Χρίστος Α. Σπύρου ν. POLOCA CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 7002/04, 7 Ιουλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7002/04 Μεταξύ: Χρίστος Α. Σπύρου, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και
- POLOCA CONSULTANTS LTD, εκ Λεμεσού
- Μιχάλης Στεφανίδης, εκ Λεμεσού Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.9.2008
- Χρίστος Α. Σπύρου, εκ Λευκωσίας
- ΚΕΜΒΕ ESTATES LIMITED Εναγόντων και
- POLOCA CONSULTANTS LTD, εκ Λεμεσού
- Μιχάλης Στεφανίδης, εκ Λεμεσού Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους εναγόμενους: κ. Χρ. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.300 ή το ισόποσο σε Λίρες Κύπρου, που αντιπροσωπεύει τη ζημιά την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες από πράξεις ή παραλείψεις ή συνεπεία παράβασης των όρων προφορικής συμφωνίας, που συνήφθηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 ή και 2 ή από κοινού ή και ξεχωριστά. Διαζευκτικά απαιτούν το ίδιο ποσό που πληρώθηκε από τους ενάγοντες ή ως αποζημιώσεις που αυτοί υπέστησαν συνεπεία ψευδών ή μη αληθών ή απατηλών παραστάσεων ή και υποσχέσεων στις οποίες οι εναγόμενοι από κοινού ή και ξεχωριστά προέβησαν σκόπιμα ή απρόσεκτα ή και άλλως πως, προς τους ενάγοντες με αποτέλεσμα αυτοί να καταβάλουν με την υπόδειξη των εναγομένων σε άλλο άτομο ή εταιρεία το αξιούμενο ποσό, το οποίο καταβλήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή και ως μη οφειλόμενο ή για αιτία λήξασα ή και μη επακολουθήσασα και που διεκδικείται δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο ή τόκο προς 8% ως αποζημιώσεις επί του αξιούμενου ποσού από τις 24.9.02 που αυτό καταβλήθηκε από τους ενάγοντες, καθώς και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε εκ συμφώνου μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.9.08, με προφορική συμφωνία περί τις 20.8.02 μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, οι τελευταίοι συμφώνησαν ή και μεσολάβησαν ή και ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν στις δέουσες ενέργειες ή και συστάσεις προς κάποια επιτροπή που σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων είχε την έδρα της και λειτουργούσε στο εξωτερικό (στο εξής «οι δανειστές») με σκοπό την έγκριση/εξασφάλιση και παραχώρηση προς τους ενάγοντες δανείου ύψους US$5.230.000, με ευνοϊκούς για τους ενάγοντες όρους και με ετήσιο επιτόκιο που θα κυμαινόταν μεταξύ 3-4% ετησίως. Σε αντάλλαγμα των υπό των εναγομένων υπηρεσιών, οι ενάγοντες συμφώνησαν αν και εφόσον εξασφαλιζόταν το δάνειο και μετά την είσπραξη από αυτούς της πρώτης δόσης του δανείου, να καταβάλουν στους εναγόμενους ως αμοιβή ποσοστό ύψους 3,5% επί του ύψους του δανείου καθώς και ποσό US$10.000 ως έξοδα των εναγομένων. Περί τον Ιανουάριο του 2003 ο εναγόμενος 2 προσωπικά ή και ως διευθυντής των εναγομένων 1, που είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατάλληλα ιδρυθείσα και ασχολούμενη με συμβουλευτικές και άλλες δραστηριότητες, διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι οι δανειστές ενέκριναν οριστικά και τελεσίδικα την παραχώρηση του δανείου και ζήτησε από αυτούς να καταβάλουν το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.300 ως «commitment fee» για την κάλυψη κάποιας τυπικής προϋπόθεσης που έθετε η επιτροπή των δανειστών και με την πληρωμή αυτή θα αποδεικνύετο εκ μέρους των εναγόντων η σοβαρότητα της αίτησης τους για την εξασφάλιση του δανείου. Ο εναγόμενος 2 υπέδειξε προς τους ενάγοντες πρόσωπο στο εξωτερικό, το οποίο ενεργούσε εκ μέρους των δανειστών και πάντοτε ήταν άγνωστο πρόσωπο προς τους ενάγοντες και προς το οποίο θα έπρεπε αυτοί να καταβάλουν το πιο πάνω ποσό, ως και έπραξαν. Ταυτόχρονα ο εναγόμενος 2 διαβεβαίωσε προσωπικά τους ενάγοντες ότι σε περίπτωση κατά την οποία το δάνειο δεν θα τους κατεβάλλετο για οποιοδήποτε λόγο, τότε ο ίδιος θα ήταν υπόχρεος στην άμεση επιστροφή του καταβληθέντος από τους ενάγοντες ποσού ή στην πληρωμή αντίστοιχου ποσού ως αποζημιώσεις. Περί τον Ιανουάριο του 2003 ο εναγόμενος 2 διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι το δάνειο είχε εγκριθεί και μετά την ολοκλήρωση κάποιων αλλαγών στη συμφωνία δανείου, αυτό θα κατεβάλλετο πολύ σύντομα στους ενάγοντες. Το εν λόγω δάνειο ουδέποτε παραχωρήθηκε στους ενάγοντες είτε οποιοδήποτε μέρος αυτού, με αποτέλεσμα περί τις 24.3.03 ο εναγόμενος 2 να αναλάβει την ρητή υποχρέωση προς τους ενάγοντες και να τους διαβεβαιώσει ότι θα τους επέστρεφε το αξιούμενο και καταβληθέν από αυτούς ποσό. Παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του εναγόμενου 2, τόσο προσωπικά όσο και ως διευθυντής των εναγομένων 1, ότι θα επέστρεφε το αξιούμενο ποσό και παρά την επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 18.4.03, κανένα ποσό δεν τους κατεβλήθη. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι διαβεβαιώσεις - παραστάσεις προς αυτούς των εναγομένων 1 μέσω του διευθυντή τους εναγόμενου 2, αλλά και του εναγόμενου 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα, τόσο πριν όσο και μετά την καταβολή του αξιούμενου ποσού, ότι οι δανειστές ενέκριναν την παραχώρηση του δανείου και ότι η πληρωμή του στους ενάγοντες ήταν θέμα ολοκλήρωσης κάποιων τυπικών διαδικασιών, δεν ήταν αληθινές ή ήταν ψευδείς και ότι ήταν δόλιες, παράνομες και αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων. Παραθέτοντας λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων ή και δόλου των εναγομένων προς τους ενάγοντες, οι οποίες ουσιαστικά είναι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί των εναγόντων αναφορικά με τη συμφωνία μεταξύ τους και των εναγομένων για την εξασφάλιση και παραχώρηση του δανείου από τους δανειστές που οδήγησαν στην καταβολή από τους ενάγοντες του αξιούμενου ποσού σε άγνωστο πρόσωπο και συμπεριλαμβάνουν τη διαβεβαίωση του εναγόμενου 2 ότι εκπροσωπούσε τους δανειστές, οι οποίοι είναι ισχυροί και σοβαροί οικονομικοί παράγοντες που συνιστούσαν οκταμελή επιτροπή που διαχειρίζετο τεράστια χρηματικά ποσά, τα οποία διέθεταν για δανεισμό σε καλές επενδυτικές ευκαιρίες και επιθυμούσαν να παραμείνουν ανώνυμοι, οι ενάγοντες προβάλλουν την προαναφερθείσα απαίτηση τους έναντι των εναγομένων. Με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας 1, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ζάμπια Αφρικής και διατηρούσε και/ή ήταν αξιωματούχος και/ή διευθυντής της ενάγουσας 2 εταιρείας με έδρα την πόλη Λουσάκα, συμφώνησε να εξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο 2 με σαφείς όρους εντολής όπως εξεύρει και/ή διερευνήσει και/ή αποταθεί για λογαριασμό της ενάγουσας 2 σε ξένους χρηματοδοτικούς οργανισμούς για σύναψη δανείου από την εν λόγω ενάγουσα εταιρεία με ευνοϊκούς όρους για κάποιο έργο που θα γινόταν στη Ζάμπια. Οι εναγόμενοι ουδέποτε ανέλαβαν την υποχρέωση για παραχώρηση του δανείου στους ενάγοντες και δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση άρνησης και/ή απόρριψης της αίτησης της ενάγουσας εταιρείας από τους οποιουσδήποτε δανειστές. Συμφωνούν ότι σε περίπτωση εξασφάλισης του δανείου θα κατεβάλλοντο στην εναγόμενη 1 τα ποσά που ισχυρίζονται οι ενάγοντες και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι για τα έξοδα του εναγόμενου 2 καταβλήθηκε το ποσό των US$4.000, έχοντας εκδοθεί εκ μέρους των εναγομένων σχετική απόδειξη. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες ότι το δάνειο είχε εγκριθεί και ισχυρίζονται ότι η καταβολή του ποσού των Ελβετικών φράγκων 52.300 θα ήταν προπληρωμή μέρους των τόκων του πρώτου χρόνου, αν και εφόσον το δάνειο θα εγκρινόταν σύμφωνα με την επιστολή των δανειστών προς τον ενάγοντα 1, ως διευθυντή της ενάγουσας 2, ημερομηνίας 16.9.
- Σύμφωνα με τους εναγόμενους το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.300 καταβλήθηκε από κάποια εταιρεία MAYO ASSOCIATED SA και όχι από τους ενάγοντες, προς συγκεκριμένους δανειστές που κατονομάστηκαν από τους εναγόμενους στην ενάγουσα 2, όπως φαίνεται στην επιστολή της εταιρείας P & M ημερομηνίας 16.9.
- Απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε διαβεβαίωσαν και/ή ανέλαβαν υποχρέωση έναντι των εναγόντων για επιστροφή του αξιούμενου ποσού και ουδεμία ευθύνη είχαν καθότι η ενάγουσα 2 μέσω του ενάγοντα 1 είχε απευθείας συνομιλίες και/ή διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, ανταλλάσσοντας αλληλογραφία, ως δε έχει πληροφορηθεί ο εναγόμενος 2 οι παραλήπτες του αξιούμενου από τους ενάγοντες ποσού επέστρεψαν στην ενάγουσα 2 το ποσό των Ελβετικών φράγκων 5.300, γεγονός που αναγνώριζε ο ενάγοντας 1 για λογαριασμό της ενάγουσας
- Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων ή και δόλου εκ μέρους τους στην έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι οποιαδήποτε συμφωνία ή και δέσμευση και οποιαδήποτε απαίτηση των εναγόντων πρέπει να στραφεί εναντίον των δανειστών και του παραλήπτη των χρημάτων και όχι εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι δεν παρέλαβαν οποιοδήποτε ποσό για να υποχρεούνται στην επιστροφή του, με αποτέλεσμα η αγωγή να πρέπει ν' απορριφθεί. Στην τροποποιημένη απάντηση τους στην υπεράσπιση οι ενάγοντες εμμένοντας στις αρχικές θέσεις τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ενόσω ο ενάγοντας 1 παραδέχεται την ιδιότητα του ως Πρόξενου της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ζάμπια Αφρικής και ότι ενεργούσε ως αξιωματούχος της ενάγουσας 2 εταιρείας, καθώς και ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων - συνομιλιών και της επίτευξης της συμφωνίας με τους εναγόμενους ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα, έχοντας ρητά επιφυλάξει το δικαίωμα να εκχωρήσει το δάνειο στην ενάγουσα 2 εταιρεία σε περίπτωση εξασφάλισης του. Ισχυρίζεται επίσης ο ενάγοντας 1 ότι περί τις 20.8.02 υπογράφηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτού και των εναγομένων και οι τελευταίοι εμποδίζονται να προβάλουν αντίθετους ή διαφορετικούς ισχυρισμούς από το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία όπως ήδη επισημάνθηκε, ολοκληρώθηκε πριν την τροποποίηση των δικογράφων, εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η προφορική μαρτυρία του ενάγοντα 1 και του Γιάννη Καλαβά (ΜΕ2). Εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η προφορική μαρτυρία του εναγόμενου
- Ο ενάγοντας 1 υποστήριξε ότι στις 20.8.2002 συνήφθη προφορική συμφωνία μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεσολαβήσουν για να εξασφαλιστεί προς αυτόν το επίδικο δάνειο, με αντάλλαγμα την αμοιβή τους και τα έξοδα που προαναφέρθηκαν. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι ετοίμασαν γραπτή αίτηση, ημερομηνίας 20.8.02, που υπογράφηκε από τους εναγόμενους (Τεκμήριο 1) και του την έδωσαν. Τον Σεπτέμβριο του 2002 ο εναγόμενος 2 προσωπικά και/ή ως διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας, τον διαβεβαίωσε ότι οι δανειστές ενέκριναν οριστικά και τελεσίδικα την παραχώρηση του δανείου στον ενάγοντα 1, ζητώντας του να καταβάλει το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.
- Με επιστολή τους ημερομηνίας 16.9.02 προς τον ενάγοντα 1 (Τεκμήριο 2) οι εναγόμενοι του έδωσαν οδηγίες να πληρώσει το εν λόγω ποσό σε κάποια Frau Paula Uutela, που παραμένει άγνωστο πρόσωπο προς αυτόν, σε συγκεκριμένο λογαριασμό. Ο ενάγοντας 1 κατέβαλε το πιο πάνω ποσό στις 20.9.02 (Τεκμήριο 3) και οι εναγόμενοι τον εφοδίασαν με έγγραφο ημερομηνίας 24.9.02 με τον τίτλο «PROMISSORY NOTE 3», υπογεγραμμένο από την κα Paula Uutela. Ο εναγόμενος 2 στις 12.1.03 του απέστειλε με φαξ επιστολή ημερομηνίας 2.12.02 (Τεκμήριο 4), την οποία του απέστειλε η κα Uutela, με τη διαβεβαίωση ότι για την εξέταση της αίτησης του έχει παραμείνει μια μικρή εκκρεμότητα μόνο. Ταυτόχρονα ο εναγόμενος 2 τον βεβαίωσε προσωπικά και χωρίς επιφυλάξεις ότι αν το δάνειο τελικά δεν κατεβάλλετο σ' αυτόν για οποιοδήποτε λόγο, τότε υπόχρεος στην άμεση επιστροφή του ποσού αυτού ή στην πληρωμή αντίστοιχου ποσού ως αποζημιώσεις θα ήταν ο εναγόμενος
- Τον Ιανουάριο του 2003 ο εναγόμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι το δάνειο είχε εγκριθεί και ότι μετά την ολοκλήρωση κάποιων αλλαγών στη συμφωνία δανείου, πολύ σύντομα αυτό θα του κατεβάλλετο. Ωστόσο το δάνειο ποτέ δεν παραχωρήθηκε στον ενάγοντα 1, ούτε οποιοδήποτε μέρος αυτού, με αποτέλεσμα στις 24.3.03 ο εναγόμενος 2 να αναλάβει τη ρητή υποχρέωση προς τον ενάγοντα 1 και να τον βεβαιώσει ότι θα του επέστρεφε το αξιούμενο ποσό που είχε πληρώσει, ενόσω προηγήθηκε επιστολή των εναγομένων προς αυτόν ημερομηνίας 7.12.02 (Τεκμήριο 5). Παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του εναγόμενου 2 για την επιστροφή του αξιούμενου ποσού και παρά την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα 1 προς αυτόν, ημερομηνίας 18.4.03 (Τεκμήριο 6) ο εναγόμενος 2 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω, ο ενάγοντας 1 υποστήριξε ότι για να τον καθησυχάσει ο εναγόμενος 2, του είχε διαβιβάσει επιστολή της κας Uutela, ημερομηνίας 11.12.02 (Τεκμήριο 7), καθώς και επιστολή του εναγόμενου 2 προς την κα Uutela ημερομηνίας 18.12.02 (Τεκμήριο 8), αλλά και «υποτιθέμενη» επιστολή της κας Uutela ημερομηνίας 29.1.03 (Τεκμήριο 9) προς τον εναγόμενο 2, με την οποία τον βεβαιώνει ότι το δάνειο τελικά έχει εγκριθεί. Με επιστολή τους ημερομηνίας 1.2.03 (Τεκμήριο 10) οι εναγόμενοι έδωσαν στον ενάγοντα 1 παρόμοιες διαβεβαιώσεις με αυτές του Τεκμηρίου 9, ενώ παρόμοια προσπάθεια να τον καθησυχάσουν έγινε και με την επιστολή ημερομηνίας 12.3.03 (Τεκμήριο 11), την οποία ο εναγόμενος 2 του έστειλε ως προερχόμενη από την κα Uutela. Σύμφωνα με τον ενάγοντα 1 οι διαβεβαιώσεις - παραστάσεις των εναγομένων προς αυτόν, κατά την αντίληψη του, εν γνώσει τους δεν ήταν αληθινές ή ήταν ψευδείς, δόλιες, παράνομες και αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και έτσι τον έπεισαν και τον παραπλάνησαν να προβεί στην πληρωμή του αξιούμενου ποσού σε άγνωστο πρόσωπο το οποίο του υπέδειξαν. Ο ενάγοντας 1 με επιστολή του - φαξ ημερομηνίας 13.3.03 (Τεκμήριο 12) προς την κα Uutela και τον εναγόμενο 2, ζητούσε την επιστροφή του ποσού των Ελβετικών φράγκων 52.
- Στις 12.5.03 ο εναγόμενος 2 του απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 5.4.03 (Τεκμήριο 13), την οποία υποτίθεται ότι είχε λάβει από το υποτιθέμενο «Financial Team» και η οποία απευθυνόταν προς τον ενάγοντα
- Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, η εν λόγω ομάδα υπόσχετο ότι κατά τη διάρκεια της εβδομάδας εκείνης θα κατατίθετο από την κα Uutela το αξιούμενο ποσό στο λογαριασμό κάποιας εταιρείας του ενάγοντα 1 στην Ελβετία, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε. Μέχρι τις 24.3.03 ο εναγόμενος 2 διαβεβαίωνε τον ενάγοντα 1 ότι τα χρήματα που είχαν πληρωθεί επιστράφηκαν ήδη στο λογαριασμό του και ότι αν δεν επιστραφούν τότε θα πήγαινε προσωπικά ο ίδιος στη Ζυρίχη Ελβετίας για να διευθετήσει την επιστροφή των χρημάτων. Ο ενάγοντας 1 ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα κατά τις διαπραγματεύσεις και συνομιλίες για την επίτευξη της συμφωνίας με τους εναγόμενους και είχε ρητά επιφυλάξει το δικαίωμα να παραχωρήσει το δάνειο στην ενάγουσα 2 εταιρεία, αν αυτό τελικά παραχωρείτο. Δεν είχε ο ίδιος οποιαδήποτε επαφή ή συνομιλία με τους δανειστές, τους οποίους ποτέ δεν του αποκάλυψαν οι εναγόμενοι και είναι η θέση του ότι ποτέ δεν υπήρξαν δανειστές. Δεν του επιστράφηκε το ποσό των Ελβετικών φράγκων 5.300 ούτε οποιοδήποτε άλλο ποσό, ενόσω ο ίδιος πλήρωσε στον εναγόμενο 2 το ποσό των US$4.000 ως αμοιβή του για τις υπηρεσίες του για την εξασφάλιση του δανείου στις 20.8.02 - σχετική απόδειξη αποτελεί το Τεκμήριο
- Με επιστολή τους ημερομηνίας 28.4.03 (Τεκμήριο 15) οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα 1 ότι η κα Uutela του επέστρεψε τα χρήματα χωρίς να του αποκαλύπτεται η τράπεζα ή οτιδήποτε άλλο, κάτι ωστόσο που δεν ήταν αλήθεια. Με επιστολή του ημερομηνίας 6.3.03 (Τεκμήριο 16) προς τον εναγόμενο 2, ο ενάγοντας 1 του εξέφρασε την απογοήτευση του για την όλη κατάσταση, που φάνηκε τελικά ότι ήταν ένα κόλπο για να του αποσπάσει το αξιούμενο ποσό, εφόσον αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε επιτροπή δανειστών και ο εναγόμενος 2 ίσως με κάποια συνεργάτιδα του, την υποτιθέμενη κα Uutela του απέσπασαν το υπό αναφορά ποσό. Ο ΜΕ2 , εξάδελφος του ενάγοντα 1, είχε βρεθεί σε συνάντηση μεταξύ του ενάγοντα 1 και του εναγόμενου 2 στη Λεμεσό, όπου έγινε συζήτηση μεταξύ τους, επειδή ο ενάγοντας 1 ενδιαφερόταν για δάνειο με σκοπό τη χρηματοδότηση έργων της επιχείρησης του, χωρίς να θυμάται κατά πόσο έγινε αναφορά για την εναγόμενη 2 εταιρεία. Από την αλληλογραφία που ακολούθησε, είδε ότι η ενάγουσα 2 εταιρεία είχε σχέση με την παρούσα υπόθεση και γνωρίζει ότι μοναδικός μέτοχος των εταιρειών του ενάγοντα 1 είναι ο ίδιος. Ο εναγόμενος 2, ο οποίος ασχολείτο με χρηματοδοτήσεις έργων ως πρώην τραπεζικός υπάλληλος, έχοντας συνεργάτες στο εξωτερικό και συγκεκριμένα επιτροπή που διαχειριζόταν ιδιωτικά κεφάλαια που ήθελαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, ήθελε να επισκεφθεί το έργο στη Ζάμπια για να ετοιμάσει έκθεση. Ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι γνώρισε τον ενάγοντα 1 μέσω του ΜΕ2 και για μια μοναδική φορά τον συνάντησε στη Ζάμπια, όπου μετέβη ο ίδιος με σκοπό να συζητήσει με τον ενάγοντα 1, ο οποίος δεν ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα, δανειοδότηση με χαμηλό επιτόκιο για να επεκτείνει τις δραστηριότητες των εταιρειών του και συγκεκριμένα της ενάγουσας 2 εταιρείας. Ο εναγόμενος 2 εκπροσωπούσε την εναγόμενη 1 εταιρεία και υπό αυτή του την ιδιότητα συνήφθη η συμφωνία που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Ο ενάγοντας 1 του παρέδωσε το Τεκμήριο 18, που είναι το «profile» των εταιρειών του με σκοπό να προβληθεί η ενάγουσα 2 εταιρεία στους χρηματοδότες. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 εξασφαλίζοντας το ενδιαφέρον των χρηματοδοτών για την παραχώρηση του δανείου, διαβίβασε τους όρους της χρηματοδότησης στον ενάγοντα 1 δίδοντας τους αριθμούς τηλεφώνου και τηλεομοιοτύπου της αντιπροσώπου Paula Uutela, στην οποία είχε αποστείλει τα αναγκαία στοιχεία για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης (βλ. Τεκμήρια 19 και 20). Η κα Uutela αρχικά του απάντησε προφορικά και στη συνέχεια ο ενάγοντας 1 τον πληροφόρησε τηλεφωνικά ότι θα κατέθετε το αξιούμενο ποσό όπως φαίνεται ότι έγινε από το Τεκμήριο 3, ενόσω το «PROMISSORY NOTE 3» του δόθηκε από την κα Uutela και το απέστειλε ο ίδιος στον ενάγοντα
- Απ' ότι γνωρίζει ο ίδιος, ο ενάγοντας 1 είχε επικοινωνία τηλεφωνικά με την κα Uutela και ανταλλάγησαν επιστολές μεταξύ τους ακόμα και πριν κατατεθούν τα χρήματα. Σύμφωνα με όσα τον πληροφόρησε ο ενάγοντας 1 δεν του δόθηκε το δάνειο και η κα Uutela έδωσε στον εναγόμενο 2 ένα κωδικό αριθμό, τον οποίο έδωσε ο ίδιος στον ενάγοντα 1 για να του επιστραφούν τα καταβληθέντα χρήματα. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 15 είχε αρχίσει η διαδικασία επιστροφής των χρημάτων. Ο εναγόμενος 2 ουδέποτε ανέφερε ότι θα αναλάβει να πληρώσει τα χρήματα αν δεν τα επιστρέψουν οι χρηματοδότες, δεδομένου μάλιστα ότι και στο Τεκμήριο 17 αναφέρεται ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία, έχοντας συμβουλευτικό ρόλο, δεν θα φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τυχόν άρνηση χορήγησης του δανείου από τους χρηματοδότες. Πράγματι, έχει παραλάβει το ποσό των US$4.000, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 14, για να καλύψει τα έξοδα του για την εξεύρεση του δανείου. Μόλις πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα 1 ότι δεν παραχωρήθηκε το δάνειο, επικοινώνησε ο ίδιος με την κα Uutela, η οποία αρχικά του ανέφερε ότι τα πληρωθέντα χρήματα θα επιστραφούν και όταν αυτή τον πληροφόρησε ότι είχε ήδη επιστραφεί ποσό US$5.300 ενημέρωσε τον ενάγοντα
- Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο κ.Παπαθεοδώρου εισηγήθηκε ότι από την υπάρχουσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία είναι πρόδηλο ότι ο εναγόμενος 2 κατόρθωσε να αποσπάσει από τους ενάγοντες το αξιούμενο ποσό καθώς και το ποσό των US$4.000, υπό περιστάσεις που συνιστούν απάτη και με ψευδείς παραστάσεις, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν δανειστές και έχοντας δεσμευθεί ο ίδιος να επιστρέψει το αξιούμενο ποσό στους ενάγοντες αν δεν παραχωρείτο το δάνειο. Οι δυο εναγόμενοι ως αντιπρόσωποι μη αποκαλυφθέντων αντιπροσωπευομένων, σύμφωνα με την νομολογία, δεσμεύονται προσωπικά και στη προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες δικαιούνται να τους επιστραφούν τα καταβληθέντα ποσά, πλέον τόκους, ως αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αντίθετα, ο κ.Χριστοφόρου εισηγήθηκε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία των εναγόντων προκύπτει ότι η επίδικη συμφωνία έγινε μεταξύ της ενάγουσας 2 εταιρείας και της εναγόμενης 1 εταιρείας και αφορά τη λήψη των αναγκαίων διαβημάτων για εξασφάλιση του δανείου, ενόσω συμφωνήθηκε ρητά ότι οι εναγόμενοι δεν θα έχουν οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση απόρριψης της χρηματοδότησης. Παρόλο που ο ενάγοντας 1 επέμενε κατά τη μαρτυρία του ότι η συμφωνία έγινε από τον ίδιο, η πορεία της υπόθεσης, εν όψει της τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, καταδεικνύει το αντίθετο και περαιτέρω από τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, αλλά και τα κατατεθέντα Τεκμήρια προκύπτει ότι ο ενάγοντας 1 είχε απευθείας επικοινωνία με τους δανειστές μέσω της κας Uutela, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί δόλου και ψευδών παραστάσεων των εναγομένων, αλλά και απάτης στη συγκεκριμένη υπόθεση να μην μπορούν να ευσταθήσουν. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι είχε συναφθεί συμφωνία δυνάμει της οποίας θα γίνοντο ενέργειες για να παραχωρηθεί δάνειο ύψους US$5.230.000 από τους δανειστές, οι οποίοι φαίνεται ότι δεν ήταν γνωστά πρόσωπα σε οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Τίθεται ωστόσο υπό αμφισβήτηση μεταξύ ποιων συνήφθη η εν λόγω συμφωνία, καθώς και αν οι εναγόμενοι, ή οποιοσδήποτε από αυτούς, είχαν δεσμευθεί έναντι των εναγόντων, ή οποιουδήποτε από αυτούς, να επιστρέψουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό είχε πληρωθεί από τους τελευταίους στο λογαριασμό της κας Uutela, λόγω της επικείμενης λήψης του δανείου. Ακόμη το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες οι ενάγοντες κατέβαλαν το αξιούμενο από αυτούς ποσό στην κα Uutela. Αξιολογώντας αρχικά τη μαρτυρία του ενάγοντα 1, πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφορές του δεν έχουν την συνέπεια και σταθερότητα που απαιτείται ώστε το Δικαστήριο να βασισθεί ανεπιφύλαχτα στη μαρτυρία του και να εξάξει ασφαλή ευρήματα υιοθετώντας τις θέσεις του. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι ο ενάγοντας 1 καταθέτοντας ενόρκως επέμενε ότι η συμφωνία με τους εναγόμενους συνήφθη προσωπικά από τον ίδιο και απέρριπτε κατηγορηματικά τη θέση ότι η συμφωνία αυτή έγινε για δανειοδότηση της ενάγουσας 2 εταιρείας. Αυτός ο ισχυρισμός του ενάγοντα 1, είναι πρόδηλο ότι συνήδε με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, προτού αυτή τροποποιηθεί μετά από αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 16.9.08, η οποία καταχωρήθηκε μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και χωρίς να υπάρξει ένσταση εκ μέρους των εναγομένων. Κατά συνέπεια, η θέση του ενάγοντα 1 κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ενεργούσε προσωπικά συνάπτοντας τη συμφωνία με τους εναγόμενους, δεν συνάδει απόλυτα με τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Παρατηρείται, επίσης, αντιφατικότητα στη μαρτυρία του ενάγοντα 1 σε σχέση με το κατά πόσο η επίδικη συμφωνία ήταν προφορική ή συνήφθη γραπτώς. Την αρχικά προβληθείσα θέση του, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν συνήδε με το Τεκμήριο 1, ότι δηλαδή η συμφωνία του με τους εναγόμενους στις 20.8.2002 ήταν προφορική, την διαφοροποίησε ο ενάγοντας 1 κατά την αντεξέταση του, όπου, βλέποντας το πρωτότυπο σε σχέση με το Τεκμήριο 1 και κατατεθέν χωρίς ένσταση ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 17, δέχθηκε ότι η συμφωνία μεταξύ του ίδιου και του εναγόμενου 2, ως αντιπροσώπου της εναγομένης 1 εταιρείας, ήταν γραπτή και περιέχεται στο Τεκμήριο 17, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι δεν γνώριζε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία θα ήταν σύμβουλος για την εξασφάλιση του δανείου. Ανεξάρτητα όμως και πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, η γενική εντύπωση που έχει δημιουργηθεί στο Δικαστήριο από τη μαρτυρία του ενάγοντα 1, είναι ότι ο ενάγοντας 1 με τη μαρτυρία του είχε ως κύριο στόχο να καταστήσει υπεύθυνους τους εναγόμενους να του επιστρέψουν το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.350, το οποίο όπως είναι πρόδηλο από τα κατατεθέντα Τεκμήρια 2 και 3, κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της κας Paula Uutela στην Ελβετία. Δεν φαίνεται να αμφισβητείται εκ μέρους των εναγομένων ότι το εν λόγω ποσό πληρώθηκε από την εταιρεία MAYO ASSOCIATES SA, κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα
- Η πληρωμή δε του αξιούμενου ποσού με τον τρόπο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια. Ιδιαίτερα εν όψει της αλληλογραφίας που ανταλλάγηκε μεταξύ του ενάγοντα 1 και της κας Uutela (βλ. Τεκμήρια 11 και 12). Παρόλο που ο ενάγοντας 1 προσπάθησε να δημιουργήσει την εικόνα ότι δεν υπήρχε καμιά ουσιαστικά επικοινωνία του ίδιου με τους δανειστές, που όπως διαφαίνεται εκπροσωπούντο από την κα Uutela, η προαναφερθείσα αλληλογραφία τον διαψεύδει. Πέραν δε του ότι οι περισσότερες από τις ανταλλαγείσες μεταξύ των εναγόντων και της κας Uutela επιστολές διακινούντο μέσω του εναγόμενου 2, τουλάχιστον το Τεκμήριο 12 δεν προέκυψε ότι ανταλλάγηκε μεταξύ των πιο πάνω μέσω του εναγόμενου 2, ενόσω μάλιστα στο Τεκμήριο 16 ο ενάγοντας 1 αναφέρεται σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την κα Uutela στις 5.3.
- Η αντίληψη μου είναι ότι ο ενάγοντας 1, έχοντας διερευνήσει όσα ήταν αναγκαία προχώρησε στην εντολή να πληρωθεί το αξιούμενο ποσό στο τραπεζικό λογαριασμό της κας Uutela, με πλήρη επίγνωση του σκοπού πληρωμής του εν λόγω ποσού, όπως διαφαίνεται στο «PROMISSORY NOTE 3» (βλ. Τεκμήριο 2) ημερομηνίας 24.9.02, το οποίο ακολούθησε την πληρωμή ημερομηνίας 20.9.2002 και που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρόλο που η δική του θέση, όπως προβάλλει και στην έκθεση απαίτησης, ήταν ότι το ποσό αυτό δόθηκε ως «commitment fee» για την κάλυψη κάποιας τυπικής προϋπόθεσης που έθετε η επιτροπή των δανειστών και με την πληρωμή αυτή θα αποδεικνύετο εκ μέρους των εναγόντων η σοβαρότητα της αίτησης τους για την εξασφάλιση του δανείου. Περαιτέρω από την κατατεθείσα γραπτή μαρτυρία δεν υποστηρίζεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα 1 ότι οι εναγόμενοι ή και οποιοσδήποτε εξ αυτών ανέλαβαν προσωπικά τη δέσμευση να επιστρέψουν το αξιούμενο ποσό που πληρώθηκε όπως προαναφέρθηκε. Αντίθετα μάλιστα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 (βλ. επίσης το παρόμοιο πρωτότυπο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17), είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας 2 εταιρείας και της εναγομένης 1 εταιρείας, μέσω των διευθυντών τους δηλαδή του ενάγοντα 1 και του εναγόμενου 2 αντίστοιχα, ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία, θα ενεργούσε ως σύμβουλος κατά τη διερεύνηση της οικονομικής αγοράς για εξασφάλιση του επίδικου δανείου, λαμβάνοντας μόνο όλα τα αναγκαία διαβήματα για την παραχώρηση του δανείου, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την απόρριψη των προσπαθειών της από τους οποιουσδήποτε δανειστές. Όπως ισχυρίστηκε βέβαια ο ενάγοντας 1, η ανάληψη δέσμευσης των εναγομένων, ιδιαίτερα του εναγόμενου 2, να του επιστρέψουν το αξιούμενο ποσό, που την τοποθέτησε κατά τον Μάρτιο του 2003 αλλά και προγενέστερα, ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο τόσο της συναφθείσας μεταξύ τους συμφωνίας όσο και της κατάθεσης του ποσού αυτού στον λογαριασμό της κας Uutela. Ωστόσο η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και λόγω των διαπιστωθεισών ανακολουθιών στη μαρτυρία του ενάγοντα 1 και με το σκεπτικό ότι αν είχε όντως δοθεί εκ μέρους των εναγομένων δέσμευση προς τους ενάγοντες ότι θα επέστρεφαν οι ίδιοι το υπό αναφορά ποσό, αναμενόμενο θα ήταν αυτό να γίνει γραπτώς ή έστω να απαιτήσουν οι ενάγοντες να δοθεί γραπτή δέσμευση προς αυτή την κατεύθυνση εκ μέρους των εναγομένων, εφόσον ήταν συχνή η αλληλογραφία μεταξύ τους, όπως διαφαίνεται από τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Δεν θεωρώ αναγκαίο να σχολιάσω τη μαρτυρία του ΜΕ2, εφόσον δεν προσφέρει οτιδήποτε ουσιαστικό σε σχέση με τα επίδικα ουσιώδη θέματα, εκτός του ότι ενισχύεται η θέση του ενάγοντα 1 ότι συναντήθηκαν με τον εναγόμενο 2 αρχικά στη Λεμεσό, θέμα που δεν μπορεί να έχει ουσιώδες αντίκτυπο στην όλη υπόθεση ενόψει των λοιπών διαπιστώσεων του Δικαστηρίου. Όσον αφορά δε τον εναγόμενο 2, η μαρτυρία του συνάδει με τα διαδραματισθέντα όπως αυτά εξάγονται από τα κατατεθέντα έγγραφα. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι από το σύνολο των τεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως υποστήριξε ο εναγόμενος 2 προκύπτει ότι, μετά από την επίσκεψη του ίδιου στην Ζάμπια, συνήφθη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα 1, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της ενάγουσας 2 εταιρείας, και του εναγόμενου 2, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εναγομένης 1 εταιρείας, που καταγράφηκε στο έγγραφο ημερομηνίας 20.8.02 (Τεκμήρια 1 και 17). Μετά από τις ενέργειες του εναγόμενου 2 υπήρξε κατ' αρχήν ανταπόκριση εκ μέρους των δανειστών για την παραχώρηση του δανείου που ζητήθηκε και στις 16.9.02 ο εναγόμενος 2, ενεργώντας πάντα υπό την πιο πάνω ιδιότητα του, ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα 1 (Τεκμήριο 2). Αφού πληρώθηκε το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.350 στην κα Uutela και επειδή δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία για την παραχώρηση του δανείου στην ενάγουσα 2 εταιρεία, ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα 1, του ίδιου και της κας Uutela και παρόλο που αρκετές από τις επιστολές διαβίβαζε ο ίδιος μεταξύ των άλλων δυο εμπλεκομένων, υπήρξε και προσωπική επικοινωνία μεταξύ του ενάγοντα 1 και της κας Uutela, τα στοιχεία επικοινωνίας της οποίας είχαν δοθεί στον ενάγοντα
- Όπως υποστήριξε ο εναγόμενος 2 δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσες φορές επικοινώνησε ο ενάγοντας 1 με την κα Uutela ενώ η θέση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η κα Uutela είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, όπως προέκυψε από έρευνα που διεξήγαγε «ντεντέκτιβ» που διόρισε ο ενάγοντας 1, δεν είχε σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας προβληθεί εκ μέρους των εναγόντων, δεν γίνεται αναφορά για το θέμα αυτό σε οποιαδήποτε επιστολή των εναγόντων ή του δικηγόρου τους (όπως θα μπορούσε να γίνει στα Τεκμήρια 6 και 16) προς τον εναγόμενο 2 ούτε και προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία που να την υποστηρίζει. Η θέση μάλιστα αυτή έρχεται σε αντίθεση με την επίσης υποβληθείσα στον εναγόμενο 2 θέση κατά την αντεξέταση του ότι ο ενάγοντας 1 είχε δυο επαφές με την κα Uutela, όπως αυτό προκύπτει εξάλλου από τα Τεκμήρια 12 και
- Ενόψει τέλος της δυνατότητας επικοινωνίας του ενάγοντα 1 με την κα Uutela δεν μπορεί να θεωρηθεί ανειλικρινής η αναφορά του εναγόμενου 2 ότι δεν μπορούσε να είναι ο ίδιος απόλυτα βέβαιος για το κατά πόσο τελικά παραχωρήθηκε το δάνειο στους ενάγοντες ή αν τους επιστράφηκε οποιοδήποτε ποσό. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου συνάγονται από τα κατατεθέντα Τεκμήρια και την μαρτυρία του εναγόμενου
- Σύμφωνα με αυτά, ο ενάγοντας 1 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της ενάγουσας 2 εταιρείας συμφώνησε περί τις 20.8.02 με τον εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εναγομένης 1 εταιρείας, όπως η εναγομένη 1 εταιρεία ενεργεί ως σύμβουλος για τη διερεύνηση της οικονομικής αγοράς στην Ευρώπη με σκοπό την εξασφάλιση δανείου ύψους US$5.230.000 για την χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας 2 εταιρείας, όπως διαφαίνεται στα Τεκμήρια 1, 17 και
- Οι προσπάθειες των εναγομένων οδήγησαν στην ανεύρεση δανειστών (βλ. Τεκμήρια 19 και 20), ενόσω οι όροι της δανειοδότησης εμφαίνονται στην επιστολή των εναγομένων προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 16.9.02 (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της Paula Uutela στις 20.9.02 το ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.350 εκ μέρους της MAYO ASSOCIATES SA, κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα
- Με το έγγραφο ημερομηνίας 24.9.02 με τον τίτλο «PROMISSORY NOTE 3», υπογεγραμμένο από την κα Paula Uutela, η εν λόγω κυρία ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως το κατατεθέν ποσό, που αποτελούσε προπληρωμή τόκων του δανείου για το ποσό των US$5.230.000 που θα εγκρίνετο και θα δίδετο στην ενάγουσα 2 εταιρεία, στην περίπτωση που δεν θα εδίδετο το δάνειο αυτό για οποιοδήποτε λόγο εντός 6 εβδομάδων από την καταβολή της εν λόγω προπληρωμής. Τελικά το δάνειο δεν παραχωρήθηκε εκ μέρους των δανειστών και παρά την αλληλογραφία μεταξύ όλων των εμπλεκομένων, το πιο πάνω ποσό των Ελβετικών φράγκων 52.350 δεν φαίνεται να επιστράφηκε στους ενάγοντες, παρόλο που απαιτήθηκε η επιστροφή του εκ μέρους αυτών (βλ. Τεκμήρια 4, 5, 7 - 13, 15 και 16) . Ο εναγόμενος 2 έλαβε στις 20.8.02 το ποσό των US$4.000 από την ενάγουσα 2 εταιρεία για τις συμβουλευτικές του υπηρεσίες (Τεκμήριο 14). Με την επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 18.4.2003 (Τεκμήριο 6) ζητήθηκε από τον εναγόμενο 2 να καταβάλει στον ενάγοντα 1 το αξιούμενο ποσό. Ως προς τη νομική πτυχή, επισημαίνεται αρχικά ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται η ύπαρξη υπόσχεσης, που αποτελείται από την πρόταση και την αποδοχή της, η αντιπαροχή και η δικαιοπρακτική βούληση (βλ. παραγρ. 2(α)(β) του άρθρου 2). Το κατά πόσο συνήφθη σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §41, σελ. 21 και §99, σελ. 48). Στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί, βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι στις 20.8.2002 συνήφθη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα 1, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της ενάγουσας 2 εταιρείας και των εναγομένων, ενόσω ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας, με σκοπό όπως η εναγόμενη 1 εταιρεία ενεργήσει ως σύμβουλος για τη διερεύνηση της οικονομικής αγοράς στην Ευρώπη με σκοπό την εξασφάλιση δανείου ύψους US$5.230.000 για την χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας 2 εταιρείας. Η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε γραπτώς όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 1 και 17, όπου και αναφέρονται οι όροι της εν λόγω συμφωνίας, έχοντας προηγηθεί συζητήσεις μεταξύ των εμπλεκομένων. Δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία ότι είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε άλλο πέραν των καταγραφέντων στα υπό αναφορά Τεκμήρια κατά τον χρόνο εκείνο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, §12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συνήφθη με την ελεύθερη συναίνεση τους ως προνοείται στο άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 (βλ. και Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, Ninth Edition, σελ. 104). Έχει αποδειχθεί στην υπό κρίση υπόθεση ότι οι διάδικοι και συγκεκριμένα οι δυο εταιρείες, προτίθεντο να δημιουργήσουν έννομη σχέση, στοιχείο απαραίτητο για τον καταρτισμό δεσμευτικής σύμβασης για τον προαναφερθέντα σκοπό (βλ. Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 1772). Στην αγόρευση του κ.Παπαθεοδώρου γίνεται εισήγηση ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην επιστροφή τόσο του αξιούμενου ποσού όσο και του ποσού των US$4.000 που κατεβλήθη από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 2, το οποίο σημειωτέον ότι δεν αξιώνεται ειδικά στην έκθεση απαίτησης, ως αποζημιώσεις σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας ότι με την άσκηση του δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης επέρχεται ακύρωση της και δημιουργείται αξίωση για αποζημιώσεις λόγω της ζημιάς που υπέστη το αναίτιο μέρος συνεπεία της συγκεκριμένης παράβασης που οδήγησε στην ακύρωση της συμφωνίας (βλ. Κωμοδρόμου ν. A. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 481, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι σύμφωνα με το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το ζημιωθέν συμβαλλόμενο μέρος συνεπεία παράβασης της σύμβασης δικαιούται αποζημίωση από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, που προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήψαν τη σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της, χωρίς να καταβάλλεται αποζημίωση για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά. Σύμφωνα δε με την παράγρ.
(3)του ίδιου άρθρου κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή ζημιάς συνεπεία της παράβασης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα που υπήρχαν για τη θεραπεία της δυσχέρειας που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης. Στο άρθρο 75 περαιτέρω προνοείται ότι το πρόσωπο που νόμιμα υπαναχωρεί από τη σύμβαση δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά που έχει υποστεί συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058, βάση του κανόνα που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αναίτιο μέρος κατά τον χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας, με την προϋπόθεση ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και του αναίτιου μέρους. Ο λόγος της αποκατάστασης είναι η τοποθέτηση του αθώου μέρους στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν. (βλ. επίσης McGrecor on Damages, 14η έκδοση, §10-11, σελ. 7-8, ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα (πιο πάνω)). Ο συνήγορος προβάλλει την θέση αυτή θεωρώντας ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημιώσεις λόγω μη επίτευξης του σκοπού της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που ήταν η εξασφάλιση του δανείου και εφόσον τα χρήματα δόθηκαν για το σκοπό αυτό εκ μέρους των εναγόντων και όχι λόγω ακύρωσης εκ μέρους τους της συμφωνίας δανείου. Κατά την αντίληψη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν την συμφωνία ημερομηνίας 20.8.2002, δεδομένου ότι βάσει αυτής ενεργούσαν μόνο ως σύμβουλοι των εναγόντων χωρίς ευθύνη για την απόρριψη της δανειοδότησης από τους οποιουσδήποτε δανειστές και δεν προβλήθηκε εκ μέρους των εναγόντων ότι δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους να εξεύρουν χρηματοδότες. Το αντίθετο μάλιστα συνέβη εφόσον η καταβολή του αξιούμενου ποσού έγινε από τους ενάγοντες στην εκπρόσωπο των προτιθέμενων δανειστών. Με δεδομένο ότι οι δανειστές δεν ενάγονται στην παρούσα υπόθεση ούτε και η Paula Uutela, που ως διαφάνηκε τους εκπροσωπούσε, ενόσω οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπρόσωποι των δανειστών ή έστω υπέχοντες προσωπική ευθύνη σε σχέση με την συμφωνία δανείου, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, η θέση αυτή του συνηγόρου δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ειδικότερα δε όσον αφορά το ποσό των US$4.000, εφόσον δεν διεκδικείται ρητά στην έκθεση απαίτησης, δεν θα μπορούσε να διαταχθεί η επιστροφή του στους ενάγοντες αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι έχει δοθεί στον εναγόμενο 2 στις 20.8.02 ως έξοδα σύμφωνα με την συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών εκ μέρους των εναγομένων και που προβλεπόταν να δοθεί όταν οι εναγόμενοι πληροφορούσαν τους ενάγοντες για την ύπαρξη δανειστών που θα επεδείκνυαν ενδιαφέρον για την χρηματοδότηση των εναγόντων, ως φαίνεται ότι έγινε. Από το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 20.8.2002 αλλά και από ό,τι επακολούθησε αυτής δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των δανειστών, ως είναι μια από τις εισηγήσεις του κ.Παπαθεοδώρου. Αντίθετα μάλιστα μπορεί να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι ενεργούσαν για λογαριασμό των εναγόντων στις διαπραγματεύσεις για την εξασφάλιση του δανείου σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία, όντας σύμβουλοι τους και χωρίς ευθύνη για τυχόν άρνηση της δανειοδότησης. Ωστόσο ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι δεν είναι αυτή η νομική θεώρηση του θέματος, είναι αναντίλεκτο ότι οι εναγόμενοι έφεραν σε επαφή τους ενάγοντες με την Paula Uutela, η οποία δεν ήταν άγνωστο πρόσωπο ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους και η οποία εκπροσωπούσε τους δανειστές, γεγονός γνωστό στους ενάγοντες. Είναι στον λογαριασμό της εν λόγω εκπροσώπου των δανειστών που κατατέθηκε η προπληρωμή των τόκων του δανείου εκ μέρους των εναγόντων, υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η οποία και είχε αναλάβει ρητά την υποχρέωση επιστροφής του ποσού αυτού αν το δάνειο τελικά δεν δινόταν για οποιοδήποτε λόγο. Συνεπώς, ακόμη και αν οι εναγόμενοι θεωρούντο αντιπρόσωποι των δανειστών δεν θα μπορούσαν να λογισθούν υπόχρεοι να επιστρέψουν στους ενάγοντες το αξιούμενο ποσό, υπό τις δεδομένες συνθήκες. Σύμφωνα με το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, όταν δεν υπάρχει συμβατικός όρος ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση, ούτε μπορεί να επιβάλει προσωπικά εκτέλεση σύμβασης που έχει συνάψει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και τότε δεσμεύεται και καθίσταται υπεύθυνος ο ίδιος. Δηλαδή, μόνο όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται το όνομα του αντιπροσωπευόμενου δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά (βλ. Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Co Ltd (πιο πάνω), Ευθυμίου ν. Philippides Spring Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1107, Π. Ευαγγελίδης ν. Ν. Κοσμά κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 932). Στην προκείμενη υπόθεση και υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να δεσμευθούν προσωπικά από την κατ' αρχήν συμφωνία για παραχώρηση του δανείου από τους δανειστές ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 193 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ούτε και αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά από πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων, ως ισχυρίζονται, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι η μη παραχώρηση του δανείου οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων. Πολύ δε περισσότερο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση το άρθρο 195 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ως είναι άλλη εισήγηση του κ.Παπαθεοδώρου, εφόσον καμία από τις προϋποθέσεις ισχύος του δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου ότι συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων σε οποιοδήποτε στάδιο όπως το καταβληθέν ποσό στον λογαριασμό της κας Uutela επιστραφεί από τους εναγόμενους στους ενάγοντες. Ως εκ τούτου η θεραπεία που επιζητούν οι ενάγοντες στη βάση της παράβασης των όρων προφορικής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένων δεν μπορεί να τους αποδοθεί. Ως προς την διαζευκτική θέση των εναγόντων ότι το αξιούμενο ποσό θα πρέπει να τους επιστραφεί από τους εναγόμενους δυνάμει των προνοιών των άρθρων 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου είναι πρόδηλο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το αξιούμενο ποσό κατεβλήθη συνεπεία συμπεριφοράς των εναγομένων που συνιστά απάτη και ψευδείς παραστάσεις (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527 στις σελ. 1545-1549). Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε αναληθείς παραστάσεις προς τους ενάγοντες με σκοπό την εξαπάτηση τους λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες είχαν επικοινωνία με την εκπρόσωπο των δανειστών, η οποία διαβεβαίωνε τόσο τους ίδιους όσο και τους εναγόμενους ότι το δάνειο θα παραχωρείτο από τους δανειστές και δεδομένου ότι η θέση των εναγόντων ότι η εν λόγω εκπρόσωπος ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο παρέμεινε ατεκμηρίωτος ισχυρισμός. Ως προς δε την επίσης διαζευκτική θέση των εναγόντων και την διεκδίκηση του επίδικου ποσού βάσει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, παρόλο που η θέση αυτή δεν αναπτύχθηκε στην αγόρευση του κ.Παπαθεοδώρου, επισημαίνεται ότι η νομική υπόσταση της βασίζεται στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 1077, το άρθρο αυτό προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση εκτός και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το εν λόγω άρθρο ενσωματώνει τις αρχές του Δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution). Όπως λέχθηκε στην Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το Δίκαιο της επιείκειας για να συμπληρώσουν τις ατέλειες και ελλείψεις του Κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας όταν το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο να διατάξει επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας. Στην απόφαση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (πιο πάνω) έχουν υιοθετηθεί οι προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 70 όπως αυτές διατυπώθηκαν στην υπόθεση Ismini Kyriacou Hjiloizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 CLR 11. Στη σελίδα 13 της τελευταίας απόφασης αναφέρεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου βασίζεται στις αγγλικές αρχές ερμηνείας και κρίθηκε ότι για να δημιουργηθεί δικαίωμα αγωγής δυνάμει του εν λόγω άρθρου πρέπει να συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα η πράξη πρέπει να έχει γίνει νόμιμα, για κάποιο άλλο πρόσωπο, από πρόσωπο που δεν είχε πρόθεση να ενεργήσει χαριστικά και το πρόσωπο για το οποίο η πράξη έγινε να απολαμβάνει τα οφέλη της. Το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, έκδοση 27η, τόμος 1, παράγρ. 29-011, σελ. 1396επ., αποκατάσταση δεν μπορεί να ζητηθεί όταν μεταξύ άλλων ο ενάγων ενήργησε εθελοντικά και για το δικό του συμφέρον. Στις παράγρ. 29-088 έως 29-090, σελ. 1457επ. του ίδιου συγγράμματος, που αφορούν την διεκδίκηση αποζημιώσεων για αναγκαστικές πληρωμές σε τρίτο πρόσωπο αναφέρεται ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αναζητηθεί αποζημίωση όταν η πληρωμή στο τρίτο πρόσωπο γίνεται οικειοθελώς. Στην παρούσα υπόθεση η καταβολή του επίδικου ποσού εκ μέρους των εναγόντων έγινε οικειοθελώς, ήταν δική τους επιλογή όπως συνάγεται από τα προαναφερθέντα και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η πληρωμή του στον λογαριασμό της κας Uutela ήταν αναγκαστική εφόσον είχαν κάθε ευκαιρία να διερευνήσουν τόσο την ύπαρξη της ίδιας και των δανειστών όσο και τις προοπτικές παραχώρησης του δανείου. Αυτή η συμπεριφορά των εναγόντων καθιστά την πληρωμή του επίδικου ποσού οικειοθελή και κατά συνέπεια δεν είναι επιτρεπτό να απαιτηθεί αυτό από τους εναγόμενους, ενώ οι τελευταίοι δεν θα μπορούσε να θεωρηθούν υπόχρεοι με βάση τις προαναφερθείσες αρχές να το καταβάλουν στους ενάγοντες. Ενόψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν, στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. (Υπ.)........... Λ. Καουτζάνη. Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο