← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΕΛΛΗΝΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4117/2002, 8 Μαϊου, 2009

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΕΛΛΗΝΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4117/2002, 8 Μαϊου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4117/2002 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Ενάγουσα -και-

  1. ΕΛΛΗΝΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΛΤΔ
  2. ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LTD
  3. SHARE LINK SECURITIES LTD Εναγομένοι ............. Αίτηση ημερομηνίας 15.1.2009 για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 8 Μαϊου,
  4. Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Παπαντωνίου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για τους Εναγόμενους αρ. 3 - Καθών η Αίτηση: κα Αθανασιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της η Ενάγουσα - Αιτήτρια εξαιτούνται τα πιο κάτω: «

(1)την Έκδοση Διατάγματος δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής το ΔΕΚ), του πιο κάτω ερωτήματος: «Κατά πόσο με βάση την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Απριλίου 1993 και ειδικότερα το άρθρο
(3), ρήτρα που έχει σκοπό ή αποτέλεσμα ο επαγγελματίας να έχει το μέγιστο δυνατό όφελος ενώ ο καταναλωτής τη μέγιστη δυνατή ζημιά, η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική».
(2)Την αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ΔΕΚ επί της πιο πάνω προδικαστικής παραπομπής. Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2007 (Ν.99
(1)/2007) που εκδόθηκε στις 18.7.2007, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2008 που εκδόθηκε στις 28.3.2008 και στον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ. 4) Νόμο του 2008 που εκδόθηκε στις 31.12.2008. Η αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Χριστίνας Περικλέους, Ενάγουσας - Αιτήτριας, η οποία απλά αναφέρει ότι εκ μέρους της ενεργούσε ο σύζυγος της, και την Ένορκη Δήλωση του κ. Γιώργου Κουλλαπή. Ο κ. Κουλλαπής αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία για την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης με τον δικηγόρο τους αντιλήφθηκαν ότι ως Ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να πετύχουν την διευκρίνηση Κοινοτικού Κανόνα που τους αφορά. Αφού κάνει αναφορά στο άρθρο 150 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εισηγείται ότι παρέχεται η δυνατότητα να ζητηθεί προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΚ για τον τρόπο με τον οποίο η Εναγόμενη αρ. 1 χρησιμοποίησε το δικαίωμα που κατείχε επί της περιουσίας της Ενάγουσας. Είναι η θέση του κ. Κουλλαπή ότι η υπό εξέταση αγωγή έχει σχέση με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, αφού αφορά σε καταχρηστικές ρήτρες και καθορίζει ότι ρήτρα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρέωσεις των μερών. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι και στην περίπτωση της Ενάγουσας η Εναγόμενη αρ. 1 χρησιμοποίησε την ρήτρα 2(Ε) της μεταξύ τους Συμφωνίας (η οποία και δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης), και κατ' επέκταση χρησιμοποίησε την περιουσία της Ενάγουσας με τρόπο ώστε να δημιουργηθεί σε βάρος της Ενάγουσας σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρέωσεις των διαδίκων. Ο σκοπός, αναφέρει ο κ. Κουλλαπής, της υπό εξέταση Αίτησης είναι να εξασφαλιστεί η απτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής Νομοθεσίας, και η διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου σε όλα τα Κράτη μέλη. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η παρούσα Αίτηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την επίδικη υπόθεση εφ' όσον πρόκειται για ερμηνευτικό ζήτημα που συμβάλλει στην εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης, ο ομνύοντας αναφέρει ότι ο λόγος που η υπό εξέταση Αίτηση υποβάλλεται σε αυτό το στάδιο είναι ο μεγάλος όγκος εγγράφων, λεπτομερειών και πληροφοριών που περιβάλλουν την επίδικη υπόθεση, καθώς και η πολυπλοκότητα και περιπλοκότητα της η οποία είναι πρωτόγνωρη για τα Κυπριακά δεδομένα. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ. 13, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, στο άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκιας, της Νομολογίας και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση εκτίθενται 10 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «(α) Η αίτηση είναι αστήρικτη και/ή στηρίζεται επί των λανθασμένων και/ή είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και/ή μη συνάδουσα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή τον περί Δικαστηρίων Νόμο. (β) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν έγκριση της θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση και επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. (γ) Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και ο Ενάγων / Αιτητής δεν προβάλλει καμία ένδειξη και/ή ικανοποιητική εξήγηση και/ή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του εν λόγω αιτήματος. (δ) Ο Ενάγων / Αιτητής δεν προβάλλει και/ή δεν επικαλείται οποιοδήποτε επαρκή και/ή ικανοποιητικό λόγο και/ή εξήγηση γιατί η αιτούμενη θεραπεία δεν ζητήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ευρωπαϊκή Ένωση πριν τέσσερα χρόνια. (ε) Η αίτηση του Ενάγοντα / Αιτητή είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αόριστη εφόσον ο Ενάγων / Αιτητής στο αιτητικό του δεν αναφέρει και/ή δεν καθορίζει την ρήτρα και /ή όρο της συμφωνίας Τεκμήριο 2 ο οποίος παραβιάζει και/ή αντίκειται στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ. (στ) Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το αποτέλεσμα της εν λόγω αγωγής δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ. (ζ) Το εγειρόμενο θέμα μπορεί να αποφασιστεί σε κατοπινότερο στάδιο από το εν λόγω Δικαστήριο εφόσον η υπό αναφορά οδηγία έχει υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με τη θέσπιση και εφαρμογή από την 01/07/1999 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν. 93
(1)/
  1. (η) Η οποιαδήποτε αποφαση του παρόντος Δικαστηρίου μπορεί να εφεσιβληθεί και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν θα υποστεί ο Ενάγων / Αιτητής από την μη έγκριση του υπό αναφορά αιτήματος στο παρόν στάδιο. (θ) Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται κακόπιστα εφόσον στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα / Αιτητή δεν γίνεται επίκληση και/ή δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός περί καταχρηστικών ρητρών. (ι) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια στους Εναγόμενους 1 εφόσον η εκδίκαση της παρούσας αγωγής και κατ' επέκταση της ανταπαίτησης τους εναντίον του Ενάγοντα θα παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Αιμίλιου Έλληνα, διευθύνοντα συμβούλου των Εναγομένων αρ.
  2. Πέραν της παράθεσης των πιο πάνω λόγων ένστασης, ο κ. Έλληνας εισηγείται ότι είναι φανερό ότι η αίτηση ενέχει κακοπιστία αφού γίνεται μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και 7 χρόνια μετά από την έγερση της αγωγής, ενώ αποτελεί πάγια τακτική της Ενάγουσας η καταχώριση αιτήσεων σε μικρό διάστημα πριν την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση με σκοπό την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας. Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Έλληνας αναφέρει ότι η διακρικτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να μην εξασκείται υπέρ της παραπομπής όταν το αποτέλεσμα της υπόθεσης δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ, δηλαδή βασικό κριτήριο είναι το κατά πόσο η επιζητούμενη παραπομπή είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Η θέση του κ. Έλληνα είναι ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος Ν. 93
(1)/96 υιοθετεί πλήρως την σχετική Οδηγία, παρέχοντας έτσι πλήρη προστασία στην Ενάγουσα σε εθνικό επίπεδο, ενώ οι αποφάσει του παρόντος Δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση. Το θέμα του κατά πόσο μία ρήτρα είναι ή όχι καταχρηστική μπορεί να αποφασιστεί με επάρκεια από το παρόν Δικαστήριο αφού ακουστεί μαρτυρία, και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η παραπομπή του θέματος στο ΔΕΚ. Ένσταση καταχώρησαν και οι Εναγόμενοι αρ. 3, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, στα άρθρο 25 και 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 234 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκιας, της Νομολογίας ως και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση αυτή εκτίθενται 8 λόγοι ένστασης, τους οποίους επίσης και παραθέτω αυτούσιους: «(α) Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων κανονισμών και/ή είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και/ή μη συνάδουσα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή τον περί Δικαστηρίων Νόμο. (β) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν έγκριση της θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση και επηρεασμό των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 3 για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. (γ) Η Ενάγουσα δεν προβάλλει και/ή δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο και/ή ικανοποιητικό λόγο και/ή εξήγηση γιατί η αιτούμενη θεραπεία δεν ζητήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και/ή τους λόγους για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης. (δ) Το ζήτημα το οποίο αιτείται η Ενάγουσα όπως εξεταστεί από το ΔΕΚ, ήτοι η ερμηνεία ιδιωτικής συμφωνίας δεν είναι ζήτημα που εξετάζεται από το ΔΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 234 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και/ή το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου για παραπομπή ζητήματος στο ΔΕΚ και συγκεκριμένα: (i) δεν έχει προκύψει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων - πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για της Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους. (ii) Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περιπτωση. (iii) Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνησης ή μη εφαρμογής ή πλημελούς εφαρμογής ή παραβίασης κοινοτικού νόμου και/ή κανόνα και/ή οδηγίας από την Κυπριακή έννομη τάξη, εφ' όσον τόσο το κείμενο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ όσο και το κείμενο του εναρμονιστικού νόμου Ν. 93
(1)/96 είναι σαφείς. (
  1. iv)Το ζήτημα που εγείρεται δεν έχει σχέση ούτε με την βάση της αγωγής της Ενάγουσας, ούτε με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων ούτε με την Υπεράσπιση της Ενάγουσας στην Ανταπαίτηση της Εναγομένης 1. Ακόμα όμως και αν το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι τίθεται στην παρούσα υπόθεση, εξέταση ζητήματος ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη επίδικη συμφωνία το ζήτημα αυτό μπορεί κάλιστα να εξεταστεί και αποφασιστεί από το ημεδαπό Δικαστήριο. (
  2. v)Το εγειρόμενο θέμα, μπορεί να αποφασίστει από το εκδικάζων Διακστήριο, εφ'΄όσον η υπό αναφορά οδηγία έχει υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με την θέσπιση και εφαρμογή από την 01/07/1997 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν. 93
(1)/96. (στ) Ακόμα και αν ίσχυαν οι προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο ΔΕΚ το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για παραπομπή του ζητήματος στο ΔΕΚ εφ' όσον: (
  1. i)η οποιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου μπορεί να εφεσιβληθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο, εφ'΄όσον κρίνει ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 34Α οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΚ και ως εκ τούτου καμία ζημιά ή/και βλάβη δεν θα υποστεί η Ενάγουσα / Αιτήτρια από την μη έγκριση του υπό αναφορά αιτήματος στο παρόν στάδιο. (
  2. ii)Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή/και ζημιά στην Εναγόμενη 3, εφ' όσον η εκδίκαση της παρούσας αγωγής θα ανασταλεί για αόριστο χρόνο. (ζ) Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται κακόπιστα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφ' όσον στα δικόγραφα της Ενάγουσας / Αιτήτριας δεν γίνεται επίκληση και/ή δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών ή / και ρητρών οι οποίες παραβιάζουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν. 93
(1)/
  1. (η) Η αίτηση της Ενάγουσας / Αιτήτριας είναι λανθασμένη και / ή παράτυπη και/ή αόριστη εφ' όσον η Ενάγουσα / Αιτήτρια στο αιτητικό της δεν αναφέρει και/ή δεν καθορίζει την ρήτρα και/ή τον όρο της συμφωνίας (Τεκμήριο 2 στη αίτηση) ο οποίος παραβιάζει και/ή αντίκειται στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Η Ένσταση αυτή συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Κλάππα, Διευθυντή του Γραμματέα της Εναγόμενης αρ.
  2. Η κα Κλάππα, αφού επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τους πιο πάνω λόγους ένστασης, αναφέρει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να μην ασκείται υπέρ της παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ όταν το αποτέλεσμα της υπόθεσης δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ, και άρα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο η επιζητούμενη παραπομπή είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εξέταση υπόθεση. Ο δε ρόλος του ΔΕΚ είναι να παρέχει στοιχεία ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή να αποφαίνεται επί της ισχύος του, αλλά όχι να εφαρμόζει το δίκαιο αυτό στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, εισηγείται η κα Κλάππα, δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνισης ή μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής κοινοτικού νόμου ή κανόνα ή οδηγίας από την Κυπριακή έννομη τάξη, αφού το κείμενο τόσο της προαναφερόμενης οδηγίας, αλλά και του Ν. 93
(1)/96 είναι σαφές. Είναι περαιτέρω η θέση της Ενόρκως Δηλούσας ότι το ζήτημα που εγείρεται δεν έχει σχέση ούτε με την βάση της αγωγής, αλλά ούτε και την Υπεράσπιση. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε κρίθεί ότι τίθεται ζήτημα εξέτασης ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, το ζήτημα αυτό μπορεί κάλλιστα να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Ο δε Ν. 93
(1)/96 υιοθετεί κατά γράμμα την Οδηγία παρέχοντας έτσι απόλυτη προστασία σε εθνικό επίπεδο στην Ενάγουσα. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η οποία περιορίστηκε σε αγορεύσεις, αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ώστε να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος ύπαρξης διαφορετικών ερμηνειών του Κοινοτικού δικαίου μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών, δημιουργήθηκε η διαδικασία προδικαστικών παραπομπών στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο 234 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αναφέρει ότι το ΔΕΚ θα έχει δικαιοδοσία να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις σε σχέση με θέματα που αφορούν: - στην ερμηνεία της Σύμβασης - στο κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ - στην ερμηνεία των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(2)του άρθρου, Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΚ για να αποφανθεί επί αυτού[1]. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το άρθρο 34 Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2)δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων - πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των Συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού». Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, του κ. Δονάτου Παπαγιάννη, 2η έκδοση στην σελ. 294, με την διαδικασία αυτή, «πέρα από τη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, επιτυγχάνεται και πληρέστερη παροχή έννομης προστασίας στον κοινοτικό πολίτη, αφού του δίνεται έτσι η δυνατότητα έμμεσα να επιδιώξει κρίση για τη νομιμότητα οποιασδήποτε κοινοτικής πράξης, κάτι που δεν μπορεί να προκαλέσει με ευθεία προσφυγή στο Δικαστήριο». Το εθνικό Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαταγή για παραπομπή τέτοιου προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου προς τούτο, είτε αυταπάγγελτα (βλ. NETMED N.V. v. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού, Συν. Υπ. 1522/06 και 1523/06, ημερ. 7.9.2007). Η ύπαρξη απόφασης Ανώτερου Εθνικού Δικαστηρίου σε σχέση το επίδικο ζήτημα δεν αποστερεί από το κατώτερο Δικαστήριο την εξουσία παραπομπής στο ΔΕΚ ερωτημάτων ερμηνείας Κοινοτικού Δικαίου που αφορούν στην εν λόγω απόφαση (βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Υπ. Αρ. 629/06, ημερ. 27.11.2008 και υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusseldorf ν. Einfuhr-und Vorratstelle fur Getreide
(1974)ECR 33) . Η άσκηση της προδικαστικής παραπομπής προϋποθέτει εκκρεμή δίκη ενώπιον εθνικού Δικαστηρίου. Όπως διατυπώνεται και στο σύγγραμμα Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (πιο πάνω), ερώτημα μπορεί να παραπεμφθεί μόνο εφόσον έχει ως αντικείμενο τα συγκεκριμένα θέματα που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του αρ. 234 της Συνθήκης. Ειδικότερα, στην σελ. 299 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής δεν μπορεί να αποτελέσει το ερώτημα αν το εθνικό δίκαιο συμφωνεί με το κοινοτικό, ούτε βεβαίως η ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου. Το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναφέρεται (αφηρημένα) σε ερμηνευτικά προβλήματα του κοινοτικού δικαίου και να είναι έτσι διατυπωμένο, ώστε να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί στην αιτηθείσα ερμηνεία.... Αντικείμενο τέλος προδικαστικής παραπομπής δεν μπορούν να αποτελέσουν τα υποθετικά ερωτήματα, ενώ τα διάδικα μέρη στην εθνική διαδικασία δεν μπορούν να δημιουργούν εικονικές αντιδικίες για να προκαλέσουν την απάντηση του Δικαστηρίου σε γενικά νομικά ερωτήματα .......................... Ασάφεια και αμφισβήτηση της κοινοτικής διάταξης Προϋπόθεση για την παραπομπή ερωτήματος στο ΔΕΚ αποτελεί η ασάφεια της κοινοτικής διάταξης, η οποία είναι σημαντική για την κρίση της εκκρεμούσης υπόθεσης στο εθνικό δικαστήριο. Ασάφεια στην κοινοτική διάταξη υπάρχει, όταν στη θεωρία αλλά και στη νομολογία υποστηρίζονται περισσότερες της μίας απόψεις ή είναι δυνατόν να υποστηριχθούν. Αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει αν η κοινοτική διάταξη είναι ασαφής και πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος, είναι το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση». Σε σχέση με το στάδιο της δίκης κατά την διάρκεια του οποίου πρέπει να ασκείται η προδικαστική παραπομπή, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», του κ. Παναγιώτη Ιωαν. Κανελλόπουλου, αυτό εξαρτάται «από παράγοντες σχετικούς με την οικονομία και διευκόλυνση της δίκης, η εκτίμηση των οποίων δεν εναπόκειται στο δικαστήριο, αλλά μόνο στο εθνικό δικαστήριο...». Παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, είναι και το ότι η άσκηση προδικαστικής παραπομπής έχει ως συνέπεια την αναστολή εκδικάσεως της υπόθεσης μέχρις ώτου το ΔΕΚ εκδώσει την απόφαση του επί του ερωτήματος. Όπως, όμως έχει λεχθεί στο Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2005/C143/01), είναι επιθυμητό όπως η απόφαση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος ληφθεί όταν η διαδικασία ενώπιον του εθνικού Δικαστηρίου έχει φτάσει στο σημείο όπου το εθνικό Δικαστήριο να μπορεί να καθορίσει τα γεγονότα και το νομικό πλαίσιο του ερωτήματος[2]. Το ίδιο σκεπτικό καταγράφεται και στην έκθεση του The Lord Slynn of Hadley European Law Foundation Cyprus, 2005[3]. Προϋπόθεση για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος είναι και το κατά πόσο η απόφαση επί του ερωτήματος είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στο εθνικό Δικαστήριο. Όπως έχει αναφέρει ο Lord Denning στην απόφαση Bulmer v. Bollinger
(1974)Ch. 401 εάν το σημείο επί του Κοινοτικού Δικαίου αποφασιστεί με ένα τρόπο, τότε πρέπει να έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης υπέρ του ενός διαδίκου. Εάν αποφασιστεί με άλλο τρόπο, τότε η απόφαση θα πρέπει να εκδοθεί υπέρ του άλλου διαδίκου[4]. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση NETMED N.V. v. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α. (πιο πάνω): «. Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ τις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235 - 1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DΙSCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "´necessary´ meant that the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα». Επίσης, όπου η πρόνοια είναι τόσο ξεκάθαρη και σαφής ώστε να μην είναι απαραίτητη οποιαδήποτε ερμηνεία επί αυτής, τότε η περίπτωση δεν εμπίπτει εντός των περιπτώσεων που προδικαστικό ερώτημα μπορεί να παραπεμφθεί δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης. Το δόγμα αυτό αποκαλείται acte clair. Όπως αναφέρεται στην σελ. 300 του συγγράμματος Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (πιο πάνω), στην απόφαση CILFIT, αρ. Υπ.. 283/81, Συλλ. 1982, 3415 το ΔΕΚ έθεσε τα ακόλουθα τρία κριτήρια ελέγχου. Κατά το ΔΕΚ, το εθνικό Δικαστήριο μπορεί να μην παραπέμψει στις εξής περιπτώσεις: «- Όταν η αμφισβητούμενη κοινοτική διάταξη δεν είναι σημαντική ούτε αναγκαία για τη λήψη της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου. - Όταν υπάρχει σαφής νομολογία του ΔΕΚ ως προς το συγκεκριμένο νομικό ερώτημα που απασχολεί το εθνικό δικαστήριο. - Όταν η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής ώστε δεν αφήνει κανενός είδους περιθώρια για μια λογική αμφιβολία, λαμβανομένου υπόψη, ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν διατυπωθεί σε πολλές γλώσσες, ότι έχει διαμορφωθεί ειδική ορολογία για το κοινοτικό δίκαιο, η ερμηνεία του οποίου επιβάλλει μια συνολική εκτίμηση των διατάξεων του, ιδίως υπό το φως του επιδιωκόμενου σκοπού και του σταδίου στο οποίο ευρίσκεται η ενοποιητική διαδικασία». Των πιο πάνω δεδομένων, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το παρόν Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η απάντηση στο ερώτημα που θέτει ο κ. Παπαντωνίου είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Παραθέτω για ευκολία αναφοράς το λεκτικό του ερωτήματος, όπως αυτό τίθεται στο αιτητικό της υπό εξέταση Αίτησης: «Κατά πόσο με βάση την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Απριλίου 1993 και ειδικότερα το άρθρο
(3), ρήτρα που έχει σκοπο ή αποτέλεσμα ο επαγγελματίας να έχει το μέγιστο δυνατό όφελος ενώ ο καταναλωτής τη μέγιστη δυνατή ζημιά, η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική». Κατ'αρχάς παρατηρώ ότι το ερώτημα είναι παντελώς θεωρητικό, και υποθετικά ερωτήματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΚ. Ούτε και εναπόκειται στο ΔΕΚ να αποφασίσει επί γεγονότων που εγείρονται στην διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά ούτε και να επιλύει διαφορές όσον αφορά στην ερμηνεία ή εφαρμογή ζητημάτων εθνικού δικαίου. Σημειώνω ότι με την τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως της Ενάγουσας, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι πολυσέλιδη και εγείρει σωρεία επιχειρημάτων και ισχυρισμών, εν' τούτοις δεν υπάρχει καμία αναφορά σε ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών, ή σε οποιοδήποτε αιτητικό το οποίο να σχετίζεται με την ύπαρξη τέτοιων. Τούτο από μόνο του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απάντηση του ΔΕΚ επί του ερωτήματος του κ. Παπαντωνίου δεν είναι αναγκαία για την έκδοση απόφαση από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4117/02. Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, σημειώνω ότι η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε εύρημα ότι όντως η όποια ρήτρα (αφού δεν καθορίζεται στο αιτητικό σε ποία ακριβώς ρήτρα αναφέρεται ώστε να δύναται το Δικαστήριο να τοποθετηθεί) είχε ως αποτέλεσμα «ο επαγγελματίας να έχει το μέγιστο δυνατό όφελος ενώ ο καταναλωτής την μέγιστη δυνατή ζημιά». Ειδικότερα, όμως, ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος, Ν. 93
(1)/96 ενσωμάτωσε πλήρως την Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, με αποτέλεσμα να παρέχεται η δυνατότητα εξέτασης του κατά πόσο ρήτρα είναι καταχρηστική στα πλαίσια της Νομοθεσίας αυτής, χωρίς καμία αντίφαση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει νομολογηθεί στην απόφαση Nebojsa Micovic v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθ. Αρ. 1012/05, ημερ. 18.11.2005 : «Οι Οδηγίες εκδίδονται προς υλοποίηση των σκοπών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Είναι δεσμευτικές ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, άνκαι, αφήνουν στις αρχές του κράτους μέλους την επιλογή του τύπου και των μεθόδων (΄Αρθρο 249 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης). ............................. Το ΔΕΚ ρητά αναγνωρίζει τα εθνικά δικαστήρια ως όργανα του κράτους τα οποία είναι υπεύθυνα για την τήρηση των κοινοτικών υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, καλούνται τα δικαστήρια να συμπληρώνουν το έργο του εθνικού νομοθέτη με το να ερμηνεύουν την εσωτερική νομοθεσία κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις της Οδηγίας». Έχω μελετήσει τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93
(1)/96, καθώς και την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ των δύο ώστε να μην δύναται το παρόν Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κατά πόσο κάποια ρήτρα είναι καταχρηστική, εάν και εφ΄όσον φυσικά το ζήτημα αυτό προκύψει ως επίδικο. Εν πάση περιπτώσει, το ότι κάποια ρήτρα ενδεχομένως κριθεί ως καταχρηστική, δεν οδηγεί, σύμφωνα με τον Ν. 93
(1)/96, αυτόματα σε ακύρωση της σύμβασης. Η δε ερμηνεία ιδιωτικής Συμφωνίας, και ειδικότερα ο τρόπος που εκτέλεσαν αυτήν οι Εναγόμενοι σύμφωνα με την Ενάγουσα, δεν είναι ζήτημα που εξετάζεται από το ΔΕΚ στα πλαίσια του αρ. 234 της Συνθήκης ή του αρ. 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  1. Ούτε και μπορεί να τύχει εφαρμογής η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου όπως διατυπώνεται στην σελ. 21 της αγόρευσης του, ότι «κάθε εθνικό Δικαστήριο οφείλει να υποβάλει ερώτημα στο ΔΕΚ εφόσον έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος κοινοτικής πράξης», αφού στην υπό εξέταση Αίτηση δεν τίθεται οποιοδήποτε ερώτημα που να αφορά στο κύρος κοινοτικής πράξης. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι η επίδικη διαφορά, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα προέκυψε το 2000, ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το 2002, δηλαδή προ της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Megabet Limited v. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Υποθ. 1198/2003, ημερ. 18.4.2006, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «(α) Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στις 30.9.2003, δηλαδή πριν την ημερομηνία ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση που ήταν η 1.5.
  2. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να κριθεί με βάση το Κυπριακό δίκαιο που ίσχυε στις 30.9.2003 και όχι το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο το οποίο άρχισε να ισχύει στην Κύπρο από 1.5.
  3. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών ότι ενόψει της Συμφωνίας Τελωνειακής Ενώσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και ενόψει της υπογραφής της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων χωρών στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, την 1.4.2003 (η οποία εξυπακούει υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προσαρμοστεί στο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο μέχρι την ημερομηνία ένταξης της), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο ίσχυε στην Κυπριακή Δημοκρατία και στις 30.9.2003». Θα εξετάσω επίσης το στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η υπό εξέταση Αίτηση. Η αγωγή καταχωρίστηκε το 2002, και η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, και συγκεκριμένα βρισκόμαστε στην μέση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα για την Ενάγουσα. Υπάρχει, συνεπώς, μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Ο δε ισχυρισμός που προβάλλεται στην Αίτηση, δηλαδή ότι οι Νόμοι και Κανονισμοί περί προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΚ πρόσφατα εκδόθησαν, δεν ευσταθεί, αφού ο περί Δικαστηρίων Νόμος τροποποιήθηκε την 18.7.2007, και ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός εξεδόθη την 28.3.2008, ήτοι πέραν του ενός έτους προ της καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης. Των πιο πάνω δεδομένων, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και η Ενάγουσα - Αιτήτρια καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση όσον αφορά στην διαδικασία εκδίκασης της παρούσας αίτησης. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "The Court of Justice shall have jurisdiction to give preliminary rulings concerning; (a) the interpretation of this Treaty; (b) the validity and interpretation of acts of the institutions of the Community and of the ECB; (c) the interpretation of the statutes of bodies established by an act of the Council, where those statutes so provide. Where such a question is raised before any court or tribunal of a member state, that court or tribunal may, if it considers that a decision on the question is necessary to enable it to give judgment, request the Court of Justice to give a ruling thereon. Where any such question is raised in a case pending before a court or tribunal of a member state, against whose decision there is no judicial remedy under national law, that court or tribunal shall bring the matter before the court of justice". [2]
  4. It is, however, desirable that a decision to seek a preliminary ruling should be taken when the proceedings have reached a stage at which the national court is able to define the factual and legal context of the question, so that the Court has available to it all the information necessary to check, where appropriate, that Community law applies to the main proceedings. It may also be in the interests of justice to refer a question for a preliminary ruling only after both sides have been heard". [3] "There is much to be said for not referring until the facts of the case have been found. Otherwise a question may prove to have been unnecessary; or other, necessary questions may not have been sent". [4] "if the Community point is decided in one way, judgment for one party must result; if it is decided in another way, judgment must be given for the other party». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.