Φώφης Ηλιάδου-Καλησπέρα ν. Σωκράτη Ηλιάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4675/04, 2 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4675/04 Μεταξύ: Φώφης Ηλιάδου-Καλησπέρα Ενάγουσας και
- Σωκράτη Ηλιάδη
- Ζήνωνα Σωκράτη Ηλιάδη
- Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ
- Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ
- Αγνής Ηλιάδη
- Γιάννας Ηλιάδη-Λοϊζου Εναγομένων ---------------------- 2 Σεπτεμβρίου,
- Για την ενάγουσα: κ. Χρ. Κληρίδης Για τους εναγόμενους 1-5: κ. Α. Χαβιαράς Για την εναγόμενη 6: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Οι Διάδικοι και οι Μεταξύ τους Σχέσεις. Οι εναγόμενοι 1 και 5 είναι σύζυγοι και γονείς της ενάγουσας και των εναγόμενων 2 και
- Η εναγόμενη 4 είναι οικογενειακή εταιρεία. Μέτοχοί της είναι οι πιο πάνω γονείς, οι οποίοι κατέχουν 10.000 συνήθεις μετοχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, και τα τρία παιδιά τους, που κατέχουν από 30.000 μετοχές της ίδιας κατηγορίας. Η διοίκηση της εταιρείας ασκείται από τον πατέρα και το γιο, οι οποίοι κατέχουν ιδρυτικές μετοχές με δικαίωμα ψήφου, 60 ο πρώτος και 40 ο δεύτερος. Η εναγόμενη 3 είναι εταιρεία που ελέγχεται από τον εναγόμενο
- Δύο οικόπεδα, όμορα, τα οποία βρίσκονται στο κέντρο της Λευκωσίας, διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην όλη υπόθεση. Ιδιοκτήτρια του πρώτου, που βρίσκεται στη γωνία των οδών Μνασιάδου και Ζήνας Ντε Τύρας (το πισινό οικόπεδο), είναι η εναγόμενη
- Το δεύτερο οικόπεδο, επί της γωνίας Μνασιάδου και Λεωφόρου Μακαρίου Γ (το μπροστινό οικόπεδο), είναι ιδιοκτησία των γονιών και των παιδιών. Τα παιδιά είναι ιδιοκτήτες κατά ¼ μερίδιο το καθένα και από 1/8 οι γονείς. Στο οικόπεδο αυτό ήταν κτισμένη παλαιότερα η οικία της οικογένειας και αποτελούσε ιδιοκτησία της μητέρας και μόνο. Αυτή, σε μεταγενέστερο χρόνο, το 1989, διένειμε την πιο πάνω περιουσία της κατά τα μερίδια που έχουν ήδη καταγραφεί, στα παιδιά της και στο σύζυγό της. Β. Γενεσιουργός Αιτία της Επίδικης Διαφοράς. Δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λήφθηκε κοινή απόφαση αξιοποίησης των δύο τεμαχίων με την ανέγερση ενιαίου κτιριακού συγκροτήματος (το έργο), προορισμένου για οικονομική εκμετάλλευση. Η απόφαση αυτή δρομολόγησε και την έναρξη οικογενειακής διαμάχης, η οποία οδήγησε σε καταχώρηση σειράς αγωγών, μεταξύ των οποίων την υπό κρίση και την 4674/
- Αρχικά οι μεταξύ των μερών διαφορές αφορούσαν την ενάγουσα και, ως αντίδικους, τους υπόλοιπους. Στη συνέχεια όμως, και υπό τις συνθήκες που θα εκτεθούν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης, στο πλευρό της ενάγουσας συντάχθηκε και η αδελφή της, εναγόμενη
- Γ. Αξιώσεις και Δικογραφημένες Θέσεις. Για να γίνουν ευκολότερα κατανοητές οι θεραπείες που αξιώνονται στην παρούσα υπόθεση, επιβεβλημένο είναι να γίνει αναφορά στα «Πρακτικά Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ με τους Ιδιοκτήτες του Ακινήτου με αρ. τεμαχίου 949, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧ1/54.2.1Γ επί της Λεωφόρου Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία», ημερομ. 26.9.1997, καθώς επίσης και στα «Πρακτικά Συνεδρίας Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ με το Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ» ημερ. 30.9.
- Τα πρακτικά ημερ. 26.9.1997 συνιστούν μέρος του Τεκμ. 37 και αυτά της 30.9.1997 το Τεκμ.
- Παρόντες κατά τη συνεδρία της εναγόμενης 4 ημερ. 26.9.1997 ήταν μόνο ο Σωκράτης Ηλιάδης, εναγόμενος 1, και ο γιος του Ζήνωνας Ηλιάδης, εναγόμενος
- Ο πρώτος, ως Πρόεδρος, υπέγραψε τα πρακτικά αυτά. Το ίδιο έπραξε και ο δεύτερος: Μια φορά ως γραμματέας, δεύτερη φορά ως σύμβουλος, και τρίτη φορά «προσωπικά και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Σωκράτη Ηλιάδη, Αγνής Ηλιάδη, Φώφης Καλησπέρα και Γιάννας Λοϊζου». Συνιστά ουσιαστικό περιεχόμενο του πρακτικού αυτού η ανάληψη από την εναγόμενη 4 όλων των πτυχών του προγραμματισμού και της διεκπεραίωσης της ανέγερσης του έργου, συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδότησής του, αλλά ακόμη και της διαχείρισης του μετά τη συμπλήρωσή του, έναντι ποσοστού 5% επί της αξίας των συμβολαίων ενοικίασης. Μετά την αποπληρωμή των κατασκευαστικών δανείων η εναγόμενη 4 αναλάμβανε, πάντα σύμφωνα με το πρακτικό ημερ. 26.9.1997, την ευθύνη της κατανομής του καθαρού εισοδήματος που θα προέκυπτε από τα ενοίκια στους ιδιοκτήτες κατ΄ αναλογία. Τέσσερις μέρες μετά, η εναγόμενη 4 ανάθεσε, με διευθέτηση που καταγράφηκε στα προαναφερθέντα πρακτικά ημερ. 30.9.1997, τις ευθύνες της που κάλυπτε το πρακτικό ημερ. 26.9.1997, στην εναγόμενη 3 εταιρεία. Συμφωνήθηκε δε ότι η τελευταία θα αναλάμβανε ως αμοιβή «2.5% επί του τελικού κατασκευαστικού κόστους του Εμπορικού Κέντρου και 5% επί της αξίας των συμβολαίων ενοικίασης, τα οποία θα εξασφαλίσει για τους χώρους του Εμπορικού Κέντρου». Είναι σημαντικό να καταγραφεί πως και στη συνεδρία ημερ. 30.9.1997 ήταν παρόντες και πάλι μόνο οι εναγόμενοι 1 και
- Ο εναγόμενος 2 είχε διπλή ιδιότητα, αφενός ως σύμβουλος, μαζί με τον πατέρα του, της εναγόμενης 4 εταιρείας, και αφετέρου ως Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης 3 εταιρείας. Με την υπό κρίση αγωγή προβάλλεται ουσιαστικά ότι η συμφωνία, η οποία καλύπτεται από το πρακτικό ημερ. 26.9.1997, συνιστά κατασκεύασμα στο οποίο η ενάγουσα καμία συμμετοχή είχε, και, συνακόλουθα, ζητείται δήλωση και διάταγμα ακύρωσής της. Ζητείται επίσης απόφαση και/ή διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού του πρακτικού και/ή συμφωνίας ημερ. 30.9.
- Εδράζεται το αίτημα της ενάγουσας στις θέσεις ότι οι επίδικες συμφωνίες υπεγράφησαν δυνάμει άκυρων και/ή πλαστογραφημένων πληρεξουσίων και/ή πληρεξουσίων που είχαν ακυρωθεί προγενέστερα, ότι είναι αντίθετες προς τη δημόσια πολιτική και/ή το Νόμο, ότι είναι ultra vires, ότι είναι προϊόν απάτης και/ή παράνομης συνομωσίας και ότι είναι αντίθετες με τα συμφέροντα της εναγόμενης 4 εταιρείας, των μετόχων της και/ή των συνιδιοκτητών των επίδικων τεμαχίων. Προβάλλεται, μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις, όπως αυτές αποτυπώνονται στην έκθεση απαίτησης, ότι η ενάγουσα, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον αδελφό της και στην εναγόμενη 4 οικογενειακή εταιρεία, υπέγραψε διάφορα πληρεξούσια με τα οποία εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2, αδελφό της, όπως προβεί σε διάφορες πράξεις και/ή ενέργειες σε σχέση με την ανέγερση του προαναφερθέντος οικοδομικού συγκροτήματος. Ουδέποτε όμως υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για την από κοινού αξιοποίηση των επίδικων ακίνητων. Κατά ή περί το έτος 2001 αντιλήφθηκε ότι η διαχείριση, τόσο των υποθέσεών της, όσο και αυτών της εναγόμενης 4 εταιρείας, γινόταν καταχρηστικά από τον αδελφό της. Ως αποτέλεσμα, ζήτησε γραπτώς την ανάκληση όλων των πληρεξουσίων που κατά καιρούς έδωσε. Ζήτησε επίσης πληροφόρηση για τον τρόπο που αυτά χρησιμοποιήθηκαν. Πρώτη φορά το 2003, και μέσα στο πλαίσιο εκδίκασης της Αίτησης Διάλυσης της εναγόμενης 4, 232/03, έλαβε γνώση για την ύπαρξη των πρακτικών ημερ. 26.9.
- Είναι η θέση της ενάγουσας ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε, ούτε και έλαβε γνώση του συγκεκριμένου κειμένου, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε πληρεξούσια έγγραφα στον εναγόμενο 2 ή άλλο πρόσωπο το οποίο θα εξουσιοδοτούσε την υπογραφή του επίδικου πρακτικού. Οιονδήποτε δε πληρεξούσιο τυχόν έδωσε, δεν θα μπορούσε να καλύπτει τις πράξεις που περιγράφει το επίδικο πρακτικό ημερ. 26.9.
- Τίθεται περαιτέρω ισχυρισμός στην έκθεση απαίτησης ότι το πιο πάνω πρακτικό είναι προχρονολογημένο και καταρτίστηκε μετά το 2001, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο από αυτό που η ενάγουσα ανακάλεσε γραπτώς όλα τα πληρεξούσια που είχε δώσει. Τέλος, στην έκθεση απαίτησης γίνεται ισχυρισμός περί ύπαρξης δόλου και/ή παρανομίας και/ή απάτης και/ή παράνομης συνομωσίας στον καταρτισμό των δύο προαναφερθέντων πρακτικών. Στις σχετικές λεπτομέρειες φέρονται ως συνωμότες οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, στους οποίους αποδίδεται κατάρτιση προχρονολογημένων πρακτικών με σκοπό την αποκόμιση προς όφελός τους προμηθειών, παράλειψή τους να πληροφορήσουν για τις ενέργειές τους την ενάγουσα, παραβίασης εκ μέρους τους εντολών πληρεξουσίων εγγράφων και χρησιμοποίηση πλαστών και/ή ακυρωθέντων πληρεξουσίων εγγράφων. Μέσα από την έκθεση υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι αρνούνται τους βασικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας. Είναι η θέση τους πως αυτή ήταν πλήρως ενήμερη για όλες τις ενέργειες που λάμβαναν χώρα για ανάπτυξη των επίδικων ακίνητων και αξιοποίηση του κτιριακού συγκροτήματος. Γνώριζε επίσης για την ύπαρξη του πρακτικού ημερ. 26.9.1997, η κατάρτιση του οποίου και η συμφωνία που απορρέει από αυτό δεν ξεφεύγει των ορίων των πληρεξουσίων που είχε δώσει η ενάγουσα. Αρνούνται, τέλος, οι εναγόμενοι πως η ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία των συμφωνιών που περιέχονται στα επίδικα πρακτικά, ισχυριζόμενοι ότι η ανάπτυξη των επίδικων τεμαχίων είχε ως αποτέλεσμα αυτή, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια ή εργασία και έναντι μόνο εύλογης και/ή συμφωνηθείσας αμοιβής, να καταστεί ιδιοκτήτρια σημαντικής περιουσίας η οποία αποδίδει υψηλά ετήσια εισοδήματα. Η παρούσα υπόθεση συνεκδικαζόταν αρχικά με την αγωγή 4674/04, επίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία η ενάγουσα ισχυριζόταν κατασκευή και/ή χρησιμοποίηση πλαστών πληρεξουσίων εγγράφων χωρίς τη γνώση και/ή συγκατάθεσή της. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της ενάγουσας, και με δήλωση των δικηγόρων των δύο πλευρών, η αγωγή 4674/04 αποσυνενώθηκε και αποσύρθηκε. Όπως αποσύρθηκαν επίσης συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, ως αποτέλεσμα της ακόλουθης, κοινής, δήλωσης: «Ενόψει του ότι η αγωγή 4674/04, η οποία συνεκδικάζετο, αποσυνδέθηκε σήμερα και απεσύρθη, όπως φαίνεται στο πρακτικό της εν λόγω αγωγής 4674/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μέσα στο πλαίσιο της αγωγής αυτής (της 4675/04 δηλαδή) δεν θα εξεταστεί θέμα πλαστογραφίας ως οι παράγραφοι 44, 45, 60(Δ), όσον αφορά τη χρήση πλαστών κατ΄ ισχυρισμό πληρεξουσίων, 64 Α (α), 64 Β (α) της Έκθεσης Απαίτησης. Με λίγα λόγια η αγωγή περιορίζεται πλέον στο πλαίσιο της εναπομείνασας Έκθεσης Απαίτησης ως ανωτέρω και της Υπεράσπισης 8.9.
- Επιπρόσθετα, η ενάγουσα αποσύρει και την οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε που αναφέρεται στον ισχυρισμό για την πλαστότητα των πληρεξουσίων υπό τις περιστάσεις», Σημαντική επίσης εξέλιξη προέκυψε αμέσως πριν από την ακρόαση της υπόθεσης. Με βάση το πιο κάτω πρακτικό, η εναγόμενη 6 δέχθηκε τις αναφερόμενες στη δήλωση αξιούμενες θεραπείες. Ως αποτέλεσμα, χωρίς όμως να εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση σε εκείνο το στάδιο, η απαίτηση εκκρεμεί πλέον εναντίον των εναγομένων 1-5 μόνο. «Κος Κληρίδης: Σε σχέση με την εναγομένη 6 στην αγωγή 4675/04 θα ήθελα να δηλώσω ότι σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες, ιδιαίτερα την θεραπεία (Δ) που είναι δήλωση του Δικαστηρίου για αποζημίωση ότι σε σχέση με αυτή την εναγομένη 6, δεν επιμένω σε αυτή τη δήλωση για το θέμα των αποζημιώσεων. Και περαιτέρω ότι δεν θα ζητήσω έξοδα σε βάρος της, όπως επίσης σε σχέση με τις παραγράφους 64 Α και Β των αιτουμένων θεραπειών δεν είναι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 6 συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο σε απάτη ή παράνομη συνομωσία. Κατά τα άλλα και εν όψει αυτής της διευκρινιστικής δήλωσης μου ο συνάδελφος συνήγορος της εναγομένης 6 θα προβεί σε μια δήλωση. Κος Ηλιάδης: Σε συνέχεια της δήλωσης του κ. Κληρίδη, ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας, η εναγόμενη 6 αποδέχεται την δήλωση ως εκτίθεται στην παράγραφο 64(Α) της έκθεσης απαίτησης και 64(Β) σε σχέση με την αποδοχή των δηλώσεων αυτών διευκρινίζω ότι η εναγόμενη 6 δεν αποδέχεται οποιαδήποτε ευθύνη όσον αφορά ισχυριζόμενη συμμετοχή της σε απάτη ή συνομωσία. Επίσης η εναγομένη 6 αποδέχεται και την απαίτηση στην παρα. 64(Γ).» Δ. Μαρτυρία. Πέραν της ενάγουσας προσφέρθηκε, προς υποστήριξη των θέσεών της, η μαρτυρία της αδελφής της, εναγόμενης 6, και αυτή εγκεκριμένου λογιστή, ο οποίος παρουσίασε τις οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης 4 εταιρείας (Τεκμ. 64 και 65). Για την Υπεράσπιση κατάθεσε ως βασικός μάρτυρας ο εναγόμενος
- Προσφέρθηκε επίσης η μαρτυρία της μητέρας του, εναγόμενης
- Είναι αχρείαστη λεπτομερής καταγραφή των εκτεταμένων ισχυρισμών οι οποίοι προβλήθηκαν μέσα από τη μαρτυρία που παρέθεσαν οι δύο πλευρές. Με οδηγό τις δικογραφημένες θέσεις και το όλο φάσμα των επίδικων θεμάτων που θα κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, θα επιχειρήσω συνοπτική παράθεση των βασικών στοιχείων του μαρτυρικού υλικού. Κατάθεσε η ενάγουσα ότι η αξιοποίηση των επίδικων τεμαχίων αποφασίστηκε μεταξύ των μελών της οικογένειας το
- Η συμφωνία για το όλο ζήτημα ήταν προφορική και κάλυπτε την ανέγερση πενταόροφης πολυκατοικίας, πλέον ισόγειο, με χρηματοδότηση από τράπεζα. Την εναγόμενη 4 εταιρεία εκπροσωπούσε σε όλα τα στάδια των προφορικών συνεδριάσεων ο πατέρας της, εναγόμενος 1, και ο αδελφός της, εναγόμενος
- Προκειμένου να γίνει δυνατή η υλοποίηση των συμφωνηθέντων, ο εναγόμενος 2 ετοίμασε σε κάποιο στάδιο εξουσιοδότηση, την οποία και υπέγραψε η ενάγουσα. Είναι το Τεκμ.
- Το παρεμβάλλω αυτούσιο προτού επεκταθώ στην υπόλοιπη μαρτυρία της ενάγουσας: «Εμείς οι κάτωθοι υπογεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου εξουσιοδοτούμεν τον κ. Ζήνωνα Ηλιάδη όπως υπογράψει οιονδήποτε έγγραφον όσον αφορά την ανάπτυξη που προτιθέμεθα να ανεγείρουμε εις το οικόπεδο μας αρ. τεμαχίου 949 και 667, Φύλλο/σχεδίου ΧΧ1/54.2.1Γ.» (Ακολουθούν οι υπογραφές της ενάγουσας και των εναγομένων 1, 2, 5 και 6). Όπως εξήγησε η ενάγουσα, το Τεκμ. 3 το ζήτησε ο εναγόμενος αδελφός της προκειμένου να υποβάλει όλες τις απαραίτητες αιτήσεις για έκδοση αδειών οικοδομής. Σε καμία όμως περίπτωση δεν υπέγραψε το έγγραφο αυτό, ούτε και εξουσιοδοτούσε με αυτό τον αδελφό της να προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας-πρακτικού ημερ. 26.9.
- Ήταν βασική θέση της ενάγουσας πως από τα αρχικά στάδια της έναρξης ανέγερσης του οικοδομικού συγκροτήματος είχε έντονες συζητήσεις με τον αδελφό της, καθότι αυτός παρέλειπε να την ενημερώνει για διάφορα θέματα που αφορούσαν την ανάπτυξη του ακινήτου και τον τρόπο διανομής του στους συνιδιοκτήτες. Οι απαντήσεις που έπαιρνε ήταν πάντοτε ασαφείς και αόριστες. Έτσι, αναγκάστηκε να του απευθύνει, από τα τέλη του 2001 και μετά, σειρά επιστολών ζητώντας διευκρινίσεις, τόσο σε σχέση με τα πιο πάνω, όσο και ως προς τα πληρεξούσια που υπήρχαν και τους σκοπούς που αυτά χρησιμοποιήθηκαν. Ζήτησε αρχικά την ακύρωση του Τεκμ. 3, καθότι θεωρούσε ότι μόνο αυτό το πληρεξούσιο υπέγραψε η ίδια. Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι έγινε χρήση και άλλων εγγράφων, τα οποία έφεραν την υπογραφή της. Έτσι αναγκάστηκε πέραν των επιστολών ανάκλησης των όποιων πληρεξουσίων, να προχωρήσει και στην καταχώρηση αγωγών με ανάλογα αιτήματα. Ήταν βασικός ισχυρισμός της ότι παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις, τόσο της ίδιας όσο και του δικηγόρου της, ουδέποτε τους αναφέρθηκε ότι το πληρεξούσιο, Τεκμ. 3, χρησιμοποιήθηκε ποτέ για την υπογραφή οποιουδήποτε πρακτικού. Τους λέχθηκε μόνο ότι η χρήση του έγινε προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη των ακινήτων, η έκδοση αδειών, η χρηματοδότηση του έργου και η ενοικίασή του. Ήταν σταθερή και επαναλαμβανόμενη θέση της πως μόνο το Τεκμ. 3 υπέγραψε η ίδια, τα δε υπόλοιπα ήταν πλαστά. Την ύπαρξη των πρακτικών-συμφωνίας, ημερ. 26.9.1997, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά στις 26.9.2003, όταν παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της Αίτησης 232/03, η οποία είχε ως αντικείμενο αίτημα για εκκαθάριση της εναγόμενης 4 εταιρείας. Ήταν η καταληκτική θέση της ενάγουσας ότι, λόγω των παρανομιών των εναγομένων, η ίδια, όχι μόνο δεν επωφελήθηκε οικονομικά, αλλά βρέθηκε να είναι εγγυήτρια για ποσά εκατομμυρίων ευρώ. Η εναγόμενη 6, αδελφή της ενάγουσας, κατέθεσε, όπως προαναφέρθηκε, προς υποστήριξη των θέσεων της τελευταίας. Αναφερόμενη στις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας ανάφερε ότι αυτές ήταν άριστες μέχρι και το 1997, οπόταν και αποφασίστηκε η ανέγερση του έργου. Οι σχέσεις της ίδιας μαζί με τον αδελφό της, εναγόμενο 2, εξακολούθησαν να είναι άριστες, μέχρι και τον Οκτώβριο του
- Ως τη χρονική αυτή στιγμή του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που του υπέγραφε όποιο έγγραφο της παρουσίαζε, προκειμένου να γίνει κατορθωτή η ανάπτυξη και αξιοποίηση του ακινήτου. Ουδέποτε διάβαζε τι υπέγραφε λόγω της προαναφερθείσας σχέσης εμπιστοσύνης, αλλά και φοβούμενη μήπως την παρεξηγήσει ο αδελφός της. Πρόσθεσε ότι η ενάγουσα, αμέσως μετά το 1997, άρχισε να έχει προστριβές με τον αδελφό τους, λόγω της επιμονής της να ζητά λεπτομέρειες και πληροφορίες γύρω από το όλο φάσμα των θεμάτων που αφορούσε το επίδικο έργο. Μετά το 2001 οι σχέσεις της ενάγουσας με τον αδελφό τους, αλλά και με τους υπόλοιπους εναγόμενους, οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο λόγω της εκ μέρους της λήψης σειράς δικαστικών διαβημάτων. Ως αποτέλεσμα, και οι σχέσεις της μάρτυρος μαζί με την ενάγουσα περιορίστηκαν σε τυπικά τηλεφωνήματα. Επειδή η ενάγουσα διέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, δεν είχαν ούτε την ευχέρεια συχνής προσωπικής επαφής. Από τον Οκτώβριο του 2004 το σκηνικό των πολύ καλών σχέσεων της μάρτυρος με τον αδελφό της ανατράπηκε. Γενεσιουργός αιτία ήταν συνάντηση που είχε η μάρτυρας με την ενάγουσα αδελφή της σε ξενοδοχείο στη Λευκωσία. Κατά τη συνάντηση αυτή η ενάγουσα της παρουσίασε ένα Γενικό Πληρεξούσιο το οποίο έφερε υπογραφή που αποδιδόταν στη μάρτυρα. Ήταν ημερομηνίας 19.10.1999 και αποτελεί μέρος του Τεκμ.
- Με αυτό φερόταν η μάρτυρας να δίδει, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό ως προς τη γενικότητά τους, εξουσίες στον αδελφό της να την αντιπροσωπεύει στη διαχείριση οποιασδήποτε φύσης περιουσίας της, κινητής και ακίνητης. Αντικρίζοντας το έγγραφο αυτό η μάρτυρας «τρόμαξε», αντιλαμβανόμενη αφενός την έκταση που κάλυπτε η εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας αφετέρου ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. Επικοινώνησε αμέσως με τον αδελφό της για να του αναφέρει το γεγονός και να ζητήσει εξηγήσεις. Αρχικά αυτός αρνήθηκε την ύπαρξη τέτοιου εγγράφου. Μετά όμως από πίεση παραδέχθηκε ότι υπέγραψε ο ίδιος καθότι τη συγκεκριμένη ημέρα η μάρτυρας απουσίαζε στο εξωτερικό. Ελέγχοντας η μάρτυρας από προσωπικό ημερολόγιό της, Τεκμ. 54, την ακρίβεια του ισχυρισμού του αδελφού της σε σχέση με την απουσία της στο εξωτερικό, διαπίστωσε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, 19.10.1999, βρισκόταν στην Κύπρο. Ακολούθησε προσπάθεια της να αποσυρθεί το Γενικό αυτό Πληρεξούσιο και, αργότερα, καταγγελία του αδελφού της στην αστυνομία για πλαστογραφία. Η αποκάλυψη του πιο πάνω γεγονότος οδήγησε τη μάρτυρα να αντιληφθεί ότι η ενάγουσα είχε δίκαιο σε σχέση με τους λόγους που οδήγησαν στις προστριβές της με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και ιδίως με τον αδελφό τους. Και, έτσι, συντάχθηκε μαζί της. Η μητέρα της ενάγουσας, εναγόμενη 5 Αγνή Ηλιάδη, ήταν και η πρώτη μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων. Μέσα από την κατάθεσή της στο Δικαστήριο έκαμε ιστορική αναδρομή των σχέσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στους λόγους που οδήγησαν στην αγορά του πισινού οικοπέδου. Είχαν, συνοπτικά, ως εξής οι θέσεις της: Μέχρι και το 1989 η ίδια ήταν η μόνη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του μπροστινού ακινήτου, όπου βρισκόταν και η οικογενειακή οικία. Το 1985 αποφάσισαν, μαζί με το σύζυγό της, εναγόμενο 1, να αγοράσουν το διπλανό, όμορο ακίνητο, το πισινό δηλαδή οικόπεδο. Απώτερος σκοπός ήταν η συνένωση των δύο οικοπέδων και η εμπορική ανάπτυξή τους, προκειμένου να έχει μακροπρόθεσμα σοβαρό εισόδημα η οικογένεια. Με την αγορά του πιο πάνω οικοπέδου, ιδρύθηκε και η εναγόμενη 4 εταιρεία, με σκοπό να εγγραφεί επ΄ ονόματί της το ακίνητο. Στην εταιρεία αυτή μέτοχοι θα ήταν όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλά τη διεύθυνση θα είχαν μόνο ο πατέρας και ο γιος, εναγόμενοι 1 και 2 αντίστοιχα. Όλες οι πιο πάνω διευθετήσεις και όλα τα σχετικά γεγονότα ήταν σε γνώση όλων των μελών της οικογένειας, τα οποία και συμφωνούσαν. Το 1987 περίπου η μάρτυρας αποφάσισε να κατεδαφίσει το οικογενειακό σπίτι τους. Αργότερα, το 1989, κάλεσε όλα τα μέλη της οικογένειας και τους μεταβίβασε, κατά τα μερίδια που αναφέρθηκαν στο αρχικό στάδιο της απόφασης, το πιο πάνω ακίνητο. Το καλοκαίρι του 1997, και μετά από συνεχείς προσπάθειες των εναγομένων 1 και 2, έγινε κατορθωτή η εξασφάλιση δανειοδότησης για την ανέγερση του έργου. Σε μια από τις συναντήσεις που είχε η οικογένεια κατά το χρόνο αυτό, οι δύο πιο πάνω εναγόμενοι ενημέρωσαν σχετικά τα υπόλοιπα μέλη της, ζητώντας τους ταυτόχρονα να δώσουν τα απαραίτητα πληρεξούσια προκειμένου να υλοποιηθεί το όλο έργο. Όλοι τους ήταν πολύ ικανοποιημένοι με τις εξελίξεις και την προοπτική δημιουργίας του επίδικου οικοδομήματος. Ήταν βασική θέση της μάρτυρος ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι είχαν συμφωνήσει από πιο παλιά ότι το έργο θα αναλάμβανε η εναγόμενη 4 εταιρεία. Αυτό συμπεριλήφθηκε και για τυπικούς λόγους και στα πρακτικά-συμφωνία της 26.9.1997, γνώση των οποίων έλαβε η μάρτυρας από τα αρχικά στάδια της υπογραφής της. Για δύο περίπου χρόνια υπέγραφαν όλοι τα πληρεξούσια που χρειαζόταν ο εναγόμενος 2 για να μπορέσει να ξεκινήσει το έργο. Στην παρουσία της μάρτυρος, οι κόρες της, ενάγουσα και εναγόμενη 6, υπέγραψαν αριθμό πληρεξουσίων. Έτσι, ουδέποτε χρειάστηκε η προσωπική παρουσία οποιουδήποτε σε σχέση με διαπραγματεύσεις με τράπεζες ή στις αρμόδιες αρχές ή σε συναντήσεις με αρχιτέκτονες ή εργολάβους ή επιμετρητές ή ενοικιαστές. Όλα, πάντα κατά τη μάρτυρα, τα φρόντιζε η εταιρεία μέσω του συζύγου της και ιδίως του γιου της, οι οποίοι και τους ενημέρωναν ανελλιπώς σχετικά. Μέχρι και το 2002 που ολοκληρώθηκε το έργο, όλα τα μέλη της οικογένειας, όχι μόνο συμφωνούσαν, αλλά και εξέφραζαν την ικανοποίησή τους, χαιρετίζοντας τις όλες ενέργειες του εναγόμενου
- Οι αντιδράσεις της ενάγουσας άρχισαν όταν σχεδόν το έργο είχε ολοκληρωθεί, παραπονούμενη ότι δεν ενημερωνόταν σχετικά με το όλη πορεία ανέγερσής του. Αυτό προκάλεσε έκπληξη στη μάρτυρα και μεγάλη απογοήτευση. Η κατάθεση του εναγόμενου 2, βασικότερου μάρτυρα για την υπεράσπιση, ήταν, στα αντίστοιχα μέρη της, ευθυγραμμισμένη με τα όσα η μητέρα του, ΜΥ1, κατάθεσε. Με πολύ λεπτομέρεια, και κατ΄ επανάληψη, αναφέρθηκε στη δική του συμβολή, τόσο ως προς την ενδυνάμωση της εναγόμενης 4 εταιρείας, όσο και ως προς τη δημιουργία, ανάπτυξη και διαχείριση του επίδικου έργου. Ήταν βασική του θέση πως όλα επιτεύχθηκαν ως αποτέλεσμα της δικής του μεγάλης προσπάθειας και μόνο, αφού οι αδελφές του δεν αφιέρωναν καθόλου χρόνο για το σκοπό αυτό. Αναφερόμενος στην ενάγουσα κατάθεσε ότι ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο μέχρι και το 2002, ούτε και αμφισβήτησε ποτέ πως την ευθύνη της δημιουργίας και διαχείρισης του έργου θα είχε η εναγόμενη
- Αντίθετα, πάντα εξέφραζε την ευαρέσκεια και ικανοποίησή της εγκρίνοντας πλήρως τους χειρισμούς του. Μέχρι δε και το έτος 2000 του παραχωρούσε «εν λευκώ» πληρεξούσια έγγραφα, 12 συνολικά, με σκοπό την όλη διεκπεραίωση και διαχείριση του έργου. Σε σχέση με το πρακτικό ημερ. 26.9.1997, κατάθεσε ο μάρτυρας ότι στις 5.9.1997 τόσο η ενάγουσα όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, του παραχώρησαν Γενικό Πληρεξούσιο, το Τεκμ. 3, βάσει του οποίου θα μπορούσε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο ή συμφωνία σε σχέση με την ανάπτυξη των ακινήτων. Έτσι, τρεις περίπου εβδομάδες αργότερα, στις 26.9.1997, υπέγραψε ως αντιπρόσωπος των συνιδιοκτητών την επίδικη συμφωνία-πρακτικά, μέρος του Τεκμ.
- Κατά το μάρτυρα, αυτά επιβεβαίωναν βασικά την από χρόνια απόλυτη συμφωνία όλων των μελών της οικογένειας ότι την όλη ευθύνη δημιουργίας και μελλοντικής διαχείρισης του Εμπορικού Κέντρου θα είχε η εναγόμενη 4 εταιρεία, η οποία δημιουργήθηκε το 1985 γι΄ αυτό ακριβώς το σκοπό. Την επίδικη συμφωνία την κοινοποίησε ο μάρτυρας σε όλα τα μέλη της οικογένειας σε μεταγενέστερες οικογενειακές συναντήσεις. Με βάση το πληρεξούσιο, Τεκμ. 3, αλλά και τους όρους της επίδικης συμφωνίας, ο εναγόμενος 2 υπέγραψε στη συνέχεια δεκάδες έγγραφα και συμφωνίες, απαραίτητα για την υλοποίηση του έργου. Τέλος, επεξηγώντας ο μάρτυρας τη διαφοροποίηση της στάσης της εναγόμενης 6 απέναντί του, κατάθεσε ότι αυτή «έκανε στροφή 180 μοιρών» το φθινόπωρο του 2004, όταν προέκυψαν διαφορές σε σχέση με μετοχές εταιρειών μεταξύ του συζύγου της και του μάρτυρα, οι οποίες οδήγησαν στην καταχώρηση αγωγών. Ε. Αγορεύσεις. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η επιχειρηματολογία των συνηγόρων σε σχέση με την αξιολόγηση της πραγματικής πτυχής της υπόθεσης και ως προς τη νομική προσέγγιση. Με την επιφύλαξη να επανέλθει το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο στις εκατέρωθεν θέσεις, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, παραθέτω συνοπτικά ότι η βασική θέση του κ. Κληρίδη ήταν πως θα πρέπει να απορριφθεί η εκδοχή των εναγομένων περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας, η οποία προηγήθηκε των επίδικων πρακτικών-συμφωνιών, όπως επίσης και η θέση της εκ των υστέρων έγκρισης εκ μέρους της ενάγουσας των συμφωνιών αυτών. Εισηγήθηκε, καταληκτικά, πως ούτως ή άλλως οι επίδικες συμφωνίες έγιναν καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών και καθηκόντων του πληρεξουσίου αντιπροσώπου, κατά παράβαση των παραμέτρων του οποιουδήποτε πληρεξουσίου, εντελώς καταχρηστικά και σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας. Από τη δική του πλευρά ο κ. Χαβιαράς, αφού τόνισε πως το ζητούμενο στην υπό κρίση περίπτωση δεν είναι αν υπήρξε παράβαση οποιασδήποτε συμφωνίας, αλλά το κατά πόσο αυτές είναι έγκυρες, εισηγήθηκε, αναλύοντας τις βάσεις αγωγής, ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις αξιούμενες θεραπείες. Στ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα. H αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Αναγκαίο και επιθυμητό είναι η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεών του. Είναι η αξιολόγηση, από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται, και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου (Αντρέας Στυλιανίδης v. Κωνσταντίνου Χ"Πιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ και Παναγιώτη Πολυβίου Πολιτική Έφεση 99/2007, ημερ. 9.4.2009). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης, παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες στην πορεία παράθεσης των ισχυρισμών τους. Παρεμβάλλω μόνο ότι η ανίχνευση της αλήθειας είναι έργο δύσκολο σε κάθε περίπτωση όπου σύνθετα και πολύπλοκα γεγονότα λαμβάνουν χώρα εξελικτικά και σε βάθος χρόνου. Καθίσταται ακόμη πιο επίπονη και δύσκολη η προσπάθεια όταν προστίθεται, πέραν των πιο πάνω, και το στοιχείο της εμπλοκής διαδίκων με στενές οικογενειακές σχέσεις, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Εύκολα εντοπίζεται, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, ότι η οικογενειακή διαμάχη και οι συμμαχίες που δημιουργήθηκαν, επέδρασαν, ανάλογα, κατά τρόπο καταλυτικό στην παρουσία των μαρτύρων στο Δικαστήριο, μολύνοντας τη μαρτυρία τους σε πολλά σημεία της. Κατέστη έτσι ακόμη δυσκολότερος ο εντοπισμός των πραγματικών, ουσιαστικών για την υπόθεση, γεγονότων. Η αναλυτική εξέταση της μαρτυρίας που ακολουθεί θα δικαιολογήσει το πιο πάνω γενικό σχόλιο του Δικαστηρίου και θα οδηγήσει στην παράθεση των ευρημάτων του. Η ενάγουσα είναι άτομο με σπουδές ανωτάτου επιπέδου και εργάστηκε σε τράπεζα της Αγγλίας και των ΗΠΑ. Δεν αμφισβήτησε - ήταν άλλωστε κοινή συνισταμένη της όλης μαρτυρίας - τους λόγους που οδήγησαν στην αγορά του πισινού οικοπέδου, στη δημιουργία της εναγόμενης 4 και τα όσα αφορούσαν την απόφαση όλων των μελών της οικογένειας για αξιοποίηση των δύο τεμαχίων, με τον εναγόμενο 2 να έχει τον καθοριστικό ρόλο στην όλη πορεία αυτής της οικονομικής ανάπτυξης. Ό,τι συνιστούσε βασικό πυλώνα των θέσεων της ενάγουσας ήταν οι αναφορές της περί των διαφορών και αντεγκλήσεων που είχε με τον αδελφό της, εναγόμενο 2, από τα αρχικά στάδια της ανέγερσης του έργου, οι ισχυρισμοί της περί υπογραφής εκ μέρους της μόνο ενός πληρεξουσίου, του Τεκμ. 3, και η μη εξουσιοδότησή της και παντελής άγνοιά της περί της ύπαρξης του πρακτικού-συμφωνίας ημερ. 26.9.
- Επιχείρησε η ενάγουσα να δώσει στο Δικαστήριο την εικόνα μιας έντονα τεταμένης σχέσης της με τον εναγόμενο 2 από τα αρχικά στάδια, γύρω στο 1997, η οποία, εξελικτικά, οδήγησε στην πλήρη ρήξη το 2002 και, ακολούθως, στις δικαστικές διαμάχες. Υπόβαθρο ήταν, κατά την ενάγουσα, οι χωρίς εξουσιοδότηση ανεξέλεγκτες ενέργειες του εναγόμενου 2, πάντα σε αναφορά με την όλη πορεία του επίδικου έργου. Τα αδιαμφισβήτητα όμως δεδομένα δεν υποστηρίζουν τις εξεταζόμενες θέσεις της ενάγουσας. Το έργο είναι ένα μεγάλης έκτασης οικοδόμημα, η όλη ανέγερση του οποίου προϋπέθετε χρόνο, εμπλοκή διαφόρων αρχών και σημαντική οικονομική στήριξη. Όταν η ενάγουσα απέστελλε για πρώτη φορά στον εναγόμενο 2 γραπτώς τα παράπονά της, τον Οκτώβριο του 2001 με επιστολή της Τεκμ. 4, το έργο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, όπως και οι συμφωνίες ενοικίασής του. Έτσι εχόντων των πραγμάτων, δεν συνάδει με τη λογική η θέση της ενάγουσας σχετικά με προηγούμενες μακροχρόνιες έντονες αντιδράσεις της ή αμφισβητήσεις της. Δεν δικαιολογείται να βρίσκεται για χρόνια σε εξέλιξη η ανέγερση ενός τόσο μεγάλου έργου, για το οποίο απαραίτητες ήταν σημαντικές χρηματοδοτήσεις του και να αρχίζει η οικονομική αξιοποίησή του, με όλες τις συνέπειες που αυτά είχαν στα συμφέροντα και υποχρεώσεις της ενάγουσας και η ίδια να αρκείται σε προφορικές και μόνο διαμαρτυρίες, επικαλούμενη ως δικαιολογία την εμπιστοσύνη που είχε στον αδελφό της και τις καλές τους σχέσεις. Ούτε είναι πειστικό να ισχυρίζεται ότι είχε άγνοια για τις συνθήκες της όλης ανάπτυξης των τεμαχίων και της δημιουργίας του έργου. Καθότι η ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος προϋπέθετε εξασφάλιση αδειών από τις αρμόδιες αρχές, χρηματοδότηση, εκπόνηση μελετών και σύναψη συμφωνιών με εργολάβους και άλλους επαγγελματίες. Λογικό θα ήταν λοιπόν να διερωτηθεί ως εκ τούτου από χρόνια η ενάγουσα με βάση ποια εξουσία ο αδελφός της ενεργούσε εκ μέρους των υπολοίπων συνιδιοκτητών των τεμαχίων για υλοποίηση όλων των πιο πάνω. Η αναζήτηση απάντησης σε θέματα τόσο σοβαρής μορφής και έτσι εκτεταμένης οικονομικής εμβέλειας, με δεδομένη και την επιστημονική κατάρτιση της ενάγουσας, δεν αναμενόταν, ούτε και είναι πειστικό να εξαντλείται για χρόνια στο προφορικό και μόνο επίπεδο, χωρίς τη λήψη άλλων μέτρων και διαβημάτων. Όλα τα πιο πάνω σε ένα και μόνο συμπέρασμα οδηγούν: Ότι η ενάγουσα συμφώνησε, όπως όλη η οικογένεια, στην ανάπτυξη των τεμαχίων μέσω τραπεζικών χρηματοδοτήσεων και στην ανάληψη της όλης προσπάθειας από τον αδελφό της, στον οποίο και έδωσε σχετικά πληρεξούσια. Ποια συγκεκριμένα και τι έκταση αυτά κάλυπταν, θα εξεταστεί σε κατοπινό στάδιο της απόφασης. Διάτρητη είναι επίσης η θέση της ενάγουσας ότι ένα και μόνο πληρεξούσιο, το Τεκμ. 3, υπέγραψε. Τόσο η απόσυρση των ισχυρισμών της περί πλαστογραφίας, όσο και η αντίθετη δικογραφημένη θέση της στις παραγρ. 12 και 13 της έκθεσης απαίτησης, τη διαψεύδουν. Περαιτέρω, γνώριζε η ενάγουσα για την ενοικίαση μεγάλου μέρους του έργου στην εταιρεία F.W. Woolworth (Cyprus) Ltd. Ενοικίαση σημαντική για τα συμφέροντα της ενάγουσας και της εναγόμενης 4 στην οποία αυτή είναι μέτοχος. Συνεπώς, αναμενόμενο θα ήταν να έθετε ερωτήματα και να ζητούσε εξηγήσεις ως προς την εξουσία που είχε ο εναγόμενος 2 να υπογράψει τέτοια συμφωνία ενοικίασης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έπραξε. Οι ανάλογοι ισχυρισμοί της, όπως προβάλλονται μέσα από τη μαρτυρία της, κινούνται γύρω από την οικονομική διαχείριση των ενοικίων και όχι σε αναφορά με την ύπαρξη της συμφωνίας ενοικίασης και την εξουσία που είχε ο εναγόμενος 2 να την υπογράψει. Εξουσία που, κατά λογική συνέπεια, απέρρεε από εξουσιοδότηση που του είχε δώσει η ενάγουσα, η οποία και είναι μέρος του Τεμκ.
- Προσθέτω ότι στο Τεκμήριο αυτό, που είναι επιστολή ημερ. 11.10.02, επισυνάπτονται και άλλα πληρεξούσια που κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης υπέγραψε η ενάγουσα. Την επιστολή απέστειλε η εναγόμενη 4 προς το δικηγόρο της ενάγουσας, τον οποίο πληροφορεί για την ύπαρξη των εγγράφων αυτών. Αναμενόμενο θα ήταν, ως απόρροια των σχέσεων που πλέον δημιουργήθηκαν και της μακράς αλληλογραφίας που τα δύο μέρη αντάλλασσαν, αν τελούσε υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη των πληρεξουσίων αυτών να αντιδρούσε γραπτώς η ενάγουσα στα όσα το Τεκμ. 26 κατέγραφε. Καμία όμως αντίδραση δεν υπήρξε ως απάντηση στην ύπαρξη των πληρεξουσίων αυτών. Ως πειστική και συνάδουσα με τη λογική των όσων ακολούθησαν, αποδεκτή γίνεται η θέση της ενάγουσας ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη των συμφωνιών ημερ. 26.9.97 και 30.9.
- Το περιεχόμενο των πρακτικών, οι όροι δηλαδή των συμφωνιών και τα αναντίλεκτα γεγονότα που ακολούθησαν, όπως θα τα αναπτύξω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της ανάλογης μαρτυρίας του ΜΥ2, θα αιτιολογήσουν την πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο, οι συνθήκες που οδήγησαν στην παράθεση της μαρτυρίας της εναγόμενης 6 προς στήριξη της υπόθεσης της ενάγουσας και οι προηγούμενες εκ διαμέτρου αντιφατικές της θέσεις, την καθιστούν έκθετη σε απόρριψη. Επεξηγώ: Κεντρικός άξονας των θέσεων της μάρτυρος, προκειμένου να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της προ του Οκτώβρη του 2004 και την τότε ταύτισή της με τα όσα κάλυπτε η συμπεριφορά του εναγόμενου 2, ήταν οι αναφορές της περί της σχέσης απόλυτης εμπιστοσύνης που του είχε, σε σημείο μάλιστα που του υπέγραφε συνεχώς πληρεξούσια, χωρίς καν να τα διαβάζει. Αυτά από μόνα τους αναιρούν άλλο μέρος των βασικών θέσεων της μάρτυρος, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από αναφορές για υπογραφή από τον εναγόμενο 2, εκ μέρους της και εν αγνοία της, πληρεξουσίων. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί να χρειαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο αυτός, εφόσον η μάρτυρας του υπέγραφε χωρίς κανένα ενδοιασμό ή έλεγχο ό,τι έγγραφο της παρουσίαζε; Ακόμη, δεν μπορεί να διαγραφεί, για σκοπούς αξιοπιστίας της μάρτυρος, το γεγονός της προηγούμενης, απόλυτης, ταύτισής της με όσα ο εναγόμενος 2 ισχυριζόταν. Μάλιστα σχετική, ένορκη, δήλωσή της, η οποία είναι μέρος του Τεκμ. 55, καταχωρήθηκε στην ένσταση διάλυσης της εναγομένης 4 στην Αίτηση 232/
- Μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης αυτής δήλωσής της υιοθετούσε πλήρως τους τότε ισχυρισμούς του αδελφού της, οι οποίοι, στα βασικά τους μέρη είναι ταυτόσημοι με τα όσα σήμερα αναιρεί η μάρτυρας. Τέλος, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το όλο φάσμα αξιολόγησης της αξιοπιστίας της το γεγονός ότι η μεταβολή των θέσεών της συνδέεται χρονικά, όπως παρέμεινε αναντίλεκτο, με την έναρξη δικαστικής διαμάχης μεταξύ του συζύγου της και του εναγόμενου 2, η οποία σχέση έχει με μετοχές άλλων, άσχετων με την υπό εξέταση υπόθεση, εταιρειών. Όλα τα πιο πάνω πλήττουν την αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής και καθιστούν αδύνατη την αποδοχή των βασικών για την υπόθεση στοιχείων της. Το επίπεδο αξιοπιστίας των μαρτύρων υπεράσπισης είναι, επίσης, περιορισμένου βεληνεκούς. Επίρρωση στην προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου θα δώσει η αξιολόγηση των βασικών, υπό το φως των επίδικων θεμάτων, θέσεών τους. Η ουσία της μαρτυρίας της μητέρας, ΜΥ1, εναγόμενης 5, αφορούσε την ύπαρξη προηγούμενης συμφωνίας για ανάπτυξη των ακινήτων με εμπλοκή της εναγόμενης 4, το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, καθώς επίσης και τη γνώση της για το χρόνο υπογραφής του πρακτικού ημερ. 26.9.
- Η ύπαρξη συνεννόησης μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας για ανάπτυξη της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Αποδεκτή επίσης γίνεται η θέση της μάρτυρος ότι η εναγόμενη 4 θα αναλάμβανε την όλη προσπάθεια ανάπτυξης των ακινήτων. Αυτό επιβεβαιώνεται από την όλη εμπλοκή του εναγόμενου 2, ως αξιωματούχου της εναγόμενης 4, σε όλες τις φάσεις ολοκλήρωσης του έργου. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ακόμη και το παραδεκτό από την ενάγουσα για την αυθεντικότητα του πληρεξούσιο, Τεκμ. 3, συμπληρώθηκε σε κόλλα της εναγόμενης 4 εταιρείας. Το δε περιεχόμενό του καλύπτει εξουσιοδότηση για «ανάπτυξη» της ακίνητης περιουσίας. Πέραν των πιο πάνω, η ανάλογη θέση της ΜΥ1 για συμφωνία όλης της οικογένειας, όπως η εναγόμενη 4 αναλάβει την ανάπτυξη της υπό αναφοράς οικογενειακής περιουσίας, επιβεβαιώνεται ως φυσική απόρροια αναντίλεκτων δεδομένων: Η εναγόμενη 4 ήταν οικογενειακή εταιρεία, η οποία συστάθηκε προκειμένου να εγγραφεί επ΄ ονόματί της το πισινό οικόπεδο και έχει ως κύριο σκοπό την ανέγερση, συντήρηση, ενοικίαση και διαχείριση ακίνητης περιουσίας (Τεκμ. 37Α). Με δεδομένο αυτό και με περαιτέρω αδιαμφισβήτητο γεγονός τις, τότε, στενές και αγαστές οικογενειακές σχέσεις των διαδίκων και τη μετέπειτα εμπλοκή της εναγόμενης 4 στη διεκπεραίωση και διαχείριση του έργου, φυσιολογικό ήταν να είχε συμφωνηθεί η ανάθεση της όλης ανάπτυξης και διαχείρισης του έργου στην εταιρεία αυτή. Το μέρος όμως της μαρτυρίας της ΜΥ1, το οποίο καλύπτει το σημαντικό για την υπόθεση θέμα της συγκεκριμενοποίησης των όρων της οποιασδήποτε προηγούμενης προφορικής συμφωνίας των μελών της οικογένειας και το πλαίσιο που αυτοί οι όροι καλύπτουν, δεν γίνεται αποδεκτό. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως πιο κάτω, δεν έχει καμιά αμφιβολία πως τα όσα σχετικά κατάθεσε επί του σημείου αυτού η μητέρα, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η αλήθεια του περιεχομένου τους μολύνθηκε από την ταύτισή της με τις θέσεις του γιου της, στην προσπάθειά της να τις ενισχύσει, παρά να καταθέσει την πραγματικότητα και μόνο. Καθότι θεωρούσε τις θυγατέρες της, και ιδίως την ενάγουσα, υπεύθυνες για όλα τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις σχέσεις της οικογένειας και για τον περιορισμό των οικονομικών μέσων που είχε πλέον για συντήρησή της (η μητέρα), συνεπεία των αποτελεσμάτων που είχαν οι ενδοοικογενειακές προστριβές στην οικονομική απόδοση του έργου. Πέραν του πιο πάνω λόγου, ήταν φανερό, σε όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της, ότι η ηλικία της και τα χρόνια που παρήλθαν από την εξέλιξη των γεγονότων, δεν της επέτρεπαν να θυμάται λεπτομέρειες και να αποτυπώνει με ακρίβεια και διαύγεια τις θέσεις της. Ενώ λοιπόν έθετε σε πρώτο στάδιο ότι η προφορική συμφωνία αποτυπώθηκε μετέπειτα, για τυπικούς λόγους, στο πρακτικό ημερ. 26.9.1997, διαφάνηκε στην πορεία της αντεξέτασής της ότι δεν είχε γνώση των συγκεκριμένων όρων που περιλάμβανε το πρακτικό αυτό, ούτε και γνώριζε λεπτομέρειές του. Ό,τι παρέθετε και για το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρη, ήταν η γενική προσέγγισή της ότι η προφορική συμφωνία προέβλεπε πως την ανέγερση και ανάπτυξη του όλου έργου θα αναλάμβανε η εναγόμενη 4, προσθέτοντας στην πορεία της αντεξέτασής της, «με μια μικρή αμοιβή». Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο της μαρτυρίας της μάρτυρος, που καταδυκνείει την αναλήθεια, ή τουλάχιστον τη μη πειστικότητα που περιέβαλλε η μαρτυρία της, στα όσα σχετικά εξετάζονται στο παρόν στάδιο, είναι οι αυτοαναιρούμενες θέσεις της ως προς τον ισχυρισμό της ότι η ίδια έλαβε γνώση και είδε το πρακτικό ημερ. 26.9.97 από τα πρώτα στάδια της σύνταξής του. Αντεξεταζόμενη ως προς αυτό το ζήτημα κατέθετε με ασάφεια ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε γνώση, επιμένοντας μάλιστα ότι το έγγραφο που είδε δεν είχε υπογραφές. Στοιχείο που από μόνο του αφήνει μετέωρη και έκθετη προς απόρριψη την προβληθείσα θέση της. Έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, σχολιάζοντας την όλη παρουσία του εναγόμενου 2 στο εδώλιο του μάρτυρα, ότι αυτή καλυπτόταν από συνεχή αλαζονεία και ειρωνεία. Είναι αχρείαστη η υιοθέτηση από το Δικαστήριο των πιο πάνω χαρακτηρισμών στην πορεία αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ
- Ό,τι έχει σημασία σε αυτό το στάδιο της απόφασης είναι η αξιολόγηση των θέσεών του με βάση το περιεχόμενό τους και η αντιπαραβολή τους με τα υπόλοιπα, ουσιαστικά, στοιχεία της δίκης. Η μαρτυρία του εναγόμενου 2 ήταν εκτεταμένη. Ξεκινούσε από τη χρονική περίοδο της λήψης απόφασης αγοράς του πισινού οικοπέδου και εκτεινόταν μέχρι και το χρόνο ακρόασης της υπόθεσης. Κάλυπτε το όλο φάσμα των οικογενειακών σχέσεων από τα αρχικά, γαλήνια, στάδια μέχρι και την πλήρη ρήξη τους με την ενάγουσα και, ακολούθως, τη διάσταση και τους λόγους που οδήγησαν στη διαφοροποίηση των θέσεων της άλλης αδελφής του, της εναγόμενης
- Κάλυπτε επίσης τις όλες προσπάθειες που κατέβαλε για ανέγερση, ανάπτυξη και διαχείριση του έργου, τα οικονομικά δεδομένα και τα διάφορα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του, για σκοπούς αξιολόγησής της, θα επιχειρήσει το Δικαστήριο να επικεντρωθεί στα ουσιαστικά για την υπόθεση μέρη της, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα επίδικα θέματα, αποφεύγοντας να εμπλακεί σε μια σειρά από επαναλαμβανόμενες θέσεις του μάρτυρα, γύρω από θέματα τα οποία και εκφεύγουν των ορίων της επίδικης διαφοράς και δεν συνδράμουν στην ανίχνευση της αξιοπιστίας του. Δεν χωρεί αμφιβολία, και ως προς το σημείο αυτό γίνονται αποδεκτές οι σχετικές θέσεις του μάρτυρα, ότι την κοινή απόφαση για αξιοποίηση των επίδικων ακίνητων ακολούθησε η ανάθεση στον ίδιο της βασικής ευθύνης να το πράξει. Όπως αποδεκτές γίνονται οι θέσεις του για τις προσπάθειες που κατέβαλε για συντονισμό των σχετικών εργασιών και της εξασφάλισης των απαραίτητων αδειών και χρηματοδοτήσεων. Το γεγονός από μόνο του ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι του παρέδωσαν τουλάχιστον το πληρεξούσιο Τεκμ. 3, επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Άλλωστε, στη μεγάλη τους έκταση τα στοιχεία αυτά αποτελούν ουσιαστικά κοινή συνισταμένη της όλης μαρτυρίας που δόθηκε. Κεντρικός άξονας της μαρτυρίας του ΜΥ2 ήταν οι αναφορές του στα όσα περιέβαλλαν την εξουσιοδότηση και υπογραφή του πρακτικού ημερ. 26.9.97, το πεδίο χρησιμοποίησής του και τη γνώση που είχε για την ύπαρξή του η ενάγουσα. Ήταν βασική θέση του μάρτυρα ότι η συμφωνία που περιέχεται στο πιο πάνω πρακτικό επιβεβαιώνει βασικά την από χρόνια απόλυτη συμφωνία όλων των μελών της οικογένειας ότι την όλη ευθύνη δημιουργίας και μελλοντικής διαχείρισης του Εμπορικού Κέντρου θα είχε η εναγόμενη 4 εταιρεία, η οποία και δημιουργήθηκε το 1985 γι΄ αυτό ακριβώς το σκοπό. Προέκταση της πιο πάνω θέσης του ήταν ότι με γνώμονα αυτά, και κατ΄ εξουσιοδότηση του Τεκμ. 3, ο ίδιος υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας και των υπολοίπων την επίδικη συμφωνία ημερ. 26.9.97, την οποία κοινοποίησε σε όλα τα μέλη της οικογένειας σε μεταγενέστερες οικογενειακές συναντήσεις που είχαν. Στα σημαντικά υπό το πρίσμα των επίδικων θεμάτων αυτά ζητήματα, το ψεύδος ήταν το κυρίαρχο στοιχείο που κάλυπτε τις θέσεις του εναγόμενου
- Ενός ατόμου ιδιαίτερα ευφυούς, που, όπως θα επεξηγηθεί κατωτέρω, με έντεχνες, ανεπίτρεπτες όμως, μεθόδους, στόχευσε στην εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων, εις βάρος, τουλάχιστον, αυτών της ενάγουσας. Τεκμηριώνω: Παρά τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης για ύπαρξη προηγούμενης προφορικής συμφωνίας και την ανάλογη μαρτυρία τόσο της ΜΥ1, όσο και του ίδιου του ΜΥ2, στα πλαίσια της γραπτής κατάθεσής του, απαντώντας ο τελευταίος σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέτασή του, ανάφερε ευθέως ότι υπέγραψε εκ μέρους των υπολοίπων, συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας, το πρακτικό ημερ. 26.9.97, κατ΄ εξουσιοδότηση που του παρασχέθηκε δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμ.
- Τα όρια του Τεκμηρίου αυτού θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο. Προς το παρόν, θα περιοριστώ στο ζήτημα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ΜΥ
- Σειρά δεδομένων και ερωτημάτων που γεννώνται επιμαρτυρούν ότι δεν είναι γνήσιες, ούτε και ειλικρινείς οι εξεταζόμενες θέσεις του μάρτυρα. Αντιθέτως, φανερώνουν δόλια συμπεριφορά και συνεχή προσπάθεια απόκρυψης των ενεργειών του και της ύπαρξης των επίδικων πρακτικών-συμφωνιών. Προκύπτει από αναντίλεκτη μεταξύ των μερών αλληλογραφία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήρια, ότι η ενάγουσα επανειλημμένα, με έντονο και αγωνιώδη τρόπο, αναζητούσε απαντήσεις από τον εναγόμενο 2, ως προς τον αριθμό των πληρεξουσίων που είχε στην κατοχή του, και ιδίως το πεδίο χρησιμοποίησής τους. Ο εναγόμενος 2 γνωστοποίησε κάποια από τα πληρεξούσια αυτά, όπως επίσης και ενημέρωσε για χρησιμοποίησή τους προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη του έργου και ενοικίασή του. Χρήση τους δηλαδή για έκδοση αδειών, υπογραφή συμφωνιών με εργολάβους και άλλους επαγγελματίες, για εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων από τράπεζες και συμφωνιών ενοικίασης. Παρέλειψε όμως να κάμει οποιαδήποτε αναφορά σε χρησιμοποίηση πληρεξουσίου προκειμένου να υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες εκ μέρους της ενάγουσας. Επιχειρώντας σε κάποιο στάδιο να δικαιολογήσει αυτή τη μη ανταπόκρισή του στις επανειλημμένες εκκλήσεις της άλλης πλευράς, έθετε αρχικά ότι ήταν «εκατοντάδες» οι επιστολές που η ενάγουσα του απέστελλε και δεν ήταν δυνατό να ανταποκρίνεται σε όλες και στη συνέχεια πως οι επίδικες συμφωνίες ήταν γνωστές σε αυτή και πάντα στη διάθεσή της, αφού ήταν καταχωρημένες στο βιβλίο πρακτικών της εναγόμενης 4, Τεκμ.
- Οι δικαιολογίες που προβλήθηκαν από το ΜΥ2 δεν πείθουν. Είναι αρκετή εξέταση και μόνο του εύρους των όρων των επίδικων συμφωνιών και των επιπτώσεων που αυτές είχαν στα συμβαλλόμενα μέρη, για να καταδείξει το αστήρικτο των εξεταζόμενων ισχυρισμών του μάρτυρα. Εύκολα εντοπίζεται ότι οι συμφωνίες αυτές δεν καλύπτουν μόνο τα όσα είναι απαραίτητα για την ανέγερση και ανάπτυξη των επίδικων ακινήτων, αλλά και ρυθμίζουν, κατά απόλυτο μάλιστα τρόπο, τα μελλοντικά οικονομικά δεδομένα των συμβαλλόμενων μερών, με αναφορά στη συνεχή διαχείριση του έργου από τις εναγόμενες 4 και 3 εταιρείες αντίστοιχα, στον καθορισμό της αμοιβής τους, αλλά και στη ρύθμιση της εξόφλησης των δανείων και της διανομής του καθαρού εισοδήματος. Με αυτά τα δεδομένα, οι επίδικες συμφωνίες ήταν τέτοιας μορφής και τόσο σημαντικές για τα δικαιώματα της ενάγουσας που λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ο εναγόμενος 2, όταν απαντούσε στις επιστολές της ενάγουσας ως προς το πεδίο χρήσης των πληρεξουσίων, να ανέφερνε πρώτιστα τις συμφωνίες αυτές. Η αναφορά σε «εκατοντάδες» επιστολές δεν συνιστά δικαιολογία. Αφενός ήταν μια υπερβολική θέση, καθότι ήταν πολύ μικρός ο αριθμός τους. Αφετέρου, και πιο σημαντικό, το κορυφαίο ζητούμενο ήταν πάντα η χρήση των πληρεξουσίων. Εδώ ακριβώς επικεντρώνονταν οι αγωνιώδεις αναζητήσεις της ενάγουσας. Απλό θα ήταν, αν δεν υπήρχε κάτι το επιλήψιμο, ο εναγόμενος 2 να απαντούσε δίδοντας πληροφορίες για την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Πολύ περισσότερο, αφού, όπως ήταν η θέση του, ήδη τις γνώριζε η ενάγουσα και ήταν καταχωρημένες στο βιβλίο πρακτικών, Τεκμ.
- Θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης η λογική της αποκάλυψης συγκεκριμένης μόνο χρήσης των πληρεξουσίων, της απόκρυψης των επίδικων συμφωνιών και γιατί δεν ήταν καθόλου τυχαίες οι όλες σχετικές ενέργειες του εναγόμενου
- Αδιαμφισβήτητα στοιχεία καταρρίπτουν τη θέση του ότι η ενάγουσα είχε γνώση των συμφωνιών. Είναι οι ίδιοι οι όροι τους και οι επιπτώσεις που αυτοί ενείχαν στα δικαιώματα της ενάγουσας, αλλά και τα γεγονότα που καλύπτουν την προηγούμενη προφορική συμφωνία των μερών, το χρόνο υπογραφής των πρακτικών και τα όσα ακολούθησαν. Συγκεκριμένα: Είναι αδιαμφισβήτητο ότι όλη η οικογένεια συμφώνησε στην ανάπτυξη των επίδικων ακινήτων. Αποτελεί δε ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 4 θα αναλάμβανε να το πράξει. Εάν λοιπόν το πρακτικό-συμφωνία, ημερ. 26.9.97, περιοριζόταν στα πιο πάνω, τότε η γνωστοποίησή τους στην ενάγουσα δεν θα αναμενόταν να προκαλέσει οποιαδήποτε αντίδραση. Οι όροι του όμως είναι κατά πολύ ευρύτεροι. Παρέχουν ουσιαστικά στην εναγόμενη 4 εταιρεία, στη διοίκηση της οποίας βασική συμμετοχή είχε ο εναγόμενος 2 και καμία η ενάγουσα, την εξουσία όχι μόνο να διαχειρίζεται για πάντα το έργο, αλλά και, ακόμη πιο σημαντικό, να έχει την ευθύνη κατανομής στους συνιδιοκτήτες του καθαρού εισοδήματος που θα προκύπτει από τα ενοίκια κατ΄ αναλογία. Με δεδομένο όμως ότι το μερίδιο συνιδιοκτησίας τελεί υπό αμφισβήτηση, λόγω των διαφορετικών θέσεων ως προς την αξία ξεχωριστά του κάθε όμορου οικοπέδου, αυτό θα οδηγούσε σε αυθαίρετο καθορισμό του από τους διευθυντές της εναγόμενης 4 για σκοπούς κατανομής του καθαρού εισοδήματος. Ο πραγματικός σκοπός υπογραφής των πρακτικών ημερ. 26.9.97 και των μεθοδεύσεων του ΜΥ2 αποκαλύπτεται από τα γεγονότα που ακολούθησαν, καθιστώντας πλέον ξεκάθαρο ότι η απόκρυψη για χρόνια των επίδικων πρακτικών και λογική και αναμενόμενη ήταν. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θέση της Υπεράσπισης, όπως στηρίχθηκε από τη μαρτυρία του ΜΥ2, τέσσερεις μόλις μέρες μετά την υπογραφή του πρακτικού της 26.9.97, υπογράφηκε αυτό της 30.9.97 και ανατέθηκε πλέον η όλη διαχείριση του έργου στην εναγόμενη 3 εταιρεία, η οποία ελέγχεται από τον εναγόμενο
- Προβλέφθηκε μάλιστα περαιτέρω αμοιβή 2.5% «επί του τελικού κατασκευαστικού κόστους του εμπορικού κέντρου» και, περαιτέρω, «ετήσια αμοιβή η οποία θα συμφωνηθεί μεταξύ των δύο εταιρειών» για τις υπηρεσίες διαχείρισης του έργου που θα προσφέρονται από την εναγόμενη
- Γεννάται σειρά ερωτημάτων: Εφόσον τα μέλη της οικογένειας είχαν συνεννοηθεί προφορικά για ανάπτυξη της περιουσίας τους από την εναγόμενη 4 γιατί ενεπλάκη αμέσως μετά η εναγόμενη 3; Γιατί δεν έγινε απευθείας συμφωνία μεταξύ των ιδιοκτητών των δύο τεμαχίων και της εναγόμενης 3; Ήταν λογικό να της γνωστοποιήθηκε και να γνώριζε τη συμφωνία αυτή η ενάγουσα; Δικαιολογώντας ο ΜΥ2 κατάθεσε ότι η εταιρεία του, σε αντίθεση με την εναγόμενη 4, είχε το προσωπικό και τις γνώσεις διεκπεραίωσης των προβλεπόμενων εργασιών ανάπτυξης. Μη πειστική, με όλο το σεβασμό, προσέγγιση. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, αυτό δεν ήταν γνωστό από προηγουμένως; Συνεπώς, ποιος ο λόγος ανάθεσης αρχικά, μόλις τέσσερις μέρες προηγουμένως, στην εναγόμενη 4; Η εξήγηση είναι απλή και επιμαρτυρεί γιατί δεν ήταν και λογικό να είχε γνωστοποιήσει τις συμφωνίες ο ΜΥ
- Γνωρίζοντας ο τελευταίος ότι οι όροι που προβλέπονται στο πρακτικό της 30.9.97 ήταν αδύνατο, λόγω του περιεχομένου τους, να γίνουν αποδεκτοί από τους συνιδιοκτήτες των τεμαχίων, μεθόδευσε αρχικά τη σύσταση του πρακτικού 26.9.97 και στη συνέχεια, στηριζόμενος στη διευθυντική του ιδιότητα στις δύο εταιρείες, στην εξουσία που αυτή του παρείχε και, με τη συνδρομή και εμπλοκή του εναγόμενου 1, προχώρησε στην υπογραφή του πρακτικού 30.9.
- Θα ήταν δε παράλογο να γίνει αποδεκτό ότι η ενάγουσα δεν θα αντιδρούσε, αν λάμβανε γνώση όλων των πιο πάνω και του οικονομικού οφέλους που ο εναγόμενος 2 απεκόμιζε εις βάρος των δικών της συμφερόντων. Όλα τα πιο πάνω ρίχνουν φως στις μεθοδεύσεις του εναγόμενου 2 και καταρρίπτουν τις θέσεις του περί πληροφόρησης της ενάγουσας σχετικά με την υπογραφή των δύο πρακτικών και τους όρους που αυτά περιλάμβαναν. Πέραν των αδιαμφισβήτητων γεγονότων και με βάση τα μέρη της μαρτυρίας που έγιναν αποδεκτά ως αξιόπιστα, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Καταγράφω τα βασικά: Η κοινή απόφαση όλων των μελών της οικογένειας, η οποία είχε τη μορφή προφορικής μεταξύ τους συνεννόησης, αφορούσε μόνο την ανάπτυξη των δύο επίδικων ακινήτων. Ανάπτυξη που περιοριζόταν στη λήψη όλων των σχετικών μέτρων για ανέγερση του έργου, στην εξασφάλιση τραπεζικών χρηματοδοτήσεων και ακολούθως στην ενοικίασή του. Την όλη προσπάθεια συμφωνήθηκε να αναλάβει η εναγόμενη 4 εταιρεία, η οποία συστάθηκε προκειμένου να εγγραφεί επ΄ ονόματί της το πισινό οικόπεδο. Στον εναγόμενο 2, διευθυντή της εναγόμενης 4, ανατέθηκε από τα υπόλοιπα μέρη, και αυτός ανέλαβε, την ευθύνη διεκπεραίωσης του έργου, προωθώντας και συντονίζοντας τις όλες εργασίες και εξασφαλίζοντας όλες τις απαραίτητες άδειες και χρηματοδοτήσεις. Προς το σκοπό αυτό τα υπόλοιπα μέλη, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας, του παρείχαν αριθμό πληρεξουσίων. Ένα από αυτά ήταν και το Τεκμ.
- Τα όσα γενικά περιλάμβαναν η κοινή απόφαση για ανάπτυξη της ακίνητης περιουσίας και οι γραπτές διατάξεις των πληρεξουσίων, ήταν και οι μόνες εξουσίες που του δόθηκαν και με τις οποίες περιβαλλόταν ο εναγόμενος
- Τη δε επίδικη συμφωνία-πρακτικό ημερ. 26.9.97 υπέγραψε παρουσιαζόμενος ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας και επικαλούμενος το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμ. 3, εν αγνοία της, χωρίς τις οδηγίες ή συγκατάθεσή της. Ακολούθησε η υπογραφή του πρακτικού-συμφωνίας της 30.9.97, το οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος 1 ως Σύμβουλος της εναγόμενης 4 και ο εναγόμενος 2 ως Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης
- Τα πιο πάνω πρακτικά και οι όροι των συμφωνιών που περιλάμβαναν ήλθαν σε γνώση της ενάγουσας για πρώτη φορά, το μεν πρώτο το 2003, στα πλαίσια της Αίτησης 232/03, το δεύτερο δε, λίγους μήνες αργότερα, εντός του
- Ζ. Νομική Πλευρά. Στη συνεδρία ημερ. 26.9.97 παρόντες ήταν οι εναγόμενοι 1 και 2 μόνο. Ο εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των υπολοίπων μελών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας. Ό,τι τελικά είναι σημαντικό για την υπόθεση είναι η αναφορά του πως εξουσία αντιπροσώπευσης της ενάγουσας του παρείχε το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμ.
- Από νομικής απόψεως επικαλέστηκε ουσιαστικά ότι από το Γενικό αυτό Πληρεξούσιο Έγγραφο δημιουργήθηκε σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ του και της αδελφής του. Το ερώτημα που εγείρεται στην υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος 2 είχε ή όχι την εξουσία και εξουσιοδότηση, με βάση το Τεκμ. 3, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται πλέον, να προβεί στις πράξεις που αυτό καθορίζει. Τέτοια εξουσία αναμφίβολα είχε. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη του, η υπογραφή δηλαδή εκ μέρους της ενάγουσας του επίδικου πρακτικού ημερ. 26.9.97, ήταν νομικά βάσιμη, έχοντας υπόψη την έκταση της σχέσης αντιπροσωπείας την οποία κάλυπτε το Τεκμ. 3 ή ξεφεύγει των ορίων του πληρεξουσίου και/ή των οποιωνδήποτε εντολών της ενάγουσας, όπως είναι και η δικογραφημένη της θέση (παράγρ. 43 της έκθεσης απαίτησης). Κατ΄ ακολουθία του Τεκμ. 3, η ενάγουσα κατέστησε τον αδελφό της, εναγόμενο 2, αντιπρόσωπό της, στη διενέργεια των πράξεων, το εύρος των οποίων καθορίζεται από το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο. Ως αποτέλεσμα δε, η ίδια κατέστη πρόσωπο αντιπροσωπευόμενο. Η σχέση αντιπροσωπείας που δημιουργήθηκε εμπίπτει στα πλαίσια του Κεφ. ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (Ο Νόμος) και διέπεται νομικά από τις προβλεπόμενες παραμέτρους των διατάξεων που καλύπτουν αυτό το μέρος του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση παραχωρήθηκε ρητή, γραπτή, πληρεξουσιότητα. Όπως ξεκάθαρα τονίζεται στα άρθρα 171, 172, 173 και 174 του Νόμου, ο αντιπρόσωπος πρέπει να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευομένου, σύμφωνα με τις οδηγίες του δεύτερου, με δεξιότητα και επιμέλεια. Υποχρεούται δε να υποβάλλει στον αντιπροσωπευόμενο, εφόσον κληθεί, κατάλληλους λογαριασμούς, καθώς επίσης να επικοινωνεί με αυτόν και να λαμβάνει, ακόμη και σε δυσχερείς περιστάσεις, τις εντολές του. Υποχρέωση του αντιπροσωπευομένου με βάση τα άρθρα 182 και 183, είναι να καλύψει τον αντιπρόσωπο για τις συνέπειες όλων των νομίμων πράξεών του οι οποίες τελούνται από αυτόν κατά την άσκηση της πληρεξουσιότητας που του παραχωρήθηκε. Κατ΄ ακολουθία δε του άρθρου 187, στις περιπτώσεις ύπαρξης σύμβασης με τρίτο πρόσωπο και όπου ο αντιπρόσωπος ενεργήσει καθ΄ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε, τότε, εφόσον μπορεί να γίνει διαχωρισμός, μόνο το μέρος το οποίο εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας είναι δεσμευτικό καθόσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου. Γενικά, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είναι σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position), έναντι του αντιπροσωπευομένου, και ως εκ τούτου υπέχει καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας προς αυτόν, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου και όχι τα δικά του, ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Επανερχόμενος στη σχέση αντιπροσωπείας που δημιουργήθηκε στην παρούσα αντιδικία, επιβεβλημένο είναι να εξεταστεί το περιεχόμενο και η έκταση που το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμ. 3, καλύπτει. Αναντίλεκτα προκύπτει από το λεκτικό του ότι παρέχεται στον εναγόμενο 2 η εξουσιοδότηση υπογραφής οποιουδήποτε εγγράφου, σε σχέση όμως και στην έκταση που αυτό θα αφορά «την ανάπτυξη που προτιθέμεθα να ανεγείρουμε εις το οικόπεδό μας αρ. τεμαχίου 949 και 667». Αυτά ήταν και τα ακραία όρια εξουσίας που είχε ο εναγόμενος 2 με βάση τη σχέση αντιπροσωπείας που δημιουργήθηκε μεταξύ του και της ενάγουσας-αδελφής του. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄ αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ 630, Θάλεια Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 407, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 168, Σολωμός Οικονόμου κ.α. ν. Γεώργιου Α. Ττοφίνη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 436, Λαζούρας ν. Σκυλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ 168). Η γραμματική ερμηνεία του Τεκμ. 3 καταδεικνύει ότι το περιεχόμενό του είναι σαφές και δεν υπεισέρχεται στοιχείο αμφισβήτησης ως προς το σκοπό που συνομολογήθηκε. Στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο διατυπώθηκε αυτό που η αντιπροσωπευόμενη-ενάγουσα εννοούσε και καθορίζεται η έκταση των εξουσιών που παρέχονταν στον εναγόμενο
- Εκφράζονται δε με λέξεις οι οποίες πρέπει να ερμηνευθούν όπως διατυπώνονται. Παρέχεται μόνο η εξουσιοδότηση υπογραφής οποιουδήποτε εγγράφου σε σχέση με την ανάπτυξη «που προτιθέμεθα να ανεγείρουμε εις το οικόπεδό μας.». Συνεπώς, το σύνολο των πράξεων του εναγόμενου 2 οι οποίες αφορούσαν υπογραφή όλων των σχετικών για έκδοση αδειών από τις αρμόδιες αρχές, υπογραφή συμφωνιών με εργολάβους και άλλους επαγγελματίες για την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος και σύναψη συμφωνιών για εξασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης, ενέπιπταν στα όρια των εξουσιών που το Τεκμ. 3 του παρείχε. Το σαφές δε περιεχόμενο του πληρεξουσίου αυτού εγγράφου, όπως διατυπώνεται πιο πάνω, το γνώριζε αναμφίβολα και η ενάγουσα. Καθότι, όπως ήδη εξήγησα σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης, η ίδια η ανέγερση των οικοδομών με ό,τι αυτό χρειάζεται για να λάβει σάρκα και οστά, στην απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής ανάμειξης της ενάγουσας, επιβεβαιώνει την εκ μέρους της δοθείσα έκταση των εξουσιών, με τις οποίες και περιέβαλε τον εναγόμενο
- Τίποτα άλλο όμως, πέραν των πιο πάνω, δεν είχε εξουσία να πράξει ο εναγόμενος 2 ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Και ακριβώς στο σημείο αυτό εντοπίζεται το δικαιολογημένο των αξιώσεων της πλευράς της ενάγουσας. Θα επανέλθω, αφού παρεμβάλω και καλύψω τις ακόλουθες περιπτώσεις. Είναι γνωστή στο δίκαιο των συμβάσεων η ύπαρξη ρητής προφορικής πληρεξουσιότητας, άρθρα 146 και 147 του Νόμου, καθώς επίσης και σιωπηρής. Αναγνωρίζεται δε ρητά από το άρθρο 146 του Νόμου η δυνατότητα δημιουργίας τέτοιας. Κατ΄ ακολουθία δε του άρθρου 147, καθορίζεται και θεωρείται ως σιωπηρή η πληρεξουσιότητα όταν αυτή συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Ως περιστατικά δε, δύνανται να θεωρηθούν, με βάση το πιο πάνω άρθρο, «οτιδήποτε το οποίο έχει λεχθεί ή γραφτεί ή η συνήθης πορεία των συναλλαγών». Είναι επίσης γνωστή αρχή του μέρους του δικαίου των συμβάσεων που καλύπτει την αντιπροσωπεία, η οποία και κωδικοποιείται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 148 του Νόμου, ότι η έκταση της πληρεξουσιότητας προς τέλεση πράξης περιέχει και πληρεξουσιότητα προς τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για την τέλεση της πράξης αυτής. Προς ολοκλήρωση της νομικής πλευράς σε σχέση με αυτό το σημείο, και προτού επανέλθω στα γεγονότα της υπόθεσης, προσθέτω ότι είναι επιτρεπτή η πρόσληψη υποκατάστατου αντιπρόσωπου όταν, μεταξύ άλλων, επιβάλλεται από τη φύση της αντιπροσωπείας. Σχετικό είναι το άρθρο 150 του Νόμου. ΄Ηταν εύρημα του Δικαστηρίου, στηριζόμενο στις κοινές θέσεις των διαδίκων, ότι σε προγενέστερο στάδιο είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους στην ανάπτυξη των δύο επίδικων ακινήτων με τη λήψη όλων των απαραίτητων ενεργειών και μέσω τραπεζικών χρηματοδοτήσεων. Έγινε επίσης αποδεκτή η σχετική μαρτυρία, και ανάλογο ήταν το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι την όλη προσπάθεια ανάπτυξης συμφωνήθηκε να αναλάβει η εναγόμενη 4 οικογενειακή εταιρεία. Τα πιο πάνω δεν διαφοροποιούν το όλο ζήτημα. Τα όσα προηγήθηκαν, έστω κι αν οδηγούσαν σε θεμελίωση οποιασδήποτε ρητής προφορικής ή σιωπηρής πληρεξουσιότητας, ή έστω κι αν υπήρχε ανάγκη ανάθεσης σε υποκατατάστατο αντιπρόσωπο λόγω της φύσης των εργασιών, δεν νομιμοποιούσαν τη διενέργεια πράξεων πέραν των όσων κάλυπταν την ανάπτυξη των ακινήτων, οι οποίες και αποτελούσαν τα όρια των όποιων προηγούμενων συνεννοήσεων. Ούτε θα μπορούσε βάσιμα να στηριχθεί ισχυρισμός πως για την ανάπτυξη αυτή αναγκαία ήταν η τέλεση πράξεων πέραν των όσων έχουν καθοριστεί πιο πάνω, κατά την ανάλυση της ερμηνείας του όρου αυτού του Τεκμ.
- Το γεγονός ότι η ενάγουσα παρακολουθούσε για σειρά ετών την ανέγερση και συμπλήρωση του έργου, καθώς επίσης και η γνώση της για την ενοικίαση των καταστημάτων, δεν συνιστούν παράγοντες ικανούς να της αποστερήσουν την επιδιωκόμενη θεραπεία. Η τέλεση πράξεων για λογαριασμό άλλου προσώπου, χωρίς τη γνώση ή πληρεξουσιότητά του, μπορεί να οδηγήσει σε, μετέπειτα, έγκρισή τους, με αποτέλεσμα να επιφέρουν αυτές τις ίδιες συνέπειες ωσάν να ετελούντο δυνάμει πληρεξουσιότητας. Με τη βασική όμως προϋπόθεση ότι η έγκριση δεν καλύπτεται από «ουσιωδώς ατελή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης», άρθρα 156 και 158 του Νόμου. Η έγκριση είναι δυνατό να συνάγεται από τη συμπεριφορά του προσώπου, για λογαριασμό του οποίου τελέστηκε η πράξη, όπως προνοείται από το άρθρο 157 του Νόμου. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα γνώριζε τα όσα είχαν σχέση με την ανάπτυξη των ακινήτων, την ανέγερση δηλαδή των οικοδομών και την ενοικίαση των χώρων. Ήταν ουσιαστικά αυτά και τα οποία κάλυπταν και τα πληρεξούσια έγγραφα, Τεκμ. 3 και μέρος του Τεκμ.
- Καμία όμως γνώση είχε ως προς τους όρους των επίδικων πρακτικών, όροι οι οποίοι, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης, ήταν ουσιώδεις για τα δικαιώματά της και οι οποίοι δεν καλύπτονταν από το νοηματικό περιεχόμενο των όσων στο επίδικο πληρεξούσιο, Τεκμ. 3, καταγράφονται. Πλήρη γνώση των γεγονότων, ως ήταν εύρημα του Δικαστηρίου, έλαβε η ενάγουσα τα έτη 2003 και 2004, οπόταν και καταχώρησε σειρά σχετικών αγωγών. Το γεγονός λοιπόν αυτό, η ουσιαστική δηλαδή ατελής γνώση, δεν παρέχει πεδίο θεμελίωσης οποιασδήποτε θέσης περί εκ των υστέρων έγκρισης, η οποία να συνάγεται από τη συμπεριφορά της ενάγουσας-αντιπροσωπευομένης. Επανερχόμενος, κάτω από οποιεσδήποτε λοιπόν συνθήκες, δεν είχε δοθεί από την ενάγουσα οποιασδήποτε μορφής πληρεξουσιότητα που να καλύπτει τα όσα τα επίδικα πρακτικά προβλέπουν, στην έκταση που αυτά συμπεριλαμβάνουν συμφωνίες μεταξύ συνιδιοκτητών των ομόρων κτημάτων, οι οποίες διέπουν τις μελλοντικές τους οικονομικές σχέσεις που περιστρέφονται γύρω από κατανομή εσόδων και εξόδων, προμηθειών κλπ. Ως εκ τούτου, οι ανάλογες πράξεις δεν ήταν δεσμευτικές έναντι της ενάγουσας. Τα νομικά πρόσωπα ενεργούν και δεσμεύονται μέσω των αξιωματούχων τους. Ο καταλυτικός ρόλος τον οποίο διαδραμάτισε ο εναγόμενος 2 στο όλο φάσμα των γεγονότων που καλύπτουν την υπό εκδίκαση υπόθεση, και δη στις συνθήκες που περιβάλλουν την κατάρτιση και υπογραφή των επίδικων πρακτικών-συμφωνιών, καθώς επίσης και η θέση εξουσίας που κατείχε τόσο στην εναγόμενη 4, και πολύ περισσότερο στην εναγόμενη 3, η οποία ουσιαστικά του ανήκει, καθιστούν πρόδηλο ότι και οι δύο εταιρείες δεν ήταν καλόπιστοι τρίτοι στις εξεταζόμενες συναλλαγές. Το πρόδηλο της κακοπιστίας με την οποία ενεργούσαν οι εναγόμενοι 1 και 2, διευθύνοντες σύμβουλοι των εναγόμενων 3 και 4, έχει τεκμηριωθεί μέσα από τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Το Τεκμ. 3 δεν παρείχε τις εξουσίες στον εναγόμενο 2 να ενεργήσει ως έπραξε, γεγονός που γνώριζαν τόσο αυτός όσο και ο εναγόμενος 1, δεδομένου του ξεκάθαρου περιεχομένου του. Παρά δε το ότι ήταν καθήκον του - καθήκον το οποίο καθίστατο επιτακτικότερο λόγω του αναπόφευκτου επηρεασμού των συμφερόντων της αντιπροσωπευομένης - ο εναγόμενος 2 δεν έλαβε ανάλογες οδηγίες από την ενάγουσα σε σχέση με την υπογραφή των όσων περιλαμβάνουν τα πρακτικά ημερ. 26.9.
- Εύκολο ήταν να το πράξει αφού η μεταξύ τους επικοινωνία δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα, τη δε προηγούμενη, 25.9.97, είχε λάβει πληρεξούσιο έγγραφο, για το θέμα της ενοικίασης που προαναφέρθηκε, από την αδελφή του. Αντί αυτού προχώρησε, γνωρίζοντας την έλλειψη σχετικής εξουσίας, στην υπογραφή εκ μέρους της ενάγουσας του πρακτικού ημερ. 26.9.
- Λίγο αργότερα δε, στην όλη κακοπιστία εμπλέκεται και η εναγόμενη 3, την οποία εκπροσωπούσε ο εναγόμενος 2, με την υπογραφή του πρακτικού ημερ. 30.9.97, με έκδηλο στόχο την αποκόμιση οφέλους εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας. Με τη συμφωνία της 30.9.97 η εναγόμενη 4 ουσιαστικά εκχώρησε στην εναγόμενη 3 τα όσα καλύπτονται από τη συμφωνία της 26.9.
- Συνεπώς, η τελευταία συνιστούσε το υπόβαθρο αυτής της 30.9.
- Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν έδωσε ποτέ την εξουσία στον εναγόμενο 2 να ενεργήσει πέραν των όσων αφορούσαν την ανάπτυξη και μόνο των ακινήτων, και κατ΄ ακολουθία δεν τον εξουσιοδότησε στην υπογραφή συμφωνίας της εμβέλειας αυτής της 26.9.97, αναπόδραστα εκθεμελιώνει και το υπόβαθρο στήριξης της ισχυριζόμενης συμφωνίας ημερ. 30.9.
- Η θέση δε του ευπαίδευτου συνήγορου για τους εναγόμενους ότι η ενάγουσα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην τελευταία αυτή συμφωνία και ότι δεν νομιμοποιείται υπό την ιδιότητά της ως μετόχου της εναγομένης 4 και μόνο να την αμφισβητεί, παραβλέπει το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι και συνιδιοκτήτρια προσωπικά του μπροστινού οικοπέδου, πέραν της μετοχικής της συμμετοχής στην εναγόμενη 4, ιδιοκτήτριας του πισινού. Συνεπώς, ο επηρεασμός των προσωπικών της δικαιωμάτων, σε συνάρτηση με την εμπλοκή και κακοπιστία των προαναφερθέντων εναγομένων, σε σχέση με τα όσα περιέβαλλαν τις συνθήκες υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, παρέχει το δικαίωμα και το βάθρο στήριξης επιτυχούς κατάληξης των αξιώσεων της για ακύρωση των επίδικων συμφωνιών. Η. Αποζημιώσεις. Στην οπισθογράφηση της απαίτησής της η ενάγουσα, πέραν της αξίωσης για ακύρωση των επίδικων συμφωνιών, προβάλλει αξίωση και για γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις. Αντί αυτού, στο σώμα της έκθεσης απαίτησής της, διεκδικεί, μέσα από τα αναφερόμενα στην παράγρ. 63 «δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι δικαιούται να αποζημιωθεί ή ότι η εναγόμενη 4 δικαιούται να αποζημιωθεί για τυχόν παράνομη υλοποίηση των επίδικων συμφωνιών/πρακτικών». Επιφυλάττει δε πλήρως τα δικαιώματά της για καθορισμό της ζημιάς με ξεχωριστή αγωγή. Ο γνωστός κανόνας του δεδικασμένου και η ανάγκη εφαρμογής του, επεξηγούνται, με αναφορά σε όλες τις σημαντικές διαχρονικά επί του θέματος αποφάσεις, από τον Ηλιάδη, Δ. στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ανδριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους, Πολ. Έφ. 39/2007, ημερ. 19.12.
- Ο πιο πάνω κανόνας εδράζεται σε δύο αρχές: Του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή δε της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσιδικία της απόφασης, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Ως θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. (K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309). Προς αποφυγή καταχώρησης πλειάδας αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί κατά τρόπο που να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει στα δικόγραφά του μετά από λογική έρευνα. Παράλειψή του να το πράξει του αποστερεί το δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής. Ο κανόνας εφαρμόζεται όχι μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα το οποίο ήταν στενά συνυφασμένο με τη διαδικασία αυτή και που οι διάδικοι, με λογική προσοχή, θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Η νομολογιακή προσέγγιση στην υπόθεση Σοφίας Κλεόπα v. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 ΑΑΔ 58, είναι απόλυτα σχετική με το εξεταζόμενο στην υπό κρίση περίπτωση ζήτημα. Η ενάγουσα, στην υπόθεση Κλεόπα, αρχικά καταχώρησε αγωγή για αποζημιώσεις σε σχέση με τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημά της σε τροχαίο ατύχημα. Αφού εκδόθηκε προς όφελός της απόφαση για Λ.Κ.1.900, καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον του ιδίου εναγόμενου, ζητώντας αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που είχε υποστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στηριζόμενο σε σειρά προηγούμενων αποφάσεων, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής, με ίδιους διάδικους και ταυτόσημη βάση με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι η πλευρά της ενάγουσας στην πιο πάνω υπόθεση εισηγήθηκε, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η έλλειψη ιατρικών πιστοποιητικών κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής για τις ζημιές στο όχημα, συνιστούσε εξαιρετική περίσταση, η οποία δικαιολογούσε παράκαμψη του δεδικασμένου. Επανερχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση, παρατηρώ το αυτονόητο: Η πτυχή της αποζημίωσης μπορούσε και πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνήγορου της ενάγουσας να διαφοροποιήσει το όλο ζήτημα, στερείται βάσης. Όχι μόνο δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αδυναμία προβολής της συγκεκριμένης αξίωσης, αλλά, αντιθέτως, το όλο ζήτημα των οποιωνδήποτε ζημιών, μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης, είχε πλέον αποκρυσταλλωθεί. Εκ του περισσού δε αναφέρω ότι η πλευρά της ενάγουσας απέτυχε - για να ακριβολογήσω δεν επιχείρησε καν, με βάση τη γραμμή πλεύσης της ως προς αυτό το ζήτημα - να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία προς απόδειξη ζημιών, στα όρια που οι σχετικές αρχές καλύπτουν. Θ. Κατάληξη. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω, εκδίδονται διατάγματα ακύρωσης των επίδικων συμφωνιών ημερ. 26.9.1997 και 30.9.1997. Οι αξιώσεις σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων απορρίπτονται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1-5. Σε σχέση με την εναγόμενη 6 καμία διαταγή ως προς τα έξοδα, δεδομένου ότι με τη δήλωση ημερ. 18.1.2008 η πλευρά της ενάγουσας δεν τα διεκδικεί. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο