← Κύπρος

SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD ν. Γεώργιου Φαλέκου κ.α., Αγωγή Αρ. 412/09, 28.4.09

SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD ν. Γεώργιου Φαλέκου κ.α., Αγωγή Αρ. 412/09, 28.4.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 412/09 Μεταξύ: SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD, από Λευκωσία Ενάγουσας - και -

  1. Γεώργιου Φαλέκου, από Λευκωσία
  2. BLACAMUN HOLDINGS LTD, από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 23.1.09 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 28.4.09 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κα Παναγιώτου Για εναγόμενους/καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μαρκίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, θυγατρική εταιρεία της SFS Group Public Company Ltd (SFS) και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών με άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ο εναγόμενος 1 ήταν εργοδοτούμενος της SFS, αλλά κατόπιν γραπτής συμφωνίας ημερ. 17.2.05 η απασχόληση του στη θέση του Private and Institutional Client Executive συνεχίσθηκε από την ενάγουσα (στο εξής η αιτήτρια) με ισχύ από 1.1.
  3. Η εργοδότηση του εναγόμενου 1 από την αιτήτρια διήρκησε μέχρι τις 22.1.09, οπόταν τερματίστηκε με το αιτιολογικό παραποίησης καταστάσεων λογαριασμών πελατών και πλαστογράφησης εγγράφων. Ακολούθησε, την επόμενη, η καταχώρηση αγωγής επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, με την οποία η αιτήτρια επικαλούμενη διάφορες αιτίες - παράνομη οικειοποίηση χρημάτων, συνωμοσία, δόλο, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση της σύμβασης εργοδότησης, κατάχρηση θέσεως και άλλες - αξιώνει εναντίον των εναγομένων (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση):- Α. €450.000 που, όπως διατείνεται, οικειοποιήθηκαν, Β. Αποζημιώσεις για συνωμοσία κ.λ.π., καθώς επίσης και τιμωρητικές αποζημιώσεις για ζημιά στη φήμη και αξιοπιστία της και Γ. Δηλωτική απόφαση ότι ό,τι με επιλήψιμο τρόπο αποκόμισαν της ανήκει και αντίστοιχο διάταγμα να το επιστρέψουν, καθώς επίσης και διάταγμα για παροχή σχετικών λογαριασμών και Ταυτόχρονα με την αγωγή η αιτήτρια καταχώρισε και μονομερή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και άρθρα 5, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  4. Το δικαστήριο ικανοποίησε την αίτηση μερικώς, εκδίδοντας δύο ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον του εναγόμενου 1 και τρία εναντίον της εναγόμενης 2 ως τα αιτητικά Α, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ της αίτησης. Η αυτούσια καταγραφή των εκδοθέντων διαταγμάτων κρίνεται αχρείαστη. Σημειώνεται, όμως, ότι με αυτά δεσμεύτηκε η κινητή και ακίνητη περιουσία και παγοποιήθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των καθ΄ ων η αίτηση μέχρι ποσού €1.000.000, ενώ, επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 1 διατάχθηκε να διατηρήσει όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του - οποιασδήποτε μορφής και φύσεως - τα οποία σχετίζονται με την αξίωση της αιτήτριας. Τα υπό κρίση διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση ένορκης δήλωσης του Λειτουργού Συμμόρφωσης της SFS Χρ. Βασιλείου, η ουσία της οποίας έχει ως ακολούθως:- Ο εναγόμενος 1 παρείχε επενδυτικές συμβουλές στους πελάτες της αιτήτριας και ταυτόχρονα ασκούσε τα καθήκοντα του λειτουργού εξυπηρέτησης πελατών. Η αιτήτρια ενημέρωνε τους πελάτες της αποστέλλοντας τους καταστάσεις λογαριασμών. Από τα μέσα όμως Δεκεμβρίου του 2008 η διαδικασία ενημέρωσης άλλαξε και έκτοτε οι πελάτες παρελάμβαναν οι ίδιοι προσωπικά τις καταστάσεις που τους αφορούσαν. Περί την 13.1.09 πληροφορήθηκε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. της αιτήτριας Χρ. Έλληνα ότι δύο πελάτες παραπονέθηκαν ότι οι καταστάσεις που τους απέστειλε η αιτήτρια τέλος Δεκεμβρίου του 2008/αρχές Ιανουαρίου του 2009 ήταν διαφορετικές απ΄ αυτές που πήραν από τον εναγόμενο
  5. Ανέλαβε να εξετάσει τα παράπονα και από προκαταρκτικό έλεγχο προέκυψε ότι ο εναγόμενος 1 είχε παραποιήσει τα έντυπα αλλαγής της ταχυδρομικής διεύθυνσης των δύο αυτών πελατών έτσι ώστε τελικός αποδέκτης της αλληλογραφίας που τους αφορούσε να είναι ο ίδιος. Ακολούθως, αφού παραλάμβανε τις καταστάσεις, τις παραποιούσε και στους πελάτες απέστελλε νέες, όπου απέκρυπτε τη μείωση της απόδοσης των επενδύσεων τους με αποτέλεσμα τη μη ορθή και έγκυρη ενημέρωση τους, κάτι που ενδεχομένως θα χρησιμοποιήσουν ως αιτία για αξίωση αποζημιώσεων για τις ζημιές ή απώλειες που έχουν υποστεί. Ακολούθησε η σύσταση ειδικής επιτροπής για έρευνα όλων των λογαριασμών πελατών που εξυπηρετούσε ο εναγόμενος 1 και στο πλαίσιο της έγιναν συναντήσεις και με πελάτες. Από την έρευνα και τις συναντήσεις διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος 1:-
  6. Σε μια τουλάχιστο περίπτωση μετέφερε χρήματα από το λογαριασμό ενός πελάτη σε λογαριασμό άλλου αφού πλαστογράφησε το σχετικό έντυπο.
  7. Πλαστογράφησε συμβάσεις πελατών με την αιτήτρια καθώς επίσης και εντολές πελατών για εκτέλεση οδηγιών και
  8. Σύστησε εταιρεία με την επωνυμία BLACANUM HOLDINGS LTD - την εναγόμενη 2 δηλαδή - την οποία παρουσίαζε στους πελάτες ως συνδεδεμένη με την αιτήτρια και ακολούθως δεχόταν καταθέσεις στους λογαριασμούς της για δημιουργία επενδυτικού ταμείου για αγορά ακινήτων στο εξωτερικό. Οι ενέργειες αυτές, όπως προβάλλει ο ενόρκως δηλών, συνιστούν συνωμοσία του εναγόμενου 1 με την εναγόμενη 2 και/ή με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα με σκοπό την απόσπαση πελατείας από την αιτήτρια για επενδύσεις στο εξωτερικό, συνέπεια της οποίας ήταν η απώλεια καταθέσεων και/ή επενδύσεων από πελάτες προς την αιτήτρια που ξεπερνούν τις €450.000, ποσό που οι καθ΄ ων η αίτηση κατακράτησαν και/ή ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Όλες οι πιο πάνω επιλήψιμες ενέργειες, διατείνεται ο ενόρκως δηλών, πέραν του ότι παραβιάζουν τη συμφωνία εργοδότησης (τεκμ.1) και το καθήκον πίστης και/ή αφοσίωσης που όφειλε ο εναγόμενος 1 προς την αιτήτρια, έχουν και άλλες προεκτάσεις γι΄ αυτό η υπόθεση καταγγέλθηκε και στην αστυνομία. Τέλος, αναφέρεται ότι στις 16.1.09 ο εναγόμενος 1 ζήτησε να συναντηθεί με την αιτήτρια στην παρουσία του δικηγόρου του, αίτημα που έγινε αποδεκτό. Επειδή όμως στη συνάντηση προσήλθε μόνο ο δικηγόρος του η αιτήτρια τον κάλεσε γραπτώς να παρευρεθεί σε νέα συνάντηση στις 21.1.09 (τεκμ.2), αλλά δεν προσήλθε επικαλούμενος και πάλιν λόγους υγείας (τεκμ.3). Ενόψει τούτων η αιτήτρια προχώρησε στις 22.1.09 (τεκμ.4) σε τερματισμό της απασχόλησης και την επόμενη στην καταχώριση τόσο της αγωγής όσο και της αίτησης για έκδοση των αναφερθέντων διαταγμάτων. Προβλήθηκε, σχετικά, ότι αν δεν εκδίδονταν τα αιτούμενα διατάγματα υπήρχε κίνδυνος οι καθ΄ ων η αίτηση να κατέστρεφαν μαρτυρικό υλικό που είχαν στην κατοχή τους και να αποξενώσουν κινητή και ακίνητη περιουσία για να μη μπορέσει η αιτήτρια να εκτελέσει την οποιανδήποτε απόφαση ήθελε εκδώσει το δικαστήριο προς όφελός της. Με την ένσταση τους οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν δέκα λόγους για ακύρωση των διαταγμάτων οι οποίοι υποστηρίζονται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  9. Τρεις απ΄ αυτούς έκδηλα δεν ευσταθούν. Αφορούν:-
  10. Τη θέση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλειπής. Προβάλλεται συναφώς ότι ενώ η αιτήτρια:- (α) καταλογίζει στους καθ΄ ων η αίτηση τη διάπραξη αστικών αδικημάτων εντούτοις η αίτηση δεν στηρίζεται και στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, (β) επιχείρησε να επιβαρύνει την κινητή περιουσία των καθ΄ ων η αίτηση, η οποία περιλαμβάνει και μετοχές, εντούτοις η αίτηση δεν στηρίζεται και στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (Ν.31

(1)/92) και (γ) επεδίωξε να επιβαρύνει κινητή και ακίνητη περιουσία εντούτοις ελλείπει από τη νομική βάση της αίτησης το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Ο υπό κρίση ενστάσιμος λόγος, κατά την άποψή μου, είναι προϊόν της λανθασμένης αντίληψης ότι αιτήσεις βάσει της Διαταγής 48 θα πρέπει να αναφέρουν και το Νόμο ή Νόμους που αφορούν την αιτία ή αιτίες της αγωγής. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Η εξουσία του δικαστηρίου για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων απορρέει από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και όχι από το Νόμο ή Νόμους που σχετίζονται με την αιτία ή αιτίες αγωγής. Στην υπό κρίση περίπτωση η αίτηση στηρίζεται τόσο στη Δ.48 θθ.1 και 2 όσο και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Με την επίκληση τους ικανοποιήθηκε πλήρως η δικονομική επιταγή της Δ.48 θ.1 για περίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του δικονομικού όσο και του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού πλαισίου που προσέδιδε στο δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 ΑΑΔ 1263). Έπεται ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Αναφορικά δε με τη θέση ότι η αιτήτρια επεδίωξε να επιβαρύνει περιουσία είναι αρκετό να υπενθυμίσω ότι διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης στρέφονται κατά προσώπου (in personam) και όχι κατά περιουσίας (in rem). Εξ' ού και οι συνέπειες της παρακοής διαταγμάτων της εξεταζόμενης φύσεως.
  1. Τη θέση ότι ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας δεν αποκάλυψε την πηγή των πληροφοριών του. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για εντελώς αβάσιμη θέση. Ο ενόρκως δηλών προσδιορίζει στην ένορκη του δήλωση ως αρχική πηγή των πληροφοριών του τον πρόεδρο του Δ.Σ. της αιτήτριας και στη συνέχεια ό,τι ισχυρίζεται το αποδίδει στα αποτελέσματα έρευνας στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος και
  2. Τη θέση ότι η αιτήτρια παραβίασε το δικαίωμα των καθ΄ ων η αίτηση για δίκαιη δίκη. Η θέση αυτή στηρίζεται στο ότι η αιτήτρια δημοσίευσε ανακοινώσεις με ζημιογόνο για τον εναγόμενο 1 περιεχόμενο. Όμως, δεν εξηγείται με ποιο τρόπο τα εν λόγω δημοσιεύματα θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη των καθ΄ων η αίτηση, ούτε μπορώ να φαντασθώ πώς οι δημοσιεύσεις που έγιναν θα μπορούσαν να επηρεάσουν το υπό αναφορά δικαίωμα. Για όλα τα πιο πάνω οι αναφερθείσες ενστάσεις απορρίπτονται. Παρέμειναν άλλοι επτά λόγοι με τους οποίους, ουσιαστικά, προβάλλεται ότι:-
  3. Ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονταν με τις αιτούμενες θεραπείες.
  4. Η αιτήτρια δεν ικανοποίησε τόσο τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και τις προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και
  5. Η αιτήτρια απέτυχε να προσδιορίσει το ποσό της ισχυριζόμενης ζημίας και, εν πάση περιπτώσει, στα διατάγματα θα έπρεπε να γίνει πρόβλεψη για τα έξοδα διαβίωσης του ενάγοντα 1 και της οικογένειας του, όπως επίσης και για τα έξοδα ομαλής λειτουργίας της εναγόμενης
  6. Προέχει η εξέταση της θέσης ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Για το θέμα αυτό προβάλλεται ότι ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε:- (α) Τα ονόματα και τον ακριβή αριθμό των πελατών που κατ΄ ισχυρισμό υπόβαλαν παράπονα για τις καταστάσεις λογαριασμού τους, καθώς επίσης και το περιεχόμενο των εν λόγω παραπόνων, (β) Ότι το βράδυ της 13.1.09 ο πρώτος εκτελεστικός αξιωματούχος της αιτήτριας Χρ. Έλληνας επισκέφθηκε με άλλα τρία πρόσωπα τον εναγόμενο 1 στην οικία του και ενώ ο εναγόμενος 1 βρισκόταν υπό το κράτος γενικής αγχώδους διαταραχής και πανικού προέβη σε κατάσχεση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και άλλων προσωπικών του αρχείων ή αντικειμένων. Περαιτέρω, τον ανάγκασε να υπογράψει έγγραφο με το οποίο δέσμευε την περιουσία του προς όφελος της αιτήτριας, σε σχέση με τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστηκε από τις κατ΄ ισχυρισμό (επιλήψιμες) πράξεις του. (γ) Σωρεία εγγράφων σε ηλεκτρονική ή άλλη μορφή που έχουν στην κατοχή τους από 13.1.09, τα οποία αποδείκνυαν το ανυπόστατο των ισχυρισμών τους ή τεκμήρια που να στηρίζουν τα όσα του αποδίδουν. (δ) Ότι όλοι οι πελάτες της αιτήτριας, από τους οποίους κέρδισε εκατομμύρια Ευρώ, ήταν πρόσωπα που της σύστησε ο εναγόμενος 1 και μέσω αυτού διενεργούσαν τις συναλλαγές του, όπως δεν αποκάλυψαν και τη συμφωνία (τεκμ. 9) που αφορούσε τις προμήθειες του και (ε) Ότι κατόπιν εντολής της αιτήτριας εκτελούσε και χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίων πελατών της αιτήτριας, χωρίς να ενημερώσουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τις οδηγίες της οποίας όφειλαν να εφαρμόζουν για προστασία τόσο του ιδίου όσο και των επενδυτών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις επί του θέματος με αγορεύσεις. Βασική θέση της συνηγόρου της αιτήτριας είναι ότι έγινε πλήρης αποκάλυψη όλων των γεγονότων τα οποία θα επενεργούσαν στην άσκηση της σχετικής εξουσίας του δικαστηρίου και ο υπό κρίση λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι το βράδυ της 13.1.09 ο Χρ. Έλληνας επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1 στο σπίτι του και ότι κατά τη συνάντηση υπογράφηκε η αναφερθείσα δήλωση, όπως παραδέχθηκε και την παράδοση του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παρολ΄ αυτά, υπόβαλε ότι η μη αποκάλυψη των γεγονότων αυτών δεν επενέργησε στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου, αφενός μεν γιατί το περιεχόμενο της δήλωσης ήταν προς όφελος της αιτήτριας και αφετέρου γιατί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν ιδιοκτησία της αιτήτριας. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση. Την ανάπτυξε εκτεταμένα στη γραπτή του αγόρευση και παραπέμποντας στην πλούσια νομολογία επί του θέματος εισηγήθηκε ότι σκόπιμα η αιτήτρια προέβη σε απόκρυψη όλων όσων επικαλείται ο εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση και στη βάση αυτή τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν. Εξέτασα τις εκατέρωθεν εισηγήσεις επί του θέματος. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι, όταν ένας αιτητής αποτείνεται μονομερώς στο δικαστήριο για θεραπεία έχει υποχρέωση να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να το βοηθήσουν για να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Ή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd και άλλων, Πολ. Έφ. 9/07 ημερ. 10.7.09, σε μονομερείς αιτήσεις το δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.α. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 ΑΑΔ 733 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:- "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, 22.12.93 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου 157/90, 30.5.96)." Οι συνέπειες της παραβίασης της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι γνωστές. Όταν διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιασθεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιονδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση (βλ. Ηarvardskiy (ανωτέρω), η οποία παραπέμπει στην πλούσια νομολογία επί του θέματος). Αποκαλυπτικό της σημασίας που αποδίδει η νομολογία στην υπό αναφορά υποχρέωση είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company
(2002)1 A.A.Δ. 938:- «Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυ­νατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. και Άλλοι
(1966)1 C.L.R.. 597). To ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για από­κρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση εί­ναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρης Χρί­στου
(1998)1 ΑΑΔ. 598). Δε θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβου­με με λεπτομέρεια τη νομολογία επί του θέματος, στην οποία κά­μνει εκτενή αναφορά η πρωτόδικος Δικαστής. Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comrs ex Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: "It is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure of all material facts within his knowledge, and if he does not make that fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it." Επίσης στις σελ. 91-92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "... the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injunction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty . . . The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law's two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." Στην υπό κρίση περίπτωση είναι παραδεκτό ότι το βράδυ της 13.1.09 - την ίδια ημέρα, δηλαδή, που έγιναν τα κατ΄ ισχυρισμό παράπονα - ο πρόεδρος του Δ.Σ. της αιτήτριας επισκέφθηκε μαζί με άλλα πρόσωπα το σπίτι του εναγόμενου 1. Η επίσκεψη, όπως είναι επίσης παραδεκτό, δεν ήταν κοινωνικής φύσεως. Σχετιζόταν με τα κατ΄ ισχυρισμό παράπονα και κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος 1 υπόγραψε κάποιο έγγραφο με το οποίο δέσμευε την περιουσία του προς όφελος της αιτήτριας, κι αυτό για «εξασφάλιση» των ζημιών που, όπως προβλήθηκε, υπέστη η αιτήτρια από τις ισχυριζόμενες επιλήψιμες πράξεις του. Περαιτέρω, είναι παραδεκτό ότι κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος 1 παρέδωσε στον πρόεδρο του Δ.Σ. της αιτήτριας και ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή όπου, όπως φαίνεται, υπήρχαν αποθηκευμένες πληροφορίες που σχετίζονταν με την υπόθεση. Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε τα δύο αυτά γεγονότα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή της και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η αποκάλυψη τους θα μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτούμενων διαταγμάτων. Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι σαφώς θετική. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος 1 υπόγραψε το μη αποκαλυφθέν έγγραφο αλλά και το περιεχόμενο του ήταν ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα και θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Είναι αρκετό επί του προκειμένου να παρατηρήσω ότι αν πράγματι με το υπογραφέν έγγραφο δεσμεύτηκε η περιουσία του εναγόμενου 1 θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί επειδή το αντικείμενο των δύο διαταγμάτων που τον αφορούσαν ήταν η δέσμευση της περιουσίας του. Όπως, επίσης, θα έπρεπε να αποκαλυφθεί η χρήση που έκαμε η αιτήτρια - αν έκαμε - του εν λόγω εγγράφου και ποια ήταν η αξία της δεσμευθείσας περιουσίας. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών έχω την άποψη ότι αν η αιτήτρια αποκάλυπτε το εν λόγω έγγραφο, καθώς επίσης πώς το χρησιμοποίησε, ενδεχόμενα το δικαστήριο να θεωρούσε ότι δεν υπήρχε ανάγκη για έκδοση των διαταγμάτων. Παρόμοιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τις πληροφορίες που υπήρχαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι οποίες φαίνεται να σχετίζονται με το διάταγμα για τη διατήρηση από τον εναγόμενο 1 όλων των εγγράφων και στοιχείων που είχε στην κατοχή του και αφορούσαν τις διάφορες αξιώσεις της αιτήτριας. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια απέκρυψε γεγονότα που άπτονταν και μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτηθέντων διαταγμάτων. Η κατάληξη αυτή προδιαγράφει και την τύχη των διαταγμάτων ημερ. 26.1.09, τα οποία ακυρώνονται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.