← Κύπρος

Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτη Ζερβού κ.α., Αρ. Αγωγής: 10165/03, 29 Μαΐου, 2009

Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτη Ζερβού κ.α., Αρ. Αγωγής: 10165/03, 29 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10165/03 Μεταξύ: Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και

  1. Παναγιώτη Ζερβού
  2. Θεοδώρας Ζερβού
  3. Ιωάννη Ζερβού Εναγομένων -------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 5.10.04: Μεταξύ: Emporiki Bank-Cyprus Ltd Εναγόντων και
  4. Παναγιώτη Ζερβού
  5. Θεοδώρας Ζερβού
  6. Ιωάννη Ζερβού Εναγομένων -------------- 29 Μαΐου,
  7. Για τους ενάγοντες: κα Χ"Παπα με κα Ιάσονος Για όλους εναγόμενους: κ. Αντ. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - η Βάση της Αξίωσης - Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Η φύση της αξίωσης δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη πολυπολοκότητα. Είναι οι ισχυρισμοί και η σωρεία των νομικών λόγων που προβάλλονται στη μακροσκελέστατη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που κατέστησαν ιδιαίτερα πολύπλοκη την όλη υπόθεση. Οι ενάγοντες, (εφεξής η Τράπεζα), στηρίζουν την αξίωσή τους σε υπόλοιπο οφειλόμενου ποσού ενός τρεχούμενου λογαριασμού και ενός λογαριασμού δανείου. Υπόλοιπο το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα παροχής στον εναγόμενο 1 από τους ενάγοντες πιστωτικών διευκολύνσεων. Αιτούνται περαιτέρω την έκδοση διαταγμάτων για την πώληση αριθμού ενεχυριασθέντων μετοχών. Έχει καταχωρηθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι σε περίπτωση επιτυχίας της τράπεζας στην αξίωσή της, το συνολικό οφειλόμενο ποσό θα είναι €350.388,22σ, πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €24.419,36 από 1.1.2009 μέχρι εξόφλησης και τόκο προς 7.5% επί του ποσού των €325.968,86 από 1.1.2009 μέχρι εξόφλησης. Η καταχώρηση του παραδεκτού αυτού γεγονότος κατέστησε ανώφελη την προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξη του ποσού της οφειλής. Ως επίδικα θέματα παρέμειναν η νομιμότητα ή όχι των συμφωνιών που συνήψε η Τράπεζα με τους εναγόμενους, η ύπαρξη ή μη υποχρέωσης της Τράπεζας να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές σε συγκεκριμένες ημερομηνίες προς εξόφληση των οφειλόμενων ποσών και οι τυχόν επιπτώσεις επί των επίδικων ζητημάτων από εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες εκδόθηκαν τα έτη 1999 και 2000 (Τεκμ. 14). Οι εναγόμενοι εγείρουν ένα ευρύ φάσμα ανταπαιτήσεων. Για σκοπούς του μέρους αυτού της απόφασης μπορεί να συνοψιστεί στην αναφορά ότι αιτούνται ακύρωση των επίδικων συμφωνιών, διαγραφή του χρέους που η Τράπεζα αξιώνει, και επιστροφή του ποσού της αξίας των ενεχυριασθέντων μετοχών. Β. Παραδεκτά Γεγονότα - Σύνοψη Μαρτυρίας. Μέσα από το Τεκμ. 1 - τον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων -εντοπίζεται ότι ένα σημαντικό μέρος των παραγράφων που παρατίθενται στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης είναι παραδεκτό. Ως ιδιαίτερα σημαντικά, για σκοπούς της απόφασης, καταγράφω ότι είναι αποδεκτό πως η Τράπεζα και ο εναγόμενος 1 στις 18.10.1999 υπέγραψαν τη σύμβαση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμ. 2, με βάση την οποία δημιουργήθηκε ο λογαριασμός αυτός, ορίου Λ.Κ.15.
  8. Παρεμβάλλω, στοιχείο χρήσιμο για κατοπινό στάδιο της απόφασης, καθότι περιστρέφεται γύρω από ισχυρισμούς των εναγομένων, τους οποίους θα αναλύσω στο κατάλληλο στάδιο, πως ως μάρτυρες, τόσο στο Τεκμ. 2 όσο και σε όλη τη σειρά των μεταξύ των μερών συμφωνιών, φαίνεται να υπέγραψαν δύο υπάλληλοι της Τράπεζας, οι Ασλανίδης και Νεάρχου (ΜΕ 2 και 3). Δεν αμφισβητείται επίσης η σύμβαση δανείου, Τεκμ. 3, μεταξύ των πιο πάνω μερών, ημερομηνίας και πάλι 18.10.
  9. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω σύμβασης δανείου, είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε το προϊόν του δανείου, ήτοι Λ.Κ.135.
  10. Δυνάμει του όρου 2 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, η εξόφληση του ποσού αυτού θα έπρεπε να γίνει «εφάπαξ στις 18.10.2000», ένα δηλαδή χρόνο μετά την παροχή του. Συνιστά περαιτέρω παραδεκτό γεγονός ότι η εναγόμενη 2 υπέγραψε στις 18.10.1999 συμφωνία εγγύησης, Τεκμ. 4, αναλαμβάνοντας ευθύνη για ποσό κεφαλαίου μέχρι Λ.Κ.150.000, πλέον τόκους, σε σχέση με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στον εναγόμενο
  11. Ως περαιτέρω εξασφάλιση των διευκολύνσεων που του δόθηκαν, ο εναγόμενος 1, με σύμβαση ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 18.10.1999, Τεκμ. 5, ενεχυρίασε προς την Τράπεζα 8.504 μετοχές του της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Ως παραδεκτό γεγονός καταγράφεται ακόμη ότι ο εναγόμενος 3, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 - πατέρα του - σχετικά με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις, συνήψε με την τράπεζα σύμβαση ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 18.10.1999, Τεκμ. 7, με βάση την οποία ενεχυρίασε 12.508, επ΄ ονόματί του, μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Δεδομένου ότι, όπως είναι επίσης παραδεκτό, η Τράπεζα ουδέποτε παραχώρησε δάνειο ή πιστωτικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο 3, ούτε και αυτός εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, τυχόν ευθύνη του περιορίζεται στις πιο πάνω ενεχυριασθείσες μετοχές και μόνο. Στις 11.10.2000 ο εναγόμενος 1, όπως είναι επίσης παραδεκτό, με βάση γραπτή συμφωνία, ενεχυρίασε 20.000 μετοχές άλλης εταιρείας ως πρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεών του προς την Τράπεζα. Οι μετοχές αυτές, σε κάποιο στάδιο, αποδεσμεύθηκαν και παραδόθηκαν στον εναγόμενο 1, ο οποίος και τις πώλησε, καταθέτοντας στη συνέχεια το προϊόν της πώλησης έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού δανείου. Η τράπεζα, με επιστολές που απέστειλε προς όλους τους εναγόμενους, ημερ. 3.6.2003 και 27.6.2003, τερμάτισε τους επίδικους λογαριασμούς, δανείου και τρεχούμενο αντίστοιχα, και κάλεσε τους εναγόμενους να τους εξοφλήσουν. Παραδεκτά έγιναν επίσης γεγονότα που καλύπτουν έκδοση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας διαφόρων ημερομηνιών, μεταξύ της περιόδου 1999-
  12. Σε ό,τι αφορά αυτό το ζήτημα θα επανέλθω σε κατοπινό στάδιο με παράθεση περαιτέρω λεπτομερειών. Οι ενάγοντες στήριξαν τις θέσεις τους στα όσαν κατάθεσαν οι μάρτυρες Μάριος X"Νικολάου, Δημήτρης Ασλανίδης και Γεώργιος Νεάρχου. Για την Υπεράσπιση δόθηκε μαρτυρία από τους εναγόμενους 1 και
  13. Σκιαγράφηση και μόνο των όσων κατατέθηκαν στο Δικαστήριο είναι αρκετή για να καλύψει το στάδιο αυτό της απόφασης. Ο ΜΕ1 εργαζόταν στην υπηρεσία των εναγόντων μέχρι το Σεπτέμβριο του
  14. Έκτοτε εργάζεται σε άλλη τράπεζα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε καθήκοντα υποδιευθυντή πελατείας σε υποκατάστημα της ενάγουσας τράπεζας. Ήταν ένας από τους λειτουργούς της τράπεζας που εξέτασαν το αίτημα του εναγόμενου 1 για την παραχώρηση των επίδικων διευκολύνσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο εναγόμενος 1 επισκέφθηκε, το Σεπτέμβριο του 1999, την τράπεζα, και στην παρουσία του μάρτυρα υπέβαλε αίτημα παραχώρησης δανείου για τη χρηματοδότηση αγοράς γης, προσφέροντας ως εξασφάλιση την ενεχυρίαση συγκεκριμένων μετοχών του ιδίου και του εναγόμενου 3 στην Τράπεζα Κύπρου και την προσωπική εγγύηση της εναγόμενης
  15. Κατά τη συνάντηση αυτή ο εναγόμενος 1 ανάφερε ότι σε προηγούμενο χρόνο κατείχε διευθυντική θέση στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, από την οποία αφυπηρέτησε πρόσφατα και ασχολείται πλέον με την εμπορία και ανάπτυξη γης, καθώς και με επενδύσεις σε μετοχές. Το αίτημα του εναγόμενου 1 για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων εγκρίθηκε και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών του προς την τράπεζα, οι εναγόμενοι 1 και 3 ενεχυρίασαν αριθμό μετοχών. Η εναγόμενη 2 υπέγραψε ως εγγυήτρια για το ποσό των Λ.Κ.150.000, πλέον σχετικούς τόκους. Λίγες μέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ο εναγόμενος 1 ήταν υπόχρεος να πληρώσει το δάνειο, συγκεκριμένα περί τις 10.10.2000, αυτός ζήτησε παράταση πληρωμής του μέχρι 31.12.
  16. Ως λόγο παρουσίασε την επιθυμία του να ρευστοποιήσει, το Δεκέμβριο του 2000, τις μετοχές που είχε ενεχυριάσει. Ανέμενε ότι με την εισδοχή της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών η τιμή της θα αυξάνετο σημαντικά. Πρόσφερε δε, ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεών του προς την τράπεζα, την ενεχυρίαση αριθμού μετοχών στην Κύκνος Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ (εφεξής η Κύκνος). Η τράπεζα απεδέχθη το αίτημά του, παραχωρώντας του αρχικά παράταση μέχρι τις 31.12.2000, και στη συνέχεια μέχρι 31.1.
  17. Οι πιο πάνω μετοχές της Κύκνος αποδεσμεύθηκαν την 22.12.2000, κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου 1, και αφού παραλήφθηκαν, πωλήθηκαν, και το προϊόν της πώλησης κατατέθηκε έναντι του υπολοίπου του οφειλόμενου ποσού του λογαριασμού δανείου του εναγόμενου
  18. Κατέληξε ο μάρτυρας αναφέροντας ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τράπεζας για εξόφληση των οφειλόμενων υπολοίπων, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το πράξουν. Ο ΜΕ2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε καθήκοντα προϊστάμενου χορηγήσεων στο ίδιο υποκατάστημα που υπηρετούσαν τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ
  19. Στις 18.10.1999 οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το κατάστημα αυτό, προκειμένου να υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες για την παραχώρηση στον εναγόμενο 1 τραπεζικών διευκολύνσεων. Στην παρουσία του δόθηκαν τα έγγραφα στους εναγόμενους οι οποίοι, αφού συμφώνησαν με το περιεχόμενό τους, τα υπέγραψαν. Αμέσως μετά την υπογραφή τους αυτή, ο μάρτυρας και ο συνάδελφός του Γεώργιος Νεάρχου, ΜΕ3, έθεσαν τις υπογραφές τους ως μάρτυρες επί όλων των εγγράφων. Ο ΜΕ3, κατά τον Οκτώβριο του 1999, ασκούσε καθήκοντα Λειτουργού του Τμήματος Χορηγήσεων, με έδρα το προαναφερθέν υποκατάστημα. Στις 18.10.1999, στην παρουσία του, οι εναγόμενοι υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες. Αμέσως μετά την υπογραφή τους ο ίδιος και ο ΜΕ2, ο οποίος επίσης ήταν παρών όταν υπέγραφαν οι εναγόμενοι, έθεσαν τις υπογραφές τους ως μάρτυρες επί όλων των εγγράφων. Ως πρώτος ΜΥ κατάθεσε ο εναγόμενος
  20. Ήταν ουσιαστικός ισχυρισμός του ότι ουδέποτε είδε στα γραφεία της τράπεζας τον ΜΕ3, ούτε και υπέγραψε ενώπιόν του οποιοδήποτε έγγραφο. Παραδεχόμενος πως ο ίδιος υπέγραψε τη συμφωνία εκχώρησης μετοχών, Τεκμ. 7, επέμενε ότι μόνο ένα άτομο, κάποιος Ελλαδίτης, ήταν παρών στο γραφείο που υπέγραψε. Βασικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο εναγόμενος
  21. Κατάθεσε ότι, μετά την αφυπηρέτησή του από την Τράπεζα Κύπρου, κατά την περίοδο του 1999, ασχολήθηκε με το Χρηματιστήριο. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1999, και κατόπιν πιέσεων αξιωματούχων της τράπεζας, οι οποίοι ήταν προσωπικά γνωστοί του, για μεταξύ τους συνεργασία, υπέβαλε αίτηση για συνολικές διευκολύνσεις Λ.Κ.150.000, τις οποίες θα χρησιμοποιούσε για συναλλαγές στο ΧΑΚ. Ήταν βασικός ισχυρισμός του ότι ουδέποτε ζήτησε τις διευκολύνσεις αυτές για αγορά γης, ούτε και ασχολείτο με τον τομέα αυτό. Πρόσθεσε πως κατά τον επίδικο χρόνο συγκεκριμένοι διευθυντές της τράπεζας τον διαβεβαίωσαν και συμφώνησαν ρητά ότι η εξόφληση του χρέους θα επιτυγχάνετο με την πώληση των μετοχών και μόνο, χωρίς οποιεσδήποτε άλλες συνέπειες για τους εναγόμενους. Στηριζόμενος ο μάρτυρας στις διαβεβαιώσεις αυτές, προχώρησε στη λήψη των δανειακών διευκολύνσεων. Σε όλη την πορεία των διαπραγματεύσεων η τράπεζα του απέκρυψε την ύπαρξη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες απαγόρευαν το δανεισμό χρημάτων για αγορά μετοχών. Ήταν η θέση του ότι αν ήξερε αυτό το γεγονός δεν θα προχωρούσε στη λήψη των διευκολύνσεων. Σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής των επίδικων εγγράφων, ο μάρτυρας, παραδεχόμενος ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι εναγόμενοι τα υπέγραψαν, πρόβαλλε ως σταθερή του θέση ότι ουδέποτε υπέγραψαν ενώπιον του ΜΕ3, τον οποίο σε καμία περίπτωση είδαν. Σταθερή του επίσης θέση ήταν ότι ουδέποτε αναγνώρισε οποιοδήποτε χρέος προς την τράπεζα μετά την, κατ΄ ισχυρισμό του, παραβίαση εκ μέρους της των μεταξύ τους συμφωνιών και μετά την παράλειψή της να ενεργήσει όπως τον είχε διαβεβαιώσει. Με οδηγό τις πιο πάνω θέσεις του ο εναγόμενος 1 κατέληξε να αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη οφειλής ή άλλης υποχρέωσής του προς την τράπεζα, επιμένοντας ότι έχει βάσιμη ανταπαίτηση των ποσών που αξιεί, ως αντιπροσωπεύοντα την αξία των μετοχών που ενεχυριάστηκαν, το προϊόν της αξίας των μετοχών της Κύκνος που πωλήθηκαν και καταθέσεις που έγιναν έναντι του δανείου. Γ. Αξιολόγηση - Ευρήματα. H αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Αναγκαίο και επιθυμητό είναι η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεών του. Είναι η αξιολόγηση, από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται, και ο συσχετισμός του με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου (Αντρέας Στυλιανίδης v. Κωνσταντίνου Χ"Πιέρα

(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ και Παναγιώτη Πολυβίου Πολιτική Έφεση 99/2007, ημερ. 9.4.2009). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης, παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες στην πορεία παράθεσης των ισχυρισμών τους. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία πως τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων αποτυπώνουν την εξέλιξη των γεγονότων, όπως αυτά πραγματικά έλαβαν χώρα. Επίρρωση στην κρίση του Δικαστηρίου δίνει, τόσο η στήριξη των ισχυρισμών των πιο πάνω μαρτύρων από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, όσο και η αναντίλεκτη πορεία των όσων ακολούθησαν τις επίδικες συμφωνίες. Αντίθετα, τα όσα οι Μάρτυρες Υπεράσπισης κατέθεσαν, και ιδίως ο βασικός μάρτυρας, ΜΥ2-Εναγόμενος 1, συνιστούν ένα συνονθύλευμα αφύσικων τοποθετήσεων και αυτοαναιρέσεων. Τεκμηριώνω: Η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών από τους εναγόμενους δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Ούτε η λήψη των χρηματικών διευκολύνσεων. Υποβλήθηκε όμως στους Μάρτυρες Εναγόντων πως: ότι οι διευκολύνσεις δημιουργήθηκαν για επενδυτικούς σκοπούς και όχι για αγορά γης, ότι ο ΜΕ3 δεν υπέγραψε ταυτόχρονα με το ΜΕ2 ως μάρτυρας στα επίδικα έγγραφα, ότι η παράταση πέραν του έτους για πληρωμή των οφειλομένων δόθηκε από την τράπεζα και δεν ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1, και, τέλος, ότι η εξόφληση είχε συμφωνηθεί προφορικά να γίνει με την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών. Eξήγησαν οι μάρτυρες τη φύση των επίδικων λογαριασμών και τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών. Τα όσα παρέθεσαν συνάδουν με τις χωρίς ένσταση κατατεθείσες συμφωνίες. Το γεγονός ότι οι αναφορές των μαρτύρων της τράπεζας ως προς το σκοπό παροχής των πιστοδοτήσεων, την αγορά δηλαδή γης, δεν αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη τους, επιβεβαιώνεται από τη σχετική περιγραφή στην πρώτη σελίδα του Τεκμ. 13, ήτοι του εισηγητικού πιστοδοτήσεων. Υπενθυμίζεται πως το Τεκμήριο αυτό δεν κατατέθηκε με αίτημα της πλευράς της ενάγουσας, αλλά κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, και μετά από σχετική προτροπή του δικηγόρου των εναγομένων. Σε σχέση με το θέμα της ταυτόχρονης υπογραφής ως μάρτυρα των επίδικων συμφωνιών και του ΜΕ3, η ανάλογη θέση του τελευταίου ενισχύθηκε από την περιγραφή του ως προς το πρόσωπο της εναγόμενης 2, την οποία θυμόταν και την ηλικία της οποίας καθόρισε. Η φυσικότητα της μαρτυρίας της πλευράς της τράπεζας ως προς τους λόγους που οδήγησαν στην παράταση εξόφλησης, επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Την ενεχυρίαση δηλαδή περαιτέρω μετοχών, της Κύκνος, εκ μέρους του εναγομένου
  1. Προς τι δηλαδή η περαιτέρω επαχθής αυτή πράξη για τον εναγόμενο 1 εάν την παράταση επιθυμούσε η τράπεζα; Τέλος, απόλυτα λογική είναι η θέση του ΜΕ1 ότι ουδέποτε έγινε προφορική συμφωνία για εξόφληση των οφειλομένων μόνο με την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών. Αν δεν είχαν έτσι τα πράγματα, ποιο σκοπό θα εξυπηρετούσε η παροχή εγγύησης εκ μέρους και της εναγόμενης 2; Ο ΜΥ1 έδωσε μαρτυρία προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση της πλευράς του πως οι υπογραφές των μαρτύρων στα επίδικα έγγραφα δεν τέθηκαν ταυτόχρονα. Αμφισβήτησε βασικά ότι ο ΜΕ3 ήταν παρών. Έχουν δοθεί πιο πάνω οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινή τη μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων, μέρος της οποίας καλύπτει και αυτό το σημείο. Παρακολουθώντας το ΜΥ1 να καταθέτει, δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία ότι η σχετική αναφορά του ήταν αποτέλεσμα της εμπλοκής του στην όλη υπόθεση και απέλπιδα προσπάθειά του να αποφύγει τις οικονομικές συνέπειες που η ενεχυρίαση των μετοχών του, ως ασφάλεια των επίδικων διευκολύνσεων, επέφερε. Στην πορεία αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου 1- ΜΥ2, ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο έχει ιδιαίτερη σημασία: Τα επίδικα θέματα αφορούν τραπεζικές διευκολύνσεις και καλύπτονται από γεγονότα που έχουν σχέση με τις εργασίες των τραπεζών. Ο ΜΥ2 δε, ήταν για σειρά ετών τραπεζικός υπάλληλος και αφυπηρέτησε λίγο πριν από τον ουσιώδη χρόνο από διευθυντική θέση στην Τράπεζα Κύπρου. Έτσι εχόντων των πραγμάτων, σειρά ουσιαστικών θέσεών του είναι ασύμβατες με τη λογική. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ2 ότι πέραν των γραπτών συμφωνιών έλαβαν χώρα και προφορικές, μεταξύ του και συγκεκριμένων στελεχών της τράπεζας, συμφωνίες και διαβεβαιώσεις, ιδιαίτερα σημαντικές. Αφορούσαν, κατά βάση, εξόφληση των οφειλομένων με την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών μόνο. Δεν συνάδει όμως με τη λογική η ύπαρξη προφορικής, έστω, συμφωνίας για εξόφληση με πώληση μετοχών μόνο και ταυτόχρονα να δίνεται και εγγύηση εκ μέρους της συζύγου του εναγόμενου 1, της εναγόμενης 2, η οποία και κάλυπτε ολόκληρο το ποσό των διευκολύνσεων, πλέον τους σχετικούς τόκους. Ούτε βεβαίως θα ήταν πειστικό να μην αντιλαμβανόταν ο μάρτυρας, ιδίως ως πρώην ανώτερο τραπεζικό στέλεχος, τη σημασία τέτοιας συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω, εάν όντως υπήρχε προφορική συμφωνία για εξόφληση με μόνο τις ήδη ενεχυριασθείσες μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, δεν εξηγείται για ποιο λόγο ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε περαιτέρω μετοχές του, της Κύκνος, την 11.10.2000, επτά δηλαδή μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του χρέους του. Ακόμη, η εξεταζόμενη θέση του εναγόμενου 1 αυτοαναιρείται από τη δική του παραδοχή ότι κατέβαλε ως δόση έναντι των οφειλών του τουλάχιστον ποσό Λ.Κ.10.
  2. Η ενέργειά του αυτή δεν συνάδει με τη θέση του περί ύπαρξης συμφωνίας για εξόφληση των οφειλομένων με την πώληση μόνο των μετοχών και χωρίς να υποστεί ο ίδιος οποιαδήποτε άλλη ζημιά. O ισχυρισμός του δε ότι την παράταση πληρωμής μέχρι 31.12.2000 τη ζήτησε η τράπεζα, είναι επίσης διάτρητος. Αν έτσι είχαν τα γεγονότα δεν θα υπήρχε λόγος να δεσμεύσει περαιτέρω μετοχές του ως ασφάλεια λίγες μέρες προτού λήξει η προθεσμία, τη 18.10.2000, για πληρωμή των οφειλομένων. H μόνη λογική εξήγηση είναι η θέση που προέβαλε η τράπεζα, ότι δηλαδή η παράταση ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1, προκειμένου αυτός να επωφεληθεί από την εκληφθείσα ως δεδομένη αύξηση της αξίας της μετοχής της Τράπεζας Κύπρου στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η οποία αναμενόταν να γίνει περί το τέλος του
  3. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένη την προβληματική κάλυψη πλέον του ύψους των δοθεισών διευκολύνσεων από τις ήδη ενεχυριασθείσες μετοχές, ήταν απόλυτα φυσιολογικό η τράπεζα να ζητήσει περαιτέρω εξασφαλίσεις προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα για παράταση. Εξασφαλίσεις που δόθηκαν και έλαβαν τη μορφή της ενεχυρίασης των μετοχών της Κύκνος. Έκθετη σε απόρριψη είναι επίσης η θέση του εναγόμενου 1 ότι ουδέποτε αναγνώρισε το επίδικο χρέος του προς την τράπεζα. Αυτοαναιρείται από την από μέρους του, παραδεκτή, πληρωμή δόσεων έναντι των οφειλομένων, αλλά και από την καταβολή, το Δεκέμβριο του 2000, της αξίας των μετοχών της Κύκνος, τις οποίες, μετά από συνεννόησή του με την τράπεζα, πώλησε. Συνοπτικά, σφαιρικά αντικριζόμενη η μαρτυρία του εναγόμενου 1, δεν περιέχει ίχνος πειστικότητας. Καθότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ένας ανώτερος τραπεζικός υπάλληλος, με τα χρόνια και την εμπειρία του μάρτυρα αυτού, γνώστης των τραπεζικών δεδομένων και της σημασίας των δεσμεύσεων που δημιουργούν γραπτές συμφωνίες εξασφάλισης πιστώσεων και ανάλογες εγγυήσεις, θα περιορίζετο και θα στηριζόταν σε ισχυριζόμενες προφορικές συμφωνίες τέτοιας έκτασης και τόσο καταλυτικών συνεπειών. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και με επιπρόσθετα τα παραδεκτά γεγονότα, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι βασικό εύρημα η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων, εγγύησης και ενεχυρίασης μετοχών, υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που η πλευρά της ενάγουσας τράπεζας έθεσε. Περαιτέρω, ότι το ποσό, στο παραδεκτό του ύψος, κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Δ. Νομική Πλευρά - Προβληθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. (α) Ερμηνεία ΄Εγγραφης Συμφωνίας - Εξωγενής Μαρτυρία - Παράλληλη Συμφωνία Οι αρχές ερμηνείας εγγράφων θα καλύψουν διάφορα μέρη στα επόμενα στάδια της απόφασης. Ορθό είναι λοιπόν να εκτεθεί από τώρα αναλυτική νομική προσέγγιση. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντα των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από τον ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄ αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ 630, Θάλεια Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 407, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 168, Σολωμός Οικονόμου κ.α. ν. Γεώργιου Α. Ττοφίνη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 436, Λαζούρας ν. Σκυλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ 168). Έχει επίσης αναγνωριστεί νομολογιακά ότι η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα ο οποίος δεν επιτρέπει σε κανένα από τους συμβαλλόμενους να διαφοροποιήσει γραπτή συμφωνία, του αποκλεισμού δηλαδή εξωγενούς μαρτυρίας, πολλές φορές οδηγεί σε αδικία. Ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει, και οφείλει να εξετάζει, όλη τη μαρτυρία, στο σύνολό της, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική φύση της μεταξύ των μερών συμφωνίας (J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd v. Andrea Merzario Ltd
(1976)2 All E.R. 930, MarketVentures Ltd και Ουράνιου Δικωμίτη, Πολιτική Έφεση 127/2007, ημερ. 10.4.2009). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται βεβαίως ζήτημα δυσκολίας στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα επίδικα έγγραφα αποτυπώνουν με απόλυτη διαύγεια τους σκοπούς και τις προθέσεις των, οι οποίες αναδύονται χωρίς καμιά δυσκολία μέσα από τους όρους των εγγράφων αυτών. Είναι νομικά επιτρεπτό, και στην παρούσα περίπτωση αυτό έγινε, να επιτραπεί η παροχή εξωγενούς μαρτυρία, η οποία σκοπό έχει να καταδείξει την πραγματική φύση των μεταξύ των μερών συναλλαγών. Εν προκειμένω, τη θέση των εναγομένων περί παροχής επενδυτικών δανείων, με όλες τις συνέπειες που αυτό επιφέρει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και Γεώργιος Κυριάκου Χίνη, Πολιτική Έφεση 37/2006, ημερ. 14.7.2008). Οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν διαβεβαιώσεις από την πλευρά της ενάγουσας τράπεζας ως προς τον τρόπο εξόφλησης και τον τύπο των χρηματοδοτήσεων. Εισηγήθηκαν ουσιαστικά, από νομικής απόψεως, συμβατική υπόσχεση εκ μέρους της τράπεζας, την οποία και ζήτησαν να εφαρμοστεί ως παράλληλη συμφωνία, αφού, κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων, αυτή δόθηκε με πρόθεση να πειστούν να καταλήξουν στις μεταξύ τους συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύσεων. Με την τοποθέτηση αυτή των εναγομένων τέθηκε, νομικά, σε λειτουργία ο μηχανισμός της επίκλησης παράλληλης συμφωνίας (J. Evans & Sons (Portsmouth) Ltd και MarketVentures Ltd ανωτέρω). Η ενάγουσα απέσεισε, μέσα από την κατάθεση των παραδεκτών γεγονότων, και την αποδοχή των θέσεών της, το βάρος που είχε για την απόδειξη της ύπαρξης και της φύσης των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Οι εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη της παράλληλης συμφωνίας που επικαλέστηκαν. Τα όσα όμως οι Μάρτυρες Υπεράσπισης κατέθεσαν, προς υποστήριξη αυτών των θέσεων, έχουν καταρρεύσει ως μη ανταποκρινόμενα προς την πραγματικότητα, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης, αφήνοντας έτσι μετέωρους τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί άλλων, προφορικών, συμφωνιών. (β) Εγκυρότητα - Νομιμότητα των Επίδικων Λογαριασμών - Εγκύκλιοι Κεντρικής Τράπεζας. Εισηγήθηκε η πλευρά των εναγομένων ότι η ύπαρξη των εγκυκλίων, της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμ. 14, σε συνάρτηση με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι υπαλλήλοι της ενάγουσας δεν ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1 σχετικά με αυτές, πλήττει την εγκυρότητα των μεταξύ των μερών συμφωνιών, λόγω παρανομίας στη συμπεριφορά της τράπεζας και παραβίασης της δημόσιας πολιτικής. Η πιο πάνω προσέγγιση θεωρητική και μόνο σημασία έχει για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, δεδομένης της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες πιστώσεις δεν εμπίπτουν στα πλαίσια των πιστωτικών διευκολύνσεων με σκοπό την απόκτηση μετοχών στο Χρηματιστήριο και δεν αφορούν, τελικά, επενδυτικό λογαριασμό. Παρά ταύτα, συνοπτικά πλέον, καταγράφονται τα ακόλουθα: Έστω κι αν οι επίδικοι λογαριασμοί ενέπιπταν στα πλαίσια που σκοπό είχαν να καλύψουν οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, είναι φανερό από την εγκύκλιο ημερ. 24.11.99 (μέρος του Τεκμ. 14), ότι η πρώτη απαγόρευση που τέθηκε από την Κεντρική τράπεζα για μη παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, όταν αυτές αφορούσαν ή υπήρχε υποψία ότι θα χρησιμοποιούντο για αγορά μετοχών, εκδόθηκε μετά την παροχή, 18.10.99, των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Αλλά, κι αν ακόμη τύγχανε εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση η οποιαδήποτε παράβαση των αναφερόμενων εγκυκλίων, αυτό δεν θα δημιουργούσε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τράπεζας με βάση τις εγκυκλίους αυτές. Εγκύκλιοι (διαταγές) εκδίδονται συνήθως στα πλαίσια του εποπτικού ελέγχου. Συνιστούν γενικές οδηγίες και αφορούν κυρίως την ενιαία εφαρμογή ενός ορισμένου νόμου και τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας. Η διαταγή δεν θέτει αντικειμενικό δίκαιο, αλλά αντιθέτως επιτρέπεται μόνο στα όρια που θέτουν οι κανόνες δικαίου (Π.Δ. Δαγτόγλου: Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, σελ. 218-9). Στην υπό κρίση περίπτωση οι εγκύκλιοι εκδόθηκαν δυνάμει εξουσιοδότησης νόμου από την Κεντρική Τράπεζα προς τις εμπορικές, στα πλαίσια άσκησης του εποπτικού της ελέγχου. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια τέτοια εγκύκλιο συνεπάγεται διάφορες κυρώσεις και αποτελεί θέμα ερμηνείας του όλου νομοθετικού πλαισίου κατά πόσο η παράλειψη εφαρμογής των καθηκόντων αυτών επιφέρει δικαίωμα αποζημιώσεων στο αστικό δίκαιο, σε ένα ιδιώτη που ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά. Κατά κανόνα, οι πρόνοιες σε μια νομοθεσία για ύπαρξη άλλων θεραπειών, όπως ο καθορισμός διοικητικών προστίμων, αποκλείει το μέτρο έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις (Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 791). Σε τελική ανάλυση - όπως σχετικά εντοπίζεται από τον Ναθαναήλ, ΠΕΔ, ως ήταν, στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και Αιμίλιου Κούλλουρου, αγωγή 6559/02, ημερ. 18.1.2008, το σχετικό μέρος της οποίας και υιοθετώ - ο ενάγων θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει καθήκον οφειλόμενο προς τον ίδιο προσωπικά και όχι απλώς προς το γενικό κοινό, ότι η ζημιά που υπέστη προκλήθηκε άμεσα από τη διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και ότι η ζημιά ήταν της φύσεως που ήταν στη σκέψη του νομοθέτη. Όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκαν τα πιο πάνω στην υπό εξέταση υπόθεση, αλλά εντοπίζεται περαιτέρω πως η οποιαδήποτε παράβαση των εγκυκλίων συνεπάγετο την επιβολή αυστηρού προστίμου, αλλά όχι την αναγνώριση οποιασδήποτε περαιτέρω θεραπείας προς ιδιώτη, ο οποίος δεν είχε κατευθείαν σχέση με την Κεντρική Τράπεζα, ούτε άλλο έννομο συμφέρον στο να αναζητήσει περαιτέρω θεραπεία ως άτομο από τον παραβάτη της εγκυκλίου. (γ) Εγγύηση Εναγόμενης
  1. Προέβαλε η πλευρά της Υπεράσπισης ότι η απαίτηση εναντίον της εναγόμενης 2, η οποία στηρίζεται μόνο στην από μέρους της υπογραφή του εγγράφου εγγυήσεως, Τεκμ. 4, θα πρέπει να απορριφθεί καθότι αφενός το χρέος της δεν κατέστη απαιτητό, αφού, ως ο ισχυρισμός, δεν απεστάλη σχετική επιστολή τερματισμού των επίδικων πιστώσεων, και, αφετέρου, δημιουργήθηκε νέα συμφωνία μεταξύ τράπεζας και εναγόμενου 1, λόγω παράτασης που δόθηκε στην εξόφληση των οφειλομένων, χωρίς να ειδοποιηθεί σχετικά η εναγόμενη
  2. Όσον αφορά το ζήτημα της ειδοποίησης τερματισμού, είναι χωρίς στήριξη η ανάλογη θέση της Υπεράσπισης. Καθότι συνιστά παραδεκτό γεγονός (Τεκμ. 1, παράγρ. 8 και 9) ότι η ενάγουσα, με επιστολές που απέστειλε στους εναγόμενους, τερμάτισε το λογαριασμό του επίδικου δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, καλώντας τους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο. Η δεύτερη προσέγγιση της Υπεράσπισης στηρίχθηκε στο γεγονός ότι παρά τη συμφωνία για εφάπαξ πληρωμή των οφειλόμενων ποσών στις 18.10.2000, τα μέρη συμφώνησαν μετέπειτα σε περαιτέρω παράταση του χρόνου εξόφλησης. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της εναγόμενης 2 ότι αυτό συνιστά νέα συμφωνία για την οποία δεν είχαν ενημερώσει την εναγόμενη
  3. Από νομικής πλευράς, η εγκυρότητα και η εμβέλεια εγγύησης εξετάζεται υπό το φως της ολότητας της σχετικής σύμβασης (Γιώργος Καρατσιώλης v. Royal Sports Betting Ltd, Πολιτική Έφεση 250/06, ημερ. 23.5.2008). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 180, γίνεται εκτενής ανάλυση της διάκρισης μεταξύ ειδικής (specific) εγγύησης και συνεχούς. Τονίζεται δε η ανάγκη εντοπισμού της πρόθεσης των μερών, όπως αυτή συνάγεται από τις δεσπόζουσες συνθήκες που περιβάλλουν τη δημιουργία της επίδικης εγγύησης. Εντοπίζεται περαιτέρω, με αναφορά στην υπόθεση Hefffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599, ότι το θέμα της φύσης της εγγύησης δεν μπορεί να αποφασιστεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου, χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νου όταν δόθηκε η εγγύηση. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα πρέπει να εξεταστούν οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη δημιουργία της επίδικης εγγύησης στην παρούσα υπόθεση: Το έγγραφο εγγύησης, Τεκμ. 4, υπεγράφη την ίδια ημέρα που έλαβαν χώρα οι συμφωνίες παροχής διευκολύνσεων από την τράπεζα στον εναγόμενο 1, Τεκμ. 2 και
  1. Σκοπός της ήταν όπως η εγγυήτρια εγγυηθεί το σύνολο των διευκολύνσεων αυτών, ήτοι Λ.Κ.150.000, πλέον τους τόκους. Αυτό ήταν και το αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης. Να καταστεί δηλαδή δυνατή η παροχή των διευκολύνσεων μέσα από την εξασφάλισή τους με την εγγύηση της εναγόμενης 2, πέραν των ενεχυριασθέντων μετοχών. Οι υποχρεώσεις της εναγόμενης 2, που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης, δεν ήταν συναρτημένες, ούτε περιορίζοντο από την παρέλευση του ενός χρόνου, οπόταν και εκ των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων, ο εναγόμενος 1 ήταν υποχρεωμένος να εξοφλήσει τις οφειλές του προς την τράπεζα. Αντίθετα, μέσα από τους όρους του Τεκμ. 4, ξεκάθαρα εντοπίζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων για κάλυψη της υποχρέωσης εξόφλησης των οφειλομένων μέχρις ότου αυτό γίνει. Οι πρόνοιες δε του άρθρου 5 του Τεκμ. 4 είναι απόλυτα διαφωτιστικές. Συμφωνείται και αναγνωρίζεται το δικαίωμα της τράπεζας, κατά την απόλυτη κρίση της, και χωρίς τη συγκατάθεση της εγγυήτριας, ούτε επηρεασμό της ευθύνης της, να δίδει παρατάσεις χρόνου στον πρωτοφειλέτη ή να προβαίνει σε συμβιβασμούς με αυτόν. Με βάση τα πιο πάνω, οι εξεταζόμενες θέσεις της Υπεράσπισης γύρω από την εγγύηση που δόθηκε από την εναγόμενη 2 απορρίπτονται. (δ) Εγκυρότητα Συμφωνιών Ενεχυρίασης Μετοχών. Η εισήγηση αυτού του μέρους της Υπεράσπισης ήταν ότι δεν τηρήθηκαν οι αυστηρές νομοθετικές επιταγές του άρθρου 138 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.
  2. Στηρίχθηκε δε στις θέσεις ότι οι υπογράψαντες ως μάρτυρες δεν ήταν ταυτόχρονα παρόντες κατά την υπογραφή και στη μη απόδειξη της συνδρομής των πρόσθετων προνοιών της παραγρ. 2 του πιο πάνω άρθρου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου, ως προς την απουσία του πραγματικού υπόβαθρου στήριξης της πιο πάνω εισήγησης, σφραγίζει και το αποτέλεσμα του ζητήματος αυτού. Έχει αφενός γίνει αποδεκτή η μαρτυρία των μαρτύρων της τράπεζας, σύμφωνα με την οποία όλα τα μέρη ήταν παρόντα όταν λάμβαναν χώρα οι υπογραφές των επίδικων εγγράφων, αφετέρου δε τα Τεκμ. 6 και 8 επιμαρτυρούν την τήρηση όλων των πρόσθετων προνοιών του άρθρου
  3. Συνεπώς, και αυτή η θέση της Υπεράσπισης απορρίπτεται. (ε) Μη Πώληση των Μετοχών από την Τράπεζα - Συνέπειες. Ήταν ουσιαστική θέση της πλευράς των εναγομένων, επί της οποίας οικοδομήθηκε σημαντικό μέρος της Υπεράσπισης, αλλά και στην οποία εδράζεται βασικά η ανταπαίτησή τους, ότι η τράπεζα όφειλε να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών έγκαιρα, αφού το περιθώριο εξασφάλισης ανατράπηκε, ούτως ώστε να περιορίσει τη ζημιά. Εισηγείται περαιτέρω η πλευρά της Υπεράσπισης, εισήγηση που καλύπτει εκτεταμένες ενότητες, τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της τελικής αγόρευσης, ότι η τράπεζα επέδειξε αμέλεια ως προς τη διαχείριση των ενεχυριασμένων μετοχών, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντική ζημιά οι εναγόμενοι 1 και 3, η οποία και υπολογίστηκε στη βάση της απώλειας, εν τω μεταξύ, της αξίας των μετοχών. Οι τεθείσες εισηγήσεις της Υπεράσπισης παραγνωρίζουν μια ουσιαστική παράμετρο: Τις πρόνοιες δηλαδή της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Η τράπεζα, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το όλο κείμενο της συμβάσεως ενεχυρίασης μετοχών, Τεκμ. 5 και 7, και ιδιαίτερα από τον όρο 5, σε περίπτωση μη πληρωμής των διευκολύνσεων, έχει το απόλυτο δικαίωμα και ανέκκλητη εξουσία πώλησης των μετοχών, χωρίς καμιά αναφορά στον ενεχυριαστή και στην τιμή ή σε όρους που θα θεωρήσει κατάλληλους κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς να έχει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των ενεχυριαστών. Συνεπώς, οι μεταξύ των μερών συμφωνίες ενεχυρίασης ρυθμίζουν τις σχέσεις τους και καθορίζουν ξεκάθαρα τις προθέσεις τους. Η τράπεζα είχε, με βάση τις συμφωνίες αυτές, το απόλυτο δικαίωμα και όχι οποιαδήποτε υποχρέωση πώλησης καθ΄ οιονδήποτε χρόνο ή τρόπο των επίδικων μετοχών. Η μη άσκηση δε αυτού του δικαιώματος δεν επιφέρει οποιεσδήποτε συνέπειες στις υποχρεώσεις της έναντι των εναγομένων, οι οποίοι και παρεμποδίζονται από τα όσα ρητά συμφώνησαν να επικαλούνται διαφορετικά. Η πιο πάνω κατάληξη στο υπό εξέταση ζήτημα, σφραγίζει, τόσο τα ουσιαστικά μέρη της Υπεράσπισης, όσο και τις εκτεταμένες προσεγγίσεις των εναγομένων, επί των οποίων εδράζουν και την ανταπαίτησή τους. Επιπρόσθετα, συμπληρώνω μόνο πως, έστω κι αν στοιχειοθετούσαν οι εναγόμενοι ύπαρξη οποιασδήποτε υποχρέωσης ή αμέλειας ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους της τράπεζας, θα ήταν αδύνατη η κατάληξη σε συγκεκριμένο ποσό, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται ουσιαστικά ποιος θα ήταν ο ιδανικός κατά τους εναγόμενους χρόνος πώλησης. Υπάρχει, ως εκ τούτου, αδυναμία καθορισμού συγκεκριμένης ημερομηνίας πώλησης των μετοχών και περαιτέρω αδυναμία, λόγω απουσίας ανάλογης μαρτυρίας, της αξίας τους κατά το χρόνο αυτό. (στ) Γενικό Σχόλιο για Θέσεις Υπεράσπισης. Η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης καλύπτει 45 πυκνογραμμένες σελίδες και δεν ανταποκρίνεται στην αναμενόμενη, και νομικά επιβεβλημένη, καταγραφή, με απλό, λιτό και απέριττο τρόπο, των βασικών θέσεων των εναγομένων. Με επαναλαμβανόμενο και διαζευκτικό δε τρόπο, τίθενται δεκάδες ισχυρισμοί, οι οποίοι καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της νομικής επιστήμης. Σειρά προβαλλόμενων ισχυρισμών είτε δεν προωθήθηκαν, είτε παρέμειναν παντελώς ανυπόστατοι, πλήττοντας έτσι και την όλη πειστικότητα των θέσεων των εναγομένων. Ενδεικτικό της σύγχυσης που καλύπτει την προσέγγιση της πλευράς της Υπεράσπισης, είναι και το γεγονός ότι σε μέρη της τελικής αγόρευσης γινόταν αναφορά σε δεδομένα που δεν αφορούσαν τα επίδικα θέματα και τα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση, όπως επίσης επιχειρείτο η στήριξη θέσεων κατά παρέκκλιση παραδεκτών γεγονότων. Ενδεικτικά καταγράφω τις αναφορές περί ύπαρξης χαρτοφυλακίου στα χέρια της τράπεζας, τη θέση περί μη ύπαρξης ειδοποίησης τερματισμού και τον ισχυρισμό περί απουσίας νομιμοποίησης της ενάγουσας λόγω μεταβίβασης των εργασιών της. Υπενθυμίζω όμως ότι το ζήτημα της ειδοποίησης τερματισμού και τα όσα καλύπτουν τη μεταβίβαση εργασιών της ενάγουσας, οι παραγράφοι 1-3 δηλαδή της έκθεσης απαίτησης, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και καταγράφονται στις παραγρ. 1, 8 και 9 του Τεκμ.
  4. Ε. Κατάληξη. Η ενάγουσα τράπεζα, μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφερε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που έχουν κατατεθεί ως παραδεκτά, έχει αποδείξει την απαίτησή της στο ύψος του ποσού που από κοινού δηλώθηκε. Τα προβληθέντα στοιχεία υπεράσπισης και τα όσα τέθηκαν προς στήριξη βάσης ανταπαίτησης έχουν απορριφθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €350.388,22σ, πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €24.419,36 από 1.1.2009 μέχρι εξόφλησης και τόκο προς 7.5% επί του ποσού των €325.968,86 από 1.1.2009 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης διάταγμα διατάσσον την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμιά ιδιαίτερη διαταγή όσον αφορά τα έξοδα, εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.