← Κύπρος

JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK - BANK OF MOSCOW κ.α. ν. RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 340/09, 25 Ιουνίου, 2009

JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK - BANK OF MOSCOW κ.α. ν. RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 340/09, 25 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 340/09 Αναφορικά με το Νόμο Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας του 1987 (Ν.101/87) -και- Αναφορικά με την διαιτησία μεταξύ: JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK - BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) -και- RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED -και- Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ: JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK - BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) Αιτήτριας -και-

  1. RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED
  2. EDI S PRESS HOLDING LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ------------------ Μονομερής Αίτηση ημερ. 31.3.2009 25 Ιουνίου,
  3. Για τους Αιτητές: κ. Κ. Σταματίου μαζί με κα Λ. Σαββίδου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Παπαδόπουλος μαζί με κα Μ. Χάματσου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγή. Θα επιχειρήσω, μέσα από ένα τεράστιο όγκο στοιχείων που παρατίθενται στις πολυσέλιδες, συνοδευτικές της Αίτησης και ένστασης ένορκες δηλώσεις, και τα πολυάριθμα τεκμήρια που επισυνάπτονται, να συνοψίσω τα σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση εταιρείες είναι μέλη του ομίλου εταιρειών RBC, ο οποίος ιδρύθηκε το 1993 ως ένα πρακτορείο ειδήσεων. Ο όμιλος αυτός αποτελείται σήμερα από 82 νομικές οντότητες. Δραστηριοποιείται τόσο στη Ρωσία, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το 2007, στα πλαίσια των εργασιών του ομίλου, η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 δανείστηκε χρήματα, βάσει συμφωνίας δανείου ημερ. 23.11.2007, από την Barclays Bank Plc (η Barclays). Ως εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, επτά εταιρείες υπέγραψαν εγγυήσεις. Το συνολικό ύψος του δανείου, όπως διαμορφώθηκε στην πορεία, το οποίο ήταν μικρής διάρκειας (short term loan), ήτοι ενός χρόνου, ήταν USD45.000.000,
  4. Διάφορες άλλες τράπεζες συμμετείχαν κοινοπρακτικά στο δανεισμό. Με απλά λόγια, όπως και συνηθίζεται σε τέτοιου είδους δανειοδοτήσεις, ο κύριος δανειστής, εδώ η Barclays, εκχώρησε μέρος του πιστωτικού κινδύνου σε άλλες τράπεζες-επενδυτές. Έτσι, μέρος του οφειλόμενου - με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία δανείου - ποσού, ήτοι USD15.000.000,00, πλέον συμφωνηθέντες τόκους, εκχωρήθηκε από την Barclays στην Αιτήτρια τράπεζα. Με τη συμφωνία εκχώρησης και ανάληψης (assignment and assumption agreement), η Barclays εκχώρησε στην Αιτήτρια όλα τα δικαιώματα και πλεονεκτήματα που η ίδια είχε, με βάση τη συμφωνία δανείου και τα άλλα έγγραφα χρηματοδότησης, στο ύψος και μερίδιο που κάλυπτε η συμμετοχή, συνολικά USD15.234.403,
  5. Τόσο η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 όσο και οι επτά εγγυητές, ενημερώθηκαν σχετικά με την πιο πάνω συμφωνία εκχώρησης. Για διάφορους λόγους, και παρά τις προσπάθειες που έλαβαν χώρα, η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 δεν κατέστη δυνατό να αποπληρώσει κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, ούτε και μέχρι σήμερα, σημαντικό μέρος του οφειλόμενου ποσού του δανείου. Ως αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας της Καθ΄ ης η Αίτηση και της μη ανταπόκρισής της σε σχετικές επιστολές απαίτησης εξόφλησης, η Αιτήτρια, επικαλούμενη δικαιώματά της που απορρέουν από τη μεταξύ της και της Βarclays συμφωνίας εκχώρησης, καταχώρησε, στις 4.3.2009, αίτηση για διαιτητική διαδικασία στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στο Λονδίνο (London Court of International Arbitration) εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση
  6. Διεκδικεί ποσό πέραν των USD15.000.000,00, πλέον ανάλογους τόκους. Στις 9.3.2009 το πιο πάνω διαιτητικό Δικαστήριο απέστειλε επιστολή γνωστοποίησης της διαδικασίας, τόσο προς την Αιτήτρια όσο και προς την Καθ΄ ης η Αίτηση
  7. Η προσφυγή σε διαιτησία καταχωρήθηκε δυνάμει του όρου 32.1 της αρχικής συμφωνίας δανείου. Β. Τα Επίδικα Διατάγματα. Η αναντίλεκτη ύπαρξη της διαιτητικής διαδικασίας οδήγησε στην καταχώρηση, στις 31.3.2009, εκ μέρους των Αιτητών, Γενικής-Κυρίως Αίτησης, και ταυτόχρονα και της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα εξής διατάγματα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η Καθ΄ης η Αίτηση 1 εταιρεία RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή αντιπροσώπων και/ή αξιωματούχων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της και/ή άλλως πως από του να πωλήσει και/ή επιβαρύνει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία και/ή περιουσιακά στοιχεία (συμπεριλαμβανομένου τις 6000 συνήθεις μετοχές που κατέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της Κυπριακής εταιρείας EDI S PRESS HOLDING LIMITED, Αρ. Εγγραφής Εταιρείας ΗΕ163672) αξίας μέχρι ποσού Δολαρίων Αμερικής$15,234,403.82 (ή το ισόποσο του σε ΕΥΡΩ) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπο τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κυρίως Αίτησης μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση και/ή μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της διαιτητικής διαδικασίας (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της διαιτητικής απόφασης) μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση 1 η οποία έχει καταχωρηθεί στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) υπό Αριθμό Διαιτησίας (Arbitration No.) 91283 και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η Καθ΄ης η Αίτηση 2 εταιρεία ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή γραμματέα και/ή αξιωματούχων της απο το να αποδεκτούν και/ή εγκρίνουν και/ή να εγγράψουν οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή δωρεά και/ή πώληση των 6000 μετοχών που κατέχει η Καθ΄ης η Αίτηση 1 εταιρεία RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ΄ης η Αίτηση 2 εταιρείας EDI S PRESS HOLDING LIMITED, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπο τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κυρίως Αίτησης μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση και/ή μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της διαιτητικής διαδικασίας (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της διαιτητικής απόφασης) μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση 1 η οποία έχει καταχωρηθεί στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) υπό Αριθμό Διαιτησίας (Arbitration No.) 91283 και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου.» Δόθηκαν δε οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση του υπό στοιχείο (Β) αιτούμενου διατάγματος, το οποίο έχει ως εξής: «Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η Καθ΄ης η Αίτηση 1 εταιρεία RBC INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED όπως εντός 7 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος αυτού, αποκαλύψει ενόρκως στους Αιτητές (δια μέσου των Κύπριων Δικηγόρων τους), όλα της τα περιουσιακά στοιχεία και/ή ακίνητη και/ή κινητή ιδιοκτησία που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή παγκοσμίως έπ' ονόματι της και/ή δικαιωματικά (beneficially) ή άλλως πως της ανήκουν, αναφέροντας την αξία, τοποθεσία και περιγραφή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.» Γ. Νομική και Πραγματική Βάση της Αίτησης και Ένστασης. Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87)άρθρα 2, 3, 6, 7 και 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ.6 άρθρα 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60ως τροποποιήθηκε) άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θθ.1-4, Δ.48, θ 2, 3, 7, 8, 9 και Διαταγή 64, στις αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Mareva Injunction, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στην νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την έκτασης είκοσι ενός σελίδων συνοδευτική ένορκη δήλωση ορκίζεται ο επικεφαλής του Τμήματος Νομικής Υποστήριξης Επενδυτικών Σχεδίων της Αιτήτριας, Andrey Agranovskiy. Είναι χωρίς ιδιαίτερη σημασία εκτενής αναφορά των όσων αποτυπώνονται σε αυτή. Άλλωστε, κατά την εξέταση, στην πορεία της απόφασης, των προϋποθέσεων έκδοσης των εξεταζόμενων διαταγμάτων και του πραγματικού υπόβαθρου που τα στοιχειοθετεί, θα καλυφθούν, στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, τα αντίστοιχα μέρη των γεγονότων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις. Επιγραμματικά λοιπόν, καταγράφω ότι ο ενόρκως δηλών παραθέτει το ιστορικό που οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας δανείου, και στη δημιουργία της νομικής σχέσεως μεταξύ Αιτήτριας, Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και Βarclays. Εκτενής ανάλυση γίνεται επίσης στη διαδικασία διαιτησίας, η οποία άρχισε με την καταχώρηση σχετικής αίτησης στις 4.3.2009, με τη συμπλήρωση ότι ανάλογες διαδικασίες διαιτησίας έχουν δρομολογηθεί και εναντίον των επτά εγγυητών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 - πρωτοφειλέτιδας. Αναφορά επίσης γίνεται σε προσπάθεια αναδιοργάνωσης του ομίλου RBC μέσα στα πλαίσια εγχειρήματός του για διευθέτηση των οφειλών του, οι οποίες απορρέουν από το επίδικο δάνειο. Η ένορκος δήλωση των Αιτητών ολοκληρώνεται με την παράθεση στοιχείων γύρω από την εταιρική δομή και την οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, στοιχεία τα οποία συνδυάζονται με τις θέσεις των Αιτητών εν σχέσει με την αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων και το σοβαρό κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ ης η Αίτηση
  8. Οι λόγοι ένστασης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων. Πέραν της γενικής αποτύπωσης περί μη κάλυψης των προϋποθέσεων έκδοσης και συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων, εντοπίζεται καταγραφή ισχυρισμών για παραβίαση του καθήκοντος των Αιτητών προς πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη των γεγονότων, παράλειψής τους να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, μη κατάδειξης του κατεπείγοντος, έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ταυτότητας των αιτούμενων στη μονομερή Αίτηση θεραπειών με αυτές που επιζητούνται στην κυρίως Αίτηση. Η νομική βάση της ένστασης συγκλίνει με αυτή της Αίτησης και, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου RBC, ο Alexander Morgulchik, ορκίζεται την τριάντα τριών σελίδων ένορκη δήλωση που συνιστά το υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη της ένστασης. Λιτή θα είναι η αναφορά του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο και των όσων εδώ καταγράφονται, για τους ίδιους λόγους που εκτέθησαν στο στάδιο της απόφασης που κάλυπτε την ένορκη δήλωση των Αιτητών. Αφού, λοιπόν, ο ενόρκως δηλών θέτει πως οι προϋποθέσεις συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων δεν συντρέχουν, παραθέτει ιστορικό του ομίλου RBC, τονίζοντας ιδιαίτερα το εκτεταμένο εύρος των εργασιών του και την αξία της φήμης που ανέπτυξε μέσα στην πορεία του χρόνου ως εμπορική εύνοια. Εκτεταμένη επίσης αναφορά κάνει γύρω από το δάνειο της Barclays προς τον όμιλο, τους όρους του και τις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ του ομίλου και της Barclays για παράταση του χρόνου αποπληρωμής, λόγω οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων που είχε στις εργασίες του ομίλου η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση. Είναι ουσιαστικός ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα πως με την καταβολή, το Νοέμβριο του 2008, ποσού USD11.250.000,00, γινόταν αντιληπτό μεταξύ των μερών ότι θα δοθεί μεσοπρόθεσμη παράταση, μέχρι και τρία χρόνια, προκειμένου να γίνει κατορθωτή η πλήρης διευθέτηση των οφειλόμενων ποσών. Προσθέτει πως η προσπάθεια αναδιοργάνωσης του χρέους συνεχίστηκε με συζητήσεις τόσο με την Αιτήτρια όσο και με άλλους πιστωτές και σχετικές παρουσιάσεις των οικονομικών δεδομένων του ομίλου, οι οποίες λάμβαναν χώρα μέχρι και το τέλος Μαρτίου
  9. Ουσιαστικό είναι να παρατεθεί η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η προσπάθεια αναδιοργάνωσης του χρέους συνεχίζεται και στηρίζεται τόσο από την Barclays όσο και από άλλους πιστωτές του ομίλου, με στόχο την αποπληρωμή του συνόλου του οφειλόμενου χρέους στους πιστωτές, εντός ενός χρονοδιαγράμματος που θα επέτρεπε λογικά στον όμιλο RBC να ανακτήσει το κέρδος και τη ρευστότητα για να μπορέσει να το κάνει. Είναι η καταληκτική θέση του ενόρκως δηλούντα πως η έκδοση και συνέχιση των διαταγμάτων θα θέσει σε κίνδυνο τη σκοπούμενη αναδιοργάνωση του χρέους, με αποτέλεσμα αυτό να μην ανακτηθεί ποτέ. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνήγορων των δύο πλευρών ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένες. Κάλυψαν με πληρότητα και με λεπτομερή παράθεση της σχετικής νομολογίας το σύνολο των εγερθέντων ζητημάτων. Χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, θεωρώ αχρείαστη την καταγραφή, στη στάδιο αυτό, των σχετικών εισηγήσεων. Κατά την εξέταση του βάθρου στήριξης των εξεταζόμενων αιτημάτων και των προϋποθέσεων που τα καλύπτουν, θα παρατεθούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών. Επιβεβλημένο όμως είναι να ευχαριστήσω σε αυτό το στάδιο και τους δύο δικηγόρους για την πολύτιμη βοήθειά τους, γεγονός το οποίο κατέστησε ευκολότερο το έργο του Δικαστηρίου. Δ. Τύπος, Μορφή, Καταλληλότητα της Αίτησης. παρέΗηηηκκκ Η υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc

(1999)1(A) AAΔ.124, θεμελιώνει, στην απουσία ειδικών κανονισμών, τη δυνατότητα αναζήτησης δικονομικού μηχανισμού, ούτως ώστε να μην καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα που παρέχονται από συγκεκριμένο νόμο. Στις περιπτώσεις αυτές η πρόσβαση στο Δικαστήριο καθίσταται δυνατή με τη χρησιμοποίηση γνωστών στο Δίκαιο διαδικασιών, υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Σε ό,τι αφορά το Ν.101/87δεν υπήρξε πρόβλεψη και δεν έγινε πρόνοια θέσπισης δικονομικών κανονισμών για εφαρμογή του. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν καλύπτουν άμεσα την περίπτωση δεδομένου ότι δεν γίνεται σχετική πρόνοια. Κατ΄ ακολουθία, στην παρούσα αίτηση, με δεδομένη την ανυπαρξία θέσπισης ειδικών θεσμών, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Αιτητές, της Γενικής δηλαδή Αίτησης και στα πλαίσια αυτής καταχώρησης μονομερούς, λόγω επίκλησης του κατεπείγοντος, ήταν ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Είναι, υπό τις συνθήκες, επιτρεπτή και πρόσφορη επιλογή, που κατοχυρώνει πλήρως τα δικαιώματα της κάθε πλευράς. Ε. Δικαιοδοσία για ΄Εκδοση Διαταγμάτων. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας θα πρέπει να εξεταστεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια δεν μπορούσε να αποταθεί σε Κυπριακό Δικαστήριο για έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Ήταν η προέκταση της πιο πάνω θέσης ότι οι πρόνοιες του Ν.101/87 δεν παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα αναφορικά με διαιτησίες που διενεργούνται στο εξωτερικό. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι το άρθρο 9 του πιο πάνω Νόμου είναι ασαφές και αόριστο ως προς τα συντηρητικά μέτρα που έχει εξουσία να λαμβάνει το Δικαστήριο, και δεν ρυθμίζεται το πλαίσιο της οποιασδήποτε εξουσίας αυτό δίδει. Έστω κι αν, συμπλήρωσε ο κ. Παπαδόπουλος, μπορεί να εκληφθεί ότι εξουσία δύναται να αντληθεί δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αυτό θα ήταν ανεφάρμοστο, καθότι, αφενός το άρθρο 32 καλύπτει απαγορευτικά και όχι συντηρητικά διατάγματα, και, αφετέρου, αφορά διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα σε Δικαστήριο στην Κύπρο. Ακόμη, εισηγήθηκε, κι αν τα πιο πάνω εμπόδια παρεκάμπτοντο, είναι αδύνατη η εφαρμογή των κριτηρίων του άρθρου 32, αφού δεν θα μπορούσε να κρίνει το Κυπριακό Δικαστήριο τη δύναμη της υπόθεσης και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, στοιχεία τα οποία μόνο το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει. Ήταν καταληκτική προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση ως προς αυτό το ζήτημα, ότι το άρθρο 9 του Νόμου 101/87 δύναται να εφαρμοστεί μόνο κατόπιν απόφασης του αλλοδαπού Διαιτητικού Δικαστηρίου, ήτοι, ότι διάταγμα εκδίδεται (in aid) μόνο εάν το ζητήσει το Διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο θα κρίνει και την αναγκαιότητά του, αλλά και την εκ πρώτης όψεως δύναμη της υπόθεσης. Προτού το Δικαστήριο ενδιατρίψει στα επί μέρους ζητήματα που τέθηκαν σε σχέση με τη δικαιοδοσία, κρίνεται επιβεβλημένο να παρατεθεί ο λόγος ύπαρξης του Νόμου 101/87. Με καθοδήγηση την ανάγκη που οδήγησε στη θέσπισή του και τους σκοπούς που καλύπτει, θα είναι ευκολότερη η κατανόηση της κατάληξης του Δικαστηρίου, τόσο ως προς το υπό εξέταση ζήτημα της δικαιοδοσίας, όσο και ως προς τα υπόλοιπα θέματα που εκκρεμούν. Η φύση και οι σκοποί του Ν.101/87 αναλύθηκαν από τον Δικαστή Νικήτα στην Πολιτική ΄Εφεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1(A) AAΔ.585, 590. Ο Νόμος αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαιτησία ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός διαιτησίας επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα, τα οποία μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Η όλη δομή του Νόμου και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει αχρείαστα στη διαδικασία, αλλά μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Το όλο πνεύμα του Νόμου αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο των διατάξεών του. Εύκολα εντοπίζεται ότι διαφυλάσσεται ο θεσμός της διαιτησίας ως εναλλακτικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών. Η χρήση ένδικων μέτρων επιτρέπεται περιοριστικά και μόνο στις καθορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται. Οι γνωστοί ερμηνευτικοί κανόνες νομοθετημάτων, με πρωτεύοντα το γενικό κανόνα ότι η ερμηνεία διάταξης Νόμου θα πρέπει να συνάδει με τη κοινή λογική και να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, καθοδήγησαν το Δικαστήριο στην προσπάθεια ερμηνείας των σχετικών άρθρων του Νόμου. Στόχος όλων των ερμηνευτικών μηχανισμών είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού όπως προκύπτει από τη νοητή πρόθεση του νομοθέτη και όπως αυτή συνάγεται κατά εύλογο τρόπο από το χρησιμοποιούμενο στο κείμενο λεκτικό. Γενικά όπου η εξαγωγή της ερμηνείας υποδηλώνεται από τη συνήθη, απλή και φυσική έννοια των λέξεων, είναι άσκοπο να αναζητούνται εξεζητημένες ερμηνείες. Αποδίδεται στο κείμενο η συνήθης έννοια και θεωρείται ότι αυτή ήταν και η πρόθεση του νομοθέτη. Είναι, επίσης, σύνηθες για την απόδοση της συνήθους γραμματικής έννοιας του κειμένου σε ένα νομοθέτημα να καθοδηγείται το Δικαστήριο από το γενικότερο σκοπό του Νόμου. Στην υπό εξέταση υπόθεση, με βάση το σύνολο των πιο πάνω, η ερμηνεία που επιχειρούν να δώσουν οι καθ΄ ων η αίτηση στον συνδυασμό των άρθρων 3
(2)και 9 του Νόμου είναι, με όλο το σεβασμό, λανθασμένη. Η ορθή ερμηνεία, όπως αυτή συνάγεται από τις απλές και συνήθεις φράσεις και λέξεις του άρθρου 3
(2), είναι ότι αυτό παραθέτει κατά τρόπο περιοριστικό τα άρθρα του Νόμου που έχουν εφαρμογή και σε σχέση με διαιτησίες που διενεργούνται στο εξωτερικό. Αυτά είναι τα άρθρα 8, 9, 35 και
  1. Αυτά και μόνο αφορούν και έχουν εφαρμογή σε σχέση με διαιτησία που λαμβάνει χώρα στο εξωτερικό. Τα υπόλοιπα άρθρα ούτε επιδρούν, ούτε μπορεί να γίνει επίκλησή τους στις διαιτησίες αυτές. Οι πρόνοιες των τεσσάρων πιο πάνω άρθρων συνάδουν με το όλο πνεύμα του Νόμου και τους σκοπούς που αυτός εξυπηρετεί. Παρέχουν τα πλαίσια και τη δυνατότητα παρέμβασης με ένδικα μέσα για διασφάλιση της ομαλής πορείας της διαιτησίας με την εξασφάλιση σε πρώτο στάδιο της δυνατότητας ικανοποίησης μέσω της λήψης συντηρητικών μέτρων, της διαιτητικής απόφασης και σε δεύτερο στάδιο της δυνατότητας αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Παρέχει ακόμη, μέσω του άρθρου 36 την ασφαλιστική δικλείδα απόρριψης της αίτησης για αναγνώριση ή εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για τους συγκεκριμένους λόγους που αναφέρονται. Τα πιο πάνω επιμαρτυρούν και το λανθασμένο της προσέγγισης του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Το άρθρο 9 του Νόμου και εφαρμογή έχει στην υπό κρίση περίπτωση και παρέχει την δικαιοδοσία για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου (Δικαστήριο δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Νόμου «σημαίνει αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή Δικαστή αυτού»), είναι απαραίτητη, όχι για να υποκαταστήσει το Διαιτητικό, αλλά προκειμένου να διασφαλιστεί, υποστηρικτικά, η ομαλή και αποτελεσματική πορεία της Διαιτητικής διαδικασίας. Το καθαρό λεκτικό του άρθρου 9 δεν αφήνει περιθώρια ερμηνείας ή εφαρμογής του κατά τον τρόπο που η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση εισηγήθηκε. Παρέχει το μηχανισμό για τη λήψη συντηρητικών μέτρων, παράγοντας θετικά αποτελέσματα και προσδίδοντας ουσιαστική εφαρμογή των ανάλογων σκοπών του Νομοθέτη. Οι απλές, συνήθεις λέξεις που το καλύπτουν, αντικριζόμενες για σκοπούς ερμηνείας τους υπό τη γραμματική τους έννοια, καταδεικνύουν την ευρύτητα του πεδίου εφαρμογής του και της εξουσίας που περιβάλλει το Δικαστήριο. Οποιοδήποτε από τα μέρη της διαιτησίας δύναται να αποταθεί για λήψη συντηρητικών μέτρων, ακόμη και πριν από την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας. Το περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 9 ακόμη και προτού καν ξεκινήσει η διαιτησία, καταρρίπτει την αντίστοιχη προσέγγιση των Καθ΄ ων η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα προσφυγής για λήψη μέτρων έχει μόνο το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο και όχι οι επί μέρους διάδικοι. Έκθετη σε απόρριψη είναι επίσης η παράλληλη θέση της ίδιας πλευράς περί υποχρεωτικής παρουσίας στο Δικαστήριο και των δύο μερών κατά το χρόνο έκδοσης των όποιων συντηρητικών διαταγμάτων. Καθότι αντιμάχεται όχι μόνο το λεκτικό του άρθρου 9, αλλά και την ίδια τη φύση και το σκοπό ύπαρξης αυτής της μορφής των διαταγμάτων. Τυχόν αναγνώριση προσέγγισης στη βάση που εισηγείται η πλευρά των Καθ΄ ων, θα αντέβαινε αφενός τη σαφή αναφορά στο άρθρο 9 «κατ΄ αίτηση ενός των μερών» και, αφετέρου, θα καθιστούσε ατελέσφορη και ουσιαστικά άνευ αντικειμένου την παρεχόμενη από το νόμο εξουσία έκδοσης συντηρητικών μέτρων. Ό,τι έχει σημασία είναι η συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης μονομερώς των σχετικών διαταγμάτων. Διαφορετικά η πάροδος του χρόνου ή η λήψη γνώσης από την άλλη πλευρά και, συνακόλουθα, η δυνατότητα αποξένωσης των όποιων περιουσιακών στοιχείων, θα καθιστούσε αχρείαστη, ως αναποτελεσματική, την επέμβαση του Δικαστηρίου. Αδιαμφισβήτητα η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται στα πλαίσια που ο Νόμος 101/87 ορίζει. Βρισκόμαστε ενώπιον διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, η οποία καλύπτεται από γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας. Με δεδομένα τα πιο πάνω τέθηκε σε λειτουργία ο μηχανισμός του άρθρου 9 του Νόμου, η λήψη δηλαδή συντηρητικών μέτρων. Η διεθνής διαιτησία, όπως στηρίζεται μέσα από τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, συνιστά μια ειδική ρύθμιση. Είναι δε μέσα από τις ειδικές παραμέτρους του Νόμου 101/87 και τους σκοπούς που αυτός εξυπηρετεί, όπως έχουν ήδη αναλυθεί, που θα πρέπει να αντικριστεί η εφαρμογή των εξουσιών που το άρθρο 9 παρέχει. Ό,τι είναι απαραίτητο να συντρέχει για επίκληση των προνοιών του, έχει καταδειχθεί ότι υφίσταται στην υπό κρίση περίπτωση: Οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι Κυπριακές εταιρείες, γεγονός που δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να ελέγξει τη συμμόρφωση με τα εκδοθέντα διατάγματα. Η έκδοση των οποίων ήταν, όπως θα επεξηγθεί, κατεπείγουσας φύσης προκειμένου να υποβοηθηθεί η διαιτητική διαδικασία μέσα από την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 από οποιαδήποτε πιθανή αποξένωση. Έγινε εκτεταμένη αναφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων, όπως αυτές εμπεριέχονται στο ουσιαστικό δίκαιο του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  2. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Το Δικαστήριο, σε πλήρη ταύτιση με τις θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές, συμφωνεί ότι το σύνολο των προϋποθέσεων έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων υφίσταται. Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Με δεδομένη τη φύση των υπό εξέταση διαταγμάτων, παραμένει αδιαμφισβήτητη η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τη συνδρομή των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση, στηριζόμενος στην ιδιομορφία της παρούσας υπόθεσης, την ύπαρξη δηλαδή διαδικασίας σε άλλη χώρα, έθεσε ένα, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ελκυστικό ερώτημα: Πώς μπορεί το Κυπριακό Δικαστήριο να κρίνει αν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σε μια διαδικασία που δεν εκκρεμεί ενώπιόν του, αλλά στο Διαιτητικό Δικαστήριο, όπου εφαρμοστέο είναι δίκαιο ξένης χώρας, και πώς θα κριθεί η δύναμη της υπόθεσης και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Αποδοχή της πιο πάνω θέσης του κ. Παπαδόπουλου θα έθετε, εκ προοιμίου, σε αχρησία τον όλο μηχανισμό του άρθρου 9 του Νόμου 101/87, δεδομένου ότι δεν θα παρείχετο ευχέρεια εφαρμογής του σε καμιά διαιτησία η οποία θα λάμβανε χώρα στο εξωτερικό. Πέραν τούτου, παραβλέπει ο ευπαίδευτος συνήγορος τους σκοπούς ύπαρξης των συγκεκριμένων προνοιών του Νόμου 101/87 και τα ίδια τα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση. Ήταν κατάληξη του Δικαστηρίου ότι βρισκόμαστε ενώπιον διαδικασίας διεθνούς διαιτησίας, στα πλαίσια που ο πιο πάνω Νόμος ορίζει. Με ρητή δε συμφωνία των μερών καθορίστηκε ότι η διαιτητική διαδικασία θα διεξαχθεί στο Λονδίνο και η διαφορά θα διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο. Η ύπαρξη δανείου, η αδυναμία τόσο των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 όσο και των εγγυητών τους να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, αλλά και το ότι η Αιτήτρια νομότυπα κατέστη δικαιούχος μέρους της οφειλής, δεν τελούν υπό ουσιαστική αμφισβήτηση. Τα πιο πάνω δεδομένα είναι αρκετά για να καλύψουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Περαιτέρω, οι θέσεις και μόνο των Καθ΄ ων η Αίτηση ως προς την οικονομική κρίση που μαστίζει γενικά τον όμιλο εταιρειών στον οποίο υπάγονται, και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τα οποία και οδηγούν στην αδυναμία εξόφλησης των υποχρεώσεών τους, είναι αρκετά για να καλύψουν το εύρος εφαρμογής και του τρίτου κριτηρίου του άρθρου
  3. Έχοντας ικανοποιηθεί ότι η αιτήτρια απέδειξε την συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος, καταλήγω με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "Τhe balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Tέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) AAΔ.788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος του, status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Με καθοδήγηση τις αρχές αυτές, εν όψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί και των όσων ακολουθούν, ισοζυγίζοντας όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής ότι η αιτήτρια ικανοποίησε τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ της αιτήτριας. Θεωρώ δε ότι είναι επάναγκες όπως η κατάσταση πραγμάτων διατηρηθεί ως είχε αμέσως πριν από τη γένεση της μεταξύ των μερών διαφοράς. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, με γενικότητες και χωρίς παρουσίαση οποιουδήποτε πειστικού λόγου, επιχείρησαν να στηρίξουν αόριστους ισχυρισμούς τους περί σοβαρής και/ή ανεπανόρθωτης βλάβης λόγω έκδοσης και διατήρησης των διαταγμάτων σε ισχύ. Η προσπάθειά τους επικεντρώθηκε στον ισχυριζόμενο επηρεασμό σχεδίων αναδιοργάνωσης που διαπραγματεύοντο, προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές τους. Πέραν του ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε σοβαρή πιθανότητα τελεσφόρησης των σχεδίων αναδιοργάνωσης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση απέτυχαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο πως η έκδοση και διατήρηση σε ισχύ των διαταγμάτων επιδρά με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να ήταν δυνατό να κλίνει το ισοζύγιο δικαιοσύνης προς όφελός τους. Ούτε παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία ότι οι πιστωτές τους ή οποιαδήποτε τρίτα άτομα θα επηρεαστούν κατά τέτοιο τρόπο από την έκδοση των διαταγμάτων που θα δικαιολογούσε επίκληση προς όφελός τους του ισοζυγίου αυτού. Αντίθετα, η πώληση και/ή η αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, υπό το φως πάντα της δεδομένης ύπαρξης διαιτητικής διαδικασίας και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, θα επιδράσει δραστικά στα δικαιώματα των Αιτητών και στην πιθανότητα μελλοντικής ικανοποίησής τους, δυνάμει τυχόν προς όφελός τους έκδοσης απόφασης στο Διαιτητικό Δικαστήριο. Συνεπώς, η διατήρηση σε ισχύ των διαταγμάτων και αναγκαία και επιβεβλημένη είναι, προκειμένου να διαφυλαχθεί η κατάσταση πραγμάτων μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού του άρθρου 9 του Νόμου 101/87 και ως απαραίτητη επέμβαση του Δικαστηρίου προς υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας. Στ. Το Κατεπείγον της Έκδοσης Διαταγμάτων. Το στοιχείο του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Συνακόλουθα, η κατάδειξή του είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Συνεπώς, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η συνδρομή του κατεπείγοντος του αιτήματος θα έπρεπε να είχε εξεταστεί προτού λάβει χώρα η διερεύνηση της σωρευτικής ύπαρξης των τριών κριτηρίων του άρ. 32. Κατά ταυτόσημο τρόπο, η επίκληση της ύπαρξης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, ζήτημα που εξετάζεται σε κατοπινό στάδιο της απόφασης, θα έπρεπε επίσης να προηγηθεί της ανάλυσης της ουσίας των προσωρινών διαταγμάτων, αφού τυχόν εντοπισμός τέτοιας απόκρυψης θα παρείχε την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει τα εκδοθέντα διατάγματα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία τους. Παρά το ότι η πιο πάνω θα ήταν η ορθή σειρά καταγραφής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δομή της απόφασης, όπως έχει διαμορφωθεί, δεν επηρεάζει και επιτρέπει την εκτροπή που ακολουθήθηκε. Εισηγήθηκε, λοιπόν, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι Αιτητές γνώριζαν, τέσσερις περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της Αίτησης, για την αδυναμία αποπληρωμής του χρέους. Παρά ταύτα, παρέλειψαν να αποταθούν αμέσως στο Δικαστήριο για λήψη συντηρητικών μέτρων, χωρίς να δικαιολογήσουν αυτή την καθυστέρηση. Ούτε και τεκμηρίωσαν την ύπαρξη οποιουδήποτε κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η Αίτηση 1. Τυχόν ύπαρξη καθυστέρησης σταθμίζεται πάντοτε και έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχει ήδη εκτεθεί σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης η παραδοχή των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 περί ύπαρξης του χρέους και παράλειψης πληρωμής του. Ήταν επίσης κοινό έδαφος οι προσπάθειες που ακολούθησαν την αδυναμία εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων τους και οι συναντήσεις που λάμβαναν χώρα προκειμένου να υπάρξει διευθέτηση του χρέους. Με αυτά ως δεδομένο, δεν εντοπίζεται να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση μοιραίας μορφής εκ μέρους των Αιτητών, οι οποίοι, σε μικρό χρονικό διάστημα αφότου οι συζητήσεις διευθέτησης δεν καρποφόρησαν, και με δεδομένο τον όγκο και το πολύπλοκο της υπόθεσης, προχώρησαν στην ενεργοποίηση της ρήτρας διαιτησίας και αμέσως αναζήτησαν συντηρητικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή πορεία της διαιτητικής διαδικασίας. Όσον αφορά το ζήτημα προσαγωγής μαρτυρίας για κατάδειξη ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων, ό,τι έχει σημασία για σκοπούς έκδοσης διατάγματος, δεν είναι η ανάγκη τεκμηρίωσης τέτοιας πρόθεσης, αλλά η συνεκτίμηση της πιθανής επίδρασης που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, σε τελική ανάλυση, να μην ικανοποιηθεί μια τέτοια απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, 789-90). Ζ. Απόκρυψη Γεγονότων. Επιβεβλημένη, ως αποτέλεσμα μακράς παράθεσης των ανάλογων θέσεων των δύο πλευρών, κρίνεται η εκτενής αναφορά στις αρχές που διέπουν το ζήτημα της υποχρέωσης που βαρύνει σε κάθε περίπτωση τον Αιτητή να παρουσιάσει, κατά τρόπο δίκαιο, στο Δικαστήριο, κατά το χρόνο αναζήτησης μονομερώς θεραπείας, το σύνολο των ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθος ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στην απόφαση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά. Πολ. Έφ. 9/07, ημερ. 10.7.2008, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Εισηγήθηκε ο κ. Παπαδόπουλος ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη μεγάλου αριθμού στοιχείων από πλευράς της Αιτήτριας και εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ως τέτοια στοιχεία έθεσε την παράλειψη παράθεσης επακριβώς του ποσού δανείου, την οποία συνδύασε με σκόπιμη απόκρυψη της αρχικής ημερομηνίας αποπληρωμής του, τις 28.11.08 δηλαδή. Πρόβαλε ακόμη πως οι Αιτητές παρέλειψαν να παραθέσουν με την απαραίτητη σαφήνεια ότι οι οφειλέτες κατέβαλαν περίπου το 1/3 του δανείου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, πλέον τους σχετικούς τόκους, προκειμένου να τους δοθεί ικανοποιητική αναστολή πληρωμής του υπολοίπου. Απέφυγαν επίσης, πρόσθεσε, να παρουσιάσουν με την απαραίτητη λεπτομέρεια τις παρουσιάσεις που έγιναν και την πορεία συζητήσεων για αναδιοργάνωση του χρέους. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι ο τρόπος με τον οποίο εξέθεσαν τα γεγονότα οι Αιτητές ήταν παραπλανητικός, προσθέτοντας ότι παρέλειψαν να θέσουν απλά και ξεκάθαρα την όλη αλήθεια, αποκρύπτοντάς την μέσα από τα ογκωδέστατα τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση. Είναι επιβεβλημένη η υπόμνηση των περιστατικών της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Αιτήτρια κάλυψε το καθήκον που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με το επιζητούμενο διάταγμα, συνιστούν την ουσιαστική οριοθέτηση της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Η αδιαμφισβήτητη ύπαρξη συμφωνίας δανείου μεταξύ Barclays και Καθ΄ ης η Αίτηση 1, η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στη σύμβαση αυτή, η παράλειψη της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις, η εκχώρηση στην Αιτήτρια από την Barclays μέρους του οφειλόμενου ποσού, η αποτυχία αναδιοργάνωσης του χρέους, η προσφυγή της Αιτήτριας κατ΄ επίκληση του όρου διαιτησίας στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου, η ένταξη της διαδικασίας αυτής στα πλαίσια του όρου «διεθνής διαιτησία» που ο Νόμος 101/87 καλύπτει, και η αναζήτηση υποστηρικτικής της διαιτησίας θεραπείας στο Δικαστήριο μέσω της υπό κρίση Αίτησης, συνθέτουν το ουσιαστικό πλέγμα της παρούσας υπόθεσης. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χωρίς αμφιβολία, είναι καθήκον του κάθε Αιτητή, όταν προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αποζητώντας συγκεκριμένη θεραπεία, και στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη, να θέτει ξεκάθαρα και ρητά στο σώμα της ένορκης δήλωσης τα ουσιαστικά γεγονότα, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, βασικά για την υπόθεση, στοιχεία. Πολύ περισσότερο επαυξάνεται αυτή η υποχρέωση κάθε αιτητή όταν επισυνάπτονται στην Αίτηση ογκωδέστατα τεκμήρια. Καθότι δεν αναμένεται, υπό την πίεση του χρόνου και του επείγοντος που προκύπτει, να αναζητά το Δικαστήριο, ανατρέχοντας στον όγκο της μαρτυρίας, τα σημαντικά για την υπόθεση στοιχεία. Οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση, μέσα από τη λεπτομερή παράθεση των γεγονότων, όπως αυτή αποτυπώνεται στη συνοδευτική της Αίτησης ένορκη δήλωση, έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τρόπο όχι μόνο δίκαιο, αλλά και υποδειγματικό, όλα τα ουσιαστικά, για σκοπούς εξέτασης του αιτήματός τους, γεγονότα. Τα πολυάριθμα τεκμήρια συνιστούσαν απαραίτητη προσθήκη, προκειμένου να επιβεβαιώσουν με κάθε λεπτομέρεια τα όσα ο ενόρκως δηλών για τους Αιτητές προέβαλε. Σε καμία όμως περίπτωση δεν εντοπίζεται σε αυτά οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να οδηγήσει σε διαφορετική προσέγγιση από τα όσα στην ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται. Ούτε και εντοπίζεται στα πολυάριθμα τεκμήρια αναφορά σε οτιδήποτε ουσιαστικό, το οποίο ο ενόρκως δηλών για τους Αιτητές παρέλειψε να θέσει. Στα γεγονότα λοιπόν που καλύπτει η ένορκη δήλωση για τους Αιτητές, εντοπίζεται να υπάρχει κάθε τι το ουσιαστικό, το οποίο και είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν επαρκώς και δίκαια οι Αιτητές στο Δικαστήριο. Τα περί του αντιθέτου παράπονα και εισηγήσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση, αντικριζόμενα υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα, είναι χωρίς στήριξη. Παρεμβάλλω μόνο ότι τα σχετικά με την αναδιοργάνωση του χρέους, για την οποία γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση των Αιτητών και την πληρωμή του ενός τρίτου του χρέους το Νοέμβριο του 2008, θα στήριζαν βάσιμα την εισήγηση για απόκρυψη γεγονότων, εάν καρποφορούσε με συμφωνία η όλη προσπάθεια για διευθέτηση του χρέους ή εάν κατέληγαν οι ενδιαφερόμενοι σε παροχή περαιτέρω χρόνου αποπληρωμής του. Ούτε όμως συμφωνία για κάλυψη του χρέους προέκυψε, ούτε και αναστολή πληρωμής του υπολοίπου συμφωνήθηκε. Αντικειμενικά, και αντικριζόμενο το όλο θέμα υπό το φως της νομικής διάστασης που το καλύπτει, δεν υπάρχει ούτε απόκρυψη, ούτε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Είναι, για να συμπληρώσω, ο ικανός τρόπος παρουσίασης του υπό εξέταση ζητήματος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση, που περιβάλλει με μια, φαινομενική, πειστικότητα, το μέρος αυτό των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένσταση. Η. Ταυτόσημες Θεραπείες Μονομερούς και Κυρίως Αίτησης. Ήταν η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι θεραπείες τις οποίες ζητά η Αιτήτρια με τη μονομερή Αίτηση είναι πανομοιότυπες με αυτές της κυρίως Αίτησης, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση κατά την οποία το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο, να μην υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών προς επίλυση κατά την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Είναι, όντως, νομολογημένο ότι εκτός ίσως από ξεκάθαρες υποθέσεις, δεν είναι ορθή η παροχή θεραπειών στο στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας κατά τρόπο που να παρέχεται ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578). Η πιο πάνω αρχή δεν είναι απόλυτη. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι παρά το ανεπιθύμητο, δεν αποκλείεται η παραχώρηση αιτούμενων διαταγμάτων αντίστοιχων με την τελική θεραπεία, εφόσον τα γεγονότα το επιτρέπουν. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζεται από σειρά αποφάσεων, σύνοψη των οποίων γίνεται στην Χριστοφής Κουνούνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361, 1367. Συνεπώς δεν μπορεί να τεθεί εκ προοιμίου άκαμπτος κανόνας. Τα γεγονότα που καλύπτουν την κάθε περίπτωση είναι και ο αποφασιστικός παράγοντας προς κατάληξη επί του θέματος. Στην παρούσα περίπτωση η καταχώρηση Γενικής Αίτησης καθίστατο αναγκαία προκειμένου, λόγω του επείγοντος του διατάγματος, να ακολουθήσει καταχώρηση της μονομερούς. Όπως επεξηγήθηκε σε προηγούμενο στάδιο, η έλλειψη ειδικών δικονομικών κανονισμών για εφαρμογή των άρθρων του Νόμου 101/87, οδήγησε στην ανάγκη, κατ΄ επίκληση της απόφασης Beogradska (ανωτέρω), επιλογής των συγκεκριμένων δικονομικών μέτρων. Ούτως ή άλλως, η έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων έχει ως λόγο τη συνέχισή τους για το χρονικό διάστημα που ορίζει το Δικαστήριο να ισχύουν, προκειμένου να διατηρηθεί το status quo ante, μέχρις ότου τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων αποφασιστούν τελεσίδικα. Στη μεταξύ των μερών περίπτωση, οι ουσιαστικές διαφορές και οι αιτούμενες θεραπείες δεν αφορούν την κυρίως Αίτηση, αλλά τη διαιτητική διαδικασία. Είναι ζητήματα εντελώς διάφορα από αυτά που καλύπτουν τα υπό εξέταση διατάγματα, τα οποία ως μόνο σκοπό έχουν τη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας της διαιτησίας και ουδόλως διαγιγνώσκουν την ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς, ούτε και επιδρούν καταλυτικά σε σχέση με τη μεταξύ τους διαιτητική διαμάχη. Συνεπώς, δεν εντοπίζεται πρόβλημα στη χορήγηση των ενδιάμεσων θεραπειών, έστω κι αν παρόμοιες καλύπτονται και από την κυρίως Αίτηση. Θ. Η επάρκεια της εγγύησης. Τέθηκε στο σώμα της ένστασης ως ένας από τους λόγους που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι η εγγύηση που έχει καταχωρηθεί είναι ανεπαρκής υπό τις περιστάσεις. Ως θέμα αρχής, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, μπορεί να επανεξετάσει και το ύψος της εγγύησης, εφόσον αυτό θεωρείται αναγκαίο προκειμένου η δοθείσα εγγύηση να είναι ουσιαστική προς την κατεύθυνση κάλυψης τυχόν ζημιών των Καθ΄ ων η Αίτηση (Αναφορικά με την Αίτηση Certiorari του Graham Hartman
(1990)1 ΑΑΔ 587, 593-4). Κατά τη διαδικασία ακρόασης της υπό εξέταση υπόθεσης, ο προβληθείς λόγος ένστασης δεν προωθήθηκε, ούτε και τέθηκε οτιδήποτε το οποίο να δικαιολογεί διαφοροποίηση του ύψους της εγγύησης που αρχικά δόθηκε. Ως εκ τούτου δεν εντοπίζεται να είναι αναγκαία η οποιαδήποτε διαμόρφωσή της προκειμένου να έχει αντίκρισμα. Ι. Το Αιτούμενο στο Υπό Στοιχείο (Β) της Αίτησης Διάταγμα Αποκάλυψης. Στις περιπτώσεις όπου εκδικάζονται διατάγματα παγοποίησης (freezing orders), γνωστά και με την ονομασία Mareva, λόγω του γεγονότος ότι μία από τις πρώτες υποθέσεις στις οποίες εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης ήταν η Mareva Compania Naviera SA v. International Bulkcarriers SA
(1975)2 Lloyd's Rep. 509, είναι συνήθως αναγκαίες κάποιες παρεπόμενες θεραπείες, προκειμένου να ευδοκιμήσουν τα ουσιαστικά διατάγματα. Η προσφυγή στις υποβοηθητικές αυτές θεραπείες προέκυψε ως αναγκαιότητα λόγω της δυσκολίας εντοπισμού λεπτομερειών και στοιχείων, χωρίς τον εξαναγκασμό του Καθ΄ ου η Αίτηση. Αδυναμία δε συνδρομής των ουσιαστικών διαταγμάτων με υποβοηθητικές θεραπείες, θα οδηγούσε στην παράλυση της δυνατότητας απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης στην περίπτωση κατά την οποία ο Αιτητής-ενάγοντας κέρδιζε την υπόθεσή του. Τέθηκε ως εξής το υπό εξέταση ζήτημα από το Ναθαναήλ, ΠΕΔ (όπως ήταν τότε), σε Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 21.7.2005 στην αγωγή αρ. 5581/05 Lasala κ.ά. v. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., το σχετικό απόσπασμα της οποίας υιοθετώ: «Τα στοιχεία που καλείται ο εναγόμενος να αποκαλύψει είναι στα πλαίσια της βοήθειας που οφείλει να δώσει προς τη δικαιοσύνη ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, έστω και αν δυνατόν να θεωρηθεί ιδιαίτερα δυσχερές να το πράξει. Προσομοιάζουν οι παρεπόμενες αυτές θεραπείες με τα διατάγματα τύπου Anton Pillar, τα οποία δίνονται επίσης προς υποβοήθηση ανίχνευσης από τα στοιχεία που διατηρεί ο ίδιος ο εναγόμενος τεκμηρίων βοηθητικών προς υποστήριξη της θέσης του ενάγοντα. Τέτοια διατάγματα έχουν δοθεί στη Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 από τρίτο μάλιστα άτομο εναντίον του οποίου δεν καταλογιζόταν κατ΄ ανάγκη ανάμειξη στην όλη δόλια συμπεριφορά που ασκήθηκε επί των εναγόντων. Ακολουθήθηκε στην Bankers Trust v. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353, και πιο πρόσφατα στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)1 W.L.R. 2033, όπου τονίστηκε και πάλιν, από τη μια, η δραστική και εξαιρετική αυτή δικαιοδοσία, αλλά από την άλλη, αναγνωρίστηκε ότι με το πολύπλοκο σύγχρονο σύστημα ζωής, ιδιαίτερα στις οικονομικές συναλλαγές, η εξαιρετική έστω αυτή δικαιοδοσία θα πρέπει να αφήνεται να ασκείται με την αναγκαία ευελιξία στις ανάγκες των όποιων νέων πραγματικοτήτων κατά καιρούς εμφανίζονται. Στην Κύπρο υιοθετήθηκε η αρχή στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Δ. 153, όπου αναφέρθηκε ότι ναι μεν το δικονομικό αυτό μέτρο δεν ασκείται συχνά, αλλά ασκείται όταν κρίνεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαια έκβαση της υπόθεσης.» Γενικά, τα διατάγματα παγοποίησης προϋποθέτουν ότι εντός συγκεκριμένης μικρής περιόδου από της επίδοσης του σχετικού διατάγματος, ο εναγόμενος θα πρέπει να προμηθεύσει τον Αιτητή με πληροφορίες ως προς την αξία, την τοποθεσία και την αναλυτική δομή των περιουσιακών του στοιχείων, στο βαθμό που αυτά καλύπτουν συγκεκριμένο ύψος αξίας. Γενικά, η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συνιστά ανασταλτικό παράγοντα έκδοσης διατάγματος. Το όλο ζήτημα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 71/06, 74/06 και 92/06 Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162. Αφού παρατέθηκε ιστορική αναδρομή γύρω από το ζήτημα της αδυναμίας έκδοσης διαταγμάτων σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα της διαδικασίας εκτέλεσης σε μεταγενέστερο στάδιο, καταγράφηκε η μέσα από το χρόνο εξελικτική πορεία που ακολούθησε η νομική σκέψη στην Αγγλία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην ανάλογη νομολογία και σε σχετικά νομοθετήματα. Ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και απότοκο των σύγχρονων ρυθμών ζωής και της οικουμενικότητας των οικονομικών δοσοληψιών, αλλά και ως αναγκαιότητα για διεθνή αμοιβαιότητα στην παροχή παρεμπίπτοντων θεραπειών στην υποβοήθηση των ουσιαστικών θεμάτων της αγωγής, τα Δικαστήρια οδηγήθηκαν: «στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιπλώσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους, για να παρέχεται σε αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς» (ΑΒΡ Holdings Ltd v. Kιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 700). Ήταν η ουσία της κατάληξης στην υπόθεση Lasala (ανωτέρω), με αναφορά στο εύπλαστο του Κοινοδικαίου ούτως ώστε εξελικτικά να λαμβάνει υπόψη νέα δεδομένα, ότι δεν υπάρχει νομικός ή δικαιοδοτικός λόγος που να εμποδίζει την έκδοση διατάγματος το οποίο να καλύπτει και περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας ενόψει της ευρύτατης εξουσίας που προσφέρεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  1. Το μόνο που προκύπτει, ως προβληματισμός, για την ένταξη σε απαγορευτικό διάταγμα περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας, είναι το τελέσφορο της διαδικασίας εκτέλεσης και όχι το δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Εκτέλεση η οποία δεν σχετίζεται τόσο με τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου επί των περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή, όσο με τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί του εναγομένου ως υπόλογου για περιφρόνηση με τις ανάλογες συνέπειες. Δεδομένου δε ότι το διάταγμα τύπου Mareva λειτουργεί in personam, σε περίπτωση παρακοής του, κυρώσεις μπορεί να επιβληθούν στο πρόσωπο που παρακούει το διάταγμα και βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Παρέλειψε δε μέχρι και το τελικό στάδιο της ακρόασης της Αίτησης να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, κατ΄ ακολουθία των εκδοθέντων συντηρητικών διαταγμάτων, έχουν δεσμευθεί περιουσιακά στοιχεία, στο ύψος τουλάχιστον του ποσού της μεταξύ των μερών διαιτητικής διαφοράς, ήτοι USD15.234.403,
  2. Μάλιστα, ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπεί τις Καθ΄ ων η Αίτηση, μέχρι και το τελευταίο στάδιο της ακρόασης, δήλωνε την αδυναμία του να ενημερώσει περί του ύψους των τραπεζικών λογαριασμών των Καθ΄ ων η Αίτηση
  3. Θέση η οποία, με όλο το σεβασμό προς το συνήγορο, είναι ασύμβατη με τα όσα κατ΄ επανάλειψη επικαλέστηκε περί παροχής με πλήρεις λεπτομέρειες των περιουσιακών στοιχείων των πελατών του στην πορεία των συζητήσεων για αναδιοργάνωση του χρέους. Καθότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, εύκολη και απλή θα ήταν η παράθεση, για σκοπούς δέσμευσης, του συγκεκριμένου ποσού, η οποία θα καθιστούσε και αχρείαστη την έκδοση του εξεταζόμενου διατάγματος αποκάλυψης. Ιδίως δε με δεδομένη τη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών ότι, ως είναι και ορθό, η πλευρά του ήταν έτοιμη να περιορίσει τις όποιες θεραπείες των διαταγμάτων στο συγκεκριμένο ύψος της διαφοράς. Συνεπώς, απαραίτητη και επιβεβλημένη είναι η έκδοση του αιτούμενου στην παράγρ. (B) της Αίτησης διατάγματος αποκάλυψης, προκειμένου να έχει ουσιαστικό νόημα και δίκαιη έκβαση η όλη υπόθεση. Κ. Κατάληξη. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω, τα προσωρινά διατάγματα οριστικοποιούνται έτσι ώστε να ισχύουν μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως Αίτησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγρ. (Β) της Αίτησης, με το μόνο όρο η αποκάλυψη να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς υποβοήθησης της διαιτητικής διαδικασίας και διασφάλισης του αποτελέσματός της και μόνο, προς τούτο δε σχετική δέσμευση να αναλάβουν οι Αιτητές. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της κυρίως Αίτησης. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.