Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Frakapor Logistics Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 6075/2005, 14 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A86 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αγωγή αρ. 6075/2005 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων Και
- Frakapor Logistics Ltd
- Γεώργιος Πολυδώρου
- Σάββας Καπλάνης
- Σοφία Μαυρουδή
- Μιχάλης Φασουλή
- Κώστας Χριστοδούλου Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.3.08 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co. Ltd Εναγόντων Και
- Frakapor Logistics Ltd
- Γεώργιος Πολυδώρου
- Σάββας Καπλάνης
- Σοφία Μαυρουδή
- Μιχάλης Φασουλή
- Κώστας Χριστοδούλου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Απριλίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα. Ν. Πελεκάνου με κ. Χρ. Κληρίδη για Χρ. Γ. Βασιλειάδης & Σία. Για Εναγόμενο 3: κ. Α. Παπαντωνίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αγωγή τους οι Ενάγοντες αξίωσαν εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως το ποσό των Λ.Κ.37.103,37 το οποίο αποτελούσε ληγμένα και μη ληγμένα ενοίκια ενοικιαγοράς, συν τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. Επιπλέον αξίωναν εναντίον της Εναγόμενης 1 διατάγματα παράδοσης και πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό δύο αυτοκινήτων με αρ. εγγραφής ΗΚΥ 577 και ΗΜΚ
- Σε διάφορα στάδια εκδόθηκαν αποφάσεις ερήμην εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 4 και 5 (Τεκμήριο 13). Εναντίον του Εναγόμενου 6 η αγωγή αποσύρθηκε ως διευθετηθείσα στις 9.11.06 (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και μετά την καταβολή από τον ίδιον ποσού Λ.Κ.3.000 στις 26.5.06, Τεκμήριο 14). Έτσι η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνον εν σχέσει με τον Εναγόμενο 3, ο οποίος προέβαλε μεταξύ άλλων στην υπεράσπιση του πως τα αναφερόμενα αντικείμενα δεν είναι ιδιοκτησίας των Εναγόντων ή εν πάση περιπτώσει δεν ευρίσκονται στην κατοχή της Εναγόμενης 1, ότι δεν υπάρχει έγκυρη συμφωνία, ότι κωλύονται οι Ενάγοντες λόγω ενεργειών ή συμπεριφοράς, ότι δεν παραχώρησαν οποιεσδήποτε διευκολύνσεις, ότι η Εναγόμενη 1 δεν καθυστέρησε οποιεσδήποτε δόσεις, ότι δεν υπήρχε δικαίωμα τερματισμού και ότι εν πάση περιπτώσει ουδεμία επιστολή τερματισμού εστάλη στην Εναγόμενη
- Μαρτυρία Ως πρώτος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων κλήθηκε ο υπάλληλος τους κ. Σάββας Γεωργιάδης (Μ.Ε.1) ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο Α) και αντεξετάστηκε. Κατά τον επίδικο χρόνο απασχολείτο στο Τμήμα Διεκπεραίωσης Συμβολαίων Ενοικιαγοράς και κατά τις 25.10.03 είχε συμπληρώσει το επίδικο συμβόλαιο (Τεκμήριο 1). Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του εγγράφου και στον τρόπο υπογραφής του από τους εγγυητές. Εξήγησε ότι τα αντικείμενα ενοικιαγοράς είχαν πωληθεί από την Εναγόμενη 1 στους Ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε ότι τα οχήματα είχαν μεταβιβαστεί επ' ονόματι των Εναγόντων, δεχόμενος όμως ότι δεν είχε τους τίτλους εγγραφής και ότι δεν γνώριζε τι έγιναν τα άλλα επτά οχήματα (δηλ. εκτός των δύο που αναφέρονται στην αγωγή). Δεν γνώριζε επίσης αν έχει τερματιστεί η επίδικη συμφωνία ή αν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο ο Εναγόμενος 3 ενημερωθεί για την τύχη της. Ο δεύτερος μάρτυρας κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2) επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Β) καθώς και τα Τεκμήρια 3 έως 15 στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι τίτλοι εγγραφής των 9 οχημάτων (Τεκμήρια 3-11), επιστολή των κ. Χρ. Βασιλειάδης & Σία ημερ. 5.8.03 προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 12), οι δικαστικές αποφάσεις εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 4 και 5 ως δέσμη (Τεκμήριο 13), απόδειξη κατάθεσης ύψους Λ.Κ.3.000 ημερ. 26.5.06 στο λογαριασμό ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 14) και κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 15). Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση τερματισμού προς τον Εναγόμενο 3, εκτός του Τεκμηρίου
- Δεν γνώριζε να εξηγήσει για την αναφορά στο Τεκμήριο 12 ότι στάληκε και στον Εναγόμενο 3 αντίγραφο στη διεύθυνση "P. O. Box 25341". Δεν γνώριζε επίσης αν είχε ειδοποιηθεί ο Εναγόμενος 3 για την αποδέσμευση των οχημάτων που είχε γίνει πριν την καταχώριση της αγωγής. Εξήγησε όμως πως ήταν εκ παραδρομής που αναφέροντο τα δύο οχήματα στην αγωγή και εκ λάθους εξασφαλίστηκε διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 για παράδοση αυτών. Ο ίδιος ετοίμασε την κατάσταση λογαριασμού με βάση τα στοιχεία που έλαβε από τα έγγραφα και το ηλεκτρονικό σύστημα. Δεν γνώριζε λεπτομέρειες για το τι έγιναν τα οχήματα. Ο τρίτος μάρτυρας κ. Ανδρέας Σάββα (Μ.Ε.3) το 2003 εργαζόταν ως Οικονομικός Διευθυντής του ομίλου της Frakapor Holdings Ltd η οποία είναι η μητρική εταιρεία της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 1 και οι εγγυητές υπέγραψαν ενώπιον του το επίδικο συμβόλαιο. Ο Εναγόμενος 3 ήταν ένας από τους Διευθυντές της Εναγόμενης 1, ενώ εκτελεστικός διευθυντής ήταν ο κ. Μιχάλης Φασουλής. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις πληρωμές έναντι των συμβολαίων μέχρι τις 30.6.04 και στην αποδέσμευση των οχημάτων μετά τις 30.6.04, που διέκοψε τις εργασίες της η Εναγόμενη
- Επέμεινε πως τα οχήματα πωλήθηκαν και οι εισπράξεις κατατέθηκαν στους Ενάγοντες. Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι στο συμβόλαιο ως έμπορος παρουσιάζεται η Εναγόμενη
- Τα οχήματα ανήκαν στην εν λόγω εταιρεία, η οποία τα πώλησε στους Ενάγοντες και το ποσόν κατατέθηκε στον λογαριασμό της (Εναγόμενης 1). Ο Εναγόμενος 3, Σάββας Καπλάνης κατέθεσε ο ίδιος προς υπεράσπιση του. Δέχεται πως ζήτησαν δάνειο από τους Ενάγοντες και πως οι τελευταίοι πρότειναν την ενοικιαγορά, πράγμα που έγινε δεκτό. Αρχικά ισχυρίστηκε πως μετά τον Ιούνιο του 2004 κανένας δεν του ανέφερε ότι θα αποδεσμεύοντο τα οχήματα για να εξοφληθεί η ενοικιαγορά. Κατά την αντεξέταση του όμως δέχθηκε πως κατά την υπογραφή του συμβολαίου όλη η σχετική ενημέρωση του είχε γίνει από τον Μ.Ε.3, καθώς και ότι αργότερα ενημερώθηκε επίσης από τον Μ.Ε.3 πως θα πωλούντο τα οχήματα προς εξόφληση της ενοικιαγοράς. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Όπως αναφέρει και ο Εναγόμενος 3 στην αγόρευση του, είναι προφανές πως μεγάλο μέρος των γεγονότων δεν αμφισβητείται μεταξύ των δύο πλευρών. Εν πάση περιπτώσει έχω παρακολουθήσει με κάθε αναγκαία προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία και αξιοπιστία τους, ιδιαίτερα για κάποια θέματα που απαιτούνται ευρήματα του Δικαστηρίου επί αμφισβητούμενων θέσεων. Εν πρώτοις, προκύπτει ως αναμφισβήτητο πως η Εναγόμενη 1 ανήκε σε όμιλο εταιρειών και ασχολείτο με εκτελωνιστικές-μεταφορικές εργασίες. Ήταν 100% θυγατρική της μητρικής εταιρείας του ομίλου, δηλ. της Frakapor Holdings Ltd. Σ' αυτή την τελευταία ο Εναγόμενος 3 ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ενώ είναι παραδεκτό πως στην Εναγόμενη 1, ο ίδιος ήταν μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου και εγγεγραμμένος ως Διευθυντής της από τον Οκτώβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του
- Εκτελεστικός Διευθυντής της Εναγόμενης 1 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο κ. Μιχάλης Φασουλής (Εναγόμενος 5). Όπως παραδέχθηκε τελικά και ο Εναγόμενος 3 κατά το 2003 η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε την εξασφάλιση τραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων και προσέγγισε προς τούτο τους Ενάγοντες, οι οποίοι εισηγήθηκαν πως θα ήταν πολύ πιο εύκολο και γρήγορο εάν χρησιμοποιείτο η διαδικασία της ενοικιαγοράς. Όπως επιβεβαιώνει ο Εναγόμενος 3, ερωτήθηκαν ως εταιρεία αν είχαν αυτοκίνητα ελεύθερα και έτσι προχώρησαν με την ενοικιαγορά, αφού υπήρχαν 9 τέτοια οχήματα. Η διαδικασία ήταν να πωλήσουν αυτά στους Ενάγοντες εισπράττοντας το τίμημα και ακολούθως να τα ενοικιαγοράσουν, πράγμα που εξήγησε με σαφήνεια ο Μ.Ε.
- Στο εσωτερικό του συμβολαίου ενοικιαγοράς που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτεται η Συμφωνία Πώλησης των 9 ελαφρών φορτηγών (peugeot van) από την Εναγόμενη 1 προς τους Ενάγοντες έναντι ποσού Λ.Κ.40.
- Φέρει ημερομηνία 25.10.03, υπογράφεται από τους Ενάγοντες και την Εναγόμενη 1 και ως μάρτυρας της υπογραφής της τελευταίας εμφανίζεται ο Μ.Ε.3, ο οποίος τότε ήταν οικονομικός διευθυντής του ομίλου. Να σημειωθεί εδώ πως με βάση τη Συμφωνία Πώλησης η Εναγόμενη 1 είχε υπογράψει στο Τεκμήριο 1 και ως Έμπορος στην κατάλληλη θέση. Οι δε Ενάγοντες ως αγοραστές δήλωσαν με την σειρά τους ότι αποδέχοντο την προσφορά πώλησης. Εξ ού και ακολούθησαν οι μεταβιβάσεις επ' ονόματι των Εναγόντων. Η αναφορά του Μ.Ε.3 ότι το τίμημα της πώλησης κατατέθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί. Πρόκειται για τις Λ.Κ.40.000 που αναφέρονται στη Συμφωνία Πώλησης. Στην αναφορά του Μ.Ε.1 ότι τα οχήματα δόθηκαν προς εξασφάλιση της ενοικιαγοράς δεν πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη σημασία επειδή στην πραγματικότητα τα οχήματα αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ως στοιχείο επιβάρυνσης, αλλά - όπως υπέδειξε και ο ίδιος σε άλλο σημείο - αυτά μεταβιβάστηκαν εν τέλει επ' ονόματι των Εναγόντων. Ο Μ.Ε.1 δεν είχε τους σχετικούς τίτλους για να τους παρουσιάσει, αλλά αυτό έγινε από τον Μ.Ε.2 ο οποίος παρουσίασε τους τίτλους εγγραφής ως Τεκμήρια 3-
- Από τους τίτλους αυτούς συνάγεται πως οι αναγκαίες επίσημες εγγραφές ολοκληρώθηκαν στις 4 και 5.11.03, πράγμα που δεν έχει αμφισβητηθεί. Με αυτό τον τρόπο ολοκληρώθηκε η πρώτη συμφωνία, δηλαδή αυτή της πώλησης. Επιστρέφοντας στο θέμα του καταρτισμού της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς είναι επίσης αναντίλεκτο πως τα έγγραφα από πλευράς Εναγόντων συμπληρώθηκαν από τον Μ.Ε.1 και υπεγράφησαν από την Εναγόμενη 1 ως ενοικιαγοράστρια και από τους Εναγόμενους 2-6 ως εγγυητές της. Πρόκειται για το Τεκμήριο 1 το οποίο φέρει ημερομηνία επίσης 25.10.03 και αρ. 5414393-02-
- Ο Εναγόμενος 3 με ρητή δήλωση του συνηγόρου του δεν αμφισβητεί την υπογραφή του σ' αυτό ως εγγυητής (παρά τα όσα είχεν υποστηρίξει στην υπεράσπιση του). Κάποιοι άλλοι από τους εγγυητές υπέγραψαν σε άλλο, συμπληρωματικό έγγραφο λόγω έλλειψης χώρου στο αρχικό (Τεκμήριο 2). Τα ποσά της χρηματοδότησης η οποία ακολούθησε αναλύονται ως εξής: Σύνολο τιμής 40.000,00 Χαρτόσημα 82,60 Ετοιμασία εγγράφων 60,00 Ποσό Χρηματοδότησης 40.142,60 Δικαιώματα Χ 5,50 % 11.039,22 ΣΥΝΟΛΟ Λ.Κ. 51.181,82 Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 το σύνολο των Λ.Κ.51.181,82 θα εξοφλείτο δια 60 μηνιαίων μισθωμάτων/δόσεων εκ Λ.Κ.853 αρχομένων από 5.12.03, δηλαδή υπό κανονικές συνθήκες θα εξοφλείτο τον Νοέμβριο του
- Στο Τεκμήριο 1 περιλαμβάνεται επίσης ρητή "Συμφωνία και Δηλώσεις και Διαβεβαιώσεις του Μισθωτή" στην οποίαν μεταξύ άλλων η Εναγόμενη 1 διαβεβαιώνει ότι παρέλαβε τα οχήματα. Όσον αφορά το θέμα των πληρωμών που ακολούθησαν σχετική είναι η μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.
- Ο πρώτος αναμίχθηκε στην υπόθεση κατά την καταχώριση της αγωγής, ενώ ο δεύτερος είχε ανάμιξη κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι κάποιους μήνες μετά την αναστολή των εργασιών της Εναγόμενης 1, δηλαδή μετά τις 30.6.04 οπότε και ανεστάλησαν οι εργασίες της λόγω ανάκλησης των αδειών των τελωνειακών αποθηκών που είχε στο όνομα της από το Τμήμα Τελωνείων. Να σημειωθεί πως τότε είχαν απολυθεί όλοι οι υπάλληλοι της, ενώ και οι διευθυντές/ιθύνοντες της είχαν αποχωρήσει. Παρέμειναν βασικά στο Λογιστήριο ο Μ.Ε.3 και μια κοπέλα που τον βοηθούσε στην διεκπεραίωση κάποιων εκκρεμοτήτων, μεταξύ των οποίων ήταν και διάφορα συμβόλαια ενοικιαγοράς με τράπεζες (5-6 συμβόλαια όπως εξήγησε ο Μ.Ε.3). Η θέση του Μ.Ε.3 ήταν πολύ σαφής, σταθερή και πειστική ότι αφενός μέχρι τις 30.6.04 οι δόσεις για το επίδικο καταβάλλοντο κανονικά και αφετέρου ότι και μετά από αυτή την ημερομηνία έγιναν πληρωμές που προέκυψαν από την αποδέσμευση και πώληση των φορτηγών οχημάτων. Ο δε Μ.Ε.2 δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τις πωλήσεις, αλλά είχε στην κατοχή του τον φάκελο με τα έγγραφα και ήταν βέβαιος για την αποδέσμευση όλων των οχημάτων καθώς και για την κάλυψη δόσεων μετά τις 30.6.04 και την πληρωμή από τον Εναγόμενο 6 στις 26.5.
- Ως προς το τελευταίο κατέθεσε αντίγραφο της σχετικής απόδειξης κατάθεσης ισάξιας επιταγής της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αρ. 90164112 ως Τεκμήριο
- Επίσης από το φάκελο και τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του ήταν σε θέση να αναφέρει το υφιστάμενο υπόλοιπο κατά την καταχώριση της αγωγής αλλά και αργότερα παρουσιάζοντας προς τούτο σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 15), η οποία δεν αμφισβητείται. Με δεδομένο ότι οι δόσεις καταβάλλοντο κανονικά μέχρι τις 30.6.04 και σε συνδυασμό με τη θέση του Μ.Ε.2 ότι είχαν καλυφθεί δόσεις μέχρι και τις 5.4.05 (μέρος της) συνάγεται με ασφάλεια πως υπήρξαν πληρωμές και μετά τις 30.6.
- Αυτό επιβεβαιώνεται και από την επιστολή τερματισμού ημερ. 5.8.05 (Τεκμήριο 12) στην οποίαν οι συνήγοροι των Εναγόντων ανέφεραν ότι καθυστερούντο τότε οι δόσεις από 5.4.05 (μέρος) μέχρι 5.7.05, δηλαδή συνολικό ποσόν Λ.Κ.2.966,
- Αυτό το ποσόν λογικά αναλύεται σε τρεις δόσεις εκ Λ.Κ.853 (δηλ. Λ.Κ.2.559), συν Λ.Κ.407,35 που αφορά το καθυστερούμενο τμήμα της δόσης Απριλίου
- Οι δόσεις που καλύφθηκαν μετά τις 30.6.04 λογικά ήταν της περιόδου 5.7.04 μέχρι 5.3.05, ήτοι 9 δόσεις προς Λ.Κ.853 (Λ.Κ.7.677) και μέρος της δόσης Απριλίου 2005 που με βάση τα προηγηθέντα ήταν Λ.Κ.445,65 (853-407,35). Συνεπώς το ολικό των χρημάτων που πληρώθηκαν μετά τις 30.6.04 και μέχρι τον τερματισμό ήταν Λ.Κ.8.122,65 (Λ.Κ.7.677 + 445,65), ενώ μετά την αγωγή πληρώθηκαν και οι Λ.Κ.3.000 από τον Εναγόμενο
- Μας ενδιαφέρει κυρίως το ποσόν των Λ.Κ.8.122,65 και η προέλευση του. Με δεδομένη την θέση του Μ.Ε.3 ότι οι δόσεις είχαν καταβληθεί μόνον μέχρι τις 30.6.04 συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας αναμφίβολα πως αυτό το ποσόν σχετίζεται με την διάθεση των φορτηγών. Η θέση των υπαλλήλων των Εναγόντων εξαντλείται βεβαίως στην ρητή διαβεβαίωση του Μ.Ε.2 πως και τα 9 αυτά οχήματα είχαν αποδεσμευθεί πριν την αγωγή, πράγμα που γίνεται δεκτό. Παρότι ο μάρτυρας αυτός δεν μπορούσε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για την τύχη τους, η θέση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Αντιθέτως μάλιστα γίνεται και επίκληση της δήλωσης αυτής στην αγόρευση του Εναγόμενου 3, ο οποίος δήλωσε κατά την μαρτυρία του πως ήταν ενήμερος ότι θα πωλούντο προς εξόφληση. Το παράπονο του τελευταίου ως προς αυτό το θέμα είναι πως ενώ αποδεσμεύθηκαν και πωλήθηκαν όλα τα αυτοκίνητα, εντούτοις - κατά την άποψη του - το τίμημα ουδέποτε κατατέθηκε στο λογαριασμό της ενοικιαγοράς. Πλην όμως υπάρχει αντίθετη και αποδεκτή μαρτυρία από τον Μ.Ε.3 τον οποίο θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή. Ο Μ.Ε.3 ήταν το πρόσωπο που ως οικονομικός διευθυντής, ασκώντας τα καθήκοντα του κατά τον επίδικο χρόνο, προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για αποδέσμευση και πώληση των εν λόγω φορτηγών. Αυτά έγιναν μετά τις 30.6.04, σε μια περίοδο που όλοι οι διευθυντές της Εναγομένης 1 είχαν αποχωρήσει από την εταιρεία λόγω της αναστολής των εργασιών της. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Εναγόμενος 3, αφήνοντας το θέμα στον Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.3 ήταν σαφής και δέχομαι τη θέση του, ότι κατόπιν συνεννόησης με τους Ενάγοντες όταν ευρίσκετο αγοραστής, εκδίδοντο τιμολόγια και ακολούθως το ποσό που εισπράττετο κατατίθετο στους Ενάγοντες οι οποίοι μόνο τότε, βάσει της διευθέτησης που είχε γίνει, αποδέσμευαν το όχημα για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση της κυριότητας στον ενδιαφερόμενο αγοραστή. Τα αυτοκίνητα ευρίσκοντο στην κατοχή κάποιων υπαλλήλων της Εναγόμενης 1, οι οποίοι, μετά από συνεννόηση που είχε ο ίδιος ο Μ.Ε.3 μαζί τους, τα έφερναν στην εταιρεία για να πωληθούν στον ενδιαφερόμενο αγοραστή. Από ότι ενθυμείτο ο Μ.Ε.3 ένα από τα αυτοκίνητα αγοράστηκε από τον κ. Μιχάλη Φασουλή, ένα άλλο από κάποιον κ. Παντελή και άλλα από υπαλλήλους της εταιρείας. Παρά τις γνώσεις και πληροφορίες που φαίνεται να γνώριζε (ο Μ.Ε.3), ούτε ερωτήθηκε, ούτε αντεξετάστηκε περαιτέρω για το θέμα αυτό, έστω και αν ήταν ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούσαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Η βασική και ξεκάθαρη θέση του ήταν ότι τα οχήματα έχουν πωληθεί και το ποσό της πώλησης έχει κατατεθεί στους Ενάγοντες. Μια αρχική αναφορά του ότι τιμολόγια είχαν εκδοθεί για "ορισμένα αυτοκίνητα" δεν προκαλεί αμφιβολίες επειδή σ' εκείνο το στάδιο αναφερόταν συνολικά σε όλα τα συμβόλαια ενοικιαγοράς (5 ή 6) που είχε η Εναγόμενη 1 όταν ανέστειλε τις εργασίες της. Όπως αναφέρθηκε όμως, η βασική του θέση δεν αμφισβητήθηκε στις 6 ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Αποτελεί εύρημα μου πως όλα τα οχήματα διατέθηκαν με αυτό τον τρόπο και τα εισπραχθέντα κατατέθηκαν στον λογαριασμό ενοικιαγοράς μεταξύ της περιόδου 30.6.04 έως 5.8.
- Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ρητώς (στην παρ. 5 της γραπτής δήλωσης του) ότι οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 5.8.05 προς την Εναγόμενη 1 και κοινοποίηση προς τους υπόλοιπους Εναγόμενους τερμάτισαν την συμφωνία ενοικιαγοράς καλώντας τους να καταβάλουν όλα τα οφειλόμενα ποσά. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε ως προς την θέση του για αποστολή της επιστολής αυτής (Τεκμήριο 12) προς την Εναγόμενη
- Η εν λόγω επιστολή αναφέρεται ως συστημένη και αφορά το συμβόλαιο ενοικιαγοράς 541493-201 που είναι το επίδικο συμβόλαιο (Τεκμήριο 1). Δύο από τα φορτηγά που αποτελούσαν μέρος των αντικειμένων ενοικιαγοράς αναφέρονται με όλα τα στοιχεία τους στην εν λόγω επιστολή. Πρόκειται για τα δύο οχήματα που εκ παραδρομής φαίνοντο ως δεσμευμένα μέχρι την καταχώριση της αγωγής, όπως εξήγησε ο Μ.Ε.
- Ο αριθμός του συμβολαίου, τα ποσά που αναφέρονται, τα στοιχεία των δύο οχημάτων, η ημερομηνία πληρωμής των δόσεων και τα ονόματα των εγγυητών ως αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 συνάδουν πλήρως με το επίδικο συμβόλαιο και δεν έχω καμίαν αμφιβολία ότι η επιστολή αφορούσε τον τερματισμό του. Σημειώνω πως ως ημερομηνία χαρτοσήμανσης του Τεκμηρίου 1 παρουσιάζεται η 5.11.03 και ενδεχομένως για αυτό στην επιστολή φαίνεται αυτή η ημερομηνία ως ημερομηνία συμβολαίου, η οποία ούτως ή άλλως δεν διαφοροποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατάσταση και το αναντίλεκτο γεγονός ότι στάληκε αυτή η επιστολή τερματισμού. Είναι αλήθεια πως στην Έκθεση Απαίτησης (παρ. 7) η επιστολή τερματισμού περιγράφεται ως έχουσα ημερομηνία 1.8.05 (αντί 5.8.05). Ο Εναγόμενος 3 όμως δεν έφερε ένσταση στην παρουσίαση του Τεκμηρίου 12, ούτε και αντεξέτασε όσον αφορά την αποστολή της στην Εναγόμενη
- Προφανώς πρόκειται για γραφικό λάθος όσον αφορά την ημερομηνία και δεν κρίνεται ότι επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση του Εναγόμενου
- Αφενός επειδή ο βασικός ισχυρισμός ότι στάληκε τέτοια επιστολή περιλαμβάνετο στην έκθεση απαίτησης και ο Εναγόμενος 3 αρνείτο γενικά την αποστολή της και αφετέρου επειδή τελικά ο Εναγόμενος 3 επέλεξε να αντεξετάσει μόνον εν σχέσει με την παραλαβή τέτοιας επιστολής από τον ίδιο, πράγμα που αποτελεί διαφορετικό θέμα και εξετάζεται κατωτέρω. Η γραμμή αντεξέτασης προς τον Μ.Ε.2 επιβεβαιώνει την πιο πάνω κατάληξη, αφού ο μάρτυρας ερωτήθηκε μόνον για το αν έχει οποιαδήποτε ειδοποίηση για τον Εναγόμενο 3, για τον οποίον και αμφισβητήθηκε ότι στάληκε στη σωστή διεύθυνση, με αποκορύφωμα τις υποβολές ότι το Τεκμήριο 12 ουδέποτε στάληκε στον Εναγόμενο 3 και ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες τον ενημέρωσαν για τον τερματισμό της συμφωνίας. Είναι αλήθεια πως ο Εναγόμενος 3 στο Τεκμήριο 1 είχε δηλώσει ως διεύθυνση του την "Λεωφ. Αθαλάσσας 122, Τ.Κ. 2024, Στρόβολος", ενώ η επιστολή τερματισμού στάληκε για τον ίδιον στη διεύθυνση "P. O. Box 25341, 1308 Λευκωσία". Δεν υπάρχει εξήγηση για αυτή την επιλογή των Εναγόντων. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 αναφέρει πως έφυγε για την Ελλάδα (όπου ζει και εργάζεται) τον Σεπτέμβριο του 2004 χωρίς να δώσει νέα διεύθυνση στους Ενάγοντες και ότι η διεύθυνση στην οποία στάληκε το Τεκμήριο 12 προς τον ίδιο, δεν είναι δική του. Αρνήθηκε ρητώς ότι έδωσε αυτή τη διεύθυνση και είναι γεγονός πως δεν προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει σύνδεση του με την εν λόγω ταχυδρομική θυρίδα. Σημειώνω όμως εδώ, πως όταν έφευγε ήταν ενήμερος από τον Μ.Ε.3 ότι ο τελευταίος προέβαινε στις διαδικασίες πώλησης των φορτηγών προς εξόφληση της ενοικιαγοράς. Στην πραγματικότητα ο Εναγόμενος 3 δεν αμφισβητεί τον τερματισμό του συμβολαίου. Απλώς είχε την άποψη πως δεν έπρεπε να γίνει αυτό επειδή κατά τη γνώμη του επληρώνοντο οι δόσεις μέχρι το
- Ούτε αμφισβήτησε ότι τελικά δεν εξοφλήθηκε η ενοικιαγορά. Είπε μόνον "πως δεν γνωρίζει αν έγινε αυτό και πως θα έπρεπε να ενημερωθεί για το τι έγινε με τα οχήματα για να έχει άποψη". Οι πιο πάνω θέσεις του Εναγόμενου 3 δεν οδηγούν σε καμιά περίπτωση στο συμπέρασμα ότι έλαβε οποτεδήποτε την επιστολή τερματισμού και δεν έχει καταδειχθεί ότι η διεύθυνση στην οποίαν εστάλη σχετίζεται με τον ίδιο. Συνεπώς επ' αυτού του θέματος δέχομαι τη θέση του ότι δεν έλαβε το Τεκμήριο
- Παρατηρώ όμως πως παρά την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και παρότι είχε ενημερωθεί από τον Μ.Ε.3 για την διευθέτηση που έγινε, εντούτοις δεν ενδιαφέρθηκε μέχρι και την ακρόαση να πληροφορηθεί τις εξελίξεις. Αυτή ουσιαστικά ήταν και η ουσία της μαρτυρίας του καθώς και το βασικό του παράπονο, το οποίο όμως θεωρώ αδικαιολόγητο, λόγω της ιδιότητας του στην Εναγόμενη
- Επαναλαμβάνω όμως πως γενικά δεν αμφισβήτησε τις θέσεις του Μ.Ε.
- Ως προς τα υπόλοιπα θέματα η κατάληξη μου είναι πως τα γεγονότα έχουν όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες των Εναγόντων. Συγκεκριμένα συνάγεται πως στις 30.6.2004 η Εναγόμενη 1 ανέστειλε τις εργασίες της και κατά συνέπειαν και τις πληρωμές δόσεων για το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Όλοι οι διευθυντές της είχαν αποχωρήσει από την εταιρεία, στην οποίαν παρέμεινε εν γνώσει τους μόνον ο Μ.Ε.3 με κάποια βοηθό του. Ενόψει της αναστολής των πληρωμών ο Μ.Ε.3 προέβη σε διευθέτηση με τους Ενάγοντες ενημερώνοντας τους για το θέμα και εξασφαλίζοντας την συγκατάθεση τους για διάθεση των οχημάτων έναντι τιμήματος προς μείωση των υπολοίπων. Ο Εναγόμενος 3 είχε ενημερωθεί από τον Μ.Ε.3 για τις προσπάθειες αυτές. Η διάθεση των οχημάτων ολοκληρώθηκε όντως πριν την καταχώριση της αγωγής. Λίγες ημέρες πριν την καταχώριση της αγωγής οι Ενάγοντες απέστειλαν στην Εναγόμενη 1 το Τεκμήριο 12 ημερ. 5.8.05 από την οποίαν προκύπτει ότι τα χρήματα που κατατέθηκαν μετά τις 30.6.04 ήταν Λ.Κ.8.122,
- Μετά την αγωγή πληρώθηκε έναντι και το ποσόν των Λ.Κ.3.
- Νομική πτυχή Μια από τις βασικές εισηγήσεις του Εναγόμενου 3 είναι πως η υπόθεση δεν αφορά γνήσια συναλλαγή μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 1, αλλά μια εικονική πράξη και ως εκ τούτου άκυρη. Πρέπει να πω ότι τα όσα εκμαιεύθηκαν από τον Μ.Ε.3 ζητώντας του να χαρακτηρίσει τη συναλλαγή δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα με βάση το νόμο και τη νομολογία. Το θέμα σχετίζεται άμεσα με τα όσα είχαν αναφερθεί στην υπόθ. Λαΐκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ V. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432: "Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημα του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιον τον ενοικιαγοραστή. Όπως στην περίπτωση της Yorkshire Railway Wagon Company V. Maclure
(1882)21 Ch.D. 309: Eταιρεία πώλησε περιουσιακά στοιχεία της σε άλλη, είσπραξε το τίμημα για να καλύψει τις ανάγκες της και συνήψε μαζί της σύμβαση ενοικιαγοράς με την οποία ενοικίασε τα ίδια περιουσιακά στοιχεία, προς επαναγορά τους στο τέλος. Αποφασίστηκε πως η αρχική πώληση του οδήγησε στη μεταβίβαση της κυριότητας ήταν πραγματική και πως, συνεπώς, η σύμβαση ενοικιαγοράς που συνάφθηκε στη συνέχεια, ήταν γνήσια. Όπως δε εξηγήθηκε στην Eastern Distributors V. Goldring
(1957)2 All E.R. 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται, όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης - ενοικιαγοράς". (βλ. και την πιο πρόσφατη υπόθ. Χίνης V. Λαΐκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. 299/06 ημερ. 21.3.08). Στην παρούσα υπόθεση και με βάση τα προηγηθέντα ευρήματα είναι προφανές πως οι διάδικοι ενήργησαν ακριβώς με τον πιο πάνω τρόπο. Η Εναγόμενη 1 πώλησε με ξεχωριστή συμφωνία πωλήσεως τα 9 αυτοκίνητα στους Ενάγοντες οι οποίοι είναι χρηματοδοτικός οργανισμός. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι η αρχική αυτή συναλλαγή ήταν πλασματική. Αντιθέτως τα οχήματα ήταν υπαρκτά, η μεταβίβαση της κυριότητας στους Ενάγοντες έγινε κανονικά και οι τελευταίοι πλήρωσαν το ποσόν των Λ.Κ.40.000 καταθέτοντας το σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1, όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.3. Αυτό το τελευταίο στοιχείο διέφυγε της προσοχής του Εναγόμενου 3. Ακολούθησε η σύναψη της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς, η οποία κρίνεται ως απολύτως ισχυρή και έγκυρη. Σύμφωνα με την υπόθ. 1. Ελληνική Τράπεζα V. Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ.246 η παράλειψη καταβολής των προβλεπομένων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ' εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της. Στην παρούσα περίπτωση η ακριβής πληρωμή των μισθωμάτων κατέστη ουσιώδης όρος της σύμβασης ενοικιαγοράς με τον όρο 2β του Τεκμηρίου 1. Σύμφωνα με τον όρο 4, σε περίπτωση καθυστέρησης δόσεων οι Ενάγοντες είχαν το απόλυτο δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία είτε δίδοντας σχετική ειδοποίηση στο μισθωτή είτε με την ανάκτηση κατοχής των αγαθών. Σημειωτέον πως με βάση τον ίδιον όρο η παράλειψη πληρωμής με ακρίβεια οποιασδήποτε δόσης συνεπάγεται αυτομάτως τον τερματισμό του δικαιώματος του μισθωτή να κατέχει τα αγαθά. Συνεπώς η αναστολή των εργασιών της Εναγόμενης 1 στις 30.6.04 και η μη πληρωμή των δόσεων που ακολουθούσαν, τερμάτισε το δικαίωμα κατοχής που είχε στα αγαθά. Η ακολουθήσασα συνεννόηση - διευθέτηση του Μ.Ε.3 με τους Ενάγοντες πρέπει να ενταχθεί ακριβώς σ' αυτό το πλαίσιο. Οι Ενάγοντες και ως ιδιοκτήτες, αλλά και ως δικαιούμενοι στην άμεση κατοχή των οχημάτων, ήταν οι μόνοι που είχαν το δικαίωμα να τα διαθέσουν και ή πωλήσουν. Το ότι άσκησαν αυτό το δικαίωμα τους μέσω του Μ.Ε.3, κατά την γνώμη μου δεν διαφοροποιεί καθόλου την κατάσταση και η περίπτωση λογικά εντάσσεται στις περιπτώσεις που τα αντικείμενα διατέθηκαν σύμφωνα με τη βούληση των ιδιοκτητών, δηλαδή επανέκτησαν την κατοχή μέσω του Μ.Ε.3 ο οποίος ενεργούσε σε πλήρη συνεννόηση μαζί τους. Σύμφωνα με τον όρο 6 του Τεκμηρίου 1, αν ο μισθωτής επιστρέψει τα αγαθά ή αν οι ιδιοκτήτες επανακτήσουν κατοχή των αγαθών βάσει του όρου 4, ο μισθωτής θα πληρώσει στους ιδιοκτήτες μόλις οχληθεί για αυτό: α) Όλα τα καθυστερημένα μισθώματα. β) Τα έξοδα όλων των επισκευών. γ) Τη μείωση της αξίας των αγαθών. δ) Αποζημιώσεις λόγω παράβασης της συμφωνίας, (πλέον τόκους ως η παρ. 2(γ) επί τυχόν καθυστερημένων δόσεων). Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι Ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα όχλησης αυτό με την επιστολή τερματισμού προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 12). Όμως ούτε η Σύμβαση Ενοικιαγοράς, ούτε και η επισυνημμένη Σύμβαση Εγγύησης και Αποζημίωσης προνοούσε για την παροχή οπωσδήποτε τέτοιας ειδοποίησης και στους εγγυητές. Η προσπάθεια που έγινε να τους επιδοθεί το Τεκμήριο 12 κρίνεται πως ήταν ενέργεια εκ του περισσού. Θεωρώ πως τα πιο κάτω αναφερθέντα στην υπ. Lombard Natwest Ltd V. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.1465 ισχύουν κατ' αναλογίαν και στην κρινόμενη υπόθεση: "Στην Savvides V. Christofides
(1978)1 CLR 303 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την αγγλική νομολογία την οποία το Δικαστήριο πραγματεύεται σε έκταση η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του". Σημειωτέον ότι, όπως είχε διαπιστωθεί και στην υπόθ. Αντωνιάδου V. Λαΐκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530, η εγγύηση δεν περιορίζετο στο αλληλέγγυο των εγγυητών για εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, αλλά εκτείνετο και στην αποζημίωση των Εναγόντων για κάθε ζημιογόνο πράξη της, γεγονός το οποίο προσδίδει στην "εγγύηση" και το χαρακτήρα συμφωνίας εξασφάλισης (indemnity), όπως συνάγεται από τον τίτλο και το περιεχόμενο της. Η αναστολή των εργασιών της Εναγόμενης 1 και η συνεπαγόμενη αδυναμία της να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις (πράγμα για το οποίο ενημέρωσαν τους Ενάγοντες μέσω του Μ.Ε.3) συνιστά παράβαση της σύμβασης εκ μέρους τους και δίδει στους Ενάγοντες δικαίωμα αποζημιώσεων. Παραμένει το θέμα των ποσών που δικαιούνται να ανακτήσουν οι Ενάγοντες είτε δυνάμει της σύμβασης, είτε ως αποζημιώσεις. Όπως έχει εξηγηθεί στις υπ. Ελληνική Τράπεζα V. Τσαρτελλή και Αντωνιάδου V. Λαΐκής (ανωτέρω) για το θέμα της ζημιάς: "Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσης του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. ...................... Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων." Όπως έχει εξηγηθεί η παρούσα περίπτωση πρέπει να ενταχθεί στις περιπτώσεις ανάκτησης της κατοχής και ή επιστροφής των αντικειμένων. Κρίσιμος χρόνος πρέπει να θεωρείται η περίοδος αναστολής των εργασιών της Εναγόμενης 1, δηλαδή η 30.6.04 ή έστω κάποιες μέρες μετά, οπότε και έγιναν οι σχετικές διεργασίες από τον Μ.Ε.3. Μέχρι τις 30.6.04 είχαν καταβληθεί κανονικά οι πρώτες επτά δόσεις βάσει του Τεκμηρίου 1, δηλαδή συνολικό ποσόν Λ.Κ.5.971 (7 Χ 853) και παρέμενε συνολικό υπόλοιπο Λ.Κ.45.209 (53 Χ 853). Από το υπόλοιπο αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν: i) H αξία των αντικειμένων της μίσθωσης κατά το χρόνο επιστροφής, η οποία στην παρούσα κρίθηκε πως ήταν Λ.Κ.8.122,65, που ισοδυναμεί με το τίμημα διάθεσης των 9 αυτοκινήτων. ii) Η πληρωμή ποσού Λ.Κ.3.000 από τον Εναγόμενο 6. iii) Η μείωση που δικαιούται ο μισθωτής λόγω του ότι το οφειλόμενο ποσό καθίσταται πληρωτέο λόγω υπαιτιότητας του πριν από τον χρόνο που ορίζετο στη συμφωνία ή όπως αναφέρθηκε στην υπόθ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ V. 1. Χρίστου Χ. Παντελή
(2004)1 Α.Α.Δ. 854, το υπόλοιπο πρέπει να είναι μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το αποκτώμενο από τους Ενάγοντες όφελος εξαιτίας του γεγονότος ότι λαμβάνει την αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ως ζημιά νωρίτερα από ότι κανονικά θα την έπαιρνε. Ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους αυτού παρέχεται με την αφαίρεση Λ.Κ.2.486,49 ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνονται στις επόμενες 53 δόσεις (53 Χ 853 Χ 5,50%). Σχετική μείωση προβλέπεται και από το άρθρο 23 β του Περί Καταναλωτικής Πίστης Ν.39
(1)/
- Με βάση τα πιο πάνω οι Ενάγοντες δικαιούνται σε αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.31.599,86 λόγω παράβασης της σύμβασης ενοικιαγοράς από την Εναγόμενη
- Σύμφωνα με την υπ.
- Ελληνική Τράπεζα V. Τσαρτελλή (ανωτέρω) ο τόκος που δικαιούνται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ο νόμιμος και επειδή υπήρξε πληρωμή μετά την αγωγή πρέπει να γίνουν και οι απαραίτητες διαφοροποιήσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3 για: Α) €53.991,57 (Λ.Κ.31.599,86) με νόμιμο τόκο επί ποσού €57.408,77 (Λ.Κ.33.599,86) μέχρι 25.5.06 και νόμιμο τόκο επί ποσού €53.991,57 από 26.5.06 μέχρι τελικής εξόφλησης. Β) Έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή με νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο