← Κύπρος

Ανδρέα Αντωνίου ν. ERE Electrical Refrigeration Engineering Co. Limited, Αρ. Αγωγής: 4450/06, 8 Σεπτεμβρίου, 2009

Ανδρέα Αντωνίου ν. ERE Electrical Refrigeration Engineering Co. Limited, Αρ. Αγωγής: 4450/06, 8 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4450/06 Μεταξύ: Ανδρέα Αντωνίου Ενάγοντα και E.R.E. Electrical & Refrigeration Engineering Co. Limited Εναγομένης 8 Σεπτεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Δ. Χ'Νέστωρος με κα Ε. Μιχαήλ. Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Μ. Μιχαήλ για Γ. Κολοκασίδη. _____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων με αγωγή που κατέθεσε στις 5/7/06 αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας το ποσό των ΛΚ60.480 με τόκο 8% από 23/8/97 μέχρι εξόφλησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων από το 1990 - το 2005 ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης Εταιρείας και «εργάζετο επί τακτικής και ημερήσιας βάσης υπερωρίες οι οποίες παρά τις υποσχέσεις της Εναγομένης για πληρωμή, δυστυχώς μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες». Σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης (παρατίθενται αυτολεξεί οι παράγραφοι 4 και 5): «
  2. Κατά ή περί την 23.2.2006 κατόπιν συμφωνίας και μετά από υπολογισμό όλου του οφειλομένου ποσού από υπερωρίες που η Εναγομένη όφειλε προς τον Ενάγοντα μέχρι εκείνη την ημερομηνία, ανήρχετο σε Λ.Κ.60480,00 με γραπτή δε βεβαίωση και/ή σημείωμα της η Εναγόμενη βεβαίωνε τον Ενάγοντα και / ή έκανε αποδεχτό και ή παραδεκτό, ότι όφειλε το εν λόγω ποσό προς τον Ενάγοντα.
  3. Ο υπολογισμός του πιο πάνω ποσού προέκυψε αφού λήφθηκαν υπόψη τα

(15)συνεχόμενα προηγούμενα χρόνια εργοδότησης του Ενάγοντα επί 12 μήνες επί 4,2 εβδομάδες μηνιαίως επί 16 ώρες εβδομαδιαίως επί Λ.Κ.5,00 την ώρα ήτοι 15Χ 12Χ4,2Χ16ΧΛ,Κ.5=Λ.Κ. 60480,
  1. Περαιτέρω λεπτομέρειες και/ή παρουσίαση της γραπτής βεβαίωσης και/ή αποδοχής της Εναγομένης περί της ορθότητας του ποσού αυτού, ο Ενάγων επιφυλάσσεται να αναφέρει και ή παρουσιάσει κατά την δικάσιμο εφόσον κριθεί σκόπιμο και ή αναγκαίο και ή του ζητηθεί.» Να αναφέρω εδώ πως πριν από την ακρόαση της αγωγής είχε προηγηθεί η ακρόαση αίτησης που είχε καταχωρίσει ο Ενάγων για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη Εταιρεία να πωλήσει, μεταβιβάσει κλπ συγκεκριμένο ακίνητο δικής της ιδιοκτησίας. Μετά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, αδελφός Δικαστής έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αυτής, αφού το θέμα, ως ανέφερε, ενέπιπτε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Κατ΄ επέκταση απέρριψε την αίτηση. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε και το Εφετείο στις 21/1/2007 εξέδωσε την απόφαση του με την οποία παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση αφού έκρινε ότι «από τη στιγμή που η εργατική διαφορά, για την οποία αρμόδιο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετατράπηκε σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, αρμόδιο ήταν πια το Επαρχιακό Δικαστήριο». Τα πιο πάνω λέχθηκαν αφού είχαν προηγηθεί τα ακόλουθα σχόλια από το Εφετείο: «Με την εκκαλούμενη απόφαση το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση γιατί, καθώς έκρινε, με βάση τον περί Ετησίων Αδειών Με' Απολαβών Νόμο του 1967, (Ν. 8/67όπως τροποποιήθηκε, ιδιαίτερα με τον Ν. 79(Ι)/06), αρμόδιο δικαστήριο για την υπόθεση ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το σκεπτικό περιέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα όπου το τεκμήριο 2, στο οποίο γίνεται αναφορά, είναι το έγγραφο το οποίο, κατά τον αιτητή, αποτύπωνε ή επιμαρτυρούσε τη συμφωνία: ..». Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου, ακολούθησε η εκ νέου εκδίκαση της αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, και η εκδίκαση άλλης αίτησης. Το αποτέλεσμα των πιο πάνω αιτήσεων δεν ενδιαφέρει. Μελετώντας προσεκτικά την Έκθεση Απαίτησης δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι προκύπτει από αυτή αγώγιμο δικαίωμα και αυτό αφορά κυρίως σε ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για καταβολή πληρωμής συγκεκριμένου ποσού για παρασχεθείσες υπηρεσίες (υπερωρίες). Θεωρώ πως είναι πάνω σε αυτή τη βάση που αποφάσισε το Εφετείο να παραμερίσει την Ενδιάμεση Απόφαση του αδελφού Δικαστή, και τα όσα περί αντιθέτου υποστήριξε ο κ. Μιχαήλ στο στάδιο των αγορεύσεων δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Η Εναγόμενη Εταιρεία καταχώρισε στις 12/11/2008 το δικόγραφο της. Η απόδειξη της Ανταπαίτησης που υπάρχει σε αυτό δεν θα μας απασχολήσει αφού αυτή αποσύρθηκε στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Σε σχέση με το έγγραφο ημερομηνίας 23/2/2005 αναφέρει τα ακόλουθα στο δικόγραφό της (παρατίθενται αυτολεξεί): «iv. Η πραγματικότητα είναι ότι η κατ' ισχυρισμό συμφωνία ημερ. 23.2.2005 την οποία επικαλείται ο Ενάγοντας δεν ήτο παρά υπολογισμός μεταξύ των ως άνω αναφερόμενων υπαλλήλων, δηλαδή του Ενάγοντα και του κου Κωνσταντινίδη, των δεδουλευμένων υπερωριών και/ή συνεισφορά τους και/ή συνεισφορά στο ενεργητικό των Εναγομένων, ως υπάλληλοι πρωτίστως των Εναγομένων και κατά δεύτερο ως μέτοχοι, αλλά πάντοτε υπό τον όρο ότι θα ετίθεντο και/ή εγκρίνονταν από τους Εναγόμενους. v. Ουδέποτε συμφώνησε και ούτε πέργαψε η Εναγόμενη εταιρεία με τον ενάγοντα διά οιαδήποτε οφειλή. Το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ο Ενάγοντας ως δήθεν συμφωνία είναι υπολογισμός μεταξύ του κου Μάριου Κωνσταντινίδη και του Ενάγοντα ως υπάλληλοι πρωτίστως και μετόχοι διά δεδουλευμένες υπερωρίες και/ή συνεισφορά τους και/ή συνεισφορά στο ενεργητικό των Εναγομένων, το οποίο αφού υπέγραψαν, φωτοτύπησαν σε δύο αντίγραφα και ακολούθως υπέγραψαν ο κάθε ένας στο έγγραφο του άλλου διά να υπάρχει γνήσια υπογραφή.» ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Ενάγων κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω: «Ο κατωτέρω υπογεγραμμένος Ανδρέας Αντωνίου από τη Λευκωσία επιθυμώ να καταθέσω και δηλώσω τα ακόλουθα: Είμαι υδραυλικός στο επάγγελμα. Μπορώ όμως να κάμνω και άλλες δουλειές στις οικοδομές. Εργάστηκα στην Εναγόμενη Εταιρεία μέχρι τον Αύγουστο του 2005 και από τον Σεπτέμβριο του 2005 εργαζόμουν σε άλλη εταιρεία που είναι συνδεδεμένη με τη Εναγόμενη εταιρεία μετά που με παρεχώρησαν κατόπιν συμφωνίας οι Εναγόμενοι. Η εταιρεία αυτή είναι στο Κατάρ και ονομάζεται ELECTRICAL REFRIGERATION ENGINEERING (ERE) WLL , καταθέτω σχετικό Τεκμήριο
  2. από την οποίαν σταμάτησα στις 16/10/
  3. Σε όλη την διάρκεια της εργοδότησης μου με την Εναγόμενη Εταιρεία εργαζόμουν υπερωρίες, τις οποίες παρ'όλο που τις ζητούσα και μου υπόσχονταν να τις πληρώσουν, δεν το έκαμναν γιατί η Εναγόμενη Εταιρεία, όπως μου έλεγαν, είχε ζημιές. Το θέμα των συσσωρευμένων υπερωριών που μου όφειλε η Εναγόμενη Εταιρεία διευθετήθηκε τελικά με συμφωνία μεταξύ μου και του Μάριου Κωνσταντινίδη, διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας στις 23/02/
  4. Η αμοιβή μου από τις οφειλόμενες υπερωρίες υπολογίστηκε σε £60.480.- ή το αντίστοιχο σε €103.336.- Το πιο πάνω ποσό των £60.480.- το υπολογίσαμε αφού συμφωνήθηκε ο πιο κάτω τρόπος υπολογισμού των υπερωριών με τον Μάριο Κωνσταντινίδη, διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας. Έτσι λήφθηκαν υπ'όψη 15 χρόνια από την συνεχή εργοδότηση μου, επί 12 μήνες, επί 4,2 εβδομάδες μηνιαίως, επί 16 ώρες εβδομαδιαίως, επί £5,00.- την ώρα δηλ. 15 Χ 12 Χ 4,2 Χ 16 Χ £5,00.- =£ 60.480.- ή €103.336.-. Μετά που συμφωνήσαμε τα πιο πάνω, προς απόδειξη και/ή βεβαίωση της συμφωνίας που έγινε, υπογράψαμε έγγραφο με ημερομηνία 23/02/2005 με το οποίο η Εναγόμενη Εταιρεία μέσω του διευθυντή της και κύριου μετόχου αποδέχθηκε και/ή βεβαίωσε και/ή παραδέχθηκε τον λογαριασμό και/ή αναγνώρισε την ορθότητα του συγκεκριμένου ποσού και/ή της οφειλής. Το έγγραφο το παρουσιάζω ως Τεκμήριο 2 .Το πρωτότυπο όπως μου είπαν οι δικηγόροι μου ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Την βεβαίωση, Τεκμ. 2, την έγραψε ιδιοχείρως ο Μάριος Κωνσταντινίδης. Εγώ δεν τέλειωσα ούτε το δημοτικό, πήγα μέχρι την Πέμπτη τάξη. Τόσον κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας όσο και κατά την υπογραφή του επίδικου εγγράφου ημερομηνίας 23/02/2005 ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης Εταιρείας ο Μάριος Κωνσταντινίδης ο οποίος και έβαλε πάνω στο έγγραφο που πήρα εγώ και την σφραγίδα της (τεκμ. 2). Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μάριος Κωνσταντινίδης κατά τους ουσιώδεις χρόνους είχε την ιδιότητα του διευθυντή, γραμματέα και κύριου μετόχου της Εναγομένης Εταιρείας με ποσοστό μέτοχων 55% στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Η γυναίκα του είχε άλλο 10% του μετοχικού κεφαλαίου. Παραπέρα θέλω με την κατάθεση μου αυτή να δηλώσω ότι έπεσα θύμα εκμετάλλευσης της Εναγομένης Εταιρείας. Η μοναδική ακίνητη περιουσία μου που αποτελείται από ένα διαμέρισμα στην Παλλουριώτισσα το οποίο είναι και η οικογενειακή μας στέγη και το οποίο προόριζα για την ελεύθερη κόρη μου , καθώς και ένα κληρονομικό μου χωράφι στους Αγίους Τριμιθιάς, έχουν υποθηκευθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με τις υποθήκες Υ3968/91 για Λ.Κ. 10.000.- και Υ 6839/95 για άλλες Λ.Κ. 10.000.- αντίστοιχα ως μέρος εξασφαλίσεων τραπεζικών διευκολύνσεων της Εναγομένης Εταιρείας στην Λαϊκή Τράπεζα. Είμαι και προσωπικά εγγυητής της Εναγόμενης Εταιρείας στη Λαϊκή Τράπεζα για μεγαλύτερα ποσά. Ουδέποτε από της ίδρυσης της Εναγόμενης Εταιρείας πήρα οποιοδήποτε μέρισμα ως μέτοχος ή είχα οποιοδήποτε άλλο όφελος. Αντίθετα την ιδιότητα μου αυτή εκμεταλλεύτηκε η Εναγόμενη Εταιρεία και ο διευθυντής της Μάριος Κωνσταντινίδης που με έπεισαν να υποθηκεύσω την περιουσία μου και να την εγγυηθώ προσωπικά για χιλιάδες λίρες. Ουδέποτε είδα λογαριασμούς της Εναγόμενης Εταιρείας ή παρουσιάσθηκαν σε μένα κέρδη . Αντίθετα όταν ζητούσα ενημέρωση και ή μέρισμα, μου αναφαίρετο ότι πάντα η Εναγόμενη Εταιρεία έχει ζημιά. Περιττό να τονίσω ότι ουδέποτε υπήρξα Διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας ή είχα λόγο στις αποφάσεις της. Δεν γνώριζα τι γινόταν στην Εταιρεία. Υπήρξα ένας ευσυνείδητος τεχνίτης-εργάτης. Την αφέλεια μου δε, δυστυχώς, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο η Εναγόμενη Εταιρεία. Διάβασα την υπεράσπιση της Εναγομένης Εταιρείας και απορρίπτω κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της ότι τάχα η συμφωνία και το έγγραφο ημερομηνίας 23/02/2005 έγινε μεταξύ μου και του κ. Μάριου Κωνσταντινίδη ως υπάλληλοι και/ή μέτοχοι και/ή ότι το συμφωνημένο και παραδεκτό ποσό αποτελεί συνεισφορά και/ή συνεισφορά στο ενεργητικό της Εναγομένης Εταιρείας και/η ότι συμφωνήθηκε οποιοσδήποτε όρος ότι η συμφωνία και το έγγραφο θα εγκρίνονταν από την Εναγόμενη Εταιρεία. Έχω επίσης διαβάσει την ανταπαίτηση της Εναγομένης Εταιρείας. Η ανταπαίτηση είναι ψεύτικη. Η Εναγόμενη Εταιρεία γνωρίζει ότι τα ποσά που ισχυρίζεται ότι αποτελούν αναλήψεις μου εδίδοντο για αγορά υλικών. Ουδέποτε μου εζήτησαν από το 1996 αυτά τα ποσά. Έκαμα αραιές αναλήψεις τις οποίες αφαιρούσαν από τον επόμενο μισθό μου. Ήταν συμφωνημένο να μου δίνουν ένα ποσό των £130 το μήνα ως έξοδα κεραστικών, το οποίον ετύγχανε φορές που δεν μου το έδινα. Συνεπώς αρνούμαι ότι οφείλω το ποσό των €66,657.46 σεντ της ανταπαίτησης. Η Εναγόμενη Εταιρεία μετά την αγωγή ουδέν ποσόν μου κατέβαλε, για αυτούς δε τους λόγους ζητώ το ποσό που μου οφείλουν ως η απαίτηση μου στην αγωγή και έξοδα ως επίσης την απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα.» Να σημειωθεί εδώ πώς ο Ενάγων κατέθεσε τελικά το πρωτότυπο έγγραφο ως Τεκμήριο 2, το οποίο οι δικηγόροι του είχαν πάρει προηγουμένως νομότυπα από το φάκελο του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι στο έγγραφο Τεκμήριο 2 έθεσε τη σφραγίδα της Εταιρείας ο διευθυντής αυτής κ. Μάριος Κωνσταντινίδης. Η σφραγίδα τέθηκε μετά που το ζήτησε ο ίδιος από τον κ. Κωνσταντινίδη, αφού πίστευε ότι χωρίς τη σφραγίδα το έγγραφο δεν δέσμευε την Εταιρεία. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος η οποία καταχωρίστηκε με την κατάθεση της αγωγής. Η εν λόγω αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση στην οποία υπήρχε επισυνημμένο το επίδικο έγγραφο. Του υποβλήθηκε ότι το αντίγραφο του επίδικου εγγράφου που είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε τη σφραγίδα της Εταιρείας. Ωστόσο από το φάκελο της υπόθεσης (δες την ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη και τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα), φαίνεται ότι στην Εναγόμενη Εταιρεία επεδόθηκε πιστό αντίγραφο του επίδικου εγγράφου με σφραγίδα της Εταιρείας. Να σημειωθεί επίσης ότι ο μάρτυρας επέμενε πως δεν είχε ή έχει στην κατοχή του άλλο έγγραφο χωρίς σφραγίδα της Εταιρείας. Εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας κατάθεσε ο κ.Μάριος Κωνσταντινίδης, μέτοχος, διευθυντής και υπάλληλος της Εταιρείας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στην Εναγόμενη Εταιρεία κατέχει το 55% των μετοχών. Οι υπόλοιποι μέτοχοι είναι η σύζυγος του Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδη η οποία κατέχει το 10% των μετοχών, ο Ενάγων ο οποίος κατέχει το 20%, ο Αντρέας Πεύκος ο οποίος κατέχει το 10% και ο Χρίστος Χρίστου ο οποίος κατέχει το 5%. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και στα καθήκοντα του Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι τόσο αυτός όσο και ο Ενάγων εργάζονταν για λογαριασμό της Εταιρείας πέρα από το κανονικό ωράριο. Σε σχέση με το συνταχθέν έγγραφο ισχυρίστηκε ότι αυτό συντάχθηκε με δική του προτροπή επειδή η Εταιρεία θα ασκούσε δραστηριότητες στο Κατάρ από τις οποίες ανέμενε κέρδη. Ως εκ τούτου όταν η Εταιρεία θα μπορούσε να πληρώσει τις υπερωρίες για τις οποίες γίνεται αναφορά στο έγγραφο, θα έθεταν το έγγραφο και στους άλλους. Όπως ανέφερε, το έγγραφο αυτό δεν δέσμευε την Εταιρεία αφού ήταν ένα έγγραφο που καταρτίστηκε μεταξύ φίλων και συνεργατών. Υποστήριξε ότι η σύνταξη του εγγράφου ήταν ένα λάθος και ότι σε αυτό υπάρχουν πρόχειροι και αυθαίρετοι υπολογισμοί. Η θέση του ήταν ότι αν ήθελε να δεσμεύσει την Εταιρεία θα έκανε συμβόλαιο «με στάμπες και σφραγίδες» και ότι το έγγραφο που έδωσε στον Ενάγοντα δεν είχε την σφραγίδα της Εταιρείας. Αρνήθηκε ότι ο Ενάγων του ζήτησε να βάλει σφραγίδα της Εταιρείας. Ο ίδιος κράτησε τα έγγραφα Τεκμήρια 10 και
  5. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε γιατί ο ίδιος κράτησε δύο έγγραφα, Τεκμήρια 10 και 11 και απάντησε «έτσι το σκεφτήκαμε». Ρωτήθηκε επίσης γιατί στην αίτηση που καταχώρισε για παραμερισμό της απόφασης δεν κατέθεσε τα έγγραφα Τεκμήρια 10 και 11 και κατέθεσε άλλο έγγραφο και απάντησε «δεν ξέρω, το χειριζόταν ο δικηγόρος μου». Δεν θυμόταν αν έδωσε στον Ενάγοντα αντίγραφα των Τεκμηρίων 10 και
  6. Ρωτήθηκε που βρήκε το έγγραφο που επισύναψε στην ΄Ενορκη Δήλωση του που υποστήριζε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης και απάντησε ως εξής «μπορεί να υπήρχε ένα φωτοαντίγραφο του εγγράφου, Τεκμήριο 2, χωρίς την σφραγίδα βέβαια». Αρνήθηκε ότι έθεσε σφραγίδα της Εταιρείας στο έγγραφο και ότι κατά τον χρόνο που υπέγραφε το έγγραφο ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του θα αναφερθώ στην συνέχεια. Εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Πεύκος ο οποίος κατέχει το 10% των μετοχών της από το
  7. Από το 1974 ήταν υπάλληλος της Εταιρείας στη θέση επιβλέποντα ηλεκτρολόγου. Πρόσφατα απεχώρησε από την Εταιρεία, παραμένει όμως μέτοχος αυτής. Αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η Εταιρεία ελάμβανε αποφάσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες δεν εστέλλοντο επίσημες ειδοποιήσεις στους μετόχους ούτε και ετηρούντο πρακτικά. Όπως ανέφερε «Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν συμφωνούμε, επαναλαμβάναμε τη συζήτηση μας όσες φορές χρειαζόταν, λαμβανόταν υπόψη η θέση όλων, γίνονταν αμοιβαίες υποχωρήσεις και στόχος μας ήταν η απόφαση να είναι κοινά αποδεκτή. Δεν θυμάμαι ποτέ να πάρουμε απόφαση χωρίς στο τέλος να υπάρξει κοινή συναίνεση όλων. Έτσι λειτουργούσε η εταιρεία, αυτή ήταν η επιθυμία όλων μας και όλοι μας (εννοώ πάντοτε τους μέτοχους) γνωρίζαμε ότι αυτός ήταν ο τρόπος λειτουργίας της και λήψης αποφάσεων». Για την ύπαρξη του εγγράφου ημερομηνίας 23/2/2005 πληροφορήθηκε για πρώτη φορά μετά που κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Ανέφερε τι ο κ. Κωνσταντινίδης του είπε ότι συνιστούσε το υπογραφέν έγγραφο. Ωστόσο ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει ποια ήταν η πρόθεση του κ. Κωνσταντινίδη και του κ. Αντωνίου όταν υπέγραφαν αυτό το έγγραφο. Ήταν η θέση του ότι είδε πολλές φορές τον Ενάγοντα να κρατά σφραγίδα της Εταιρείας και να τη χρησιμοποιεί. Η σφραγίδα αυτή ήταν «δική» του υπό την έννοια ότι την είχε συνεχώς μαζί του. Εκ μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας έδωσε μαρτυρία και η κα Μαρία Χρυσοστόμου. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: «Εγώ η πιο κάτω υπογεγραμμένη Μαρία Χρυσοστόμου εκ Λευκωσίας δηλώνω και λέγω τα ακόλουθα.
  8. Είμαι στην υπηρεσία της εναγόμενης εταιρείας από το 1981 στην θέση της διοικητικής γραμματέως. Τα καθήκοντα μου περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δακτυλογραφία, τηλεφωνήματα, αρχειοθέτηση, έκδοση τιμολογίων και διάφορα λογιστικής φύσης καθήκοντα, διεκπεραίωση διαφόρων διοικητικών και εκτελεστικών καθηκόντων (π.χ. εκτέλεση αποφάσεων της εταιρείας) και γενική παροχή υπηρεσιών γραμματέως κατά κύριο λόγο στους αξιωματούχους και στους μετόχους της εταιρείας.
  9. Στα 28 χρόνια εργασίας μου στην εταιρεία, ανέπτυξα στενές διαπροσωπικές σχέσεις με τους ιδιοκτήτες (μετόχους) της με τους οποίους μιλώ καθημερινά, γνωρίζω διάφορα θέματα που απασχολούν την εταιρεία και για τα οποία οι μέτοχοι μιλούν κατά καιρούς μαζί μου και γενικά πιστεύω ότι λόγω της θέσης μου στην εταιρεία, του χρόνου που εργάζομαι εκεί και της σχέσης που έχω με τους μετόχους της, είμαι σε θέση να γνωρίζω αρκετά πράγματα που αφορούν στην εταιρεία πέραν των θεμάτων που εμπίπτουν «αυστηρά» στα καθήκοντα μου ως γραμματέως.
  10. Τα γραφεία της εταιρείας στεγάζονται σε κτήριο στην οδό Αρχιεπισκόπου Κυπριανού 22 στον Στρόβολο. Εκεί εργάζεται ως επί τω πλείστον το γραφειακό προσωπικό της εταιρείας και εκεί έχω και εγώ το γραφείο μου το οποίο βρίσκεται στον προθάλαμο του κτηρίου παρά την είσοδο. Είναι δηλαδή κάτι σαν reception και δεν βρίσκεται σε ξεχωριστό δωμάτιο αλλά σε κοινόχρηστο χώρο στον προθάλαμο του κτηρίου
  11. Τόσο εγώ όσο και το υπόλοιπο γραφειακό προσωπικό της εταιρείας αλλά και οι αξιωματούχοι και μέτοχοι της, έχουμε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους και γραφεία του κτηρίου. Αυτό ίσχυε και για τον ενάγοντα κ. Ανδρέα Αντωνίου για όσο καιρό ήταν στην εταιρεία.
  12. Κανένα γραφείο δεν παραμένει ποτέ κλειδωμένο και όλο το προσωπικό, οι μέτοχοι (περιλαμβανομένου του κ. Ανδρέα Αντωνίου όσο ήταν στην εταιρεία) και αξιωματούχοι μπορούσαν πάντα και εξακολουθούν να μπορούν να εισέρχονται ελεύθερα σε όλους τους χώρους του κτηρίου για την καθημερινή διεκπεραίωση των εργασιών τους. Αυτό ισχύει και πέραν των εργάσιμων ωρών της εταιρείας αφού όλοι οι πιο πάνω έχουν στην κατοχή τους κλειδιά του κτηρίου και μπορούν να έχουν πρόσβαση στο κτήριο όλες τις ώρες του 24ωρου αν το επιθυμούν. Το καθεστώς που περιγράφω πιο πάνω ίσχυε για όλα τα χρόνια της εργοδότησης μου στην εταιρεία και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
  13. Διατηρώ στο γραφείο μου διάφορες σφραγίδες που χρησιμοποιεί η εταιρεία. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται και σφραγίδες με την ονομασία της εταιρείας. Οι σφραγίδες αυτές δεν τοποθετούνται σε κάποιο συρτάρι ή άλλο κλειστό χώρο ούτε και φυλάγονται πουθενά κλειδωμένες ή ασφαλισμένες με άλλο τρόπο. Είναι απλά τοποθετημένες πάνω στο γραφείο μου.
  14. Τις σφραγίδες αυτές τις χρησιμοποιώ τόσο εγώ προσωπικά για σφράγιση διαφόρων εγγράφων της εταιρείας όσο και πολλοί από το προσωπικό της εταιρείας καθώς και οι μέτοχοι και αξιωματούχοι της. Το ίδιο ίσχυε και για τον Ανδρέα Αντωνίου για όσο καιρό ήταν στην εταιρεία.
  15. Πολύ συχνά διάφορα μέλη του προσωπικού όπως π.χ. ο μηχανολόγος ή κάποιος μέτοχος ή αξιωματούχος της εταιρείας τυγχάνει να μου ζητήσει σφραγίδα της εταιρείας για να σφραγίσει κάποιο έγγραφο. Αυτό (η σφράγιση του εγγράφου) μπορεί να γίνει είτε στον ίδιο χώρο ενώπιον μου είτε να μου ζητήσει να του δώσω την σφραγίδα και να την πάρει μαζί του εκτός των γραφείων και να την επιστρέψει αργότερα. Δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου της επιστροφής της σφραγίδας, δηλαδή πότε θα επιστραφεί κλπ. Πολλές φορές επίσης όταν εγώ έλειπα από το γραφείο μου μπορούσε όποιος χρειαζόταν σφραγίδα να την πάρει ελεύθερα από το γραφείο μου.
  16. Πέραν των σφραγίδων που αναφέρω πιο πάνω και που είναι στο γραφείο μου, σφραγίδα υπάρχει και στο γραφείο του κ. Μάριου Κωνσταντινίδη και αυτό ήταν πάντοτε καλά γνωστό σε όλους στην εταιρεία. Η συγκεκριμένη σφραγίδα είναι συνήθως σε κάποιο συρτάρι του γραφείου του κ. Κωνσταντινίδη το οποίο είναι πάντοτε ξεκλείδωτο. Στο γραφείο του κ. Κωνσταντινίδη έχουν και πάντοτε είχαν πρόσβαση όλοι στην εταιρεία (μέτοχοι, αξιωματούχοι, προσωπικό). Αν κάποιος ήθελε κάτι να αφήσει στο γραφείο του κ. Κωνσταντινίδη (π.χ. ένα έγγραφο) ή να πάρει από το γραφείο κάτι (π.χ. ένα φάκελο) μπορούσε να μπει ελεύθερα στο γραφείο, η πόρτα του οποίου ουδέποτε ήταν κλειστή ή κλειδωμένη.
  17. Ειδικότερα ο κ. Ανδρέας Αντωνίου επειδή δεν είχε προσωπικό και μόνιμο γραφείο στο κτήριο της εταιρείας επειδή συνήθως η δουλειά του ήταν σε εξωτερικούς χώρους, πολύ συχνά όταν ήθελε να μελετήσει κάτι ή να ετοιμάσει μια προσφορά καθόταν στο γραφείο του Μάριου Κωνσταντινίδη πολλές ώρες.
  18. Επίσης όπως πληροφορούμαι από μετόχους της εταιρείας και συγκεκριμένα τον κ. Μάριο Κωνσταντινίδη και τον κ. Ανδρέα Πεύκο, σφραγίδα της εταιρείας είχε μόνιμα στην κατοχή του τόσο ο κ. Πεύκος όσο και ο κ. Ανδρέας Αντωνίου.
  19. Με όσα αναφέρω πιο πάνω, θέλω να πω ότι δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο κ. Μάριος Κωνσταντινίδης ως ο «σφραγιδοφύλακας» της εταιρείας. Ούτε και υπήρχε ποτέ άτομο στην εταιρεία που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέτοιος. Σφραγίδα της εταιρείας σύμφωνα και με όσα αναφέρω πιο πάνω μπορούσε να πάρει οποιοσδήποτε από τα άτομα που είχαν πρόσβαση στα γραφεία της εταιρείας (γραφειακό προσωπικό, αξιωματούχοι, μέτοχοι) ανά πάσα στιγμή και να σφραγίσει οποιοδήποτε έγγραφο για οποιοδήποτε σκοπό επιθυμούσε ή έκρινε σκόπιμο.
  20. Επειδή πληροφορούμαι ότι κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αμφισβητήθηκε η ικανότητα του κ. Ανδρέα Αντωνίου να κάνει υπολογισμούς, θέλω να αναφέρω ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Πάρα πολλές φορές κατά την διάρκεια της εργοδότησης μου στην εταιρεία έτυχε να δω προσωπικά τον κ. Ανδρέα Αντωνίου να ετοιμάζει προσφορές για έργα της εταιρείας τις οποίες έγραφε ο ίδιος χειρογράφως και μου τις έφερνε για να τις δαχτυλογραφήσω. Σε αυτές περιλαμβάνονταν υπολογισμοί του για υλικά, χρόνο εργασίας, μετρήσεις κλπ. Επίσης πάρα πολλές φορές ο κ. Ανδρέας Αντωνίου έτυχε να με καθοδηγήσει για έκδοση τιμολογίων της εταιρείας. Εξ' όσων μπορώ να αντιληφθώ ο κ. Ανδρέας Αντωνίου είχε την ικανότητα να προβαίνει σε απλές αριθμητικές πράξεις και γνώριζε και αντιλαμβανόταν πολύ καλά θέματα σχετικά με υπολογισμούς, χρηματικά ποσά, ώρες εργασίας κλπ.
  21. Επειδή επίσης πληροφορούμαι ότι κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αναφέρθηκε ότι ο κ. Ανδρέας Αντωνίου «δεν είχε λόγο στις αποφάσεις της εταιρείας» ή «δεν γνώριζε τι γινόταν στην εταιρεία» ή ήταν ένας απλός «τεχνίτης - εργάτης», θέλω να αναφέρω ότι καθ' όλη την διάρκεια της παρουσίας του στην εταιρεία και για όλα τα χρόνια που εργάζομαι εγώ εκεί ο κ. Ανδρέας Αντωνίου συμπεριφερόταν ως ένας εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας (εξάλλου ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος). Ο κ. Αντωνίου περίγραφε τον εαυτό του ως «μάστρο», έδινε εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (γραφειακό και τεχνικό), απαιτούσε υπακοή προς αυτόν από όλο το προσωπικό και είχε το ελεύθερο να αποφασίζει μόνος του για διάφορα πράγματα όπως για παράδειγμα την έκδοση προσφορών, την χρησιμοποίηση υλικών της εταιρείας, την χορήγηση εντολών στο λογιστήριο για ανάληψη χρημάτων της εταιρείας και για τυχόν απόλυση εργατών που ήταν στην επίβλεψη του.
  22. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω αναφέρω πως εργαζόμενη ως γραμματέας για τόσα χρόνια στην εταιρεία είμαι σε θέση να ξέρω ότι οι μέτοχοι συνεδρίαζαν σχεδόν καθημερινά στα γραφεία της εταιρείας για διάφορα ζητήματα που έκριναν ως σημαντικά. Τα θέματα για τα οποία συζητούσαν ήταν αναφορικά με οποιαδήποτε σοβαρά ζητήματα της εταιρείας όπως π.χ. αν θα υποβάλλονταν προσφορές για κάποια έργα, τον τρόπο εκτέλεσης κάποιων προσωπικού κλπ. Αν τυχόν κάποιος από τους μετόχους απουσίαζε, ξέρω ότι ενημερωνόταν με την πρώτη ευκαιρία για τις συζητήσεις που έγιναν ενώ για την λήψη αποφάσεων η επιδίωξη των μετόχων όπως πάντοτε γνώριζα και όπως όλοι τους έλεγαν ήταν πάντα αυτές να λαμβάνονται με την σύμφωνη γνώμη όλων και μετά από συζήτηση. Γνωρίζω τα πιο πάνω εφόσον ως γραμματέας για τόσα χρόνια ήμουν σε θέση να γνωρίζω ποια σημαντικά θέματα απασχολούσαν τους μετόχους, πολλές φορές τους έβλεπα που συζητούσαν μεταξύ τους πριν τις πιο πάνω συνεδρίες ή μετά από αυτές και γενικά γνώριζα τις περισσότερες φορές ποια θέματα θα συζητούσαν ή είχαν συζητήσει στις πιο πάνω συνεδριάσεις τους. Πολλές φορές επίσης μου ζητούσαν να υλοποιήσω μέρος των αποφάσεων που λάμβαναν (π.χ. να ετοιμάσω έγγραφα, να γράψω επιστολές, να επικοινωνήσω με συνεργάτες ή με το λογιστήριο της εταιρείας) ή άλλες φορές μου ζητούσαν να καθαρογράψω (δαχτυλογραφήσω) σημειώσεις που έπαιρναν κατά τις συνεδριάσεις τους. Επίσης όταν λαμβάνονταν αποφάσεις που έπρεπε να υλοποιήσω εγώ, μου δίδονταν γραπτές οδηγίες υπό την μορφή υπομνήματος (memo) αναφορικά με τις ενέργειες που έπρεπε να κάνω.
  23. Οι μέτοχοι επίσης μου μιλούσαν ανοιχτά, όπως και σε άλλα μέλη του προσωπικού τα οποία θεωρούσαν έμπιστα και παλαιά στην εταιρεία, τόσο για τα θέματα που απασχολούσαν την εταιρεία ή τους ιδίους και που συζητούνταν στις συνεδριάσεις τους όσο και για την γενικότερη φιλοσοφία τους ότι οι αποφάσεις έπρεπε να λαμβάνονται από κοινού. Τα πιο πάνω ήταν και ευρύτερα γνωστά στην εταιρεία, ιδίως σε προσωπικό που είχε κάποια εγγύτητα και καθημερινή επαφή με τους μετόχους. Με όλα όσα λέω πιο πάνω θέλω να πω πως πιστεύω πως είμαι σε θέση να γνωρίζω αρκετά καλά τον τρόπο που λειτουργούσε η εταιρεία όσον αφορά τον τρόπο λήψης αποφάσεων για σημαντικά ζητήματα. Από όσα είμαι σε θέση να γνωρίζω, οι διευθυντές της εταιρείας (κ. Μάριος Κωνσταντινίδης και η κ. Σωτηρούλα Κωνσταντινίδου) αποφάσιζαν από μόνοι τους μόνο για κάποια καθημερινά, τρέχοντα θέματα της εταιρείας για τα οποία δεν χρειαζόταν η ενημέρωση των άλλων μετόχων. Επίσης ο κάθε μέτοχος από μόνος του μπορούσε να αποφασίσει για θέματα της δουλειάς του (εφόσον ήταν και υπάλληλοι της εταιρείας και είχαν σχετικά καθήκοντα), π.χ. πως θα εκτελέσει μια εργασία, τι προσωπικό να χρησιμοποιήσει, τι υλικά κλπ. Αλλά για θέματα σημαντικά της εταιρείας, κυρίως θέματα που μπορούσε να είχαν οικονομικό κόστος στην εταιρεία, γνωρίζω ότι η πρακτική που ακολουθείτο ήταν αυτή που αναφέρω πιο πάνω, δηλαδή το θέμα συζητείτο στις συνεδριάσεις των μετόχων και οι αποφάσεις επιδιωκόταν να λαμβάνονται από κοινού.
  24. Αναφορικά με το έγγραφο που καταρτίστηκε την 23/2/2005 μεταξύ των κ. Μάριου Κωνσταντινίδη και Ανδρέα Αντωνίου, αναφέρω ότι ήλθε στην αντίληψη μου μόνο μετά που έγινε γνωστή η καταχώρηση της παρούσας αγωγής του κ. Αντωνίου. Δεν είχα δει ποτέ προηγουμένως αυτό το έγγραφο (ή αντίγραφα του) ούτε και είχα ακούσει κάτι γι' αυτό. Δεν περιέπεσε ποτέ στην αντίληψη μου να έγινε συνεδρίαση των μετόχων όπου να συζητήθηκε ή αποφασίστηκε τέτοιο θέμα (δηλαδή για οφειλές προς τους δύο αυτούς μετόχους από υπερωρίες ή άλλους λόγους). Επίσης δεν περιέπεσε ποτέ στην αντίληψη μου να έχει ζητηθεί από κάποιον από αυτούς τέτοια πληρωμή είτε πριν την 23/2/2005 είτε μετά την πιο πάνω ημερομηνία. Γενικότερα όσα περιήλθε επίσης ποτέ στην αντίληψη μου να έχει συζητηθεί από τους μετόχους ότι η εταιρεία θα έκανε τέτοιο έγγραφο ή ότι θα αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει στους δύο αυτούς μετόχους τα ποσά που - όπως πληροφορούμαι - αναφέρονται στο έγγραφο.
  25. Δεν ισχυρίζομαι ότι ήξερα πάντοτε όλα όσα συζητούσαν μεταξύ τους οι μέτοχοι στις συναντήσεις τους, ούτε και μπορώ να γνωρίζω τι είπαν μεταξύ τους οι κ.κ. Αντωνίου και Κωνσταντινίδης όταν έφτιαξαν το έγγραφο ημερομηνίας 23/2/
  26. Έχω όμως την πεποίθηση από την μακρά πείρα μου στην εταιρεία πως αν επρόκειτο για συμφωνία όπως αντιλαμβάνομαι ότι ισχυρίζεται ο κ. Αντωνίου και η οποία δέσμευε - όπως και πάλι ο κ. Αντωνίου ισχυρίζεται - την εταιρεία, αυτή ήταν τέτοιας μορφής που σίγουρα θα το γνώριζα. Γνωρίζω πολύ καλά από την πρακτική που για χρόνια ακολουθείτο ότι αν όντως η εταιρεία κατέληγε σε απόφαση να καταβάλει ή έστω ότι οφείλει να καταβάλει στους δύο αυτούς μέτοχους ποσά πέραν των Λ.Κ. 60,000 στον μεν κ. Αντωνίου και πέραν των Λ.Κ.96,000 στον κ. Κωνσταντινίδη αυτό ήταν σίγουρα κάτι για το οποίο θα ενημερωνόμουν με βάση την πάγια τακτική που ακολουθείτο όταν η εταιρεία επρόκειτο να προβεί σε πληρωμές μεγάλων ποσών ή όταν λάμβανε αποφάσεις για να καταστεί χρεώστης μεγάλων ποσών π.χ. σε τράπεζες, σε προμηθευτές, σε συνεργάτες κλπ. Σε τέτοιες περιπτώσεις μετά από την λήψη της σχετικής απόφασης που γινόταν όπως αναφέρω πιο πάνω κατά τις συνεδρίες των μετόχων, λάμβανα γραπτή εντολή μέσω υπομνήματος (memo)με συνοπτικές οδηγίες πώς να γίνει η ανάλυση των συγκεκριμένων χρεώσεων ούτως ώστε να απευθυνθώ με την σειρά μου στο λογιστήριο για να γίνουν οι απαραίτητες καταχωρήσεις στα λογιστικά βιβλία. Το γεγονός ότι όχι μόνο δεν έλαβα ποτέ τέτοια ενημέρωση ή οδηγίες αλλά ούτε και άκουσα ποτέ οτιδήποτε σχετικό με το θέμα αυτό, κατά την γνώμη μου δείχνει ότι η εταιρεία ουδέποτε συμφώνησε σε κάτι τέτοιο, δηλαδή ότι όφειλε να πληρώσει τα πιο πάνω χρηματικά ποσά.
  27. Η παρούσα δήλωση γίνεται από όσα καλύτερα πιστεύω και γνωρίζω.» Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θα πρέπει να σχολιάσω τη θέση του κ. Χ'Νέστωρος ότι «δεν δικογραφήθηκε ποσώς το θέμα των σφραγίδων» και συνεπώς, αν έχω αντιληφθεί σωστά τη θέση του, δεν μπορούσε να προσκομιστεί μαρτυρία γύρω από αυτό το θέμα. Με τον δέοντα σεβασμό, διαφωνώ ριζικά με την πιο πάνω θέση. Η Εναγόμενη Εταιρεία στο δικόγραφο της αρνείται ότι συνάφθηκε η συμφωνία που επικαλείται ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης του. Συνεπώς είχε κάθε δικαίωμα να προσκομίσει μαρτυρία για να υποστηρίξει τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Η προσαχθείσα γύρω από τις σφραγίδες μαρτυρία, επετράπη ακριβώς για να δοθεί η δυνατότητα στην Εναγόμενη Εταιρεία να αποδείξει ότι ουδέποτε καταρτίστηκε η κατ' ισχυρισμό συμφωνία. Παραπονείται ο κ.Χ'Νέστωρος ότι «επειδή δεν ήταν δικογραφημένος ο ισχυρισμός περί σφραγίδων στην Υπεράσπιση, δεν υπήρξε καμιά απάντηση με περιεχόμενο τις σφραγίδες από την πλευρά του Ενάγοντα στο δικόγραφο της Απάντησης». Ούτε και αυτό το παράπονο ευσταθεί. Κατ' αρχάς ο ίδιος ο Ενάγων δεν κάνει αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης του περί ύπαρξης σφραγίδας στο έγγραφο. Ούτε βεβαίως και χρειαζόταν να κάνει. Συνεπώς, πώς ανέμενε από την Υπεράσπιση να σχολιάσει το θέμα αυτό στο δικόγραφό της; Το επίδικο θέμα εδώ είναι κατά πόσο καταρτίστηκε η δικογραφημένη συμφωνία και όχι κατά πόσο τοποθετήθηκε σφραγίδα επί του υπογραφέντος εγγράφου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χριστάκης Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά, Πολ. Έφ. αρ. 15/07, απόφαση ημερ. 23.5.2008 και Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφ. 99/07, απόφαση ημερ. 9.4.2009.) Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας κ. Μάριος Κωνσταντινίδης δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από το έγγραφο (Τεκμήριο 2) και στην προσπάθεια του αυτή πρόβαλε συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 25.7.06 η οποία υποστήριζε την ένσταση της Εναγόμενης Εταιρείας στην αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 5.7.06 για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω έγγραφο: «5. Η αναφερόμενη στην ένορκο δήλωση ως παραδοχή και αποδοχή της οφειλής προς τον εναγόμενο (προφανώς Ενάγοντα ήθελε να πει) από τους καθ' ων η αίτηση πρόκειται δια υπολογισμό καταβολής ποσού προς το ενεργητικό κεφάλαιο της εταιρείας (cash flow) από τους μετόχους των καθ' ων η αίτηση ως όφειλαν και το οποίο έπραξαν και όχι δια συμφωνία και/ή βεβαίωση μεταξύ αιτητή και καθ' ων η αίτηση.» Κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, τρία χρόνια περίπου μετά, δεν προώθησε την πιο πάνω θέση. Τουναντίον άλλα ανέφερε. Υποστήριξε πως το έγγραφο αυτό συνιστούσε πρόχειρο υπολογισμό οφειλόμενων υπερωριών που έγινε μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντα με σκοπό αυτό να υποβληθεί στην Εναγόμενη Εταιρεία για έγκριση. Με άλλα λόγια, δεν ισχυρίσθηκε ότι επρόκειτο περί καταβολής ποσού προς το ενεργητικό κεφάλαιο της Εταιρείας από τους μετόχους της ως όφειλαν, και το οποίο έπραξαν (ως ανέφερε στην πιο πάνω ένορκή του δήλωση), αλλά ποσό που κατέγραψαν κάτω πρόχειρα (και που αφορούσε υπερωρίες τους), με σκοπό να το αξιώσουν στο μέλλον από την Εναγόμενη Εταιρεία. Ούτε βεβαίως τότε προβλήθηκε ισχυρισμός ότι το έγγραφο δεν δέσμευε την Εταιρεία επειδή ποτέ δεν είχε τεθεί η σφραγίδα αυτής. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ενώ στην Εναγόμενη Εταιρεία επεδόθηκε στις 6.7.06 η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση στην οποία είχε επισυναφθεί αντίγραφο του Τεκμηρίου 2 με τη σφραγίδα της Εναγόμενης Εταιρείας, ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας κ. Μάριος Κωνσταντινίδης με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 25.7.06 που υποστήριζε την ένσταση κατά της πιο πάνω αίτησης, ουδόλως αμφισβήτησε την ύπαρξη σφραγίδας της Εναγόμενης Εταιρείας επί του εν λόγω εγγράφου. Και πώς να την αμφισβητούσε, αφού η θέση του τότε ήταν ότι «. πρόκειται διά υπολογισμό καταβολής ποσού προς το ενεργητικό κεφάλαιο της εταιρείας (cash flow) από τους μετόχους των καθ΄ ων η αίτηση ως όφειλαν και το οποίο έπραξαν .». Ούτε τότε επεσύναψε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χωρίς σφραγίδα για να υποστηρίξει ότι το επισυναφθέν από τον Ενάγοντα έγγραφο ήταν παραποιημένο επειδή σε αυτό υπήρχε σφραγίδα της Εναγόμενης Εταιρείας. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντινίδη και προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ, 1938, όπου στη σελίδα 1943 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του έλαβε υπόψη στοιχεία από ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχεται στο φάκελο της αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η άλλη αίτηση αποτελούσε μέρος του φακέλου και αφορούσε τόσο την ίδια διαδικασία όσο και τους ίδιους διαδίκους. Συνακόλουθα κρίνεται ότι το διάταγμα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν λανθασμένο, αφού το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου.» Ο κ. Κωνσταντινίδης κατά την ακροαματική διαδικασία έφθασε στο σημείο να εκμηδενίσει τη σημασία του εν λόγω εγγράφου λέγοντας επανειλημμένα ότι ήταν ένα λάθος. Γιατί ήταν λάθος δεν διευκρίνισε, όταν μάλιστα η θέση του ήταν ότι το έγγραφο καταρτίστηκε όχι για να δεσμεύσει οποιονδήποτε αλλά για να τεθεί μελλοντικά στους «άλλους». Βεβαίως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι εκ των υστέρων αποφάσισε να ισχυριστεί ότι η σύνταξη του εγγράφου ήταν ένα λάθος όταν ο Ενάγων αποφάσισε να διεκδικήσει τα δικαιώματά του που πηγάζουν από το εν λόγω έγγραφο. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ουδέποτε υπήρξε θέμα χρέους της Εταιρείας για υπερωρίες παρόλο που σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβήτησε ότι υπήρχαν απλήρωτες υπερωρίες του Ενάγοντα για υπηρεσίες που ο ίδιος είχε προσφέρει στην Εναγόμενη Εταιρεία. Ισχυρίστηκε πως επρόκειτο περί ενός πρόχειρου εγγράφου το περιεχόμενο του οποίου όμως διαψεύδει τον ισχυρισμό του. Το έγγραφο ρητά αναφέρει ότι η Εναγόμενη Εταιρεία οφείλει στον Ενάγοντα και στον ίδιο, συγκεκριμένα ποσά για υπερωρίες. Στο ίδιο το έγγραφο γίνεται λεπτομερής ανάλυση των υπερωριών και για το πώς προκύπτουν τα οφειλόμενα ποσά. Ο υπολογισμός δεν είναι αυθαίρετος, όπως ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του. Δεν μπορούσε επίσης να εξηγήσει γιατί ο ίδιος τελικά είχε στην κατοχή του δύο έγγραφα, τεκμήρια 10 και 11, και γιατί δεν τα κατέθεσε στην αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που καταχώρισε. Όταν ρωτήθηκε πού βρήκε το έγγραφο που επεσύναψε στην ένορκη δήλωση του που υποστήριζε την αίτηση της Εναγόμενης Εταιρείας για παραμερισμό της απόφασης, δεν μπορούσε να δώσει σαφή απάντηση και παρέπεμψε στους δικηγόρους του και στο γεγονός ότι έγινε αλλαγή δικηγόρου. Η μαρτυρία του για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συντάχθηκε το έγγραφο (τεκμήριο 2) απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ότι δεν τοποθέτησε τη σφραγίδα της Εναγόμενης Εταιρείας επί του εν λόγω εγγράφου. Ο κ. Μιχαήλ με την μακροσκελή αγόρευσή του έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις υπογραφές και στη σφραγίδα που υπάρχουν στο κατατεθέν ως Τεκμήριο 2 έγγραφο. Προέβη σε μια σειρά από υποθέσεις μέρος των οποίων θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί: «-Και αν ο Μ.Κ. ήθελε να ξεγελάσει τον ενάγοντα γι΄ αυτό και δεν έβαλε από την αρχή σφραγίδα ή άλλη ένδειξη, γιατί τελικά «έβαλε» σφραγίδα όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας; Αφού δεν ήθελε να φαίνεται ότι δεσμεύεται η εταιρεία, ήθελε να ξεγελάσει τον ενάγοντα κλπ, γιατί τελικά «έβαλε» την σφραγίδα; Αφού πρόλαβε και υπόγραψε το έγγραφο, και υπόγραψε και ο ενάγοντας, άρα πέτυχε τον «σκοπό» του, γιατί «υπέκυψε» στην απαίτηση του ενάγοντα να μπει και σφραγίδα; Για να το αρνηθεί μετά; Είναι λογικό αυτό; Δεν θα μπορούσε να του πει, «Όχι κύριε Αντωνίου, δεν βάζω σφραγίδα. Υπέγραψα και μάλιστα 2 φορές, άρα φτάνει». Η σφραγίδα είναι φανερό πως θα έκανε το έγγραφο εξόφθαλμα δεσμευτικό για την εταιρεία. Αν ο Μ.Κ. δεν το ήθελε αυτό, γιατί τελικά «έβαλε» την σφραγίδα; Εκτός και αν είχε κάποιον ιδιαίτερο λόγο ο Μ.Κ. να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ενάγοντα εκείνη τη στιγμή, ο οποίος λόγος εξέλειπε αργότερα. Δεν τέθηκε όμως ποτέ τέτοιο θέμα κατά την ακρόαση. Και ούτως ή άλλως ο Μ.Κ. βάζοντας σφραγίδα και αρνούμενος το στην συνέχεια, θα δυσαρεστούσε και πάλι τον ενάγοντα. Άρα δεν θα πετύχαινε τίποτα βάζοντας την σφραγίδα με σκοπό μετά να το αρνηθεί. Είχε ο Μ.Κ. κάτι να κερδίσει με το να δεσμεύσει την εταιρεία θέτοντας την σφραγίδα της; Αν δυσαρεστούσε τον ενάγοντα, αρνούμενος να βάλει σφραγίδα τι θα γινόταν; Το πολύ - πολύ θα παραιτείτο ο ενάγοντας. Και αν κινούσε αγωγή θα είχε στα χέρια μόνο ένα έγγραφο χωρίς οποιαδήποτε σφραγίδα ή ένδειξη ότι δεσμεύεται η εταιρεία. Γιατί να τον δυσαρεστήσει βάζοντας σφραγίδα και μετά αρνούμενος ότι την έβαλε; Τόση ανάγκη είχε ο Μ.Κ. ή η εταιρεία τον ενάγοντα; Που ούτως ή άλλως ο ενάγοντας θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή (και την επόμενη ακόμα ημέρα θεωρητικά) να ζητήσει πληρωμή, να διαφανεί η άρνηση της εταιρείας να πληρώσει (όπως και του Μ.Κ. ότι έβαλε σφραγίδα) και να συγκρουστούν και πάλι. Και να φύγει ο ενάγοντας από την εταιρεία, να κινήσει αγωγή κλπ. Και μάλιστα αυτή την φορά ο ενάγοντας θα είχε στα χέρια του και έγγραφο με σφραγίδα της εταιρείας. Άρα δεν έχει λογική απάντηση το ερώτημα, γιατί να βάλει ο Μ.Κ. σφραγίδα εφόσον μετά σκόπευε να το αρνηθεί; Πολύ πιο λογική η εξήγηση ότι πολύ απλά ΔΕΝ έβαλε ποτέ σφραγίδα στο έγγραφο!» Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Ενάγων δεν ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας ήθελε να τον ξεγελάσει με το να μην θέσει αρχικά τη σφραγίδα της Εταιρείας στο υπογραφέν έγγραφο. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ζήτησε από τον κ. Κωνσταντινίδη να θέσει τη σφραγίδα της Εταιρείας στο έγγραφο αφού πίστευε ότι έτσι κατοχυρώνοντο τα δικαιώματά του. Οι πιο πάνω υποθέσεις του κ. Μιχαήλ αγνοούν το γεγονός πως κατά το χρόνο σύνταξης του επίδικου εγγράφου οι σχέσεις του Ενάγοντα με τον κ.Κωνσταντινίδη και με την Εναγόμενη Εταιρεία, δεν είχαν διαταραχθεί. Το έγγραφο δεν είχε συνταχθεί με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στο Δικαστήριο. Συντάχθηκε σε χρόνο όπου και οι δύο πλευρές θεωρούσαν ότι στο άμεσο μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει πληρωμή των υπερωριών του Ενάγοντα από την Εναγόμενη Εταιρεία. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Μάριος Κωνσταντινίδης, το έγγραφο συντάχθηκε με δική του πρωτοβουλία αφού άλλη Εταιρεία συνδεδεμένη με την Εναγόμενη Εταιρεία θα δραστηριοποιείτο στο Κατάρ και από αυτές τις δραστηριότητες αναμένετο να προσκομιστούν τεράστια κέρδη, τα οποία τελικά δεν ήλθαν. Μάλιστα λίγους μήνες μετά τη σύνταξη του εν λόγω εγγράφου, τόσο ο Ενάγων όσο και ο κ. Κωνσταντινίδης μετέβηκαν στο Κατάρ για να εργαστούν εκεί. Σε σχέση με το ερώτημα του κ.Μιχαήλ γιατί τελικά ο κ.Κωνσταντινίδης υπέκυψε και έθεσε τη σφραγίδα επί του εγγράφου, η απάντηση είναι απλή. Ο κ.Κωνσταντινίδης δεν θα μπορούσε να αρνηθεί κάτι τέτοιο αφού η άρνηση του θα σήμαινε ότι δεν επιθυμούσε να δεσμεύσει την Εταιρεία με αποτέλεσμα να επέλθει άμεση ρήξη στις σχέσεις του με τον Ενάγοντα, κάτι βεβαίως που δεν επιθυμούσε, αφού τον Ενάγοντα τον ήθελε να εργαστεί στο Κατάρ ενόψει αναμονής μεγάλων κερδών από τις δραστηριότητες στη χώρα αυτή. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως πρόθεση του κ.Κωνσταντινίδη κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου ήταν να καταβληθούν τα χρήματα στον Ενάγοντα, αφού ως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλοι ανέμεναν μεγάλα κέρδη από τις δραστηριότητες στο Κατάρ. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι υπογραφές που εμφαίνονται στο έγγραφο Τεκμήριο 2, είναι γνήσιες. Το κείμενο του εγγράφου επίσης δεν αμφισβητείται. Η Εναγόμενη Εταιρεία, μέσω του διευθυντή της κ. Μάριου Κωνσταντινίδη, αμφισβητεί μόνο την ύπαρξη της σφραγίδας που εμφαίνεται σε αυτό. Διερωτάται κάποιος γιατί να υπογράψει στα αριστερά μόνο ο κ. Κωνσταντινίδης. Ο Ενάγων ανέφερε ότι αξίωσε από τον κ. Κωνσταντινίδη να υπογράψει εκ νέου επί του εγγράφου, αυτή τη φορά στα αριστερά, ως διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, αφού ο κ. Κωνσταντινίδης υπέγραψε στα αριστερά, ο Ενάγων αξίωσε από αυτόν να θέσει τη σφραγίδα της Εταιρείας, αφού πίστευε πως με αυτό τον τρόπο θα δέσμευε την Εναγόμενη Εταιρεία. Η εισήγηση του κ. Μιχαήλ ότι αν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα ήταν αληθείς θα έπρεπε η υπογραφή του κ. Κωνσταντινίδη στα αριστερά να είναι φωτοτυπημένη, δεν ευσταθεί αφού ο Ενάγων ανέφερε πως αξίωσε από τον κ. Κωνσταντινίδη να τοποθετήσει σφραγίδα της Εναγόμενης Εταιρείας πάνω στο πρωτότυπο έγγραφο που πήρε ο ίδιος, δηλαδή πάνω στο έγγραφο που υπήρχε η μη φωτοτυπημένη (δηλαδή με μπλε μελάνι) υπογραφή του κ. Κωνσταντινίδη στα αριστερά. Διερωτήθηκε επίσης ο κ.Μιχαήλ γιατί να γράψουν τόσες λεπτομέρειες στο επίδικο έγγραφο και γιατί να μην αρκεστούν σε μια γενική αναφορά ότι η Εναγόμενη Εταιρεία οφείλει στον Ενάγοντα το τάδε ποσό για υπερωρίες. Παρόλο που οι διάδικοι είχαν κάθε δικαίωμα να συντάξουν το έγγραφο με τον τρόπο που το συνέταξαν, το πιο πάνω επιχείρημα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Γιατί αν το έγγραφο συντασσόταν με γενικότητα, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν διευκρινίζεται πως προκύπτει το οφειλόμενο ποσό και κατ΄επέκταση ότι αυτό πάσχει από αοριστία. Εδώ οι διάδικοι κάθησαν και υπολόγισαν επακριβώς τις υπερωρίες και το κόστος αυτών. Με τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας ό,τι πλέον θα διεκδικείτο για υπερωρίες θα είχε ως βάση το υπογραφέν έγγραφο. Με άλλα λόγια ο Ενάγων δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει υπερωρίες για τις οποίες δεν γινόταν αναφορά στο εν λόγω έγγραφο. Ο μάρτυρας υπεράσπισης και μέτοχος της Εναγόμενης Εταιρείας κ.Ανδρέας Πεύκος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. Ενώ ισχυρίστηκε ότι ενημερωνόταν για όλες τις αποφάσεις που λάμβανε η Εναγόμενη Εταιρεία εντούτοις δεν γνώριζε ούτε πότε απολύθηκε ο Ενάγων ούτε τους λόγους για τους οποίους απολύθηκε. Ενώ υπήρχε αξίωση της Εναγόμενης Εταιρείας εναντίον του Ενάγοντα για σημαντικό χρηματικό ποσό, είχε άγνοια για αυτή την αξίωση αφού όπως ανέφερε πληροφορήθηκε γι' αυτό το γεγονός λίγες μέρες πριν από την ημέρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Φαίνεται πως είχε δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα όταν του υπέβαλε ότι ο κ. Κωνσταντινίδης λάμβανε αποφάσεις πίσω από την πλάτη τους. Ενώ ισχυρίστηκε ότι είδε πολλές φορές τον Ενάγοντα να κρατά σφραγίδα της Εταιρείας και να την χρησιμοποιεί, δεν παρέπεμψε σε οποιοδήποτε έγγραφο για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση του και θεωρώ πως τα όσα ανέφερε γύρω από το πιο πάνω θέμα, τα ανέφερε για να υποστηρίξει τη θέση του κ.Κωνσταντινίδη γύρω από τη σφραγίδα που υπάρχει στο έγγραφο, Τεκμήριο 2. Η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτή δεν θα έδιδε φως στα επίδικα θέματα αφού ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπεγράφη το έγγραφο, Τεκμήριο 2. Αντιλαμβάνομαι βεβαίως πως κλήθηκε ως μάρτυρας για να καταθέσει και για το ότι όλες οι αποφάσεις της Εναγόμενης Εταιρείας ελαμβάνοντο δημοκρατικά και μετά από κοινή απόφαση των μετόχων. Και έτσι όμως να είχαν τα πράγματα, τίποτε δεν εμπόδιζε το διευθυντή και μεγαλύτερο μέτοχο της Εναγόμενης Εταιρείας να συνάψει εκ μέρους της Εταιρείας την επίδικη συμφωνία με τον Ενάγοντα χωρίς να ενημερώσει τους υπόλοιπους μετόχους. Βεβαίως δεν είναι επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή η υπογραφή του επίδικου εγγράφου από τον κ. Κωνσταντινίδη για λογαριασμό της Εναγόμενης Εταιρείας, χωρίς αυτός να έχει τη δέουσα εξουσιοδότηση. Η γραμμή της υπεράσπισης είναι ότι το υπογραφέν έγγραφο δεν υπεγράφη εκ μέρους της Εταιρείας. Ούτε και η κα Μαρία Χρυσοστόμου που κλήθηκε ως μάρτυρας Υπεράσπισης μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε και αυτή να μας πείσει πως όλα στην Εναγόμενη Εταιρεία λειτουργούσαν δημοκρατικά και πως όλες οι αποφάσεις της Εταιρείας ελαμβάνοντο κατόπιν συζήτησης και με τη σύμφωνη γνώμη όλων. Όλα αυτά βεβαίως με γενικότητες, χωρίς να παραπέμπει σε συγκεκριμένα γεγονότα, για να πει σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της ότι δεν γνώριζε τα πάντα γύρω από τις συναντήσεις των μετόχων της Εταιρείας. Παρόλα αυτά ήταν η θέση της πως αν το επίδικο έγγραφο συνιστούσε συμφωνία δεσμευτική για την Εταιρεία, θα το γνώριζε σίγουρα. Από που προκύπτει αυτή η απόλυτη σιγουριά της, είναι άξιον απορίας όταν η ίδια δέχτηκε πως δεν γνώριζε τι ακριβώς είπαν μεταξύ τους οι κ.κ. Αντωνίου και Κωνσταντινίδης όταν συνέτασσαν το έγγραφο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής μου πως τελικά δεν γνώριζε ουσιώδη γεγονότα όπως π.χ. τους λόγους απόλυσης του Ενάγοντα από την Εταιρεία, και κατά πόσο ο Ενάγων χρωστούσε σημαντικό ποσό χρημάτων στην Εταιρεία. Ενώ στην κυρίως εξέταση της έκανε εκτεταμένη αναφορά στις σφραγίδες της Εταιρείας, ρωτήθηκε αντεξεταζόμενη, αν γνώριζε κατά πόσο το θέμα αυτό έχει σχέση με την αγωγή. Η απάντηση που έδωσε, η οποία στερείται πειστικότητας, ήταν «Δεν ξέρω να απαντήσω». Ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο συζήτησε το θέμα της σφραγίδας με τον κ.Κωνσταντινίδη και απάντησε αρνητικά. Προσπάθησε δηλαδή να μας πείσει πως όλα αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέταση της γύρω από τις σφραγίδες της Εταιρείας, τα ανέφερε από μόνη της και χωρίς να γνωρίζει κατά πόσο το θέμα αυτό έχει σχέση με τη σύναψη της συμφωνίας που ο Ενάγων επικαλείται. Η μαρτυρία της απορρίπτεται. Ο Ενάγων μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία παρέμεινε ακλόνητη, παρά την έντονη αντεξέταση που υπέστη. Επέμενε στη θέση του ότι ο κ. Κωνσταντινίδης έθεσε στο έγγραφο που ο ίδιος (Ενάγων) κράτησε, τη σφραγίδα της Εταιρείας και το οποίο φέρει την υπογραφή του κ. Κωνσταντινίδη στα αριστερά με μπλε μελάνι ακριβώς πάνω από τη σφραγίδα της Εταιρείας. Ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος γιατί ενώ το έγγραφο καταρτίστηκε τον Φεβρουάριο του 2005, η αγωγή καταχωρίστηκε τον Ιούλιο του 2006. ΄Εδωσε και εδώ την απάντηση του. Συγκεκριμένα ανέφερε, και αυτό είναι αδιαμφισβήτητο, ότι λίγους μήνες μετά τη σύνταξη του εγγράφου τόσο ο ίδιος όσο και ο Κωνσταντινίδης μετέβησαν στο Κατάρ για εργασίες. Στο Κατάρ, σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία του, αξίωσε από τον κ.Κωνσταντινίδη όπως η Εναγόμενη Εταιρεία του καταβάλει τα οφειλόμενα δυνάμει του υπογραφέντος εγγράφου. Ο κ.Κωνσταντινίδης τότε του ανέφερε «ξέχαστα». Ο Ενάγων ανταπάντησε λέγοντας ότι θα οδηγούσε τη διαφορά στο Δικαστήριο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν βλέπω να υπάρχει οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην κατάθεση της αγωγής ή έστω καθυστέρηση που να αφήνει ερωτηματικά στην αξιοπιστία του Ενάγοντα. ΄Εγινε αρκετός λόγος από την Υπεράσπιση κατά πόσο ο Ενάγων μπορούσε να κάνει υπολογισμούς, και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο έγγραφα τα οποία ο Ενάγων συνέταξε. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Ενάγων είναι άνθρωπος του δημοτικού, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ούτε το Δημοτικό δεν τέλειωσε αφού φοίτησε μέχρι την 5η τάξη. Ουδέποτε αρνήθηκε ότι μπορεί να κάνει απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς με τη χρήση υπολογιστικής μηχανής. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι αδικαιολόγητα η Υπεράσπιση έδωσε βαρύτητα στα έγγραφα, Τεκμήρια 12 και 13. Παρόλο που τα έγγραφα αυτά ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Ενάγοντα για να τα σχολιάσει, εντούτοις μελετώντας τα, διαπιστώνω πως σε αυτά καταγράφονται απλές αριθμητικές πράξεις. Σε σχέση με άλλα έγγραφα που ο κ.Κωνσταντινίδης είχε στην κατοχή του, ο Ενάγων έδωσε και εδώ απαντήσεις λέγοντας ότι είχαν συνταχθεί δυο-τρία έγγραφα. Το πρώτο έγγραφο που συντάχθηκε σχίστηκε ή έμεινε πάνω στο γραφείο του κ.Κωνσταντινίδη με τη συμφωνία να αγνοηθεί. Δεν γνώριζε αν τελικά ο κ.Κωνσταντινίδης κατέστρεψε το πρώτο έγγραφο. Ο ίδιος ανέφερε πως παρέλαβε τελικά το έγγραφο τεκμήριο 2 κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψε. Άλλωστε, ο κ.Κωνσταντινίδης δεν αμφισβητεί ότι είναι αυτό το έγγραφο που παρέδωσε στον Ενάγοντα. Αμφισβητεί μόνο τη σφραγίδα της Εταιρείας που υπάρχει πάνω σε αυτό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα, το Δικαστήριο βρίσκει ότι το επίδικο έγγραφο, Τεκμήριο 2, υπεγράφη από τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη Εταιρεία μέσω του κ. Μάριου Κωνσταντινίδη ο οποίος και έθεσε τη σφραγίδα της Εταιρείας επ΄ αυτού. Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο της υπογραφής και σύναψης της συμφωνίας ο κ. Κωνσταντινίδης ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Η συμφωνία που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 συνιστά έγκυρη συμφωνία αφού αναφέρεται σε παρασχεθείσες από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη Εταιρεία υπηρεσίες-υπερωρίες, στο κόστος αυτών και στο ότι αυτές κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου (23/2/05) ήταν οφειλόμενες. Με άλλα λόγια έχουμε μία νόμιμη συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού από την Εναγόμενη Εταιρεία προς τον Ενάγοντα για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Επαναλαμβάνω πως δεν υπήρξε ισχυρισμός, και δεν ήταν επίδικο θέμα, ότι ο κ. Μάριος Κωνσταντινίδης ενώ ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη προς την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου ως διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας, ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών που του παρείχοντο. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα να εξεταστεί κατά πόσο σε τέτοια περίπτωση η Εναγόμενη Εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του. (Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd κα
(2003)1 ΑΑΔ 722). Υπό το φως των πιο πάνω, βρίσκω ότι ο Ενάγων απέδειξε την υπόθεσή του εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας (είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε δυνάμει του εν λόγω εγγράφου) και ως εκ τούτου δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των €103.336,22 (που είναι το αντίστοιχο ποσό των ΛΚ60.480 που αναφέρεται στη συμφωνία και στην αγωγή). Με την αγωγή του ο Ενάγων αξιώνει τόκο προς 8% από 23/8/97. Η αξίωση αυτή δεν έχει προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά ούτε και δικαιολογείται από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ως εκ τούτου το πιο πάνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας για το ποσό των €103.336,22 με τόκο 8% από 5/7/06 - 14/10/08 και 5.5% από 15/10/08 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η Εναγόμενη Εταιρεία καταδικάζεται στα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.