Μαρίας Γεωργιάδου ν. MG BUILD LAND DEVELOPERS LTD, Αγωγή Αρ.1754/09, 23.9.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.1754/09 Μεταξύ: Μαρίας Γεωργιάδου, από Λευκωσία Ενάγουσας - και - M.G. BUILD LAND DEVELOPERS LTD, από Λευκωσία Εναγόμενης Εκατέρωθεν αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 23.9.09 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Α. Χαβιαράς Για εναγόμενη: κ. Α. Τσάρκατζιης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 7.8.08 (στο εξής η Συμφωνία) η ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει και μεταβιβάσει στην εναγόμενη το 50% του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 6/528, Φ/Σx.21/61Ε2, τεμάχιο 309, στο Στρόβολο, αντί του ποσού των €264.833,22 και να ανταλλάξει το υπόλοιπο 50% με ένα από τα διαμερίσματα που είχε ανεγείρει η εναγόμενη στο κτήμα με αρ. εγγραφής 4/2950, στη Μακεδονίτισσα. Η Συμφωνία παρέμεινε σε ισχύ μέχρι 23.2.09 οπόταν τερματίσθηκε από την εναγόμενη με το αιτιολογικό ότι η ενάγουσα, παρόλο που κλήθηκε με επιστολή ημερ. 13.2.09, παρέλειψε να εμφανισθεί στο Κτηματολόγιο για να της μεταβιβάσει το 50% του οικοπέδου της. Η αντίδραση της ενάγουσας στην ειδοποίηση τερματισμού εκδηλώθηκε στις 19.3.09 με δύο τρόπους. Αφενός μεν καταχώρισε αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αξιώνοντας δηλωτική απόφαση ότι η Συμφωνία ακυρώθηκε υπαιτιότητι της εναγόμενης πλέον γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση της και, αφετέρου, μονομερή αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει στην εναγόμενη να επιβαρύνει ή αποξενώσει το κτήμα με αρ. εγγραφής 4/2950 μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος δεν άφησε αδιάφορη την εναγόμενη. Πέραν της ένστασης που καταχώρισε για ακύρωση του επεδίωξε και αυτή την έκδοση ανάλογου απαγορευτικού διατάγματος για το οικόπεδο της ενάγουσας, κάτι που πέτυχε μονομερώς στις 7.4.09 που επίσης προσέκρουσε σε ένσταση. Οι εκατέρωθεν αιτήσεις και ενστάσεις έχουν ως νομική βάση τα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις της ενάγουσας και αξιωματούχου της εναγόμενης. Από το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων προκύπτει ότι οι βασικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, υπέρ ή εναντίον των εκδοθέντων διαταγμάτων, είναι τέτοιοι που, λαμβανομένης υπόψη και της κοινής νομικής βάσης, η τύχη των δύο διαταγμάτων θα μπορούσε να κριθεί σε μία απόφαση, την παρούσα. Ενόψει τούτου προκρίνεται η καταγραφή των αδιαμφισβήτητων γεγονότων της υπόθεσης και στη συνέχεια τι καταλογίζει ο κάθε διάδικος στον αντίδικο του. Κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας το οικόπεδο της ενάγουσας ήταν υποθηκευμένο στη ΣΠΕ Στροβόλου, κάτι που δεν αναφέρεται στη Συμφωνία. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η εναγόμενη ανάλαβε να παραδώσει το διαμέρισμα της ανταλλαγής αξίας, όπως συμφωνήθηκε, €265.220,36 μέχρι 31.12.08, κάτι που δεν έγινε. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι με συμπληρωματική συμφωνία η ενάγουσα συμφώνησε ότι για το διαμέρισμα της ανταλλαγής - βρίσκεται στον 1ο όροφο της οικοδομής που ανηγέρθηκε από την εναγόμενη στο οικόπεδο της αρ. εγγραφής 4/2950 - θα κατέβαλλε ως ΦΠΑ €34.599,17 που επίσης δεν κατέβαλε. Της καταβλήθηκε όμως από την εναγόμενη ποσό €40.000, πλην όμως διατυπώνεται διαφωνία για τους λόγους καταβολής του εν λόγω ποσού. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προκύπτει, επίσης, ότι μετά τη σύναψη της Συμφωνίας έγιναν προσπάθειες όπως η ΣΠΕ Στροβόλου εξαλείψει την υποθήκη από το οικόπεδο της ενάγουσας, προκειμένου το οικόπεδο να μεταβιβασθεί εξ ολοκλήρου στην εναγόμενη. Προς τούτο η εναγόμενη απευθύνθηκε σε τράπεζα για δάνειο και στις 17.10.08 εκδόθηκε και τραπεζική εγγυητική προς όφελος της ενάγουσας, η οποία αφορούσε την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης αναφορικά με το διαμέρισμα της ανταλλαγής. Τέλος, είναι παραδεκτό ότι στις 13.2.09 η εναγόμενη κάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει στο Κτηματολόγιο στις 20.2.09 για να της μεταβιβάσει το 50% του οικοπέδου της οπόταν θα της καταβαλλόταν και το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του, αφαιρουμένου ποσού €40.000 που, όπως πρόβαλλε, της είχε ήδη καταβάλει. Η ενάγουσα, αφού απάντησε μέσω των δικηγόρων της ότι η καθυστέρηση στην υλοποίηση της Συμφωνίας δεν οφειλόταν σε δική της παράβαση, δεν προσήλθε με αποτέλεσμα η εναγόμενη να τερματίσει τη Συμφωνία στις 23.2.
- Είναι θέση της ενάγουσας ότι η Συμφωνία παραβιάσθηκε από την εναγόμενη και είναι γι΄ αυτό το λόγο που αρνήθηκε να της μεταβιβάσει το 50% του οικοπέδου της. Όπως σχετικά ισχυρίζεται, η Συμφωνία δεν προσδιόριζε χρόνο μεταβίβασης, ο οποίος συμφωνήθηκε προφορικά για την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη. Ενόψει τούτου απευθύνθηκε στη ΣΠΕ Στροβόλου από την οποία εξασφάλισε βεβαίωση ημερ. 26.8.08 (τεκμ.ΜΓ2) ότι το αίτημα της για απαλλαγή του 50% του οικοπέδου από την υποθήκη είχε εγκριθεί και ενημέρωσε σχετικά την εναγόμενη. Η εναγόμενη όμως άρχισε να κάμνει δεύτερες σκέψεις. Της πρότεινε, δηλαδή, να της δώσει τραπεζική εγγύηση για τον τίτλο του διαμερίσματος της ανταλλαγής για πλήρη εξάλειψη της υποθήκης, με ταυτόχρονη μεταβίβαση ολόκληρου του οικοπέδου επ΄ ονόματι της για υποθήκευση του προς όφελος του χρηματοδότη της, πρόταση που δεν απέρριψε υπό την προϋπόθεση ότι η εναγόμενη θα έπειθε σχετικά τη ΣΠΕ Στροβόλου. Πράγματι, συνεχίζει, η εναγόμενη υπόβαλε στη ΣΠΕ Στροβόλου διάφορα σχέδια εγγυητικών τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά, με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Συνεργατικής και της τράπεζας της εναγόμενης για εξεύρεση αμοιβαίας αποδεκτής λύσης να συνεχίσουν και μετά την 31.12.08 που ήταν η ημερομηνία παράδοσης του διαμερίσματος της ανταλλαγής. Το διαμέρισμα, όμως, δεν είχε μέχρι τότε αποπερατωθεί και ουδέποτε έκτοτε η εναγόμενη προσφέρθηκε να της το παραδώσει κατά παράβαση της Συμφωνίας. Αντί τούτου της απέστειλε την επιστολή ημερ. 13.2.09 (τεκμ.ΜΓ3), που απάντησαν οι δικηγόροι της στις 17.2.09 (τεκμ.4) και στη συνέχεια την επιστολή τερματισμού ημερ. 23.2.09 (τεκμ. ΜΓ5). Όσον δε αφορά το ποσό των €40.000 που της κατέβαλε η εναγόμενη, αυτό δεν της κατεβλήθη έναντι του τιμήματος πώλησης του 50% του οικοπέδου της, αλλά €25.000 της κατεβλήθηκαν για έξοδα σχεδίων αξιοποίησης του οικοπέδου και €15.000 λόγω των καθυστερήσεων της εναγόμενης για υλοποίηση της Συμφωνίας. Και καταλήγει:- Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η Συμφωνία έχει ακυρωθεί υπαιτιότητι της εναγόμενης με αποτέλεσμα η ίδια να υποστεί ζημίες. Αφενός μεν γιατί, όπως συμβουλεύεται από τον εκτιμητή της, αν επιχειρήσει να πωλήσει τώρα το οικόπεδο της θα έχει απώλεια τουλάχιστο €100.000 από την τιμή της Συμφωνίας και, αφετέρου, γιατί στερείται το διαμέρισμα της ανταλλαγής από 31.12.08 και για ν΄ αγοράσει άλλο θα πρέπει πρώτα να πωλήσει το οικόπεδο της. Η εναγόμενη δεν συμφωνεί με τα γεγονότα όπως τα παρουσιάζει η ενάγουσα. Η δική της εκδοχή έχει σε συντομία ως ακολούθως:- Η ίδια ήταν έτοιμη να αποδεχτεί μεταβίβαση του 50% του οικοπέδου της ενάγουσας ευθύς εξ αρχής. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει γιατί το οικόπεδο ήταν υποθηκευμένο, γεγονός που η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας. Ενόψει τούτου συμφώνησαν όπως το οικόπεδο υποθηκευθεί εξ ολοκλήρου προς όφελος της τράπεζας της εναγόμενης, η οποία θα παραχωρούσε τραπεζική εγγύηση ότι η εναγόμενη θα εγγράψει στο όνομα της το διαμέρισμα της ανταλλαγής. Βάσει της συμφωνίας αυτής, ισχυρίζεται, η εναγόμενη εξασφάλισε την εν λόγω εγγυητική από τις 17.10.08 (τεκμ.Β) και η ενάγουσα ανάλαβε να απευθυνθεί στη ΣΠΕ Στροβόλου για να απαλλάξει το οικόπεδο από την υποθήκη προκειμένου να υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα. Επειδή όμως το χρέος της ενάγουσας προς τη Συνεργατική ήταν πολύ μεγαλύτερο από το τίμημα πώλησης του 50% του οικοπέδου, η Συνεργατική δεν δέχθηκε το λεκτικό της εγγυητικής ημερ. 17.10.08 και αντ΄ αυτού συμφωνήθηκε μεταγενέστερα άλλο με αποτέλεσμα να υπερπηδηθεί και αυτό το εμπόδιο. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών της εναγόμενης, η ενάγουσα υπόγραψε στις 9.1.09 και έγγραφο για υποθήκευση του 1/2 μεριδίου του οικοπέδου της προς όφελος της τράπεζας της (Τεκμ.Γ), ενώ το άλλο 1/2 θα το μεταβίβαζε στην εναγόμενη που επίσης θα το υποθήκευε στην ίδια τράπεζα για εξασφάλιση του δανείου που της είχε εγκρίνει. Ενώ όμως όλα ήταν έτοιμα, την τελευταία στιγμή η ενάγουσα - παρόλο που είσπραξε και €40.000 ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος πώλησης για το 50% του οικοπέδου της - δεν εμφανιζόταν στο Κτηματολόγιο για υλοποίηση των συμφωνηθέντων και είναι γι αυτό το λόγο που στάληκε η επιστολή ημερ. 13.2.09 και στη συνέχεια η επιστολή τερματισμού ημερ. 23.2.09 και καταλήγει:- Συνεπεία της παραβίασης της συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας, η εναγόμενη, πέραν του ποσού των €40.000 που κατέβαλε, υπεβλήθη και σε άλλες δαπάνες - ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και στατικής μελέτης για ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο, δικηγορικά έξοδα, έξοδα εγγυητικής και άλλα - που όλα μαζί υπερβαίνουν τις €100.000, ποσό που θα αξιώσει ως αποζημιώσεις εναντίον της ενάγουσας. Οι λόγοι που προβλήθηκαν για ακύρωση των υπό κρίση διαταγμάτων σχετίζονται με το θέμα του κατεπείγοντος, της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και της μη ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Συγκεκριμένα, εκάτερος των διαδίκων διατείνεται ότι με όσα ο αντίδικος του προβάλλει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του:-
- Δεν ικανοποίησε το στοιχείο του κατεπείγοντος, γιατί δεν παρέθεσε τέτοια στοιχεία ότι ο κίνδυνος αποξένωσης ήταν άμεσος.
- Απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Σχετικά η μεν ενάγουσα διατείνεται ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και επομένως παραπλάνησε το Δικαστήριο, η δε εναγόμενη καταλογίζει στην ενάγουσα ότι απέκρυψε το γεγονός ότι η ίδια, πέραν του κτήματος 4/2950, είναι ιδιοκτήτρια ακόμη οκτώ οικοπέδων και
- Δεν ικανοποίησε τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 32 και 5 των αναφερθέντων Νόμων. Έχω μελετήσει τους λόγους ένστασης που προβάλλονται στις εκατέρωθεν ενστάσεις, αλλά προτού προχωρήσω στην εξέταση τους θα ΄ταν χρήσιμο να γίνει σύντομη αναφορά στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε διατάγματα της εξεταζόμενης φύσεως. Είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος εξ πάρτε δικαιολογείται μόνο εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις, που όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Resola v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 η κατάδειξη τους αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Περαιτέρω είναι ευρέως γνωστό ότι διατάγματα της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και αυτός που επιδιώκει την έκδοση τους πρέπει να αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση του όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση (βλ. United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company
(2002)1 AAΔ 938, Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ
(2001)1 ΑΑΔ 467) και ότι παράβαση αυτού του καθήκοντος επιφέρει άνευ ετέρου τον παραμερισμό του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος (Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd και άλλων, Πολ. Έφ. 9/07 ημερ. 10.7.08 η οποία κάμνει εκτενή αναφορά στη νομολογία επί του θέματος). Όσον αφορά τη διαπλοκή των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 με τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, υπενθυμίζω το τι λέχθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «ΛΕΩΝΙΚ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:- «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με έξοδα εναντίον των εφεσειόντων. Όχι, βέβαια, για λόγους που αφορούσαν στην ποιότητα της αξίωσής τους. Σημείωσε το γεγονός ότι η αίτηση βασιζόταν σωρευτικά στα άρθρα 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και 32 του περί Δικαστηρίων Νομου του 1960 (Ν.14/60)και αναφέρθηκε σε νομολογία αναφορικά με τη διασύνδεσή τους (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, Tσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη,
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.54). Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Έκρινε, λοιπόν, πως δεν ικανοποιείτο αυτή η προϋπόθεση. Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων για «πληροφορίες από έγκυρους τραπεζικούς κύκλους . σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των καθ΄ ων η αίτηση», ήταν αόριστος και δεν είχε αξία. Δεν αποκαλυπτόταν η πηγή των πληροφοριών και περαιτέρω «ούτε τα στοιχεία συνηγορούν ή κατατείνουν το αληθές των πληροφοριών». Όταν, μάλιστα, φάνηκε ότι πρόσφατα είχε δανειοδοτηθεί η εταιρεία χωρίς επιβάρυνση του ακινήτου. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. Κarydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Έχοντας υπενθυμίσει τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ στην εξέταση των προβληθέντων λόγων ένστασης αρχίζοντας από το κατεπείγον των εκατέρωθεν αιτημάτων. Όπως ήδη έχει σημειωθεί, η έκδοση διαταγμάτων εξ πάρτε δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Στην υπό εξέταση περίπτωση προβλήθηκε εκατέρωθεν ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του αντίδικου. Κρίνω ότι η προβολή τέτοιου κινδύνου ικανοποιεί την έννοια του κατεπείγοντος και παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση C. Phasarias (ανωτέρω). Όπως κρίθηκε στην εν λόγω απόφαση, η οποία παραπέμπει στις υποθέσεις Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 ΑΑΔ 54 και Τσολάκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος για εκατέρωθεν αποκρύψεις ουσιωδών γεγονότων. Είναι αρκετό επί του προκειμένου να παρατηρήσω ότι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη παραπλάνησε το Δικαστήριο γιατί τα γεγονότα που επικαλείται δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια μόνο κατόπιν αξιολόγησης της εκατέρωθεν μαρτυρίας θα μπορούσε να κριθεί, κάτι που ανάγεται σε μελλοντικό στάδιο. Αντίστοιχα δεν ευσταθεί και η θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι πέραν του κτήματος 4/2950 είναι ιδιοκτήτρια και άλλων κτημάτων, για τον απλό λόγο ότι δεν αναμένεται από κάποιο διάδικο να γνωρίζει πλήρως την περιουσιακή κατάσταση του αντιδίκου του. Έπεται ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και ό,τι παρέμεινε είναι η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και αυτό βάσει του αποσπάσματος από την υπόθεση C. Phasarias (ανωτέρω). Από το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων προκύπτει έκδηλα ότι εγείρεται προς εκδίκαση θέμα παράβασης της Συμφωνίας και αποζημίωσης του αναίτιου μέρους για τις ζημίες που θα αποδείξει ότι έχει υποστεί. Προκύπτει επίσης ότι βάσει των ισχυρισμών που προβάλλονται εκάτερος των διαδίκων έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία (αποζημιώσεις) και ενόψει των επισημάνσεων αυτών είναι φανερό ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται πλήρως. Η προσοχή, επομένως, θα πρέπει να στραφεί στην τρίτη προϋπόθεση και αν κριθεί ότι και αυτή ικανοποιείται προβάλλει ως τελευταίο ζήτημα προς εξέταση που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως έχει σημειωθεί η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης και αν ναι τότε διατάγματα της εξεταζόμενης φύσεως δεν εκδίδονται και αν έχουν εκδοθεί ακυρώνονται. Εξέτασα με προσοχή τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και κατέληξα ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης φαίνεται ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος αφορά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε ο κάθε διάδικος, τις οποίες, ανεξάρτητα με τους λόγους που επικαλείται , φαίνεται ότι δεν τις εκπλήρωσε με αποτέλεσμα η Συμφωνία να παραμείνει ουσιαστικά στο χαρτί. Ο δεύτερος, συνυφασμένος με τον πρώτο, σχετίζεται με τη φύση των ζημιών που εκάτερος των διαδίκων διατείνεται ότι υπέστη λόγω της παραβίασης της Συμφωνίας από τον αντίδικο του. Έχω την άποψη ότι με βάση τα όσα αντίστοιχα ισχυρίζονται δεν είναι τέτοιες που η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Ενόψει τούτου κρίνω ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη των δύο διαταγμάτων. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το μεν διάταγμα ημερ. 10.3.09 ακυρώνεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας, το δε διάταγμα ημερ. 7.4.09 με έξοδα σε βάρος της εναγόμενης. Τα έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο