← Κύπρος

JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK-BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. AD NET LIMITED, Ν.101/87, 21.7.09

JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK-BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. AD NET LIMITED, Ν.101/87, 21.7.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 339/09 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) - και - Αναφορικά με τη διαιτησία μεταξύ :- JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK-BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY), από Μόσχα - και - AD NET LIMITED, από Λευκωσία - και - Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ:- JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK-BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY), από Μόσχα Αιτήτρια - και - AD NET LIMITED, από Λευκωσία Καθ΄ ης η αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερ. 31.3.09 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 21.7.09 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: κ. Σταματίου για Α. Νεοκλέους Για καθ΄ ης η αίτηση: κ. Παπαδόπουλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η RBC, δημόσια ρωσική εταιρεία με έδρα τη Μόσχα, δραστηριοποιείται στον τομέα των μέσων επικοινωνίας και διαδικτύου τόσο στη Ρωσία όσο και σε διεθνές επίπεδο μέσω δικτύου θυγατρικών εταιρειών. Μεταξύ αυτών και οι κυπριακές εταιρείες RBC Investments (Cyprus) Ltd, EDI S Press Holding Ltd και AD NET LTD (η καθ΄ ης η αίτηση). Βάσει συμφωνίας δανείου ημερ. 23.11.07, όπως τροποποιήθηκε τις αμέσως επόμενες ημέρες, η RBC Ιnvestments (Cyprus) Ltd δανείστηκε από την Barclays Bank Plc USD 45.000.000 και για εξασφάλιση της αποπληρωμής δόθηκαν ξεχωριστές εγγυήσεις από επτά εταιρείες. Μεταξύ αυτών και από την καθ΄ ης η αίτηση. Επρόκειτο για κοινοπρακτικό δάνειο μικρής διάρκειας στο οποίο συμμετείχε και η αιτήτρια καθώς επίσης και άλλες τράπεζες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως εξηγήθηκε, ο πράκτορας του δανείου (εδώ η Barclays) εκχωρεί τον πιστωτικό κίνδυνο σε άλλες τράπεζες οι οποίες συμμετέχουν κοινοπρακτικά στο δανεισμό. Προς τούτο καταρτίζονται συμφωνίες πιστωτικής ανταλλαγής (credit default swap arrangement) με τις οποίες, έναντι αμοιβής (fee), ο αντισυμβαλλόμενος ασφαλίζει τον πράκτορα ή κύριο δανειστή έναντι του κινδύνου μη αποπληρωμής του δανείου ή μέρος του δανείου. Αυτό έγινε και στην υπό εξέταση περίπτωση, όπου ένας από τους αντισυμβαλλόμενους της Barclays ήταν η αιτήτρια με την οποία η Barclays κατήρτισε την ίδια ημέρα παροχής του δανείου, δηλαδή στις 23.11.07, σχετική συμφωνία. Κατ΄ ακολουθία τούτου η αιτήτρια συμμετείχε στο δανεισμό της RBC Investments (Cyprus) Ltd και μάλιστα με σημαντικό μερίδιο. Όπως σημειώνεται πιο πάνω, το δάνειο ήταν μικρής διάρκειας και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί μέχρι και την 28.11.2008, που παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι 15.1.09, κάτι που δεν έγινε. Ενόψει τούτου η αιτήτρια, επικαλούμενη τη συμφωνία εκχώρησης που υπέγραψε με την Barclays και η οποία γνωστοποιήθηκε έγκυρα και έγκαιρα τόσο στην πρωτοφειλέτρια όσο και στους εγγυητές της, κάλεσε την καθ΄ ης η αίτηση και τους εγγυητές να εξοφλήσουν το χρέος που είχαν έναντι της ύψους USD 15.234.403,82, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατ΄ ακολουθία τούτου η αιτήτρια - όπως διαλαμβάνεται στη συμφωνία δανείου - προσέφυγε στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στο Λονδίνο εναντίον τόσο της πρωτοφειλέτριας όσο και των εγγυητών της, καταθέτοντας σχετικά παρακλητικά στις 4.3.09. Η αιτήτρια δεν περιορίσθηκε μόνο στην πρόκληση της διαιτητικής διαδικασίας. Μερικές εβδομάδες μετά τη γνωστοποίηση της, στις 31.3.09, καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δυο Γενικές Αιτήσεις. Την παρούσα και την υπ΄ αρ. 440/09 που στρέφεται εναντίον των RBC Investments (Cyprus) Ltd (πρωτοφειλέτριας) και EDI S Press Holdings Ltd. Ταυτόχρονα δε και αντίστοιχες μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες επεδίωξε την έκδοση συντηρητικών και προστακτικών διαταγμάτων, ταυτόσημων με τις θεραπείες που ζητούνται με τις κυρίως αιτήσεις. Τα όσα καταγράφονται πιο πάνω αφ΄ ενός μεν δίδουν το ιστορικό της διαδικασίας και αφ΄ ετέρου σκιαγραφούν το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης βάσει του οποίου εκδόθηκε στις 2.4.09 συντηρητικό διάταγμα που εμποδίζει την καθ΄ ης η αίτηση να αποξενώσει κινητή και ακίνητη περιουσία αξίας μέχρι USD 15.234.403,82, κι αυτό μέχρι την αποπεράτωση της διαιτητικής διαδικασίας ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το προστακτικό, για αποκάλυψη από την καθ΄ ης η αίτηση όλων των περιουσιακών της στοιχείων οπουδήποτε στον κόσμο κι αν ευρίσκονται, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να το ικανοποιήσει μονομερώς και για το λόγο αυτό έδωσε οδηγίες επίδοσης της αίτησης, όπως και έγινε. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση της καθ΄ης η αίτηση βασίζονται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (άρθρα 2,3, 6, 7 και 9), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 (άρθρα 4, 5 και 9) και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 (άρθρο 32). Συνοδεύονται δε από πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις στις οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήρια σωρεία εγγράφων. Τις έχω διεξέλθει με προσοχή και σχημάτισα την αντίληψη ότι παρά τον όγκο τους, γενικά, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης είναι όπως σκιαγραφήθηκε πιο πάνω. Κρίνω, επομένως, ότι για τις ανάγκες της παρούσας δεν χρειάζεται να γίνει ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Τουλάχιστο στο παρόν στάδιο. Τέτοια αναφορά, στο βαθμό και κατά την έκταση που θα κριθεί αναγκαία, θα γίνει κατά την εξέταση των λόγων ένστασης που εγείρει η καθ΄ης η αίτηση για ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος συντηρικού διατάγματος και για τη μη έκδοση του προστακτικού. Οι δεκαεπτά

(17)λόγοι ένστασης που προβάλλει η καθ΄ ης η αίτηση θα μπορούσαν να ενταχθούν σε επτά
(7)ενότητες, τις ακόλουθες:-
  1. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
  2. Η αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Της αποδίδεται, συναφώς, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, παραπλάνηση του δικαστηρίου με τον τρόπο που παρουσιάζει τα γεγονότα και παράλειψη να αποκαλύψει την ύπαρξη παράλληλης διαδικασίας - της διαδικασίας στην αίτηση 440/09 - στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισαν για την ίδια απαίτηση όμοια διατάγματα.
  3. Η αιτήτρια δεν ικανοποίησε το κατεπείγον του αιτήματος (άρθρο 9 του Κεφ.6).
  4. Με όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση.
  6. Με το εκδοθέν διάταγμα επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων, δηλαδή των άλλων τραπεζών που συμμετείχαν στο δανεισμό και η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική γιατί αποσκοπεί στη διασφάλιση προτεραιότητας σε βάρος τους και/ή χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης για πληρωμή μόνο των ιδίων, τη στιγμή μάλιστα που οι άλλες τράπεζες συνεργάζονται για την αναδιοργάνωση του χρέους και
  7. Υπάρχει ταύτιση των θεραπειών που ζητούνται με τη μονομερή αίτηση με αυτές της κυρίως αίτησης και ικανοποίηση της μονομερούς αίτησης εκδικάζει στην πράξη και την κυρίως αίτηση. Η ταξινόμηση των λόγων ένστασης με την πιο πάνω σειρά δεν έγινε τυχαία. Αυτό γιατί, βάσει της νομολογίας, η εξέταση του επόμενου στη σειρά λόγου προϋποθέτει ότι ο προηγούμενος δεν ευσταθεί. Επομένως, θα εξετασθεί κατά προτεραιότητα το εγερθέν θέμα δικαιοδοσίας και εφόσον κριθεί ότι το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία τότε θα εξετασθεί η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ούτω καθ΄ εξής. Δικαιοδοσία Η πρόθεση του νομοθέτη όταν θέσπιζε τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, εισηγήθηκε ο κ. Παπαδόπουλος, ήταν η προσέλκυση διεθνών διαιτησιών στην Κύπρο και όχι να δώσει εξουσίες στα κυπριακά δικαστήρια για διαιτησίες που διενεργούνται στο εξωτερικό. Παρέπεμψε, σχετικά, στα άρθρα 3
(2)και 9 του Νόμου, για να υποστηρίξει αφ΄ ενός μεν ότι το άρθρο 3
(2)περιορίζει αποκλειστικά την εφαρμογή του Νόμου στις περιπτώσεις που η διαιτησία γίνεται στην Κύπρο και αφ΄ ετέρου ότι το λεκτικό του άρθρου 9, επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, πάσχει από ασάφεια και έχει συνταχθεί χωρίς να επεξηγείται το πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας που δίδει. Αρμόδιο, εισηγήθηκε, δικαστήριο για έκδοση του επίδικου διατάγματος ήταν μόνο το Διαιτητικό Δικαστήριο και αν το έκδιδε θα μπορούσε, στη συνέχεια, να ζητηθεί η συνδρομή του κυπριακού δικαστηρίου για την εφαρμογή του. Υπενθύμισε, επί του προκειμένου, τη μεγάλη διχογνωμία που υπάρχει για τη δυνατότητα που έχει ένα δικαστήριο να επεμβαίνει σε διαιτησία που γίνεται σε άλλη χώρα μέσω ασφαλιστικών μέτρων και υπέδειξε ότι στην Αγγλία τέτοια εξουσία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με φειδώ (Russell on Arbitration, 23η έκδοση σελ. 430, Channel Tunnel v. Balfour Beaty Constructions
(1993)All E.R. 654 και στη σελ. 625 του συγγράμματος του Lew, Mistelis and Kroll, Comperative International Commercial Arbitration). Διαμετρικά αντίθετες ήταν οι εισηγήσεις του κ. Σταματίου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εισηγήθηκε, όχι μόνο έχει δικαιοδοσία επί του θέματος αλλά είναι και το πλέον κατάλληλο. Κι αυτό ενόψει του ότι η διαδικασία διεξάγεται σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η καθ΄ ης η αίτηση είναι κυπριακή εταιρεία. Για στήριξη της εισήγησης επικαλέστηκε τόσο αγγλική όσο και ευρωπαϊκή - αποφάσεις του ΔΕΚ - νομολογία, την οποία παραθέτει στις 33 από τις 85 σελίδες της αγόρευσής του. Τις έχω μελετήσει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στο βαθμό που απαιτούν οι ανάγκες της υπόθεσης θα γίνει ειδική αναφορά. Επί του παρόντος προκρίνεται η αναφορά στον κυπριακό Νόμο περί Διεθνούς Διαιτησίας (Ν.101/87)για ανίχνευση, σε πρώτο στάδιο, της πρόθεσης του Νομοθέτη όταν τον θέσπισε. Προβλήθηκε από τον κ. Παπαδόπουλο ότι πρόθεση του (Κύπριου) Νομοθέτη όταν θέσπιζε τον σχετικό Νόμο ήταν η προσέλκυση διεθνών διαιτησιών στην Κύπρο και όχι να δώσει εξουσίες στα κυπριακά δικαστήρια για διαιτησίες που διενεργούνται στο εξωτερικό. Το πρώτο σκέλος της εισήγησης, κατά την άποψή μου, δεν ευσταθεί. Όπως προκύπτει από την υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΕΝΥΑΣ ν. ΒANK FUR ARBEIT UND WIRTSCHAFT AG
(1999)585, ο κύριος σκοπός του Νομοθέτη ήταν να καταστήσει εσωτερικό δίκαιο το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας που υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Κι αυτό, για υλοποίηση του στόχου να ακολουθούνται παγκοσμίως οι ίδιοι κανόνες για υποθέσεις που παραπέμπονται σε διαιτησία. Ή, όπως το έθεσε ο αείμνηστος Δικαστής Νικήτας, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας σε οικουμενική κλίμακα. Παραθέτω σχετικά αυτούσιο από την εν λόγω απόφαση το απόσπασμα που ακολουθεί:- «ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ: Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύ­νης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως δια­φορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μό­νο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κα­τά της διαιτητικής απόφασης. Στο εσωτερικό μας δίκαιο οι κανό­νες αυτοί, όπως και οι ευρύτεροι κανόνες που διέπουν τη διαιτη­σία, θεσμοθετούνται από ειδική νομοθεσία, τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  1. Η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού σε οικουμενική κλίμα­κα ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας, ολοκληρωμένο πρότυπο κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21/6/85 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δι­καίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαμόρφωση του ήταν απόρροια συστηματικής μελέτης των σχετικών θεσμών διαφόρων χωρών. Έχει ήδη υιοθετηθεί από αριθμό κρατών είτε στο σύνολο του είτε μερικώς. Ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν. 101/87) αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα. Μπορεί να λεχθεί ότι η Διεθνής Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958, γνωστή ως Σύμβαση της Νέας Υόρκης, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 84/79, υπήρξε ο μα­κρινός προπομπός του παραπάνω κώδικα. Με το πιο πάνω απόσπασμα, διατυπώνεται, κατά την άποψή μου, η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τον κύριο σκοπό του Νομοθέτη όταν θέσπιζε τον σχετικό Νόμο και, επομένως, η προσφυγή στην τελολογική ερμηνεία που εισηγείται ο κ. Παπαδόπουλος δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το ίδιο και σ΄ ότι αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, ότι δηλαδή πρόθεση του Νομοθέτη δεν ήταν να δώσει εξουσίες στα κυπριακά δικαστήρια για διαιτησίες που διενεργούνται στο εξωτερικό. Τέτοια πρόθεση δεν συνάγεται από καμιά πρόνοια του σχετικού Νόμου. Αντίθετα, το λεκτικό που χρησιμοποιεί το άρθρο 9 είναι τέτοιο που τουλάχιστο δεν την αποκλείει. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό άρθρο:- «
  2. Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ΄ αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν παρέπεμψαν σε κυπριακή αυθεντία που να δίδει απάντηση στο εξεταζόμενο ζήτημα, ούτε εντόπισα να υπάρχει. Επικαλέσθηκαν, όμως, αγγλικές αυθεντίες, οι οποίες αναγνωρίζουν στα αγγλικά δικαστήρια εξουσία να εκδίδουν διατάγματα της εξεταζόμενης φύσεως, αλλά με φειδώ και στις κατάλληλες περιπτώσεις. Έχω την άποψη ότι η αναζήτηση καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία για διαμόρφωση δικαστικής κρίσης στο υπό εξέταση θέμα είναι αχρείαστη. Αυτό γιατί η Κύπρος είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από την ένταξη της οφείλει, όπως όλα τα κράτη μέλη, να εφαρμόζει τον Κοινοτικό Κανονισμό 44/2001 - Council Regulation (EC) No. 44/2001 - ο οποίος περιέχει πρόνοια που όπως ερμηνεύτηκε από αποφάσεις του ΔΕΚ θα πρέπει να αποτελέσει τον οδηγό ερμηνείας του πιο πάνω άρθρου. Πρόκειται για το άρθρο 31 του Κανονισμού που έχει ως ακολούθως:- "
  3. Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω κι αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Ο πιο πάνω Κοινοτικός Κανονισμός ήταν συνέχεια των Συνθηκών των Βρυξελλών και Λουγκάνο, τις πρόνοιες των οποίων επανέλαβε σε μεγάλη έκταση. Το άρθρο 31 του Κανονισμού είναι ταυτόσημο με το άρθρο 24 των Συνθηκών το οποίο εξετάσθηκε από το ΔΕΚ στις υποθέσεις 125/79, Bernard Denilauler v. SNC Couchet Freres [1980] ΕCR 01553 και (-391/95, Van Udey Maritime BV v. Deco Line and Another [1998] ECR I-
  4. Ό,τι προκύπτει από τις υποθέσεις αυτές, σ΄ ότι αφορά τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης, θα μπορούσε με απλά λόγια να διατυπωθεί ως ακολούθως:- Παράλληλα με τη διαιτητική διαδικασία είναι εφικτή η χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων από αρμόδιο δικαστήριο χώρας άλλης από εκείνης στην οποία διεξάγεται η διαιτησία. Ωστόσο, επιβάλλεται όπως διαπιστωθεί ότι τα ασφαλιστικά μέτρα δεν σκοπούν, κατ΄ αρχήν, να προκαλέσουν την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά λαμβάνονται παράλληλα με τέτοια διαδικασία και σκοπούν στην ενίσχυση της. Αυτό γιατί το αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων δεν αφορά τη διαιτησία, αυτή καθ΄ εαυτή, αλλά τη διασφάλιση δικαιωμάτων εξαιρετικά ποικίλης σημασίας. Επομένως, το ζήτημα, αν δηλαδή εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, καθορίζεται όχι από την ίδια τους τη φύση, αλλά από τη φύση των δικαιωμάτων που αποβλέπουν να διασφαλίσουν. Ως «ασφαλιστικά μέτρα», υπό την έννοια του άρθρου 24 (τώρα 31 του Κοινοτικού Κανονισμού), πρέπει να θεωρούνται τα μέτρα που αποβλέπουν στη διατήρηση μιας πραγματικής ή νομικής κατάστασης και η χορήγηση τους προϋποθέτει ύπαρξη πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτούμενων μέτρων και της κατά τόπο αρμοδιότητας του δικαστή που επιλαμβάνεται της αίτησης. Είναι η ύπαρξη - σε τελευταία ανάλυση - του αναφερθέντος πραγματικού συνδετικού στοιχείου που προσδίδει στο δικαστή της άλλης χώρας δικαιοδοσία για χορήγηση των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων. Έχω την άποψη ότι το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να συνάδει με την ερμηνεία που δόθηκε από το ΔΕΚ στο άρθρο 24 των Συνθηκών - τώρα 31 του Κοινοτικού Κανονισμού - και ανάλογη θα είναι και η προσέγγιση του από το Δικαστήριο. Κρίνω, επομένως, ότι εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που διατυπώνονται πιο πάνω τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να χορηγούν ασφαλιστικά μέτρα και σε περιπτώσεις που η διαιτησία διεξάγεται σε άλλη χώρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχει εκδοθεί μονομερώς συντηρητικό διάταγμα που εμποδίζει την καθ΄ ης η αίτηση να αποξενώσει κινητή και ακίνητη περιουσία αξίας μέχρι USD 15.234.403, ενώ για το προστακτικό δόθηκαν οδηγίες επίδοσης. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 9 να εκδίδει προστακτικά διατάγματα και, αν όχι, κατά πόσο σε υποθέσεις που παραπέμπονται σε διαιτησία μπορεί να ασκήσει τη σχετική εξουσία που έχει από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  5. Αρχίζοντας από την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 υπενθυμίζω τη διαχρονική νομολογία βάσει της οποίας προστακτικά διατάγματα εκδίδονται σπάνια και αυτό όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (βλ. Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, Πολ. Εφ. 181/2007 ημερ. 19.6.09). Στην υπό εξέταση περίπτωση η αιτήτρια δικαιολογεί την ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος για να πληροφορηθεί τις χώρες όπου πιθανό υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία της καθ΄ ης η αίτηση, κι αυτό για να αποταθεί στα δικαστήρια των χωρών αυτών - αν το κρίνει αναγκαίο - για προστασία τους. Η προβολή της ανάγκης αυτής, κατά την άποψή μου, αποκαλύπτει αφενός μεν ότι το αίτημα δεν αφορά μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση και, αφετέρου, ενδεχόμενη έκδοση του διατάγματος δεν θα εξυπηρετούσε τη διαδικασία διαιτησίας, αυτή καθ΄ εαυτή, αλλά άλλους σκοπούς. Στη βάση των δύο αυτών επισημάνσεων θα απέφευγα να εκδώσω βάσει του άρθρου 32 προστακτικό διάταγμα της αιτούμενης φύσεως, που σπάνια εκδίδεται. Όμως, κατά την άποψή μου, η ενασχόληση με τις παραμέτρους του άρθρου 32 είναι σε τελευταία ανάλυση ακαδημαϊκή. Αυτό, γιατί σε περιπτώσεις που η διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία - όπως είναι η παρούσα περίπτωση - εφαρμόζεται ειδικά το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου που περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου στη χορήγηση μόνο συντηρητικών μέτρων. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, επί του προκειμένου, είναι ξεκάθαρο. Το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας μόνο συντηρητικά μέτρα έχει εξουσία να λάβει, κάτι που δεν αντιβαίνει στο άρθρο 31 του Κοινοτικού Κανονισμού που προνοεί ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να χορηγήσει ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το εσωτερικό του δίκαιο. Περαιτέρω, το αιτούμενο προστακτικό μέτρο δεν αποβλέπει στην ενίσχυση της διαιτητικής διαδικασίας ούτε στη διατήρηση μιας πραγματικής ή νομικής κατάστασης, αλλά έχει ως αντικείμενο την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων που (ως αντικείμενο) δεν αφορά τη διαιτησία αυτή καθ΄ εαυτή. Κρίνω, επομένως, ότι το (παρόν) Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος και το σχετικό αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί σε καμιά περίπτωση. Παρέμεινε για εξέταση το συντηρητικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς. Όπως έχει αποφασισθεί από το ΔΕΚ, η χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων προϋποθέτει ύπαρξη πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτούμενων μέτρων και της κατά τόπο αρμοδιότητας του δικαστή που επιλαμβάνεται της αίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το αντικείμενο του εκδοθέντος συντηρητικού διατάγματος είναι η μη αποξένωση κινητής και ακίνητης περιουσίας εταιρείας που έχει την έδρα των εργασιών της στη Λευκωσία, κι αυτό μέχρι την ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η πραγματική και νομική αυτή κατάσταση ικανοποιεί, κατά την άποψή μου, τα κριτήρια που έθεσε το ΔΕΚ για τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 24 των Συνθηκών (τώρα άρθρο 31 του Κοινοτικού Κανονισμού). Αφ΄ ενός μεν γιατί το συντηρητικό διάταγμα αποβλέπει στη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων (status guo) σ΄ ότι αφορά τα περιουσιακά στοιχέια της καθ΄ ης η αίτηση και, αφ΄ ετέρου, γιατί η καθ΄ ης η αίτηση έχει την έδρα των εργασιών της εντός της κατά τόπο αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Απόκρυψη γεγονότων ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Είναι θέση της καθ΄ ης η αίτηση, την οποία βεβαίως η αιτήτρια απορρίπτει, ότι το μονομερώς εκδοθέν συντηρητικό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Για κατανόηση του τι καταλογίζει η καθ΄ ης η αίτηση στην αιτήτρια επιβάλλεται να γίνει αναφορά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει η αιτήτρια τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Το σχετικό μέρος καταλαμβάνει 44 παραγράφους (παρ.18-62) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση όπου, ουσιαστικά, προβάλλει τα ακόλουθα:- Η RBC Investments (Cyprus) Ltd δανείστηκε χρήματα από την Barclays Bank PLC βάσει συμφωνίας δανείου ημερ. 23.11.07, όπως η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε στις 30.11.07, 24.11.08 και 26.11.
  6. Και οι τέσσερεις αυτές συμφωνίες αποκαλούνται από την αιτήτρια ως η «Συμφωνία Δανείου» και σύμφωνα με τους όρους της το δάνειο ήταν μικρής διάρκειας, θα έφερε τόκο 11.25% ετησίως και οι ημέρες εξόφλησης του τόκου συμφωνήθηκαν να είναι 1.3.08, 1.6.08, 1.9.08, 27.11.08, 29.12.08 και 15.1.
  7. Αρχικά η Συμφωνία Δανείου περιγραφόταν ως Συμφωνία Δανείου για USD42.000.000, αλλά με την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 30.11.07 όλες οι αναφορές στα USD42.000.000 διαγράφηκαν και αντικαταστάθηκαν με USD45.000.000 και μεταγενέστερα, με την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 24.11.08, η Συμφωνία Δανείου μετονομάσθηκε σε «Up to US$33.750.000 Term Loan Agreement» και το δάνειο μειώθηκε σε USD33.750.
  8. Δηλαδή, όπως εξηγείται στην παρ. 42 της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης, η Barclays Bank PLC - που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και αρχικός δανειστής - κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας (30.11.07) συμφώνησε να δανείσει και δάνεισε στην πρωτοφειλέτρια USD33.750.000 . Το παραχωρηθέν δάνειο συμφωνήθηκε (όροι 6.1 και 6.2 της Συμφωνίας Δανείου) να εξοφληθεί σε δύο δόσεις. Η πρώτη, ύψους USD9.000.000 μαζί με το συσσωρευμένο τόκο, θα έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 3.00 μ.μ. ώρα Λονδίνου της 29.12.08 και η δεύτερη, προς πλήρη εξόφληση, μέχρι τις 3.00 μ.μ. της 15.1.
  9. Κατά παράβαση όμως των σχετικών όρων η RBC Investments (Cyprus) Ltd και οι επτά εγγυήτριες εταιρείες ουδέν ποσό κατέβαλαν, παρόλο που τους αποστάληκαν ειδοποιήσεις από την Barclays Bank. Η αιτήτρια, όπως καταγράφεται και στην αρχή της παρούσας, συμμετείχε στο κοινοπρακτικό δάνειο με σημαντικό μερίδιο. Το μερίδιο συμμετοχής της, όπως δηλώνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ήταν USD15.000.000 που στις 15.1.09 ανήλθε με τον τόκο στα USD15.234.403,
  10. Τέλος, θα΄ ταν χρήσιμο να γίνει αναφορά στις πληροφορίες που δίδει ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας για την καθ΄ης η αίτηση. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστέυει, αναφέρει στην παρ. 63 της ένορκης δήλωσής του, η καθ΄ ης η αίτηση είναι μέλος του ομίλου εταιρειών RBC ο οποίος, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του (τεκμ.11), λειτουργεί στη Βιομηχανία Μέσων Ενημέρωσης και στην αγορά ΙΤ. Είναι δε γνωστός ή παρουσιάζεται ως «Rodeo όμιλος εταιρειών». Το ότι ο εν λόγω όμιλος είναι γνωστός ή παρουσιάζεται ως «Rodeo» υποστηρίζεται από την έκθεση «Project Rodeo Presentation to Creditors» (τεκμ.14). Με την έκθεση αυτή, διευκρινίζεται, προτάθηκε αναδιοργάνωση του χρέους, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την αιτήτρια και απ΄ ότι γνωρίζει ούτε από τον αρχικό δανειστή (την Barclays). Στη σελίδα 55, λοιπόν, της έκθεσης αναφέρεται μια εταιρεία με το όνομα «Rodeo Investments (Cyprus) Ltd» η οποία, όπως διαπιστώθηκε από έρευνα των δικηγόρων της, δεν είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Είναι όμως πεποίθηση της αιτήτριας ότι η εταιρεία που παρουσιάζεται ως Rodeo Investments (Cyprus) Ltd είναι η οφειλέτρια RBC Investments (Cyprus) Ltd, κάτι που προκύπτει και από την έκθεση τεκμ.
  11. Συγκεκριμένα, όπως προβάλλεται, η έκθεση αυτή παρουσιάσθηκε στον αρχικό δανειστή (την Barclays) και από το περιεχόμενο των σελ. 13, 14 και 46 προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η αναφερόμενη ως Rodeo Investments (Cyprus) Ltd δεν είναι άλλη από την RBC Investment (Cyprus) Ltd. Η καθ΄ ης η αίτηση διατείνεται ότι με τον τρόπο που παρουσίασε η αιτήτρια τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης παραπλάνησε το Δικαστήριο, από το οποίο και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Τα σχετικά παράπονα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της πολυσέλιδης ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και για τεκμηρίωση τους γίνονται παραπομπές τόσο στα έγγραφα (τεκμήρια) που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και σ΄ αυτά που επισυνάπτονται στη δική της ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά, όμως, της καταλογίζει ότι:-
  12. Παρέλειψε να αποκαλύψει το αρχικό ποσό του δανείου και πώς αυτό, τελικά, μειώθηκε στα USD33.750.
  13. Το δάνειο που παραχωρήθηκε στην RBC Investment (Cyprus) Ltd από την Barclays, προβάλλεται, ήταν USD45.000.000 και η χορήγηση του έγινε με τις δύο συμφωνίες Νοεμβρίου
  14. Η αιτήτρια, όμως, σκόπιμα δεν αναφέρει αυτό το γεγονός για να αποκρύψει από το δικαστήριο ότι η αρχική ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου ήταν η 28.11.08 και ότι μέχρι εκείνη την ημέρα η καθ΄ ης πλήρωσε USD11.250.000 και όλους τους τόκους που ανήλθαν στα USD5.118.
  15. Επομένως, η καθ΄ ης η αίτηση δεν δανείσθηκε USD33.750.000, όπως αναφέρεται από την αιτήτρια στην παρ. 42 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αλλά USD45.000.000 και το χρέος μειώθηκε στις 24.11.08 στα USD33.750.000 όχι δια μαγείας, αλλά γιατί έγιναν οι αναφερθείσες πληρωμές.
  16. Παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πληρωμή των USD11.250.000 πριν τη συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου, δηλαδή πριν της 28.11.08, έγινε με την πεποίθηση ότι θα διδόταν στην RBC Cyprus παράταση έως και 3 χρόνια. Προβάλλεται, συναφώς, ότι λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η RBC Cyprus είχε διαπιστώσει από ενωρίς ότι δεν θα μπορούσε να εξοφλήσει το δάνειο κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, γι΄ αυτό από τον Οκτώβριο του 2008 αξιωματούχοι του ομίλου άρχισαν να συζητούν με την Barclays (αρχικό δανειστή) θέμα παράτασης. Από τις συζητήσεις, λοιπόν, αυτές τους δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η παράταση (αναδιοργάνωση του χρέους) θα ήταν εφικτή και είναι γι αυτό το λόγο που καταβλήθηκαν τα USD11.750.
  17. Διαφορετικά δεν θα καταβάλλονταν, κι αυτό ως διαπραγματευτικό χαρτί μέχρι που να επιτευχθεί η συμφωνία παράτασης. Τελικά, όμως, η Barclays έδωσε παράταση μόνο 6 εβδομάδων, κάτι που απογοήτευσε τον όμιλο και από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2008 άρχισαν συναντήσεις με τους πιστωτές για αναδιοργάνωση του χρέους, στο πλαίσιο των οποίων είχε ξεκαθαριστεί στην αιτήτρια ότι η πληρωμή των USD9.000.000 στις 29.12.08 δεν ήταν δυνατή. Γνώριζε, επομένως, η αιτήτρια από τότε ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού δεν ήταν δυνατή, κάτι που απέκρυψε από το Δικαστήριο. Όπως απέκρυψε και το γεγονός ότι λάμβανε μέρος στη διαδικασία αναδιοργάνωσης του χρέους από το Δεκέμβριο του 2008 και ουδέποτε δήλωσε ότι δεν την αποδέχεται και
  18. Παρέλειψε να αποκαλύψει ότι στις 11.12.08 έγινε παρουσίαση στα γραφεία της αιτήτριας για την προτεινόμενη διαδικασία αναδιοργάνωσης του χρέους, όπου της δόθηκε και το τεκμ.
  19. Κατά την παρουσίαση αυτή, ισχυρίζεται η καθ΄ ης η αίτηση, οι αντιπρόσωποι των πιστωτών - μεταξύ των οποίων και της αιτήτριας - πληροφορήθηκαν ότι είχε στηθεί ένα δωμάτιο δεδομένων (data room) στα γραφεία του ομίλου, στο οποίο υπήρχαν τυπωμένα ηλεκτρονικά αντίγραφα όλων των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για την παρουσίαση. Η αιτήτρια, όμως, απέκρυψε αυτό το γεγονός και παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ότι είχε στην κατοχή της περιορισμένες πληροφορίες για τον όμιλο και για περαιτέρω πληροφορίες θα έπρεπε, δήθεν, να διεξάγει έρευνα στο διαδίκτυο. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι η αιτήτρια παραπλανεί το Δικαστήριο με το να ισχυρίζεται ότι ο όμιλος είναι γνωστός ως «Rodeo» και ότι παρουσιάστηκε να ελέγχει εταιρεία με το όνομα Rodeo Investment (Cyprus) Ltd, που όπως διαπίστωσαν οι δικηγόροι της δεν ήταν εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Η λέξη «Rodeo», ισχυρίζεται η καθ΄ ης, ήταν κωδικός που χρησιμοποιήθηκε κατά την παρουσίαση για όλες τις εταιρείες του ομίλου RBC για σκοπούς εμπιστευτικότητας. Αυτό γιατί η RBC είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο κι αν οι πληροφορίες που δόθηκαν κατά την παρουσίαση διέρρεαν θα είχαν επιπτώσεις στην αξία της μετοχής της. Γνώριζε, επομένως, η αιτήτρια ότι η λέξη «Rodeo» ήταν κωδικός και όσα σχετικά ισχυρίζεται είναι εκ του πονηρού. Όπως εκ του πονηρού είναι και ο ισχυρισμός της ότι την έκθεση τεκμ. 14 την εφοδιάσθηκε από την Barclays τη στιγμή που η έκθεση αυτή της δόθηκε στις 11.12.
  20. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις επί του θέματος με εμπεριστατωμένες γραπτές - αλλά και προφορικές - αγορεύσεις, παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε αυθεντίες. Βασική θέση των συνηγόρων της αιτήτριας είναι ότι έγινε πλήρης αποκάλυψη όλων των γεγονότων που γνώριζαν και τα οποία θα επενεργούσαν στην άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου και ο υπό κρίση λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Επεσήμαναν, συναφώς, ότι η αιτήτρια ενημέρωσε το Δικαστήριο για:-
  21. Την κακή οικονομική κατάσταση και εταιρική δομή του ομίλου RBC, ως η επίσημη ενημέρωση που ο ίδιος ο όμιλος ετοίμασε (τεκμ.14).
  22. Τον τρόπο με τον οποίο η Barclays της εκχώρησε τα δικαιώματα, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι η γνώση της για την εταιρική δομή και οικονομική κατάσταση της καθ΄ ης η αίτηση είναι τουλάχιστον ελλειπής.
  23. Την αδυναμία της πρωτοφειλέτριας και των εγγυητών της να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό, καθώς επίσης και ότι παρόμοια με την παρούσα αίτηση καταχώρισαν και εναντίον της πρωτοφειλέτριας και, τέλος
  24. Τα μεγάλα χρέη της πρωτοφειλέτριας και των εγγυητών της, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι το σχέδιο αναδιοργάνωσης (τεκμ.14) δεν έγινε αποδεκτό από την αιτήτρια, η οποία επέδειξε μεγάλη υπομονή και μόνο όταν εξαντλήθηκε προχώρησε με τη διαιτητική διαδικασία και με αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Διαμετρικά αντίθετες ήταν οι εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων της καθ΄ ης η αίτηση. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξαν, επιβεβαιώνεται πλήρως η θέση της καθ΄ ης ότι η αιτήτρια παρουσίασε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με παραπλανητικό τρόπο και οι επισημανθείσες αποκρύψεις ήταν σκόπιμες. Επέσυραν, επί του προκειμένου, την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι η αιτήτρια ξεκίνησε τις αναφορές της σε δάνειο ύψους USD33.750.000 από χρονικό σημείο που τη βόλευε, δηλαδή από την υποχρέωση της πρωτοφειλέτριας και των εγγυητών της να καταβάλουν έναντι του δανείου USD9.000.000 στις 29.12.
  25. Κι αυτό, χωρίς να δίδει την πραγματική εικόνα ότι το δάνειο ήταν ύψους USD45.000.000 και ότι μέχρι την συμφωνηθείσα ημέρα αποπληρωμής, την 28.11.08, η πρωτοφειλέτρια είχε πληρώσει όλους τους τόκους (USD5.118.750) και επιπλέον USD11.250.000 έναντι του δανείου, με την πεποίθηση - που εύλογα της δημιουργήθηκε - ότι θα υπήρχε παράταση στην εξόφληση του δανείου έως και 3 χρόνια. Ποιος, διερωτήθηκαν, θα δανειζόταν USD33.750.000 με την υποχρέωση να εξοφλήσει το υπέρογκο αυτό ποσό σε 1 ½ μήνα; Αυτή, όμως, ήταν η εικόνα που παρουσίασε η αιτήτρια στο Δικαστήριο και με αυτή, πέραν του ότι δεν ανταποκρίνεται την πραγματικότητα, παραβιάζεται κάθε έννοια λογικής. Περαιτέρω, όπως εισηγήθηκαν, η αιτήτρια με τον τρόπο που παρουσίασε τα γεγονότα προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τον όμιλο RBC δόλιο και κακόπιστο, ο οποίος ενώ δανείζεται τέτοιο υπέρογκο ποσό αδιαφορεί για την εξόφληση του και ταυτόχρονα κρύβεται πίσω από ψευδώνυμα (Rodeo). Τα πραγματικά όμως γεγονότα, όπως αποκαλύπτονται από τον τεράστιο σε αριθμό και όγκο των εγγράφων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου - που ήταν αδύνατο για το Δικαστή να ανιχνεύσει την αλήθεια μέσα απ΄ αυτά (Interpartemental Concer Ura lementrory v. Besumo
(2004)1 AAΔ 557 - διαψεύδουν την εικόνα που επιχείρησε η αιτήτρια να μεταδώσει στο Δικαστήριο για τον όμιλο RBC. Αν, εισηγήθηκαν, η αιτήτρια αποκάλυπτε ότι η πρωτοφειλέτρια δανείσθηκε USD45.,000.000 και, παρ΄ όλη την επελθούσα παγκόσμια οικονομική κρίση που έπληξε όλες τις εταιρείες του ομίλου, κατέβαλε το 1/3 περίπου του δανείου ενώ γίνονταν διαπραγματεύσεις για αναδιοργάνωση του χρέους, τότε η εικόνα θα ήταν διαφορετική και θα επενεργούσε στην άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Επομένως, η αιτήτρια παραβίασε το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις επί του θέματος. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται μονομερώς για θεραπεία, έχει υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να το βοηθήσουν για να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Ή, όπως τέθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd και άλλων, Πολ. Έφ. 9/07 ημερ. 10.7.09, σε μονομερείς αιτήσεις το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.α. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 ΑΑΔ 733, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:- "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, 22.12.93 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου 157/90, 30.5.96)." Οι συνέπειες της παραβίασης της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι γνωστές. Όταν διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιασθεί πλήρως και δικαίως, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιονδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση και αποκαλυπτικό της σημασίας που αποδίδει η νομολογία στην υπό αναφορά υποχρέωση είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company
(2002)1 A.A.Δ. 938:- «Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυ­νατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. και Άλλοι
(1966)1 C.L.R.. 597). To ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για από­κρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση εί­ναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρης Χρί­στου
(1998)1 ΑΑΔ. 598). Δε θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβου­με με λεπτομέρεια τη νομολογία επί του θέματος, στην οποία κά­μνει εκτενή αναφορά η πρωτόδικος Δικαστής. Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comrs ex Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: "It is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure of all material facts within his knowledge, and if he does not make that fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it." Επίσης στις σελ. 91-92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "... the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injunction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty . . . The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law's two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." Τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την υπόθεση είναι, όπως υπέδειξαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, εξαιρετικά απλά. Τέλος Νοεμβρίου του 2007 η Barclays Bank χορήγησε στην RBC Investments (Cyprus) Ltd δάνειο ύψους USD45.000.000 το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί ένα χρόνο μετά, στις 28.11.
  1. Επρόκειτο για κοινοπρακτικό δάνειο στο οποίο συμμετείχαν και άλλες τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η αιτήτρια με σημαντικό μερίδιο. Κατά τη διάρκεια του χρόνου η RBC Investments (Cyprus) Ltd ήταν συνεπής στη συμβατική της υποχρέωση για καταβολή του συμφωνηθέντος τόκου. Κατέβαλε συνολικά USD5.118.750 και αυτό όπως προβλεπόταν από τη συμφωνία δανείου. Από τις αρχές Οκτωβρίου του 2008 η RBC Investments (Cyprus) Ltd και ο όμιλος στον οποίο ανήκε, διαπίστωσαν ότι δεν θα ήταν σε θέση να εξοφλήσουν το δάνειο κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που έπληξε και τους ίδιους. Ενόψει τούτου, άρχισαν διαπραγματεύσεις με την Barclays Bank για αναδιοργάνωση του χρέους, στο πλαίσιο των οποίων κατέβαλαν πριν τις 28.11.08 USD11.750.000 έναντι του δανείου. Η Barclays Bank, όμως, τελικά παράτεινε το χρόνο εξόφλησης του δανείου για ενάμησι μήνα μόνο, μέχρι τις 15.1.09, υπό τον όρο ότι η RBC Investments (Cyprus) Ltd θα κατέβαλλε στις 29.12.08 ακόμη USD9.000.
  2. Η εξέλιξη αυτή δεν ικανοποίησε την RBC, η οποία επιδόθηκε σε μια προσπάθεια να πείσει τους πιστωτές της ότι η δοθείσα παράταση ήταν πολύ μικρή και ότι για να μπορέσει να εξοφλήσει το δάνειο θα έπρεπε να της δοθεί παράταση έως και τρία χρόνια. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας είχε συναντήσεις με όλους τους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένης και της αιτήτριας, προς τους οποίους παρουσίασε πρόταση αναδιοργάνωσης του χρέους που ετοίμασαν ειδικοί διεθνούς ελεγκτικού οίκου που προσέλαβε. Οι συναντήσεις αυτές άρχισαν αρχές Δεκεμβρίου του 2008 και συνεχίστηκαν και τους επόμενους μήνες, χωρίς όμως οριστική κατάληξη. Ενώ λοιπόν γίνονταν συζητήσεις για αναδιοργάνωση του χρέους, η αιτήτρια απέρριψε την πρόταση αναδιοργάνωσης και προσέφυγε, όπως είχε κάθε δικαίωμα, στη διαιτησία που προέβλεπε η συμφωνία δανείου, τόσο εναντίον της RBC Investments (Cyprus) Ltd όσο και των επτά εγγυητών της. Τα πιο πάνω αποδίδουν, κατά τη γνώμη μου, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά ανιχνεύονται μέσα από το τεράστιο σε όγκο υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια, όμως, τα παρουσίασε με τέτοιο τρόπο που, έντεχνα μεν ξεκάθαρα δε, μετέδωσε την εικόνα ότι η RBC Investments (Cyprus) Ltd δανείστηκε USD33.750.000 αντί USD45.000.000 και επέδειξε πλήρη αδιαφορία στις ειδοποιήσεις που της στάληκαν για διευθέτηση του χρέους της. Η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αδικά τον απόντα διάδικο, ο οποίος, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από ό,τι καταγράφεται πιο πάνω, δεν επέδειξε καθόλου αδιαφορία για διευθέτηση του δανείου που πήρε. Αντίθετα, άρχισε από πολύ ενωρίς διαπραγματεύσεις με την Barclays για αναδιοργάνωση του χρέους και είναι στο πλαίσιο αυτών των διαπραγματεύσεων που κατέβαλε έναντι του δανείου USD11.750.000, με αποτέλεσμα το χρέος να μειωθεί στα USD33.750.
  3. Το γεγονός αυτό η αιτήτρια, όχι αθώα, το απέκρυψε για να μεταδώσει στο Δικαστήριο την εικόνα ότι η RBC αφού εξασφάλισε το δάνειο επέδειξε στη συνέχεια πλήρη αδιαφορία έναντι των συμβατικών της υποχρεώσεων. Όπως απέκρυψε και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του 2008 η RBC κατέβαλλε, όπως προέβλεπε η συμφωνία δανείου, κανονικά τους τόκους και συνολικά κατέβαλε USD5.118.
  4. Πέραν τούτων, παρέλειψε να αναφέρει ότι και η ίδια συμμετείχε στις συναντήσεις για αναδιοργάνωση του χρέους και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η αναφορά της ότι ο όμιλος RBC είναι γνωστός ως «Rodeo» δεν είναι αθώα. Προβλήθηκε αφενός μεν για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν είχε πλήρης πληροφορίες για την πρωτοφειλέτρια και τον Όμιλο στον οποίο ανήκε και αφετέρου να αφήσει να αιωρούνται σκιές σε ό,τι αφορά τη διαφάνεια του ομίλου RBC λόγω του ότι χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Rodeo». Και αυτά, τη στιγμή που η ίδια συμμετείχε με σημαντικό μερίδιο στο κοινοπρακτικό δάνειο, στο οποίο ως θέμα λογικής δεν θα συμμετείχε αν ευθύς εξ΄ αρχής δεν είχε πλήρης πληροφορίες για τον αποδέκτη του δανείου και των εγγυητών του και τη στιγμή που και η ίδια συμμετείχε στις συζητήσεις για αναδιοργάνωση του χρέους, στο πλαίσιο των οποίων δόθηκε η πρόταση - τεκμήριο
  5. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω επισημάνσεις η αιτήτρια δεν παρουσίασε πλήρως και δικαίως τα γεγονότα στη βάση των οποίων εκδόθηκε το υπό κρίση συντηρητικό διάταγμα. Αντ΄ αυτού φρόντισε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε οποιαδήποτε γεγονότα δυνατό να ήταν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο να μη τα αναφέρει, κι αυτό για να είναι σίγουρη ότι το αίτημα της θα γινόταν οπωσδήποτε αποδεκτό. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για κλασική περίπτωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραβίασης του καθήκοντος που είχε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και εκείνα τα γεγονότα που δυνατό να ήταν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατό να ασκούσαν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς της αίτησης. Η κατάληξη αυτή, όπως γίνεται αντιληπτό, προδιαγράφει και την τύχη του μονομερούς εκδοθέντος συντηρητικού διατάγματος. Για όλα τα πιο πάνω το συντηρητικό διάταγμα που εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο στις 2.4.09 ακυρώνεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.