← Κύπρος

Man Contracts Developers Ltd ν. Ζαχαρία Ευαγγέλου, Αρ. Αγωγής: 8355/07, 20.5.2009

Man Contracts Developers Ltd ν. Ζαχαρία Ευαγγέλου, Αρ. Αγωγής: 8355/07, 20.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8355/07 Μεταξύ: Man Contracts & Developers Ltd Ενάγουσα - και - Ζαχαρία Ευαγγέλου Εναγομένου ------------------------ Αίτηση Ημερομηνίας 23.2.2009 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.5.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κ. Χαβιαράς Για Καθ'ου η Αίτηση: κα Σιακαλλή -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την παρούσα αίτηση της ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση του εξής διατάγματος: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο o Εναγόμενος και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους του και/ή λογαριασμό του εμποδίζεται από του να επιβαρύνει, μεταβιβάσει, πωλήσει και/ή άλλως πως αποξενώσει το ακίνητο στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στην Αγλαντζία με αρ. εγγραφής Β4446 Φ/Σχ. 21/56W2, Τεμάχιο 3908 (στο εξής το «Ακίνητο») μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4 έως 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Νεκτάριου Ματθαίου, διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας. Ο Εναγόμενος εξασφάλισε πολεοδομική άδεια για την κατασκευή στο επίδικο ακίνητο του, δύο καταστημάτων και κτηνιατρικής κλινικής στο ισόγειο με μεσοπάτωμα και δύο διαμερίσματα στους ορόφους. Ακολούθως εξασφάλισε άδεια οικοδομής η άδεια έληγε στις 30.7.

  1. Για πλήρη εκμετάλλευση του συντελεστή του ακινήτου η Ενάγουσα εισηγήθηκε στον Εναγόμενο το σχεδιασμό επιπλέον ορόφου και την κατάρτιση μεταξύ τους σύμβασης αντιπαροχής. Πριν λήξει η άδεια στις 16.6.2006 η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος συμφώνησαν να καταρτιστεί μεταξύ τους συμφωνία εργολαβίας για την κατασκευή του υπογείου της οικοδομής, να γίνει αίτηση για παράταση των αδειών, ακολούθως να επιδιωχθεί τροποποίηση της σχετικής άδειας για να συμπεριληφθεί ο επιπλέον όροφος και να συνεχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση σύμβασης αντιπαροχής. Καταρτίστηκε η μεταξύ τους συμφωνία με εργοδότη τον Εναγόμενο και εργολάβο την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα άρχισε άμεσα εργασίες με βάση την μεταξύ τους συμφωνία. Οι εργασίες που έγιναν ήταν: (α) προκαταρκτικές εργασίες επιτόπου αξίας €9.397,31 (β) εκσκαφές και χωματουργικά αξίας €12.691,83 (γ) εργασίες σκυροδέματος υποδομής €67.179,09 Η Ενάγουσα αποτάθηκε για ανανέωση της άδειας οικοδομής, οι αρμόδιες αρχές όμως δεν αποδέχθηκαν γιατί οι εργασίες δεν ήταν σε προχωρημένο στάδιο. Ο Εναγόμενος ζήτησε χρόνο για να διατυπώσει υπαλλακτικές προτάσεις. Η Ενάγουσα ζήτησε πληρωμή των πιο πάνω ποσών, ο Εναγόμενος αρνήθηκε την πληρωμή με τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα παρέβη τις υποχρεώσεις της. Ακολούθως καταχωρήθηκε η πιο πάνω αγωγή. Μέχρι πριν λίγες μέρες δεν ήταν αναγκαία η καταχώρηση αίτησης ως η παρούσα αφού όλα τα υλικά και καλούπια που βρίσκονταν στο ακίνητο ήταν ιδιοκτησία της Ενάγουσας και εμπόδιζαν την παρέμβαση τρίτων ή του Εναγόμενου. Στις 2.2.2009 ο Εναγόμενος ζήτησε από την Ενάγουσα όπως μετακινήσει από το εργοτάξιο τα διάφορα υλικά ώστε να αναλάβει το εργοτάξιο τρίτο άτομο. Ο Εναγόμενος προσπαθεί να πωλήσει ή μεταβιβάσει ή αποξενώσει το ακίνητο με αποτέλεσμα τυχόν εκδοθείσα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου απόφαση, αφού ο Εναγόμενος δεν έχει άλλη περιουσία στην Κύπρο, να μείνει ανικανοποίητη. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, την οποία βάσισε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.4, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Κεφ. 14/60 (ως τροποποιήθηκε) ειδικότερα στο άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4,5,7 και 9 και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης και είναι οι ακόλουθοι: "
  2. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει επαρκείς λόγους ή/και στοιχειοθετημένα στοιχεία για ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος ή/και για καλή βάση αγωγής εναντίον του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση και για αυτό η Ενάγουσα δεν ικανοποιεί τις νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση ή/και διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος.
  3. Η Ενάγουσα δεν προέβη στην πλήρη αποκάλυψη ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση ή/και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του με αποτέλεσμα η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος να έχει στηριχτεί σε λανθασμένη ή/και πεπλανημένη βάση.
  4. Είναι άδικο ή/και ακροσφαλές να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ή/και δεν δικαιολογείται η έκδοση του από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης ή/και από το δίκαιο της επιείκιας.
  5. Δεν πληρούνται ή/και δεν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος.
  6. Η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε πειστικά ή/και άλλα στοιχεία σχετικά την κατ' ισχυρισμό ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  7. Η αξία του ακινήτου του Εναγομένου που η Ενάγουσα επιδιώκει την δέσμευση του είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της απαίτησης του Ενάγοντα με αποτέλεσμα να υπερκαλύπτεται η απαίτηση της Ενάγουσας από την αξία του επίδικου ακινήτου.
  8. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει δυσανάλογη και σημαντική ζημιά στον Εναγόμενο η οποία δεν καλύπτεται από την εγγύηση που κατατέθηκε από την Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση.
  9. Άνευ βλάβης του ισχυρισμού που αναφέρεται στην παράγραφο αρ. 7 πιο πάνω ο Εναγόμενος-Καθ'ού η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει δυσανάλογη και σημαντική ζημιά στον Εναγόμενο η οποία δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα και η οποία θα είναι δύσκολο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο.
  10. Δεν στοιχειοθετείται το κατ' επείγον για την έκδοση του Ενδιάμεσου Διατάγματος.
  11. Η αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και παραπλανητική ή/και εκβιαστική ή/και στερείται νομικού ή/και πραγματικού ερείσματος.
  12. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται ή/και δεν δικαιούται την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας ή/και στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος." Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζει την ένσταση του ο Εναγόμενος περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ιδίου, η οποία επισυνάπτεται στην ένσταση. Λέει μεταξύ άλλων ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Στις 31.7.2003 εξασφάλισε πολεοδομική άδεια και στις 4.8.2004 άδεια οικοδομής η οποία του επέτρεπε την κατασκευή πάνω στο ακίνητο δύο ισόγειων καταστημάτων και κτηνιατρικής κλινικής με μεσοπάτωμα, δύο διαμερισμάτων, υπόγειου χώρου στάθμευσης με μηχανοστάσιο και ενός χώρου στάθμευσης στο ισόγειο. Η άδεια αυτή έληγε στις 30.7.
  13. Περί τις 16.6.2006 μετά από διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες προχώρησαν στη σύναψη συμβολαίου εργολαβίας με σκοπό την ανέγερση οικοδομής σύμφωνα με τις άδειες. Επίσης βρίσκονταν σε εξέλιξη από την 1.1.2005 διαπραγματεύσεις με σκοπό την υπογραφή συμφωνίας αντιπαροχής, οι οποίες κατέρρευσαν χωρίς ουδέποτε να υπάρξει κατάληξη επ' αυτού. Ήταν επίσης ουσιαστικός όρος της συμφωνίας εργολαβίας και ρητή διαβεβαίωση της Ενάγουσας ότι η ανέγερση της οικοδομής θα προχωρούσε κανονικά και χωρίς καθυστερήσεις. Η ολοκλήρωση του έργου θα λάμβανε χώρα 15 εβδομάδες από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Η επίδικη συμφωνία εργολαβίας τερματίστηκε και ακυρώθηκε αφού η Ενάγουσα παρέλειψε να εκτελέσει τις αναληφθείσες από αυτή εργασίες με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατή η ανανέωση των αδειών. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω σταμάτησε η ανέγερση της οικοδομής για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι και τις αρχές του
  14. Κατά τις 2.2.2009 αποτάθηκε σε άλλο πρόσωπο με το οποίο συμφώνησε όπως αναλάβει την ολοκλήρωση των εργασιών οικοδόμησης επί του επίδικου ακινήτου. Για τον σκοπό αυτό εξασφάλισε νέα άδεια οικοδομής και πολεοδομική άδεια. Η οικοδομή η οποία ανεγείρεται προορίζεται αποκλειστικά για τη δική του χρήση και καμία πρόθεση έχει να την αποξενώσει ή να την πουλήσει. Τα διαμερίσματα προορίζονται για την στέγαση της οικογένειας του και η υπόλοιπη οικοδομή για στέγαση της επαγγελματικής του στέγης. Το ύψος της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου κατά την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος αλλά και σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €830.000, η οποία αγοραία αξία ξεπερνά κατά πολύ την απαίτηση της Ενάγουσας. Οι Ενάγοντες γνώριζαν για την έναρξη των εργασιών εντός του επίδικου ακινήτου από τις 2.2.2009 και ότι ανέλαβαν το έργο άλλοι εργολάβοι. Η προϋπόθεση της ύπαρξης του κατεπείγοντος για την έκδοση του μονομερούς διατάγματος δεν πληρείται και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κρίνεται λανθασμένη και άδικη. Δεν υπάρχει υπόνοια ή ένδειξη επί του Τεκμηρίου 1 η οποία να υποστηρίζει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι προσπαθεί να πωλήσει ή να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάσθηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους και οι δικηγόροι των δύο πλευρών αρκέστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και αγόρευσαν. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των δύο πλευρών προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων των διαδίκων αναπτύχθηκε με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο αυτό προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo ν. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269 -
  1. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από τα δικόγραφα ήτοι την Έκθεση Απαιτήσεως καταδεικνύεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Η Ενάγουσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία, παράγραφος 10 που είναι η συμφωνία εργολαβίας και παράγραφος 11 που είναι οι εργασίες που έκαμε η Ενάγουσα στα πλαίσια των συμβατικών της υποχρεώσεων και για τις οποίες απαιτεί τα ανάλογα ποσά, από τα οποία καταδεικνύεται μια συζητήσιμη υπόθεση και ικανοποιείται συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Υπενθυμίζω ότι αυτή η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η αγωγή του ενάγοντα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολο της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει η Ενάγουσα με την αγωγή της. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφερθεί σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική. Από το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, δηλαδή της ένορκης δήλωσης του Νεκτάριου Ματθαίου και των Τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ' αυτή και ειδικά του Τεκμηρίου Ε, Πιστοποιητικό πληρωμής, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικά τις παραγράφους 10 και 11 βρίσκω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Τέλος για τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς στο στάδιο αυτό εξετάζεται εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον Ενάγοντα στο τέλος της ημέρας. Εάν η απάντηση η οποία θα δοθεί είναι θετική, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος ή η διατήρηση σε ισχύ αποκλείεται. Ο πρωταρχικός σκοπός για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι η προστασία των δικαιωμάτων που επικαλείται ο ενάγοντας κατά το ενδιάμεσο στάδιο που μεσολαβεί μέχρι την αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας ώστε σε περίπτωση που τυχόν εκδοθεί τελική απόφαση υπέρ του αυτή να μην αποδειχθεί ατελέσφορη επειδή είναι πλέον δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί η θεραπεία που ζητά ενώ συγχρόνως η αποζημίωση σε χρήμα δεν θα είναι ικανοποιητική ως θεραπεία για απόδοση πλήρους δικαιοσύνης. Η Αιτήτρια βασίζει την αίτηση της στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το οποίο συνιστά το ουσιαστικό δίκαιο. Είναι το άρθρο το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να χορηγήσει προσωρινό διάταγμα. Στην απόφαση Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ σελίδα 396, στη σελίδα 403 υιοθετήθηκε απόσπασμα από τη Νομολογία όπου αποφασίστηκαν τα εξής: «Έχει αποφασιστεί (ΑΒΡ Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 ΑΑΔ 694 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248) ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, προβαίνουν σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή την δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΙΜΙΤΕΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 785: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Εφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Οπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοίζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του-ενάγοντος". Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Η Αιτήτρια στις παραγράφους 19 και 20 μιλά υποθετικά για συμφωνία πώλησης του ακινήτου ή αντιπαροχής ή άλλης συμφωνίας που σκοπό θα έχει την αποξένωση του ακινήτου από τον Εναγόμενο. Φόβοι οι οποίοι αντικρούσθηκαν από την πλευρά του Εναγόμενου και οι οποίοι δεν δικαιολογούνται ούτε από την επιστολή ημερ. 2.2.2009 που απέστειλε ο Εναγόμενος στους Ενάγοντες και στην οποία βασίστηκαν οι Ενάγοντες να υποβάλουν την παρούσα αίτηση. Αυτό που έχει κάμει ο Εναγόμενος είναι νέα συμφωνία εργολαβίας με άλλη εταιρεία για συνέχιση του έργου χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση για αποξένωση του ακινήτου. Δεν γίνεται αναφορά ούτε προσκομίστηκε αναντίλεκτος μαρτυρία αναφορικά με την πιθανή επίδραση που θα έχει η συμφωνία αυτή, δηλαδή εργολαβίας μεταξύ Εναγομένου και εργολάβου για συνέχιση του έργου, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Δηλαδή κατά πόσο θα είναι εμπόδιο και πως η συμφωνία εργολαβίας σε τυχόν εκδοθείσα υπέρ των Εναγόντων απόφαση. Εφόσον ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε είχε υποχρέωση ο Ενάγοντας να αποδείξει τους ισχυρισμούς του όσον αφορά την αποξένωση του ακινήτου. Οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται από την Καθ' ης η αίτηση. Ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης» Η συμφωνία που έκανε ο Εναγόμενος με τον νέο εργολάβο είναι για ολοκλήρωση του έργου και συνεπώς για αύξηση της αξίας του επίδικου ακινήτου λαμβανομένων υπόψη των οικοδομικών έργων που θα γίνουν με βάση τις άδειες που έχουν εκδοθεί. Οι φόβοι των Εναγόντων είναι αβάσιμοι και δεν υπάρχει πρόθεση αποξένωσης και κανένας κίνδυνος υπάρχει να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση ένεκα της συμφωνίας του Εναγόμενου με τον νέο εργολάβο. Η τρίτη προϋπόθεση δεν έχει αποδειχθεί. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ σελίδα 396 στη σελίδα 402. Ενόψει των πιο πάνω και ειδικά της κατάληξης μου ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 η παρούσα αίτηση θα πρέπει να αποτύχει και το παρεμπίπτον προσωρινό διάταγμα της 24.2.2009 δεν δικαιολογείται να συνεχίσει να ισχύει και ακυρώνεται. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ'ου η Αίτηση-Εναγομένου και εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.