SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD ν. Γεώργιου Φαλέκου κ.α., Αγωγή Αρ. 412/09, 7.7.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 412/09 Μεταξύ: SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD, από Λευκωσία Ενάγουσας - και -
- Γεώργιου Φαλέκου, από Λευκωσία
- BLACAMUN HOLDINGS LTD, από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.5.09 για επανέκδοση ακυρωθέντων προσωρινών διαταγμάτων Ημερομηνία: 7.7.09 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κα Παναγιώτου Για εναγόμενους/καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μαρκίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο επανεργοποίησης του ακυρωθέντος διατάγματος ή έκδοσης νέου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως ξεκαθαρίσθηκε στην υπόθεση AK International UK Ltd v. Του πλοίου «Νames S»
(2004)1 ΑΑΔ 1456 με αναφορά και σε αγγλική νομολογία, το Δικαστήριο δεν στερείται εξουσίας να επανεργοποιήσει τέτοιο διάταγμα ή να εκδώσει νέο ". όταν τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είχαν αποκαλυφθεί, τεθούν ενώπιον του και νοουμένου ότι καταλήγει για το αθώο της μη αποκάλυψης και την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσης του, εάν αποκαλύπτονταν τα σχετικά γεγονότα". Στην υπό εξέταση περίπτωση το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 26.1.09 ακυρώθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 28.4.09 λόγω παράλειψης - όπως κρίθηκε - της ενάγουσας (στο εξής η αιτήτρια) να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα. Η παράλειψη, διατείνεται η αιτήτρια, δεν ήταν εσκεμμένη και επικαλούμενη και μεταγενέστερα γεγονότα καταχώρισε δεύτερη αίτηση - πανομοιότυπη με την πρώτη - για επανέκδοση των διαταγμάτων που ακυρώθηκαν. Ενόψει όμως της τύχης της πρώτης αίτησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η (δεύτερη) αίτηση δεν θα έπρεπε να εξετασθεί μονομερώς γι΄ αυτό και δόθηκαν οδηγίες επίδοσης της, κάτι που οδήγησε σε καταχώριση ένστασης και νέας ακροαματικής διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι αν οι εξηγήσεις που δίδονται από την αιτήτρια για την παράλειψη της να αποκαλύψει στην πρώτη αίτηση ουσιώδη γεγονότα αίρουν το επιλήψιμο της παράλειψης και, αν ναι, κατά πόσο αν αποκαλύπτονταν υπήρχε δυνατότητα οριστικοποίησης του ακυρωθέντος διατάγματος. Έχω την άποψη ότι για να γίνουν κατανοητές οι εξηγήσεις της αιτήτριας θα πρέπει να γίνει αναφορά στην ενδιάμεση απόφαση που ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα, από την οποία και τα αποσπάσματα που ακολουθούν: «Ο εναγόμενος 1 ήταν εργοδοτούμενος της SFS, αλλά κατόπιν γραπτής συμφωνίας ημερ. 17.2.05 η απασχόληση του στη θέση του Private and Institutional Client Executive συνεχίσθηκε από την ενάγουσα (στο εξής η αιτήτρια) με ισχύ από 1.1.
- Η εργοδότηση του εναγόμενου 1 από την αιτήτρια διήρκησε μέχρι τις 22.1.09, οπόταν τερματίστηκε με το αιτιολογικό παραποίησης καταστάσεων λογαριασμών πελατών και πλαστογράφησης εγγράφων. Ακολούθησε, την επόμενη, η καταχώρηση αγωγής επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, με την οποία η αιτήτρια επικαλούμενη διάφορες αιτίες - παράνομη οικειοποίηση χρημάτων, συνωμοσία, δόλο, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση της σύμβασης εργοδότησης, κατάχρηση θέσεως και άλλες - αξιώνει εναντίον των εναγομένων (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση):- Α. €450.000 που, όπως διατείνεται, οικειοποιήθηκαν, Β. Αποζημιώσεις για συνωμοσία κ.λ.π., καθώς επίσης και τιμωρητικές αποζημιώσεις για ζημιά στη φήμη και αξιοπιστία της και Γ. Δηλωτική απόφαση ότι ό,τι με επιλήψιμο τρόπο αποκόμισαν της ανήκει και αντίστοιχο διάταγμα να το επιστρέψουν, καθώς επίσης και διάταγμα για παροχή σχετικών λογαριασμών και Ταυτόχρονα με την αγωγή η αιτήτρια καταχώρισε και μονομερή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και άρθρα 5, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το δικαστήριο ικανοποίησε την αίτηση μερικώς, εκδίδοντας δύο ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον του εναγόμενου 1 και τρία εναντίον της εναγόμενης 2 ως τα αιτητικά Α, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ της αίτησης. Η αυτούσια καταγραφή των εκδοθέντων διαταγμάτων κρίνεται αχρείαστη. Σημειώνεται, όμως, ότι με αυτά δεσμεύτηκε η κινητή και ακίνητη περιουσία και παγοποιήθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των καθ΄ ων η αίτηση μέχρι ποσού €1.000.000, ενώ, επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 1 διατάχθηκε να διατηρήσει όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του - οποιασδήποτε μορφής και φύσεως - τα οποία σχετίζονται με την αξίωση της αιτήτριας. Τα υπό κρίση διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση ένορκης δήλωσης του Λειτουργού Συμμόρφωσης της SFS Χρ. Βασιλείου, η ουσία της οποίας έχει ως ακολούθως:- Ο εναγόμενος 1 παρείχε επενδυτικές συμβουλές στους πελάτες της αιτήτριας και ταυτόχρονα ασκούσε τα καθήκοντα του λειτουργού εξυπηρέτησης πελατών. Η αιτήτρια ενημέρωνε τους πελάτες της αποστέλλοντας τους καταστάσεις λογαριασμών. Από τα μέσα όμως Δεκεμβρίου του 2008 η διαδικασία ενημέρωσης άλλαξε και έκτοτε οι πελάτες παρελάμβαναν οι ίδιοι προσωπικά τις καταστάσεις που τους αφορούσαν. Περί την 13.1.09 πληροφορήθηκε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. της αιτήτριας Χρ. Έλληνα ότι δύο πελάτες παραπονέθηκαν ότι οι καταστάσεις που τους απέστειλε η αιτήτρια τέλος Δεκεμβρίου του 2008/αρχές Ιανουαρίου του 2009 ήταν διαφορετικές απ΄ αυτές που πήραν από τον εναγόμενο
- Ανέλαβε να εξετάσει τα παράπονα και από προκαταρκτικό έλεγχο προέκυψε ότι ο εναγόμενος 1 είχε παραποιήσει τα έντυπα αλλαγής της ταχυδρομικής διεύθυνσης των δύο αυτών πελατών έτσι ώστε τελικός αποδέκτης της αλληλογραφίας που τους αφορούσε να είναι ο ίδιος. Ακολούθως, αφού παραλάμβανε τις καταστάσεις, τις παραποιούσε και στους πελάτες απέστελλε νέες, όπου απέκρυπτε τη μείωση της απόδοσης των επενδύσεων τους με αποτέλεσμα τη μη ορθή και έγκυρη ενημέρωση τους, κάτι που ενδεχομένως θα χρησιμοποιήσουν ως αιτία για αξίωση αποζημιώσεων για τις ζημιές ή απώλειες που έχουν υποστεί. Ακολούθησε η σύσταση ειδικής επιτροπής για έρευνα όλων των λογαριασμών πελατών που εξυπηρετούσε ο εναγόμενος 1 και στο πλαίσιο της έγιναν συναντήσεις και με πελάτες. Από την έρευνα και τις συναντήσεις διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος 1 .» To Δικαστήριο, όπως ήδη έχει προταχθεί, ακύρωσε τα προσωρινά διατάγματα γιατί έκρινε ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα. Το σχετικό απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.4.09 έχει ως ακολούθως:- «Στην υπό κρίση περίπτωση είναι παραδεκτό ότι το βράδυ της 13.1.09 - την ίδια ημέρα, δηλαδή, που έγιναν τα κατ΄ ισχυρισμό παράπονα - ο πρόεδρος του Δ.Σ. της αιτήτριας επισκέφθηκε μαζί με άλλα πρόσωπα το σπίτι του εναγόμενου
- Η επίσκεψη, όπως είναι επίσης παραδεκτό, δεν ήταν κοινωνικής φύσεως. Σχετιζόταν με τα κατ΄ ισχυρισμό παράπονα και κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος 1 υπόγραψε κάποιο έγγραφο με το οποίο δέσμευε την περιουσία του προς όφελος της αιτήτριας, κι αυτό για «εξασφάλιση» των ζημιών που, όπως προβλήθηκε, υπέστη η αιτήτρια από τις ισχυριζόμενες επιλήψιμες πράξεις του. Περαιτέρω, είναι παραδεκτό ότι κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος 1 παρέδωσε στον πρόεδρο του Δ.Σ. της αιτήτριας και ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή όπου, όπως φαίνεται, υπήρχαν αποθηκευμένες πληροφορίες που σχετίζονταν με την υπόθεση. Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε τα δύο αυτά γεγονότα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή της και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η αποκάλυψη τους θα μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτούμενων διαταγμάτων. Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι σαφώς θετική. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος 1 υπόγραψε το μη αποκαλυφθέν έγγραφο αλλά και το περιεχόμενο του ήταν ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα και θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Είναι αρκετό επί του προκειμένου να παρατηρήσω ότι αν πράγματι με το υπογραφέν έγγραφο δεσμεύτηκε η περιουσία του εναγόμενου 1 θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί επειδή το αντικείμενο των δύο διαταγμάτων που τον αφορούσαν ήταν η δέσμευση της περιουσίας του. Όπως, επίσης, θα έπρεπε να αποκαλυφθεί η χρήση που έκαμε η αιτήτρια - αν έκαμε - του εν λόγω εγγράφου και ποια ήταν η αξία της δεσμευθείσας περιουσίας. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών έχω την άποψη ότι αν η αιτήτρια αποκάλυπτε το εν λόγω έγγραφο, καθώς επίσης πώς το χρησιμοποίησε, ενδεχόμενα το δικαστήριο να θεωρούσε ότι δεν υπήρχε ανάγκη για έκδοση των διαταγμάτων. Παρόμοιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τις πληροφορίες που υπήρχαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι οποίες φαίνεται να σχετίζονται με το διάταγμα για τη διατήρηση από τον εναγόμενο 1 όλων των εγγράφων και στοιχείων που είχε στην κατοχή του και αφορούσαν τις διάφορες αξιώσεις της αιτήτριας. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια απέκρυψε γεγονότα που άπτονταν και μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτηθέντων διαταγμάτων. Η κατάληξη αυτή προδιαγράφει και την τύχη των διαταγμάτων ημερ. 26.1.09, τα οποία ακυρώνονται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας.» Η μη αποκάλυψη των πιο πάνω γεγονότων, διατείνεται ο Χρ. Βασιλείου στις παρ. 23-27 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση (δεύτερη) αίτηση, δεν ήταν ηθελημένη και για τεκμηρίωση της θέσης ότι επρόκειτο για αθώα παράλειψη προβάλλει, ουσιαστικά, τα ακόλουθα:- Όταν προέβαινε στην ένορκη δήλωση της πρώτης αίτησης αγνοούσε την ύπαρξη του εγγράφου που υπόγραψε ο εναγόμενος 1 το βράδυ της 13.1.09 (τεκμ.6), γεγονός που περιήλθε σε γνώση του από την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση. Ενόψει τούτου ζήτησε ενημέρωση από τον Χρ. Έλληνα, ο οποίος του ανάφερε «. ότι δεν πίστευε ότι το έγγραφο αυτό θα βοηθούσε με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση των εναγόντων εξ ου και δεν το ανάφερε». Του ανέφερε, επίσης, ότι εκείνο το βράδυ επισκέφθηκε μαζί με 4 άλλα πρόσωπα τον εναγόμενο 1 στην οικία του, όπου του υπέβαλαν διάφορες ερωτήσεις, τις οποίες δεν απαντούσε προφασιζόμενος απώλεια μνήμης. Ωστόσο προέβη στον καταρτισμό του εγγράφου, με το οποίο παραχωρούσε οικειοθελώς περιουσιακά του στοιχεία στην αιτήτρια για διευθέτηση προβλημάτων σε λογαριασμούς πελατών του, κάτι που βεβαίωσαν ως μάρτυρες και τα 4 πρόσωπα που τον συνόδευαν. Σ΄ ότι δε αφορά τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αυτός ήταν ιδιοκτησίας της αιτήτριας και παραδόθηκε κατ΄ απαίτηση του Χρ. Έλληνα, αλλά λίγες ημέρες αργότερα, στις 31.1.09, παραδόθηκε στην αστυνομία (τεκμ.7). Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγει ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας, καταδεικνύεται ότι η κριθείσα ως απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν ήταν σκόπιμη, αλλά αποτέλεσμα της βιασύνης για ετοιμασία της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 26.1.
- Ο εναγόμενος 1, με τη σειρά του, απορρίπτει ότι οι αποκρύψεις που επισημάνθηκαν στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.4.09 δεν ήταν σκόπιμες και, προβάλλοντας και άλλες αποκρύψεις, διατείνεται ότι η (δεύτερη) αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Εξέτασα με προσοχή τις εξηγήσεις που δίδονται εκ μέρους της αιτήτριας για τις κριθείσες αποκρύψεις και όσα σχετικά υποστηρίχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους. Υπενθυμίζω ότι το θέμα της απόκρυψης γεγονότων είναι κεφαλαιώδους σημασίας στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, σε βαθμό μάλιστα που το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να το εξετάσει και αυτόβουλα όταν από τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί μια τέτοια ενέργεια κρίνεται επιβεβλημένη (βλ. Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, Πολ. Εφ. 181/07 ημερ. 19.6.2009). Υπενθυμίζω, επίσης, ότι το κατά πόσο η παράλειψη αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι είναι άσχετο (Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168), γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι «ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου» (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπό εξέταση περίπτωση υπήρξαν παραλείψεις, η σημασία των οποίων κρίθηκε στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.4.
- Οι παραλείψεις, προβλήθηκε από την αιτήτρια, δεν ήταν εσκεμμένες ή ηθελημένες. Η εισήγηση αυτή, ακόμη και να γινόταν αποδεκτή, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει άνευ ετέρου σε εξέταση αιτήματος για επανέκδοση προσωρινού διατάγματος που ακυρώθηκε λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Σχετική για το θέμα αυτό είναι η υπόθεση Βοσκού (ανωτέρω). Αυτό που απαιτείται για επανέκδοση τέτοιου διατάγματος είναι τεκμηρίωση του αθώου της παράλειψης, έννοια που δεν ταυτίζεται με το μη εσκεμμένο ή μη ηθελημένο. Πέραν του μη εσκεμμένου ή μη ηθελημένου θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να δοθούν τέτοιες εξηγήσεις που να πείθουν ότι πράγματι όση επιμέλεια και να επιδεικνυόταν (βλ. Γρηγορίου ανωτέρω) κάποιο ή κάποια γεγονότα ήταν δυνατό να διαφύγουν της προσοχής, κι αυτό λόγω της φύσης τους ή λόγω της επείγουσας ανάγκης για εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος. Δεν είναι, όμως, τέτοια η υπό κρίση περίπτωση. Εδώ ο ομνύσαντας για την αιτήτρια προέβη σε ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης με βάση, όπως δηλώνει, γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε προσωπικά ή που πληροφορήθηκε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. της αιτήτριας Χρ. Έλληνα. Για σκοπούς της παρούσας - παρά τα ερωτηματικά που εγείρονται - θα δεχθώ ότι όταν προέβη στην ένορκη δήλωση της πρώτης αίτησης δεν γνώριζε τα της υπογραφής του εγγράφου και τα της παράδοσης του ηλεκτρονικού υπολογιστή από τον εναγόμενο
- Τα γεγονότα όμως αυτά, ουσιώδη όπως κρίθηκε στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.4.09, ήταν σε γνώση του προέδρου του Δ.Σ. της αιτήτριας από 13.1.09, 10 δηλαδή ημέρες πριν την υπογραφή της ένορκης δήλωσης και, επομένως, σε γνώση της αιτήτριας για λογαριασμό της οποίας έγινε η ένορκη δήλωση. Δεν αναφέρθηκαν όμως στον ομνύσαντα, γιατί όπως του είπε εκ των υστέρων ο Έλληνας «. δεν πίστευε ότι το έγγραφο αυτό θα βοηθούσε με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση των εναγόντων εξ΄ ου και δεν το ανάφερε». Η δήλωση αυτή από μόνη της, κατά την άποψή μου, αίρει το αθώο της παράλειψης γιατί δεν εναπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο εκτός από το Δικαστήριο να κρίνει τη σημασία ενός γεγονότος που αφορά διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Εξάλλου το έγγραφο που υπόγραψε ο εναγόμενος 1 το βράδυ της 13.1.09, όπως και οι συνθήκες υπογραφής του, θα μπορούσαν να κριθούν ως ευνοϊκά για τους απόντες διαδίκους γεγονότα και θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Γρηγορίου, ανωτέρω) κατά τη διαδικασία έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ημερ. 26.1.09, γεγονότα που η αιτήτρια ενώ όφειλε να αποκαλύψει παρέλειψε να το πράξει, εξ ου και η ακύρωση του διατάγματος. Ανάλογες παρατηρήσεις γίνονται και για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και δεν είναι καθόλου πειστικός ο ισχυρισμός ότι οι παραλείψεις οφείλονται στη βιασύνη ετοιμασίας της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την πρώτη αίτηση. Προς τούτο είναι αρκετό να παρατηρηθεί η ισχυρισθείσα βιασύνη θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία αν ο ομνύσας είχε πληροφορηθεί για τα γεγονότα που δεν αποκάλυψε. Όμως, όπως ο ίδιος δηλώνει, δεν τα πληροφορήθηκε γιατί όπως του ανάφερε εκ των υστέρων ο Έλληνας «. δεν πίστευε ότι θα βοηθούσαν την υπόθεση της αιτήτριας». Δηλαδή, η μη αποκάλυψη τους οφείλεται στην κρίση που διαμόρφωσε ο Έλληνας ότι για σκοπούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος δεν ήταν αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που γνώριζε και ήταν σχετικά με το αίτημα, αλλά μόνο τα απαραίτητα για ικανοποίηση του. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει τεκμηριωθεί το αθώο της παράλειψης και επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα εξέτασης της υπό κρίση (δεύτερης) αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο