← Κύπρος

Πολύδωρου Οδυσσέως ν. Δρ. Σάββα Σάββα κ.α., Αγωγή Αρ. 5588/07, 29.5.09

Πολύδωρου Οδυσσέως ν. Δρ. Σάββα Σάββα κ.α., Αγωγή Αρ. 5588/07, 29.5.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A111 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 5588/07 Μεταξύ: Πολύδωρου Οδυσσέως, ανήλικου δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων αυτού Αλέκου Οδυσσέως και Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -

  1. Δρ. Σάββα Σάββα, από τη Λευκωσία
  2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου ημερ. 8.11.07 Μεταξύ:
  3. Πολύδωρου Οδυσσέως, ανήλικου δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων αυτού Αλέκου Οδυσσέως και Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία
  4. Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία
  5. Αλέκου Οδυσσέως, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -
  6. Δρ. Σάββα Σάββα, από τη Λευκωσία
  7. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου ημερ. 21.10.08 Μεταξύ:
  8. Πολύδωρου Οδυσσέως, ανήλικου δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων αυτού Αλέκου Οδυσσέως και Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία
  9. Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία
  10. Αλέκου Οδυσσέως, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -
  11. Δρ. Σάββα Σάββα, από τη Λευκωσία
  12. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  13. Ζωής Μελάρη και Πόπης Κυπριανίδου, ως διαχειριστών του αποβιώσαντα ιδιοκτήτη και υπεύθυνου ιατρού Χριστόφορου Μελάρη του ιδιωτικού Νοσοκομείου «Κλινική Μελάρης» Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου ημερ. 16.1.09 Μεταξύ:
  14. Πολύδωρου Οδυσσέως, ανήλικου δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων αυτού Αλέκου Οδυσσέως και Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία
  15. Στέλλας Οδυσσέως, από τη Λευκωσία
  16. Αλέκου Οδυσσέως, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -
  17. Δρ. Σάββα Σάββα, από τη Λευκωσία
  18. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  19. Δημήτρη Κούτρα και Αριστοφάνη Γεωργίου ως διαχειριστών του αποβιώσαντα ιδιοκτήτη και υπεύθυνου ιατρού Χριστόφορου Μελάρη του ιδιωτικού Νοσοκομείου «Κλινική Μελάρης» Εναγομένων Ημερομηνία: 29.5.09 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Φλωρέντζος Για εναγόμενους 3/καθ΄ ων η αίτηση: κ.κ. Κούτρας και Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.1.1995 η ενάγουσα 2, σύζυγος του ενάγοντα 3, έφερε στον κόσμο το τρίτο της παιδί, τον Πολύδωρο. Ο τοκετός έγινε στην «Γυναικολογική Κλινική Μελάρης» (στο εξής η Κλινική), ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα γιατρού Χρ. Μελάρη, από το γυναικολόγο Σάββα (εναγόμενο 3), ο οποίος ήταν και ο γιατρός που παρακολουθούσε την ενάγουσα 2 καθ΄ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν κύλησαν ομαλά. Η ενάγουσα 2 δεν παρουσίασε την απαιτούμενη διαστολή με αποτέλεσμα η διαδικασία του τοκετού να παραταθεί. Το πρόβλημα, όμως, δεν έληξε εκεί. Όταν τελικά γεννήθηκε το παιδί παρουσίαζε τέτοια εικόνα που κρίθηκε ότι θα έπρεπε να μεταφερθεί για νοσηλεία στο δημόσιο νοσηλευτήριο «Μακάριο Νοσοκομείο Λευκωσίας», όπως και έγινε. Ο Πολύδωρος παρέμεινε στο «Μακάριο» για έξι εβδομάδες και ναι μεν σώθηκε η ζωή του αλλά παρέμειναν μόνιμες και σοβαρές αναπηρίες, σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει λόγος για ποιότητα ζωής. Τόσο για τον ίδιο όσο, αναπόφευκτα, και για τους γονείς του που έκτοτε ζουν μια εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση, με ό,τι αυτή συνεπάγεται σε χρήμα, πόνο και ταλαιπωρία. Δώδεκα και πλέον χρόνια μετά τον τοκετό, στις 31.5.07, οι γονείς του ανήλικου αποφάσισαν να κινηθούν δικαστικά εναντίον των προσώπων που, κατά τη γνώμη τους, ευθύνονται για την κατάσταση του παιδιού τους. Προς τούτο καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αξιώνοντας ειδικές και γενικές αποζημιώσεις στη βάση ότι η ζημία που υπέστη ο ανήλικος ήταν αποτέλεσμα αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου καθηκόντων τους. Αργότερα, όπως φαίνεται και στον τίτλο της αγωγής, προστέθηκαν ως εναγόμενοι 3 οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Μελάρη και αφού ολοκληρώθηκαν οι σχετικές διαδικασίες υποβλήθηκε στις 5.3.09 πολυσέλιδη έκθεση απαίτησης. Ταυτόχρονα με αυτή, καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) και μονομερής αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 3 (στο εξής οι καθ΄ων η αίτηση) να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, μεταβιβάσουν ή αποξενώσουν το κτήμα που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του αποβιώσαντα και επί του οποίου κτίσθηκε η Κλινική. Πρόκειται για το κτήμα υπ΄ αρ. εγγραφής Α.365, Φ/Σχ., ΧΧΙ/54.
  20. 2 & 4 και ΧΧΙ/55.
  21. 1 & 3, Τμήμα Α, το οποίο βρίσκεται στον Άγιο Αντώνιο Λευκωσίας και, όπως είναι αυτονόητο, η παρούσα θα εξετάσει τους λόγους που επικαλούνται οι καθ΄ ων η αίτηση για ακύρωση του διατάγματος ή, όπως είναι η θέση των αιτητών, για οριστικοποίηση του. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση βασίζονται στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και υποστηρίζονται από ενόρκους δηλώσεις. Οι αιτητές, για την κατάσταση του παιδιού τους αλλά και των ιδίων, επιρρίπτουν σοβαρή ιατρική αμέλεια στον εναγόμενο 1 για πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διαδικασία του τοκετού. Αμέλεια επιρρίπτεται και στον εναγόμενο 2 για τη μεταφορά και παραμονή του παιδιού στο Μακάριο και, περαιτέρω, για ισχυριζόμενη παράλειψη του να ελέγξει την επάρκεια του εξοπλισμού και προσωπικού της Κλινικής. Για τους σκοπούς όμως της παρούσας ενδιαφέρει τι αποδίδεται στον αποβιώσαντα γυναικολόγο Μελάρη. Του αποδίδεται εκ προστήσεως ευθύνη για την ιατρική δραστηριότητα του εναγόμενου 1 και αυτό γιατί ήταν ο ιδιοκτήτης και ο υπεύθυνος της Κλινικής. Αναλυτικότερα:- Ο εναγόμενος 1, διατείνονται οι αιτητές, παρακολουθούσε κυοφορούσες και διενεργούσε τοκετούς στην Κλινική, υπεύθυνος της οποίας ήταν ο αποβιώσας, ως ανεξάρτητος ιατρός και/ή ως υπάλληλος και/ή ως υπηρέτης του αποβιώσαντος. Οι ίδιοι απευθύνθηκαν στον εναγόμενο 1 για να παρακολουθεί την ενάγουσα 2 κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και στη συνέχεια για τοκετό, δίδοντας πίστη αφενός μεν στην επαγγελματική του κατάρτιση και αφετέρου στο ότι η Κλινική διέθετε τον κατάλληλο εξοπλισμό και προσωπικό. Μάλιστα, σε κάποιο στάδιο ζήτησαν από τον εναγόμενο 1 να δουν το μαιευτήριο της Κλινικής, αλλά αυτός τους απέτρεψε με τη διαβεβαίωση ότι ήταν κατάλληλα εξοπλισμένο. Η ενάγουσα 2 μεταφέρθηκε στην Κλινική για να γεννήσει το πρωί της 21.1.
  22. Δεν είχε όμως αρκετή διαστολή, πρόβλημα που παρουσιάσθηκε και κατά τους δύο προηγούμενους της τοκετούς στο Μακάριο και για το οποίο είχε ενημερώσει τον εναγόμενο
  23. Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος 1 της χορήγησε ορρό, ο οποίος δεν έφερε αποτέλεσμα γιατί ήταν ληγμένος και/ή ελαττωματικός. Ο εναγόμενος 1 παρακολουθούσε το μωρό με χωνί (κοιλιοσκόνιο) γιατί το μαιευτήριο δεν διέθετε υπέρηχο και/ή καρδιοτοκογράφο. Η ανυπαρξία ιδιαίτερα καρδιοτοκογράφου, για την οποία ευθύνεται ο αποβιώσας, ήταν η κύρια αιτία που προκάλεσε περιγεννητική ασφυξία στο παιδί και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε, η εικόνα που παρουσίασε ήταν άκρως ανησυχητική. Το χρώμα του ήταν μελανό, δεν έκλαψε και απλώς μισοανάσαινε. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες το μωρό μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Μακάριο, ενώ η μητέρα του αιμορραγούσε και η συρραφή που της έγινε από τον εναγόμενο 1 ήταν πρόχειρη, με αποτέλεσμα να ξαναυποβληθεί μετά από ένα χρόνο σε επέμβαση που διενήργησε άλλος γυναικολόγος. Με τη μεταφορά του στο Μακάριο, το μωρό εισήχθηκε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης, όπου διαπιστώθηκε ότι ο εγκέφαλος του είχε μαύρες σκιές και πολλές περιοχές δεν οξυγονώθηκαν. Παρέμεινε εκεί για έξι εβδομάδες, αλλά το εξιτήριο που πήρε δεν σηματοδότησε και το τέλος των προβλημάτων. Αντίθετα, με την πάροδο του χρόνου πολλαπλασιάστηκαν και η σωματική και νοητική του αναπηρία είναι τέτοια που ούτε καν τις στοιχειώδεις του ανάγκες δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνος του, ενώ παράλληλα χρειάζεται συχνή παρακολούθηση από ιατρούς πολλών ειδικοτήτων. Όπως δε διαγνώσθηκε αιτία της κατάστασης του ήταν περιγεννητική βλάβη (ανοξία), για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία και η οποία - σύμφωνα πάντοτε με τους αιτητές - προκλήθηκε λόγω της αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμίων καθηκόντων που επέδειξαν όλοι οι εναγόμενοι. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, διατείνονται, ο μεν ανήλικος καταδικάσθηκε σε μόνιμη σωματική και νοητική αναπηρία οι δε γονείς του σε πόνο, ταλαιπωρία και τεράστια οικονομική ζημιά. Επομένως, η απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα - εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ως ειδικές αποζημιώσεις και άλλες ως γενικές - και δεν υπάρχει οποιαδήποτε εξασφάλιση για το ύψος του διεκδικούμενου ποσού. Συνεπώς, τυχόν αποξένωση της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του αποβιώσαντα θα καταστήσει την εκτέλεση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης που πιθανό να εκδοθεί εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση δύσκολη αν όχι αδύνατη. Στη βάση των πιο πάνω το δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το υπό κρίση διάταγμα, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο αξίας, όπως βεβαιώνεται από σχετική εκτίμηση (τεκμ.Α), €2.000.
  24. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται στην οριστικοποίηση του διατάγματος, προβάλλοντας ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και, περαιτέρω, δεν έχουν καμιά πιθανότητα και/ή καλή βάση αγωγής εναντίον του αποβιώσαντος. Σε σχέση με το θέμα της απόκρυψης διατυπώνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί:- Ο αποβιώσας έπαυσε να ασκεί την ιατρική από το 1993 για λόγους υγείας και ενόψει τούτου ενοικίασε την Κλινική σε ομάδα γυναικολόγων, οι οποίοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν το όνομα της Κλινικής αλλά ενεργούσαν ως ανεξάρτητοι ιατροί. Μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 1 που εξέδιδε στους αιτητές αποδείξεις τις οποίες απέκρυψαν, όπως απέκρυψαν και το γεγονός ότι ποτέ δεν συνάντησαν ούτε συνομίλησαν με τον αποβιώσαντα. Επομένως, ο ισχυρισμός που προβάλλουν ότι ο εναγόμενος 1 ενεργούσε ως ανεξάρτητος ιατρός και/ή ως υπάλληλος και/ή ως υπηρέτης του αποβιώσαντος ευσταθεί μόνο σ΄ ότι αφορά το πρώτο σκέλος. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο, προβάλλεται ότι οι αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν θετική μαρτυρία ότι ο αποβιώσας είχε εκ προστήσεως ευθύνη για τις πράξεις του εναγόμενου 1 ή, τουλάχιστο, ότι έχουν ορατό ενδεχόμενο ή πιθανότητα επιτυχίας. Αν, επισημάνουν, υπήρχε τέτοιο ενδεχόμενο θα τον πρόσθεταν ως εναγόμενο από την αρχή και όχι αφού παρήλθαν 20 περίπου μήνες από την καταχώριση της αγωγής. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις, με αναφορά και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Τις έχω μελετήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδική αναφορά στο κατάλληλο στάδιο. Αρχίζοντας από το θέμα της απόκρυψης, υπενθυμίζω ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται μονομερώς στο δικαστήριο για θεραπεία οφείλει να παραθέσει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να το βοηθήσουν για να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. (Βλ. Hardardskiy Prumyslony Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd και άλλων, Πολ. Εφ. 9/07 ημερ. 10.7.09, η οποία παραπέμπει στην πλούσια νομολογία επί του θέματος). Οι συνέπειες της παραβίασης της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη είναι γνωστές. Όταν διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιασθεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιονδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση. Αποκαλυπτικό της σημασίας που αποδίδει η νομολογία στο καθήκον για πλήρη αποκάλυψη είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company

(2002)1 A.A.Δ. 938:- «Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυ­νατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. και Άλλοι
(1966)1 C.L.R.. 597). To ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για από­κρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση εί­ναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρης Χρί­στου
(1998)1 ΑΑΔ. 598). Δε θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβου­με με λεπτομέρεια τη νομολογία επί του θέματος, στην οποία κά­μνει εκτενή αναφορά η πρωτόδικος Δικαστής. Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comrs ex Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: "It is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure of all material facts within his knowledge, and if he does not make that fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it." Επίσης στις σελ. 91-92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "... the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injunction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty . . . The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law's two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης έχω την άποψη ότι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές απέκρυψαν γεγονότα δεν ευσταθεί. Το ότι ο εναγόμενος 1 ενεργούσε ως ανεξάρτητος γιατρός προκύπτει με κάθε σαφήνεια τόσο από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όσο και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ή προσθήκη της φράσης ότι ενεργούσε «. και/ή ως υπάλληλος και/ή ως υπηρέτης .» του αποβιώσαντα δεν είχε, ούτε θα μπορούσε να έχει, οποιαδήποτε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του διατάγματος. Κατά συνέπεια, αν αναφερόταν στην ένορκη δήλωση ότι ο εναγόμενος 1 έκδιδε στους αιτητές αποδείξεις που βεβαίωναν την ανεξάρτητη ιδιότητα του, αυτό αφ΄ εαυτού θα ήταν άνευ σημασίας και δεν θα ασκούσε οποιαδήποτε επίδραση στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για χορήγηση ή όχι του διατάγματος. Αυτό που αντικειμενικά άσκησε επίδραση ήταν ο ισχυρισμός ότι ο αποβιώσας ήταν ο ιδιοκτήτης και ο υπεύθυνος της Κλινικής, η οποία θα έπρεπε να έχει καρδιοτοκογράφο, η ανυπαρξία του οποίου, όπως προβλήθηκε, αποτέλεσε την κύρια αιτία πρόκλησης της περιγεννητικής βλάβης (ανοξίας) στο παιδί. Το κατά πόσο υπήρχε ή όχι καρδιοτοκογράφος, ή αν η έλλειψη του ήταν ή όχι η κύρια αιτία για ό,τι προκλήθηκε στο παιδί, καθώς επίσης και για το ποιος είχε την ευθύνη για το θέμα αυτό είναι ζητήματα που θα εξετασθούν σε μεταγενέστερο στάδιο και δεν μπορούν να κριθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Έπεται ότι η θέση για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με το δεύτερο λόγο ένστασης προβάλλεται, ουσιαστικά, ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 σε συσχετισμό με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Η διαπλοκή των προϋποθέσεων των πιο πάνω άρθρων εξετάσθηκε στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ. 253, που ξεκαθάρισε την (εσφαλμένη μέχρι τότε) αντίληψη για σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 με το άρθρο 4 ή με το άρθρο 5 του Κεφ.6. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως:- «Οι παρατηρήσεις του Εφετείου στην υπόθεση Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, ότι ορισμένες από τις περιπτώσεις του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου διαπλέκονται με το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 έτσι ώστε να επιβάλλεται η σωρευτική ικανοποίηση τους, όπως και οι παρατηρήσεις στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 557, περί της δυνατότητας ταυτόχρονης εξέτασης του Άρθρου 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου με το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, δεν προορίζονταν να θέσουν γενική αρχή αλλά να επισημάνουν ανάγκες που προέκυψαν σε εκείνες τις συγκεκριμένες περιπτώσεις και άλλες παρόμοιες». Το ότι δεν επιβάλλεται η σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 επανατονίσθηκε και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «ΛΕΩΝΙΚ» Λίμιτεδ,
(2001)1 ΑΑΔ 785 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με έξοδα εναντίον των εφεσειόντων. Όχι, βέβαια, για λόγους που αφορούσαν στην ποιότητα της αξίωσής τους. Σημείωσε το γεγονός ότι η αίτηση βασιζόταν σωρευτικά στα άρθρα 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και 32 του περί Δικαστηρίων Νομου του 1960 (Ν.14/60)και αναφέρθηκε σε νομολογία αναφορικά με τη διασύνδεσή τους (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, Tσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη,
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.54). Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Έκρινε, λοιπόν, πως δεν ικανοποιείτο αυτή η προϋπόθεση. Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων για «πληροφορίες από έγκυρους τραπεζικούς κύκλους . σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των καθ΄ ων η αίτηση», ήταν αόριστος και δεν είχε αξία. Δεν αποκαλυπτόταν η πηγή των πληροφοριών και περαιτέρω «ούτε τα στοιχεία συνηγορούν ή κατατείνουν το αληθές των πληροφοριών». Όταν, μάλιστα, φάνηκε ότι πρόσφατα είχε δανειοδοτηθεί η εταιρεία χωρίς επιβάρυνση του ακινήτου. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. Κarydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου έχω τη γνώμη ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 έκδηλα ικανοποιούνται. Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω ότι οι ισχυριζόμενες αναπηρίες του ανηλίκου αποδίδονται, μεταξύ άλλων, και στην ανυπαρξία καρδιοτοκογράφου από την Κλινική. Προβάλλεται, συναφώς, ότι τη σχετική ευθύνη την έφερε ο αποβιώσαντας, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης και υπεύθυνος της Κλινικής. Το κατά πόσο ευσταθεί ή όχι η θέση αυτή δεν είναι του παρόντος σταδίου. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι, στη βάση των όσων οι αιτητές αποδίδουν στον αποβιώσαντα εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η προοπτική ότι δικαιούνται και εναντίον του σε θεραπεία, όπως αξιώνουν με την αγωγή τους, δεν είναι δυσδιάκριτη. Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Οι ισχυριζόμενες αναπηρίες του ανηλίκου περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας αρ. 2 με τα πιο μελανά χρώματα. Τεκμηρίωση τους θα συνεπάγεται, όπως φαίνεται, και ανάλογη αποτίμηση τους σε χρήμα. Επομένως, αν οι αιτητές πετύχουν να τεκμηριώσουν αμέλεια και εναντίον του αποβιώσαντα θα κληθούν οι διαχειριστές να καταβάλουν υψηλές αποζημιώσεις προς τους αιτητές. Αν, όμως, στο μεταξύ αποξενώσουν το δεσμευθέν κτήμα θα προκληθούν περιπλοκές, σε βαθμό που θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να ικανοποιηθεί οποιασδήποτε απόφαση ήθελε εκδώσει το δικαστήριο εναντίον τους. Κάτω απ΄αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση και ότι παρέμεινε προς εξέταση είναι το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ενόψει των όσων έχουν λεχθεί κρίνω ότι το αναφερθέν ισοζύγιο κλίνει υπέρ των αιτητών και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το δικαστήριο το εκδωθέν προσωρινό διάταγμα ημερ. 13.3.09 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης. Δηλαδή είναι σε βάρος των καθ΄ ων η αίτηση και αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.