Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Γεώργιου Λανίτη, Αρ. Αγωγής: 13729/02, 30.9.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13729/02 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Εναγόντων -και- Γεώργιου Λανίτη Εναγομένου ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.9.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Μ. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου, γι΄ αυτόν κ. Κ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση) ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 13.5.1999 ο Εναγόμενος αιτήθηκε συμμετοχή στο σχέδιο Investor Account (Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού) των Εναγόντων, η οποία έγινε αποδεκτή. Μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη σύμβαση ημερομηνίας 13.5.1999 και οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του Εναγόμενου τρεχούμενο χρεωστικό λογαριασμό (επενδυτικό λογαριασμό) με πιστωτικό όριο μέχρι και Λ.Κ.30.
- Ο Εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς την Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ ΕΤΕ, οι οποίοι θα λειτουργούσαν ως χρηματιστές για την αγορά και πώληση μετοχών και θα ενημέρωναν τους Ενάγοντες για τις αντίστοιχες χρεοπιστώσεις του λογαριασμού του όπως επίσης και για την χρέωση κάποιων ποσών. Επίσης ο Εναγόμενος παραχώρησε αρχικά μετοχές προς εξασφάλιση του λογαριασμού ύψους Λ.Κ.8.000 (25% ποσοστό κάλυψης του ορίου του λογαριασμού). Στις 31.10.2000 καθώς και στις 12.1.2001 οι Ενάγοντες με επιστολές τους πληροφόρησαν τον Εναγόμενο ότι η αξία των εξασφαλίσεων που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών δυνάμει της συμφωνίας των διαδίκων ήταν χαμηλότερη από την προβλεπόμενη στη συμφωνία και ζήτησαν από αυτόν την παραχώρηση νέων εξασφαλίσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το τέλος του 1999 και αρχές του 2000 το ποσοστό κάλυψης του λογαριασμού αυξήθηκε μετά από εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας σε 40% και αργότερα σε 60% για να επανέλθει σταδιακά από τον Μάιο του 2000 στο 25%. Στις 13.2.2001 οι Ενάγοντες με επιστολή τους ετερμάτισαν την λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού και με νέες επιστολές τους ημερομηνίας 29.11.2001 και 11.6.2002 απαίτησαν από τον Εναγόμενο την καταβολή του οφειλομένου ποσού πλην όμως ο Εναγόμενος παρέλειψε και ή αμέλησε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα. Για τους Ενάγοντες κατέθεσαν στο Δικαστήριο έξι συνολικά μάρτυρες ενώ αντίθετα ο Εναγόμενος δεν προσήλθε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του δικηγόρου του ο οποίος προέβη επανειλημμένα σε προφορικά και γραπτά διαβήματα προς το Δικαστήριο ότι λόγω της ψυχικής υγείας του Εναγομένου ήταν αδύνατο γι' αυτό να μεταβεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για να καταθέσει ενόρκως για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και ότι θα έπρεπε το Δικαστήριο να μεταβεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και να λάβει την μαρτυρία του Εναγόμενου εκεί λόγω της αδυναμίας του να ταξιδέψει στη Λευκωσία. Η θέση αυτή του Εναγομένου η οποία ετέθη και προφορικά και γραπτά απερρίφθη διαδοχικά από το Δικαστήριο για τους λόγους που εμφαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 24.3.
- Σαν αποτέλεσμα αυτής της ενδιάμεσης απόφασης είναι η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου στην αγόρευση του ότι εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εναγόμενος «δεν είναι ικανός να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο και του αποστέρησε το δικαίωμα του αυτό ακόμα και να έχει ως εύρημα ότι ο Εναγόμενος οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα δεν μπορεί να το επιδικάσει εναντίον του». Η θέση αυτή είναι εντελώς αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και εκτός λογικής. Το Δικαστήριο ουδέποτε αποφάσισε ότι ο Εναγόμενος δεν είναι ικανός να παρουσιάσει την υπόθεση του. Το αντίθετο μάλιστα ο ίδιος ο Εναγόμενος παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά ψυχιάτρων που τον παρακολουθούν που καταδεικνύουν την κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Το ίδιο το Δικαστήριο διερωτήθηκε απλά κατά πόσο η παρουσία του στο Δικαστήριο της Λεμεσού ή της Λευκωσίας στο οποίο προφανώς θα μετέβαινε με αυτοκίνητο θα συνεπάγετο λιγότερη ή περισσότερη φόρτιση από την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου και την αντεξέταση του ενόψει του γεγονότος ότι σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά και μόνο η μετάβαση του σε κάποιο χώρο με αυτοκίνητο του δημιουργούσε προβλήματα στη βεβαρημένη ψυχική του υγεία. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι ο Εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει γιατί αυτό ήταν δική του επιλογή και ή επιλογή του συνηγόρου υπεράσπισης που ο ίδιος επέλεξε με σκοπό να χρησιμοποιήσει αυτό ως δήθεν προσπάθεια του Δικαστηρίου να μην αποδοθεί δικαιοσύνη εμποδίζοντας τον Εναγόμενο να παρουσιάσει την υπόθεση του. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ Η θέση αυτή του κ. Παπαντωνίου είναι συνυφασμένη με την προδικαστική ένσταση που εγείρει στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης του όπου αμφισβητεί την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσης υποθέσεως. Ισχυρίζεται ότι κατά τόπο δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού όπου ο Εναγόμενος έχει την μόνιμη κατοικία του και όπου έχει υπογραφή η επίδικη συμφωνία (και όχι στη Λευκωσία όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες) όλες δε οι πληρωμές χρεώσεις και πιστώσεις του επενδυτικού λογαριασμού γίνονταν στα γραφεία των Εναγόντων στη Λεμεσό και ή στα γραφεία της θυγατρικής αυτών χρηματιστηριακής εταιρείας ΕΤΕ στη Λεμεσό. Επίσης το πληρεξούσιο έγγραφο έχει υπογραφεί στη Λεμεσό όπως και όλα τα σχετικά έγγραφα αιτήσεις κλπ στην παρουσία του Παρασκευά Χρυσοστόμου, υπαλλήλου των Εναγόντων στη Λεμεσό και όλες οι δοσοληψίες που αφορούσαν τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό του Εναγομένου γίνονταν στη Λεμεσό. Να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία ούτε εγείροντας την προδικαστική αυτή ένσταση αιτήθηκε από το Δικαστήριο την προδικασία του νομικού αυτού σημείου της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ισχυριζόμενος ότι ενώπιον του Δικαστηρίου θα έπρεπε να τεθούν όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει κατά πόσο στερείται ή όχι κατά τόπο δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθορίζεται εάν ο Εναγόμενος ή οιοσδήποτε εκ των Εναγομένων κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής διαμένει και διεξάγει επάγγελμα εις την επαρχία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή. Οι Ενάγοντες έχουν την έδρα τους στη Λευκωσία διεξάγουν τις εργασίες τους στη Λευκωσία εφόσον στη συμφωνία δεν υπάρχει ρητή πρόνοια ως προς το που το χρέος θα είναι πληρωτέο εφαρμόζεται η γενική αρχή ότι ο χρεώστης, στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος, οφείλει να βρει τον πιστωτή του (στην προκειμένη περίπτωση τους Ενάγοντες) στο χώρο διεξαγωγής των εργασιών τους με σκοπό την εξόφληση τους. Περαιτέρω η συμφωνία παρά το ότι υπεγράφη εκ μέρους του Ενάγοντος στη Λεμεσό καταρτίστηκε στη Λευκωσία δια της υπογραφής της εκ μέρους του κ. Τρυπάτσα από πλευράς Εναγόντων (βλ. μαρτυρία των κ.κ. Καραγιώργη και Γρουτίδη). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο Λευκωσίας έχει συντρέχουσα δικαιοδοσία με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Όλες οι πράξεις σε σχέση με τον επενδυτικό λογαριασμό διενεργούντο στη Λευκωσία και η παράβαση της συμφωνίας έγινε στη Λευκωσία. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος ήγειρε την προδικαστική ένσταση χωρίς να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό όρους και ουδέποτε αιτήθηκε την εκδίκαση του προδικαστικού αυτού σημείου πριν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης εμποδίζεται στο στάδιο αυτό να εγείρει θέμα κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου γιατί με τις πράξεις του θεωρείται ότι εγκατέλειψε οποιοδήποτε τέτοιο δικαίωμα είχε. Βλ. Philipos Philipou v. Maria Philipou
(1986)1 CLR
- MΑΡΤΥΡΙΑ: Τόσο η απαίτηση των Εναγόντων όσο και υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Εναγομένου αλλά και υπεράσπιση των Εναγόντων στην ανταπαίτηση του Εναγομένου συνιστούν λεπτομερή και μακροσκελή δικόγραφα. Η μαρτυρία είναι ογκώδης παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν προσέφερε μαρτυρία στο δικαστήριο. Οι δε αγορεύσεις των δικηγόρων είναι επίσης μακροσκελείς. Ο κ. Παπαντωνίου αμφισβητεί τα πάντα. Δεν υπάρχει υπεράσπιση που μπορεί να εγερθεί και δεν εγείρεται. Θα προσπαθήσω να παραθέσω σε συντομία την μαρτυρία και τις θέσεις που προβάλλει ο κ. Παπαντωνίου για απόρριψη της απαίτησης των Εναγόντων και για έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση του Εναγομένου. Η πρώτη μάρτυρας των Εναγόντων Μαρία Κουμέρα κατέθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού του Εναγομένου (Τεκμήριο 1) σύμφωνα με την οποία περιορίζεται το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου σε €102.484,33 περιλαμβανομένων των τόκων μέχρι 30.5.
- Στο Τεκμήριο 1 έχουν αφαιρεθεί έξοδα και δεν κεφαλαιοποιούνται τόκοι. Ο δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων Γιώργος Καραγιώργης, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής του τμήματος χρηματιστηριακών συναλλαγών της Ελληνικής Τράπεζας Επενδύσεις Λτδ μεταξύ Ιουνίου 2000 και Οκτωβρίου 2002, ανέφερε ουσιαστικά ότι είναι ο ίδιος που υπόγραψε την αίτηση Τεκμήριο 3 για το άνοιγμα του επενδυτικού λογαριασμού του Εναγομένου και εξήγησε πως λειτουργούσε το συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο. Ο λογαριασμός - σύμφωνα με τον μάρτυρα διατηρείτο σε κατάστημα των Εναγόντων και ενημερωνόταν για τυχόν πιστώσεις ή χρεώσεις που εγίνοντο. Η ΕΤΕ διατηρούσε τον λογαριασμό αναφορικά με τις αγορές και/ή πωλήσεις χρηματιστηριακών αξιών που εγίνοντο με βάση εντολές των πελατών και συγκεκριμένα με εντολές του Εναγομένου. Η ΕΤΕ ελάμβανε οδηγίες από τον Εναγόμενο κάτοχο του λογαριασμού τις διαβίβαζε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Στο τέλος της κάθε χρηματιστηριακής συνάντησης ο πελάτης ενημερωνόταν από την ΕΤΕ είτε με αυτόματη αποστολή φάξ είτε τηλεφωνικώς και κάποτε και με τους δύο τρόπους, κατά πόσο η εντολή του είχε εκτελεσθεί ή όχι. Σε περίπτωση αγοράς μετοχών, αυτές ακολούθως ενεχυριάζοντο προς όφελος των Εναγόντων σύμφωνα με την συμφωνία Τεκμήριο
- Οι οδηγίες τις οποίες ελάμβανε η ΕΤΕ ήταν είτε γραπτές είτε προφορικές. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο ρόλος της Ενάγουσας περιοριζόταν στην χρέωση και/ή πίστωση του λογαριασμού του Εναγομένου ανάλογα με τις πράξεις για τις οποίες αυτός έδινε εντολές, να διενεργηθούν για λογαριασμό του. Η ΕΤΕ για τις υπηρεσίες τις οποίες παρείχε , δηλ. για την διεκπεραίωση των εντολών χρέωνε την συμφωνηθείσα αμοιβή μεταξύ του Εναγομένου και της ΕΤΕ, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Η Ενάγουσα ουδέποτε αγόρασε, πώλησε ή διενήργησε οποιαδήποτε χρηματιστηριακή πράξη εκ μέρους ή για λογαριασμό του Εναγομένου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν λειτουργούσε με διακριτική ευχέρεια αλλά με τις εκάστοτε εντολές του Εναγομένου. Σε σχέση δε με την διατήρηση των λογαριασμών χαρτοφυλακίου με διακριτική ευχέρεια υπήρχε άλλο ξεχωριστό τμήμα στην ΕΤΕ, το οποίο τους χειριζόταν. Σε καμία περίπτωση δεν παρουσιαστήκαμε ως σύμβουλοι, ανέφερε. Διευκρίνισε επίσης ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε διενήργησαν οποιαδήποτε αγοραπωλησία εκ μέρους του Εναγομένου και ουδέποτε παρουσιάστηκαν ως σύμβουλοι χρηματιστηριακών συναλλαγών. Σε σχέση με την ενημέρωση που ετύγχανε ο Εναγόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ελάμβανε μηνιαίες τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού του και ότι η ΕΤΕ απέστελλε στον Εναγόμενο τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού «Contract Notes List for client», με επισυνημμένες συνοπτικές καταστάσεις (client summary statement) ως και τις Καταστάσεις αλλαγών του χαρτοφυλακίου εξαιρουμένων των αγορών ή/και πωλήσεων (Adjustments List for Client), σε περίπτωση που αυτές χρειάζονταν. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι κατά την διάρκεια που ήταν προϊστάμενος του τμήματος συναλλαγών της ΕΤΕ δεν υπήρξε παράπονο σε σχέση με οποιαδήποτε συναλλαγή που είχε διενεργηθεί για λογαριασμό του Εναγομένου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης και εξήγησε τις χρεοπιστώσεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού και αφορούν την εξάσκηση δικαιωμάτων της Ελληνικής Τράπεζας τον Ιούνιο του
- Ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι ασκήθηκαν τα δικαιώματα αγοράς μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας προς όφελος του Εναγομένου δεν χρεώθηκε ο λογαριασμός του με το ποσό των Λ.Κ.11.500 ενώ ο ίδιος ωφελήθηκε από τις μετοχές που προέκυψαν τις οποίες και πώλησε. Μετά την διαπίστωση του λάθους η χρέωση έγινε πολύ αργότερα στις 31.7.2001 χωρίς χρέωση χρεωστικών τόκων για την περίοδο Αυγούστου 1999 και Ιουλίου
- Επίσης ο Εναγόμενος ενημερώθηκε γραπτώς με επιστολή της ΕΤΕ την οποία ο μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο
- (Επί του θέματος σχετική είναι η μαρτυρία και του επόμενου μάρτυρα Γεώργιου Γρουτίδη η οποία επιβεβαιώνει την μαρτυρία Καραγιώργη). Ο τρίτος μάρτυρας των εναγόντων κ. Γρουτίδης ήταν υπεύθυνος επενδυτικών λογαριασμών στην ΕΤΕ από τον Φεβρουάριου του 1997 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1999 και από τον Σεπτέμβριο του 1999 μέχρι τον Μάρτιο του 2004 ήταν προϊστάμενος του τμήματος εργασιών στην ΕΤΕ και έκτοτε μέχρι σήμερα είναι ο προϊστάμενος του τμήματος χρηματιστηριακών συναλλαγών της ΕΤΕ. Εξήγησε πως αφού ο Εναγόμενος υπέγραψε τα απαραίτητα έγγραφα και προσέφερε τις απαραίτητες εξασφαλίσεις ο λογαριασμός του ετέθη σε λειτουργία και επανέλαβε τον τρόπο λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού. Για τις εκτελεσμένες συναλλαγές οι οποίες γίνονταν πάντοτε κατόπιν εντολής του επενδυτή αποστέλλονταν προς αυτόν contract notes (βλ. Τεκμήριο 32Β). Με αυτά ο επενδυτής ενημερώνετο για τις εκτελεσθείσες συναλλαγές του. Κατέθεσε επίσης συγκεκριμένες σελίδες από το βιβλίο εντολών το οποίο ετηρείτο από την ΕΤΕ στις οποίες περιέχονται εντολές του Εναγομένου, (Τεκμήριο 31Β). Ανέφερε ότι το αρχικό ποσοστό εξασφάλισης (κάλυψης) ήταν αρχικά 25%, τον Σεπτέμβριο του 1999 αυξήθηκε σε 40%, τον Οκτώβριο του 1999 σε 60% και παρέμεινε στο 60% μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας στις 13.2.
- Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα η αξία των μετοχών που έχουν δοθεί για εξασφάλιση μειώθηκε σε ποσοστό μικρότερο του ποσοστού κάλυψης που απαιτείτο σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 και γι' αυτό το λόγο σύμφωνα με τους όρους 4 και 8 του Τεκμηρίου 1 οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 13.2.2001 ετερμάτισαν την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και απαίτησαν την επιστροφή του οφειλομένου υπολοίπου. Σε αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη γιατί οι Ενάγοντες δεν ρευστοποίησαν τις μετοχές του Εναγομένου τους πρώτους μήνες του 2000 ο μάρτυρας απάντησε ότι τέτοιες εντολές για ρευστοποίηση δεν εδόθησαν από τον επενδυτή Εναγόμενο. Κατά δε τη συγκεκριμένη περίοδο σχεδόν όλοι οι επενδυτές επίστευαν ότι οι τιμές των μετοχών θα είχαν ανοδική και όχι καθοδική πορεία. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2000 φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος επενδυτής Εναγόμενος δεν είχε πρόθεση να ρευστοποιήσει αλλά αιτήθηκε και αύξηση του ορίου του λογαριασμού του από ΛΚ80.000 σε ΛΚ250.000 δείχνοντας έτσι την πρόθεση του να αγοράσει μετοχές και όχι να ρευστοποιήσει ευελπιστώντας ότι η αγορά θα ανακάμψει και θα αποφέρει κέρδη. Αμφισβητήθηκε επίσης έντονα η συμμετοχή του Εναγόμενου στα λεγόμενα IPO's (ιδιωτικές τοποθετήσεις). Tα Τεκμήρια όμως 16, 17 και 18 ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν την συμμετοχή του Εναγομένου στα IPO's μετά από δική του πρωτοβουλία. Πέραν τούτου από τα IPO's ο Εναγόμενος πραγματοποίησε κέρδη. Αμφότεροι οι μάρτυρες Καραγιώργης και Γρουτίδης αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι μπορούσαν οι ίδιοι άνευ εντολών του Εναγομένου να προβούν σε οποιεσδήποτε πράξεις. Επέμεναν ότι την περίοδο εκείνοι οι επενδυτές πίστευαν στην κερδοφορία μετοχών που εξασφάλιζαν με IPO's όπως επίσης και στην ανάκαμψη της αγοράς αδιαφορώντας για τους κινδύνους που συνεπάγετο η αγορά μετοχών. Ο τέταρτος μάρτυρας των Εναγόντων Χρίστος Χαϊλής, ο οποίος από τον Ιανουάριου του 2000 ήταν αδειούχος χρηματιστής, ανάφερε ότι προς αυτόν κατά το διάστημα που χειρίζετο τον λογαριασμό του, ο Εναγόμενος έδινε εντολές και στο τέλος της ημέρας πληροφορούσε τον επενδυτή για την εκτέλεση ή μη των πράξεων του. Την εξέταση του αιτήματος του Εναγομένου τον Απρίλιο του 2000 για αύξηση του ορίου από ΛΚ80.000 σε ΛΚ250.000 την έκαμε ο μάρτυρας και ανέφερε στον πελάτη ότι το αίτημα του δεν έγινε αποδεκτό. Ο πέμπτος μάρτυρας των Εναγόντων Νίκος Χ' Μάρκου εργαζόταν στο τμήμα πιστωτικής πολιτικής της τράπεζας από το 1999 μέχρι το
- Το τμήμα αυτό όπως εξήγησε ο μάρτυρας ασχολείται με την εφαρμογή πλαισίου διαχείρισης πιστωτικής πολιτικής. Δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα χορηγεί τις διευκολύνσεις, ο οποίος πρέπει να συνάδει με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Το θέμα των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και η μη συμμόρφωση των Εναγόντων με αυτές κατά τον ουσιώδη χρόνο συνιστούσε τον κύριο άξονα της υπεράσπισης του Εναγομένου στην παρούσα υπόθεση. Στο Δικαστήριο κατατέθηκαν εφτά τέτοιοι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας ήτοι ημερομηνίας 12.7.1999, 12.10.1999, 24.11.1999, 29.11.1999, 5.1.2000, 15.3.2000 και 28.7.2000 (Τεκμήρια 25Α έως Ζ). Ο μάρτυρας αναγνώρισε τις εγκυκλίους αυτές και ανέφερε ότι υπήρξε πλήρης εφαρμογή τους και συμμόρφωση προς τις υποδείξεις τις Κεντρικής Τράπεζας από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι όσον αφορά την πρώτη εγκύκλιο οι Ενάγοντες αύξησαν το περιθώριο ασφαλείας των επενδυτικών λογαριασμών από 25% σε 40% και ακολούθως από 40% σε 60% και ενημέρωσαν προς τούτο όλους τους κατόχους των επενδυτικών λογαριασμών με επιστολή τους ημερομηνίας 22.10.1999, Τεκμήριο
- Οι εγκύκλιοι 12.10.1999 και 24.11.1999 αφορούσαν εισηγήσεις της Κεντρικής Τράπεζας προς τις Εμπορικές Τράπεζες για την αποφυγή ανοίγματος νέων επενδυτικών λογαριασμών (trading accounts) για αποφυγή της κερδοσκοπίας επενδυτών με την αγορά μετοχών. Αυτή όμως δεν είναι η κατάσταση στη συγκεκριμένη υπό εκδίκαση υπόθεση. Ο λογαριασμός του Εναγομένου υφίστατο από τον Μάιο του 1999 και η εγκύκλιος στην οποία πιθανόν να όφειλε συμμόρφωση η Ενάγουσα εταιρεία ήταν αυτή ημερομηνίας 29.11.1999 η οποία όσον αφορά τους υφιστάμενους λογαριασμούς επενδυτών, εισηγείτο την αύξηση του περιθωρίου ασφαλείας μέχρι και 100% πράγμα το οποίο οι Ενάγοντες δεν έκαμαν διότι ήταν εις βάρος των συμφερόντων του Εναγομένου. Αντίθετα οι Ενάγοντες μετά την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας 28.7.2000, Τεκμήριο 25Ζ, με επιστολή της ημερομηνίας 8.2.2001 (Τεκμήριο 40) μείωσε το ποσοστό εξασφάλισης μετά την άρση όλων των επιφυλάξεων της Κεντρικής Τράπεζας από 60% σε 40%. Τέλος, ο έκτος μάρτυρας Εναγόντων Σταύρος Νικολάου, ο οποίος εργάζεται στην ΕΤΕ με καθήκοντα μεταξύ των οποίων και η φύλαξη των εγγράφων της ΕΤΕ και το καταγραφικό σύστημα εντολών, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι του ανατέθηκε από τον προϊστάμενο του κ. Γεώργιο Γρουτίδη να εντοπίσει εντολές που αφορούσαν τον Εναγόμενο και εδόθησαν από αυτόν ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ψηφιακό δίσκο στον οποίο ο Εναγόμενος δίδει τον αριθμό της ταυτότητας του, το όνομα του και εντολές προς χρηματιστές της ΕΤΕ. Αυτή είναι η μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο ελλείψει μαρτυρίας από την πλευρά του Εναγομένου. Μέσα από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθησαν οι έξι μάρτυρες των Εναγόντων ο κ. Παπαντωνίου προσπάθησε να εκμαιεύσει ανεπιτυχώς ότι οι οποιεσδήποτε πράξεις στο λογαριασμό του Εναγομένου γίνονταν χωρίς την εντολή του, ότι ο ίδιος υπέγραψε τη συγκεκριμένη συμφωνία κατόπιν παροτρύνσεων υπαλλήλου ή υπαλλήλων της ΕΤΕ ότι θα πραγματοποιούσε κέρδη, ότι ο Εναγόμενος δεν ελάμβανε τα contract notes, δεν ενημερώνετο για τις πράξεις που εκτελούντο όχι κατόπιν εντολών του και δεν ελάμβανε τις τριμηνιαίες καταστάσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Με την αντεξέταση επίσης ο κ. Παπαντωνίου προσπάθησε να υποδείξει στο Δικαστήριο ότι υπήρξε παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να ρευστοποιήσουν το χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο ανατροπής του περιθωρίου ασφαλείας και για προστασία του επενδυτή αλλά και για ελαχιστοποίηση των ζημιών της Τράπεζας. Η θέση αυτή του κ. Παπαντωνίου εδράζεται στην αντίληψη ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση ρευστοποίησης των ενεχυριασμένων προς αυτούς μετοχών κατά το χρόνο ανατροπής του περιθωρίου εξασφάλισης. Η θέση όμως αυτή είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις συμβατικές και τις νομικές υποχρεώσεις των Εναγόντων. Κατ' αρχή θα πρέπει να ειπωθεί ότι τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται στο Τεκμήριο 1, αλλά αυτό είναι δικαίωμα των Εναγόντων το οποίο είναι δυνατό να ασκήσουν εφόσον επιλέξουν να το ασκήσουν. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η άσκηση τέτοιου δικαιώματος εκ μέρους των Τραπεζών θα επηρέαζε δυσμενώς χιλιάδες επενδυτές το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου και γενικά την οικονομία. Ήταν μια διεργασία που δεν μπορούσε να υλοποιηθεί άμεσα. Βλ. China South Sea Bank Ltd v. Tan Soon Gin
(1990)Α.C. 536, όπου αποφασίστηκε ότι ο πιστωτής δεν είχε ευθύνη προς τον χρεώστη για να εξασκήσει το δικαίωμα πώλησης που είχε και το οποίο αναφύετο από ενέχυρο αλλά δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος εάν και πότε θα πωλούσε. Ένας άλλος ισχυρισμός του Εναγομένου ότι δήθεν οι Ενάγοντες κατέστησαν εμπιστευματοδόχοι του νομίζω ότι δεν χρήζει σοβαρής αξιολόγησης γιατί είναι φανερό ότι από την μαρτυρία οι Ενάγοντες παραχώρησαν σ' αυτόν πιστωτικό όριο για να επενδύσει σε μετοχές που ο ίδιος επέλεγε να αγοράζει ή να πωλεί. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθησαν οι μάρτυρες των Εναγόντων δεν καταφαίνεται ότι καμιά από τις εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου ευσταθεί. Η μαρτυρία των Εναγόντων παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Εκδίδεται απόφαση εις βάρος του Εναγομένου και υπέρ των Εναγόντων για €102.484,33 με τόκο 9% ετησίως επί ποσού €62.235,07 από 30.5.08 μέχρις εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Επίσης εκδίδεται διάταγμα πώλησης των μετοχών που αποτελούν το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου και αναφέρονται στο Τεκμήριο 34(β). Η ανταπαίτηση του Εναγομένου απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του και προς όφελος των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο