογής. Είχαν κάθε δικαίωμα να μην εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και η επιλογή τους, στην απουσία μάλιστα υποβληθέντων νομιμοποιητικών λόγων εκ πλευράς εναγόντων - καθ' ων η αίτηση για το αντίθετο, δε θα μπορούσε να σταχυολογηθεί εν προκειμένω ως περιφρονητική της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και η ενάσκηση της επιλογής ή αν θέλετε του δικαιώματος μη εμφάνισης στην αγωγή θα μπορούσε να επενεργήσει εδώ ως εμπόδιο ή αναίρεση της δυνατότητας που παρέχει η Δ.48Θ8
(4). Συμφώνως των διατάξεων της Δ.48Θ8
(1)(κκ)[3], οι αιτήσεις για άδεια εκτέλεσης απόφασης με βάση τη Δ.40Θ8[4], μπορούσαν ασφαλώς να υποβληθούν μονομερώς,[5] νοουμένου βεβαίως ότι οι ενάγοντες (αιτητές) ικανοποιούσαν το Δικαστήριο για τους λόγους που καθιστούσαν πρακτικώς αδύνατο τον εντοπισμό των εναγομένων για σκοπούς επίδοσης καθώς εναργώς ορίζει η Δ.48Θ8
(1)(kk) - και συμφωνώ πλήρως με τη σχετική εισήγηση του κ. Μαρκίδη επί του σημείου. Πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κάθε μια από τις αιτήσεις δε γίνεται οποιαδήποτε μνεία πάνω σε αυτή την πτυχή ούτε και προκύπτει οτιδήποτε από το φάκελο της αγωγής που θα μπορούσε δυνητικώς να αποτελέσει έρεισμα για μια τέτοια διαπίστωση αλλά ούτε και γίνεται οποιαδήποτε συναφής αναφορά από το Δικαστήριο στην απόφαση του για έκδοση των διαταγμάτων. Η συζητούμενη παράλειψη κατατάσσεται ως κρίσιμη διότι αντιβαίνει στις ουσιώδεις πρόνοιες της υπό συζήτηση διάταξης και μάλιστα με τρόπο που επ' ουδενί δε θα μπορούσε να θεραπευθεί. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης αλλά και το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη (υπό την ευρεία έννοια του όρου) δεν αμβλύνεται, περιορίζεται ή περιθωριοποιείται μετά το τέλος τής επί της ουσίας ακροαματικής διαδικασίας ή της έκδοσης ερήμην απόφασης αλλά τουναντίον, θεωρώ, υφίσταται σε κάθε έκφανση της διαδικασίας που αφορά και στην εκτέλεση δοθείσας απόφασης. Η Δ.48Θ8
(1)(kk), καθιστά ορθότερη την επίδοση της αίτησης για ανανέωση της απόφασης στους εναγόμενους έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η γνωστοποίηση σε αυτούς τής διαδικασίας εκτέλεσης και το ποσό που εξακολουθεί να οφείλεται δίδοντας τους συνάμα και το δικαίωμα να καθορίσουν τη θέση τους και να προβάλουν στο Δικαστήριο κάθε τι που δυνητικώς θα μπορούσε να αποτελέσει αξιολογήσιμο στοιχείο στην απόφαση του Δικαστηρίου να εγκρίνει ή όχι το επιδιωκόμενο διάταγμα. Απόρροια όλων αυτών είναι και το γεγονός ότι εκ των περιστάσεων καμιά καθυστέρηση δεν παρατηρήθηκε στην υποβολή του παρόντος αιτήματος αφού τα διατάγματα είχαν εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και ουδέποτε περιήλθαν σε γνώση των εναγομένων - αιτητών πριν τους χρόνους που ανάφεραν. Με βάση το ίδιο σκεπτικό δεν τίθεται εδώ θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ή απεμπόλησης οποιουδήποτε δικαιώματος εκ πλευράς εναγομένων - αιτητών. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση χρήζει αποδοχής. Προκύπτει από τη νομολογία που καταπιάστηκε με την ανάλυση διατάξεων παρόμοιων με αυτές της Δ.40Θ8 και στις οποίες έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου ο κ. Μαρκίδης, ότι το Δικαστήριο ως θέμα γενικής αρχής δε θα πρέπει να επεκτείνει το χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέραν των έξι χρόνων εκτός εάν καταδειχθεί εκ πλευράς αιτητή ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει (ως έχων το βάρος απόδειξης ή κατάδειξης των συνθηκών αυτών), με την επισήμανση ότι όσον πιο πολύς είναι ο χρόνος που παρέρχεται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης τόσον μεγαλύτερη να είναι και η πιθανότητα διαπίστωσης από το Δικαστήριο επιφοράς δυσμένειας στον εξ αποφάσεως - οφειλέτη ένεκα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Η κάθε περίπτωση ασφαλώς δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και περιστάσεων έτσι ώστε η τελική απόφαση να είναι δίκαιη για όλους τους διαδίκους. Συμφωνώ με τη θέση του κ. Μαρκίδη ότι αν πράγματι η έγκριση αιτημάτων βάσει της Δ.40Θ8 στηριζόταν στο γεγονός και μόνον της μη εκτέλεσης της απόφασης εντός του χρόνου των έξι ετών τότε τούτο θα ακύρωνε κάθε πιθανότητα ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας εκ πλευράς Δικαστηρίου σε σχέση με την επιτυχία ή όχι του αιτήματος και θα καθιστούσε ένεκα τούτου το λεκτικό της διάταξης αυτοαναιρούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση καμιά ειδική περίσταση δεν είχε αναφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την υποβολή των αιτήσεων. Το μόνο που αναφέρεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση της κάθε αίτησης (πέραν του ισχυρισμού περί μη αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους και της παρέλευσης έξι χρόνων από την ημερομηνία εκτέλεσης της απόφασης), είναι το ότι οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του χρέους και οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση συγκατατίθονταν και παραχωρούσαν τον απαιτούμενο χρόνο για σκοπούς διευθέτησης πληρωμής του χρέους. Η θέση αυτή δεν παρατέθηκε ή χαρακτηρίστηκε από τον ομνύοντα (και ούτε προωθήθηκε κάτι τέτοιο κατά την αγόρευση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση), ως δεικτική ειδικών περιστάσεων και ούτε αντικειμενικώς ιδωμένων των πραγμάτων θα μπορούσαν να σταχυολογηθούν ως τέτοιες, πέραν ασφαλώς του γεγονότος ότι οι σχετικές (ταυτόσημες) αναφορές στην παράγραφο 4 της κάθε μιας ένορκης δήλωσης που συνόδευε τις αιτήσεις παρέμειναν και ασύνδετες με οτιδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να αφορά σε αυτή την έκφανση των πραγμάτων αλλά και με την αναγκαιότητα δικαιολόγησης του χρόνου που πέρασε χωρίς να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης. Καμιά σχετική μνεία δεν έγινε πάνω σε αυτό ούτε και από το Δικαστήριο στην απόφαση του για έκδοση των διαταγμάτων και αυτό το αναφέρω (όπως και στην περίπτωση αντίστοιχης διαπίστωσης στα πλαίσια ανάλυσης της Δ.48Θ8
(1)(kk), πιο πάνω), όχι δίκην αναθεωρητικής διάθεσης αλλά ως αντικειμενική διαπίστωση που προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Συνεπώς, τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να παραμεριστούν και γι' αυτόν το λόγο. Κάτι τελευταίο. Ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι η εκάστοτε αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την κάθε μια αίτηση ξεχωριστά για ανανέωση του χρόνου εκτέλεσης της απόφασης περί παράλειψης των εναγομένων - αιτητών να ξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος είναι τουλάχιστον ανακριβής ή ενδεχομένως, από ό,τι συνήγαγα, παραπλανητική επειδή ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι πληρώθηκαν προς τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση κάποια ποσά έναντι των συνολικών υποχρεώσεων των εναγομένων 1-αιτητών. Συμφωνώ, ασχέτως αν η θέση εκεί δεν ήταν ότι οι εναγόμενοι - αιτητές δεν είχαν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους αλλά το ότι δεν είχαν μέχρι την ημερομηνία που έλαβε χώρα η ένορκη δήλωση εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα και ανεξαρτήτως των τοποθετήσεων του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού θεωρώ ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί του Κρίνου Μακρίδη και δη αυτά που περιγράφει στην παράγραφο 8(β)(i) - (vii) της ένορκης του δήλωσης για την πώληση και εκποίηση των ενυπόθηκων κτημάτων και κατ' επέκταση των αντίστοιχων πληρωμών και πιστώσεων που έλαβαν χώραν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (και επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε), είναι επαρκή για να ανατρέψουν τη θέση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις των αιτήσεων και να αποτελέσουν έρεισμα, παραμερισμού των διαταγμάτων και για αυτό το λόγο δεδομένου μάλιστα ότι οι θέσεις του Κρίνου Μακρίδη συνδέουν τους ισχυρισμούς του αυτούς με τους χρόνους που αφορούν οι δηλώσεις των ενόρκως δηλούντων στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις. Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού των επίδικων διαταγμάτων ως η αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίων των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. [1]Βλ. μεταξύ άλλων, The Society of Lloyd's v Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491 (Comm), Patel v Singh
(2002)EWCA Civ 1938 και Duer v Frazer
(2001)1 All E R 249. [2] «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varıed and the Court of Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» [3] «(kk) Under Order 40, rule 8, for leave to issue execution after six years have elapsed since the judgment of order or where any change has taken place in the parties entitled or liable to executions if the Court or Judge is satisfied that it is impracticable to serve a summons or give notice thereof and t he property on which it is desired to levy executions has devolved by death.» [4] «Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party to the Court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such Court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in an action may be tried. And in either case the Court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just. » [5] Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1954, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά στη σελίδα 761: «In the Q.B. D. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in Chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e., that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue.» (Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου). «The C.A. in Ireland decided that, after a lapse of six years, leave to issue execution ought no t to be granted ex parte, unless special circumstances were shown, and that an affidavit of belief that if notice were given to the defendant he would remove his goods was not such a special circumstance (National Bank v. Cullen, 1894, 2 Ir. R. 683)». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.