Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Εύδωρα Μουγιάση κ.α., Αρ. Αγωγής 4241/04, 30 Σεπτεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4241/04 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Εναγόντων και
- Εύδωρα Μουγιάση, εκ Λευκωσίας
- C.G. POLEMIDIOTIS Co LTD Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Κάρνου Για τον εναγόμενο 1: κα Αρότη Για τους εναγόμενους 2: κ. Πολεμιδιώτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους το συνολικό ποσό των £13.840 δυνάμει τεσσάρων ακάλυπτων και/ή μη τιμηθεισών επιταγών, ποσού £3.460 εκάστης, πλέον νόμιμου τόκου και εξόδων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες είναι τράπεζα νόμιμα εγγεγραμμένη και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούντο με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων, και χορηγήσεις τραπεζικών διευκολύνσεων και υπηρεσιών. Σε άγνωστο για τους ενάγοντες χρόνο ο εναγόμενος 1 εξέδωσε προς όφελος της εναγομένης 2 εταιρείας τις τέσσερις επίδικες επιταγές με ημερομηνίες 11.9.00, 18.9.00, 25.9.00 και 9.10.00 και με αριθμούς 10353805, 10353806, 10353807 και 10353808 αντίστοιχα, της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, τις οποίες παρέδωσε στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Μετά τη νόμιμη και κανονική οπισθογράφηση των εν λόγω επιταγών από την εναγόμενη 2 εταιρεία, παραδόθηκαν αυτές στους ενάγοντες έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος και όταν κατέστησαν πληρωτέες και παρουσιάστηκαν κανονικά στην τράπεζα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγόμενου 1, επιστράφηκαν δε ως μη τιμηθείσες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής - ακάλυπτη επιταγή». Παρά τις οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι παραλείπουν και/ή αμελούν να καταβάλουν την οφειλή τους πλέον τους τόκους παρ' ότι την αποδέχτηκαν. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος 1 αρνείται την προαναφερθείσα ιδιότητα των εναγόντων, ενώ παραδέχεται την έκδοση εκ μέρους του των επίδικων επιταγών και την παράδοση τους στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Αρνείται ωστόσο τους λοιπούς ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ήταν ρητός όρος της προφορικής συμφωνίας του ίδιου με την εναγόμενη 2 εταιρεία, ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα παρουσιάζοντο στην τράπεζα για πληρωμή όταν θα καθίσταντο πληρωτέες, αλλά θα επιστρέφοντο στον εναγόμενο 1, ο οποίος θα κατέβαλλε στην εναγόμενη 2 εταιρεία το αντίστοιχο ποσό κάθε επιταγής. Παρόλο που ο εναγόμενος 1 τήρησε την εν λόγω προφορική συμφωνία και κατέβαλε το ποσό κάθε επιταγής πριν από τις 31.12.00, η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν του επέστρεψε τις επίδικες επιταγές. Παρά τις επανειλημμένες κλήσεις του εναγόμενου 1 προς την εναγόμενη 2 εταιρεία να του επιστρέψει τις επίδικες επιταγές, η τελευταία αμέλησε και/ή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να το πράξει. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος 1 ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία προς διασφάλιση του ίδιου ότι δεν θα παρουσίαζε τις επίδικες επιταγές προς εξαργύρωση στην τράπεζα κατά την ημέρα που θα καθίσταντο αυτές πληρωτέες, υπέγραψε βεβαίωση προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 30.1.01 ότι είχε διευθετηθεί το χρέος που προέκυπτε από τις εν λόγω επιταγές, τις οποίες ωστόσο παρέλειψε να του επιστρέψει. Με τον ισχυρισμό ότι δεν οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα απαιτούμενα από αυτούς ποσά, τα οποία αν οφείλονται θα πρέπει να καταβληθούν από την εναγόμενη 2 εταιρεία προς αυτούς, ο εναγόμενος 1 ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον των εναγομένων. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1, οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 που είναι αντίθετοι με τους δικούς τους ισχυρισμούς, εμμένοντας στη θέση τους και διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης αυτής τους της θέσης αναφέρουν ότι δεν γνώριζαν την ισχυριζόμενη ή και οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εναγομένων και εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες παρέλαβαν τις επίδικες επιταγές καλή τη πίστει από την εναγόμενη 2 εταιρεία έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος και ως εκ τούτου έχουν καταστεί νομιμοποιημένοι κομιστές των επίδικων επιταγών, ενόσω ο εναγόμενος 1 ως εκδότης αυτών εμποδίζεται βάσει της αρχής του αποκλεισμού των ενστάσεων από του να εγείρει οποιαδήποτε ένσταση και/ή υπεράσπιση για τη μη πληρωμή των εν λόγω επιταγών για οποιοδήποτε λόγο. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση της η εναγόμενη 2 εταιρεία εγείρει αρχικά προδικαστική ένσταση με τον ισχυρισμό ότι η έγερση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή παράλληλη διαδικασία εφόσον οι ενάγοντες ήγειραν εναντίον της την αγωγή με αρ. 8623/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία απαιτούν υπόλοιπο δανείου και/ή λογαριασμού στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα ποσά που αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Άνευ βλάβης σε σχέση με την πιο πάνω προδικαστική ένσταση, η εναγόμενη 2 εταιρεία αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οπισθογράφησε και παρέδωσε τις επίδικες επιταγές στους ενάγοντες. Περαιτέρω άνευ βλάβης του ισχυρισμού αυτού, η εναγόμενη 2 εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι επίδικες επιταγές δεν παραδόθηκαν έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος και/ή ότι το αντάλλαγμα απέτυχε. Προβάλλει τη θέση ότι οι εν λόγω επιταγές οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν στους ενάγοντες στα πλαίσια σύμβασης με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές, η οποία είναι παράνομη και/ή άκυρη καθότι συνήφθη κατά παράβαση των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Με τον ισχυρισμό τέλος ότι δεν οφείλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό και/ή ότι οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό έχει εξοφληθεί καθώς και ότι ουδέποτε οχλήθηκε από τους ενάγοντες, η εναγόμενη 2 εταιρεία ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον των εναγόντων. Στην απάντηση τους στην τροποποιημένη υπεράσπιση της εναγομένης 2 εταιρείας, οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς αυτής, εμμένοντας στη θέση τους και περαιτέρω ως προς την προδικαστική ένσταση ισχυρίζονται ότι η προαναφερθείσα αγωγή με αρ. 8623/01 δεν αφορά τις επίδικες επιταγές, ούτε την επίδικη σύμβαση πίστωσης και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καταχρηστική. Αναφέρουν επίσης ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία παρέδωσε τις επίδικες επιταγές σ' αυτούς για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει γραπτής σύμβασης πίστωσης με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές ημερομηνίας 12.5.00, η οποία είναι καθ' όλα νόμιμη, νομότυπη και έγκυρη και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης 2 εταιρείας είναι αόριστοι, αβάσιμοι και ασαφείς. Κατά την ακροαματική διαδικασία, εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Κ. Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των εναγόντων (ΜΕ), εκ μέρους του εναγόμενου 1 προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου και εκ μέρους της εναγομένης 2 εταιρείας κατέθεσε ο Κ. Πολεμιδιώτης, διευθυντής της (ΜΥ2). Ο ΜΕ, ως διευθυντής στο κατάστημα της Πλατείας Ελευθερίας των εναγόντων και γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρθηκε στη σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 12.5.00 που συνήφθη μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας (Τεκμήριο 1). Η σύμβαση αυτή αφορούσε την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες στην εναγόμενη 2 εταιρεία για το ποσό των £300.000 σε τρεχούμενο ανοικτό λογαριασμό με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές. Σύμφωνα με ρητό όρο της εν λόγω συμφωνίας η χρήση της πίστωσης μπορούσε να γίνει είτε με λήψη χρημάτων απευθείας από τον οφειλέτη, είτε με την έκδοση επιταγών σε διαταγή από τον οφειλέτη επί των εναγόντων, είτε με έγγραφη εντολή του οφειλέτη για καταβολή σε τρίτους και είτε με οποιοδήποτε έγγραφο που θα συνιστούσε, κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων, εντολή ή εξουσιοδότηση προς αυτούς να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό προς τρίτους για λογαριασμό του οφειλέτη. Με βάση την εν λόγω συμφωνία οι ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι της εναγομένης 2 εταιρείας λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών με παρατράβηγμα £300.000 υπ' αριθμό 521/336428-9 και τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 521/336427-8, μέσω του οποίου η εναγόμενη 2 εταιρεία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί την πιστωτική της διευκόλυνση. Ο ΜΕ αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας των προαναφερθέντων λογαριασμών. Όπως είπε, η εναγόμενη 2 εταιρεία κατά καιρούς προσκόμιζε στους ενάγοντες διάφορες μεταχρονολογημένες επιταγές ως αντάλλαγμα για την πιστωτική διευκόλυνση που τους είχε παραχωρηθεί. Το 85% της αξίας των μεταχρονολογημένων επιταγών χρεωνόταν στο λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών και το ισόποσο πιστωνόταν στον τρεχούμενο λογαριασμό, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την εναγόμενη 2 εταιρεία. Οι επιταγές φυλάγονταν σε χρηματοκιβώτιο των εναγόντων μέχρι την ημέρα που ήταν πληρωτέες, οπότε και αποστέλλονταν στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή. Το υπόλοιπο 15% πιστωνόταν στον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης 2 εταιρείας σε μεταγενέστερο στάδιο είτε όταν οι επιταγές εξαργυρώνονταν κανονικά από την πληρώτρια τράπεζα είτε όχι. Οι τέσσερις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-5) παραδόθηκαν από την εναγόμενη 2 εταιρεία στους ενάγοντες στις 5.6.00, 8.6.00, 21.6.00 και 7.7.00 αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές είχαν οπισθογραφηθεί από τον ΜΥ2, ο οποίος είναι ο κύριος μέτοχος και διευθυντής της εναγομένης 2 εταιρείας (Τεκμήριο 10) και είχε εξουσιοδοτηθεί από τους διευθυντές της εν λόγω εταιρείας να υπογράφει εκ μέρους της (Τεκμήριο 11). Μετά την υπογραφή των σχετικών καταστάσεων μεταχρονολογημένων επιταγών (Τεκμήρια 6-9), ο ΜΕ αφού τις έλεγξε και διαπίστωσε ότι ήταν κανονικές, χρέωσε τον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών με το 85% της αξίας τους και πίστωσε ανάλογα τον τρεχούμενο λογαριασμό, με αποτέλεσμα να εκδοθούν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής (Τεκμήρια 12-15) και τα αντίστοιχα γραμμάτια είσπραξης (Τεκμήρια 16-19). Στη συνέχεια φύλαξε τις επίδικες επιταγές στο χρηματοκιβώτιο των εναγόντων και όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες εκδόθηκαν ξεχωριστά γραμμάτια είσπραξης για την κάθε μία (Τεκμήρια 20-23) και πιστώθηκε ανάλογα ο μεταχρονολογημένος λογαριασμός της εναγομένης 2 εταιρείας με ολόκληρο το ποσό των επιταγών. Οι εν λόγω επιταγές αποστάληκαν στην πληρώτρια τράπεζα, Τράπεζα Κύπρου, για πληρωμή αλλά επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή». Τότε χρέωσε τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης 2 εταιρείας με το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών και πίστωσε αντίστοιχα τον λογαριασμό των μεταχρονολογημένων επιταγών (σχετικές καταστάσεις των δύο λογαριασμών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 24 και 25 αντίστοιχα). Ενημέρωσε σχετικά με το πρόβλημα τον ΜΥ2, ο οποίος του ανέφερε ότι θα επικοινωνούσε με τον εναγόμενο 1 και θα τακτοποιούσε το θέμα, αλλά εν τέλει δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό για εξόφληση των επίδικων επιταγών. Η ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ των δύο εναγομένων δεν ήταν γνωστή στους ενάγοντες πριν την καταχώριση της υπεράσπισης του εναγόμενου 1 και ουδέποτε οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες την επιστροφή των επιταγών. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ, όσον αφορά την αγωγή με αρ. 8623/01, οι ενάγοντες απαίτησαν εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας οφειλές και αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνιών με ημερομηνίες 5.11.98, 28.2.00 και 12.5.00 (σύμβαση δανείου), όπως αυτές τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα, οι οποίες δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 12.5.00 που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Καταθέτοντας αντίγραφα της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 12.5.00 και του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με αρ. 8623/01 ως Τεκμήρια 26 και 27 αντίστοιχα, ανέφερε ότι η υπό αναφορά αγωγή δεν αφορά απαίτηση λόγω ακάλυπτων επιταγών, όπως η παρούσα αγωγή και στην αγωγή εκείνη, αν και αρχικά είχε απαιτηθεί διαζευκτικά το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της παρούσας αγωγής ως υπόλοιπο λογαριασμού στον οποίο είχαν χρεωθεί και τα ποσά των επίδικων επιταγών, εκδόθηκε στις 18.12.07 εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας, κατόπιν ρητής δήλωσης των εναγόντων ότι το ποσό της απόφασης δεν περιλαμβάνει το ποσό της απαίτησης σχετικά με τις επίδικες επιταγές της παρούσας αγωγής. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι σε διάφορα χρονικά διαστήματα είχε αγοράσει ηλεκτρικά είδη από την εναγόμενη 2 εταιρεία, η οποία διατηρούσε κατάστημα πώλησης τέτοιων ειδών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οφειλές προς αυτή και είχε συμφωνήσει ρητά με τον ΜΥ2 ότι για εγγύηση της εξόφλησης των οφειλών του θα εξέδιδε επιταγές προς όφελος της εναγομένης 2 εταιρείας, οι οποίες δεν θα παρουσιάζονταν για πληρωμή όταν θα ήταν πληρωτέες, αλλά θα του επιστρέφοντο όταν θα κατέβαλε στην εναγόμενη 2 το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά, νοουμένου ότι θα κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό πριν από τις 31.12.
- Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας εξέδωσε τις τέσσερις επίδικες επιταγές, τις οποίες εξόφλησε πριν από τις 31.12.00, αλλά οι επιταγές δεν του επιστράφηκαν λόγω παράλειψης του ΜΥ2, όπως φαίνεται σε σχετική βεβαίωση ημερομηνίας 30.1.01, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες και δεν οφείλει οποιαδήποτε ποσά σ' αυτούς, καθότι οποιεσδήποτε οφειλές που είχε αφορούσαν αποκλειστικά την εναγόμενη 2 εταιρεία και τις εξόφλησε. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε αρχικά στους δύο λογαριασμούς που τηρούσε η εναγόμενη 2 εταιρεία με τους ενάγοντες. Ειδικότερα σε σχέση με τον «λογαριασμό μεταχρονολογημένων» υπ' αριθμό 521/336428-9, ανέφερε ότι αυτός ανοίχθηκε από τους ενάγοντες σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 12.5.00 που υπογράφηκε μεταξύ της εναγομένης 2 εταιρείας και των εναγόντων και αφορούσε παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για ποσό £300.000 σε τρεχούμενο ανοικτό λογαριασμό με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν ουσιαστικά χορήγηση παρατραβήγματος με όριο £300.000 για τον οποίο δίνονταν ως εξασφάλιση μόνο μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της εναγομένης 2 εταιρείας και ο οποίος λειτουργούσε χωρίς βιβλιάριο επιταγών, χωρίς εμβάσματα από ξένους και χωρίς πληρωμές από τρίτους. Ο άλλος λογαριασμός υπ' αριθμό 521/336427-8, που σύμφωνα και με τον ΜΕ ήταν «τρεχούμενος λογαριασμός», ανοίχθηκε από τους ενάγοντες σε προγενέστερο στάδιο και ήταν λογαριασμός της εναγομένης 2 εταιρείας μέσω του οποίου αυτή εκτελούσε τις εργασίες της με κατάθεση των εισπράξεων της και εκτέλεση των πληρωμών της. Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός δημιουργήθηκε σύμφωνα με σύμβαση πίστωσης μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας, ημερομηνίας 5.11.98, όπως τροποποιήθηκε στις 8.2.99, 28.3.00 και 12.5.00 και οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία πίστωση ποσού £200.000, δηλαδή διευκολύνσεις ξεχωριστές από αυτές που παραχώρησαν στο λογαριασμό μεταχρονολογημένων. Για τον εν λόγω λογαριασμό η εναγόμενη 2 εταιρεία έδωσε στους ενάγοντες διάφορες εξασφαλίσεις που περιλάμβαναν κυμαινόμενη επιβάρυνση επί του ενεργητικού της εναγομένης 2 εταιρείας (Τεκμήριο 33), υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας της και εκχώρηση ασφαλιστικών συμβολαίων και ήταν ξεχωριστές από τις εξασφαλίσεις του λογαριασμού μεταχρονολογημένων, δηλαδή τις ενεχυριασμένες επιταγές. Αναφορικά με τις συναλλαγές στους υπό αναφορά λογαριασμούς, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι όταν μια μεταχρονολογημένη επιταγή ενεχυριαζόταν ως εξασφάλιση της πίστωσης του λογαριασμού μεταχρονολογημένων, το 85% ή το 80% της αξίας της επιταγής αυτής μεταφερόταν στον τρεχούμενο λογαριασμό και στη συνέχεια όταν πληρωνόταν η επιταγή, το υπόλοιπο 15% ή 20% μεταφερόταν επίσης στον τρεχούμενο λογαριασμό. Αν η επιταγή επιστρεφόταν απλήρωτη, οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό μεταχρονολογημένων με το ποσό της επιταγής και με μεταφορά από τον τρεχούμενο λογαριασμό εξοφλούσαν τη σχετική χρέωση. Οι επιστροφές επιταγών καλύπτονταν από καταθέσεις άλλων επιταγών, από πληρωμές από πελάτες και καταθέσεις μετρητών. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων δημιουργήθηκε με τις σαφείς διαβεβαιώσεις και διευκρινίσεις ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία θα είχε την ευθύνη είσπραξης των απλήρωτων επιταγών ή την καταβολή του ισόποσου αυτών, γι' αυτό και είχαν δοθεί προσωπικές εγγυήσεις των μετόχων της εναγομένης 2 εταιρείας. Στις περιπτώσεις που οι ενάγοντες εξοφλούσαν υπόλοιπα του λογαριασμού μεταχρονολογημένων από μεταφορά από τον τρεχούμενο λογαριασμό, επέστρεφαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία τις απλήρωτες επιταγές, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Ο ΜΥ2 βλέποντας τα Τεκμήρια 28, 29 και 30, υποστήριξε ότι ήταν επιταγές που είχαν δοθεί από την εναγόμενη 2 εταιρεία στους ενάγοντες ως ενέχυρο και επιστράφηκαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία όταν δεν πληρώθηκαν κατά την χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού, όπως είχε γίνει και με άλλες επιταγές που η εναγόμενη 2 εταιρεία έχει στην κατοχή της. Ως προς τις επίδικες επιταγές ο ΜΥ2 επανέλαβε όσα είχε αναφέρει ο εναγόμενος 1 και περαιτέρω υποστήριξε ότι μετά την εξόφληση των οφειλών του εναγόμενου 1 προς την εναγόμενη 2 εταιρεία, διαβεβαίωσε ο ίδιος τον εναγόμενο 1 ότι οι εν λόγω επιταγές θα καταστρέφονταν. Ο εναγόμενος 1 ενημέρωσε τον ΜΥ2 ότι οι ενάγοντες τον καλούσαν να εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές προς αυτούς παρόλο που ο ΜΥ2 είχε ενημερώσει τον κ. Χατζησάββα, διευθυντή του υποκαταστήματος 521 των εναγόντων, ότι οι επίδικες επιταγές δεν έπρεπε να κατατεθούν για πληρωμή και ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι αν οι επιταγές δεν πληρώνονταν κατά την παρουσίαση τους θα επιστρέφονταν στην εναγόμενη 2 εταιρεία, με αποκλειστική ευθύνη της τελευταίας. Για τη συμφωνία μεταξύ των εναγομένων αναφορικά με τις επίδικες επιταγές, είχε ενημερωθεί και ο ΜΕ, με τον οποίο ο ΜΥ2 είχε καθημερινά επικοινωνία. Ο ΜΥ2 είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους ενάγοντες τόσο ότι οι εν λόγω επιταγές θα του επιστρέφονταν αν δεν πληρώνονταν, αλλά και ότι οι ενάγοντες δεν θα λάμβαναν κανένα μέτρο εναντίον του εναγόμενου 1, ως εκδότη των επιταγών, εφόσον ήταν και πρακτική των εναγόντων να επιστρέφουν τις ενεχυριασμένες επιταγές που δεν πληρώνονταν από τους εκδότες τους. Όλα τα ποσά που εισέπραξε η εναγόμενη 2 εταιρεία από τον εναγόμενο 1 για τις επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό, εν γνώσει των εναγόντων. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 24, οι καταθέσεις για το σκοπό αυτό κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 12.9.00 και 27.10.00 σε μετρητά και επιταγές υπερβαίνουν την αξία των επίδικων επιταγών. Παρά ταύτα οι ενάγοντες δεν επέστρεψαν τις επίδικες επιταγές στην εναγόμενη 2 εταιρεία, κακώς και παράνομα κατά τον ΜΥ2, και κακόβουλα και καταχρηστικά ήγειραν την παρούσα αγωγή. Ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων, φέροντας τελικό χρεωστικό υπόλοιπο £9.996,46, έκλεισε κατά την 8.5.01 με εξόφληση του από τον τρεχούμενο λογαριασμό, χωρίς να υπάρξει καθυστέρηση εξόφλησης οποιασδήποτε οφειλής ούτε και υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου. Σχετικά με την αγωγή με αρ. 8623/01, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι αφορά όλα τα οφειλόμενα ποσά του τρεχούμενου λογαριασμού, όπως φαίνεται στην έκθεση απαίτησης (Τεκμήριο 34) και στις συναφθείσες σχετικές συμβάσεις (Τεκμήριο 35), καταθέτοντας επίσης αντίγραφο της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή εκείνη ως Τεκμήριο
- Απορρίπτοντας τις αντίθετες με τις δικές του θέσεις του ΜΕ, ο ΜΥ2 υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για το οποίο δόθηκαν οι επίδικες επιταγές εφόσον το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων εξοφλήθηκε πλήρως από την εναγόμενη 2 εταιρεία. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Παρόλο που στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο πιο κάτω, συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι η κα Κάρνου εισηγήθηκε ότι από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας συνάγεται ότι οι επίδικες επιταγές ουδέποτε εξοφλήθηκαν και οι ενάγοντες ως νόμιμοι καλόπιστοι κομιστές δικαιούνται να εισπράξουν αυτές από τους εναγόμενους. Αντίθετα η κα Αρότη υποστήριξε ότι ο εναγόμενος 1 έχοντας εξοφλήσει τις επιταγές πληρώνοντας το αντίτιμο τους στην εναγόμενη 2 εταιρεία δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Ο κ. Πολεμιδιώτης εισηγήθηκε ότι είναι πρόδηλο ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζουν την απαίτηση τους οι ενάγοντες δεν αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης τους και ως εκ τούτου η αγωγή έχουσα διαφορετική νομική βάση είναι απορριπτέα αλλά και περαιτέρω οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι το απαιτούμενο ποσό οφείλεται σ' αυτούς εφόσον από τις λογιστικές πράξεις στους δυο επίδικους λογαριασμούς που τηρούντο για την εναγόμενη 2 εταιρεία προκύπτει ότι οι επιταγές εξοφλήθηκαν από αυτήν πέραν του ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας διευθετήθηκαν με την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση στην αγωγή με αρ. 8623/
- Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και τα κατατεθέντα Τεκμήρια συνάγεται αρχικά ότι δεν αμφισβητούνται τόσο η έκδοση εκ μέρους του εναγόμενου 1 των επίδικων επιταγών με δικαιούχο την εναγόμενη 2 εταιρεία όσο και η παράδοση τους στους ενάγοντες, υπό την ιδιότητα τους ως τράπεζας νόμιμα εγγεγραμμένης που κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων και χορηγήσεις τραπεζικών διευκολύνσεων και υπηρεσιών, καθώς οι συνθήκες παράδοσης των επιταγών εκ μέρους της εναγομένης 2 εταιρείας στους ενάγοντες που σχετίζονται με την συναφθείσα μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας σύμβαση πίστωσης με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές, Τεκμήριο 1, που είναι, επίσης, αναμφισβήτητη. Τα αναμφισβήτητα αυτά στοιχεία έχουν προέλθει και από τη μαρτυρία του ΜΕ, του οποίου η μαρτυρία ωστόσο στο σύνολο της, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές βάθρο για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου στα αμφισβητούμενα θέματα. Όπως προκύπτει από την γραπτή δήλωση του ΜΕ, Έγγραφο 1, αυτός ισχυρίστηκε ότι με την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης οι ενάγοντες άνοιξαν πέραν του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών με παρατράβηγμα £300.000 υπ' αριθμό 521/336428-9 και τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 521/336427-8, μέσω του οποίου η εναγόμενη 2 εταιρεία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί την πιστωτική της διευκόλυνση. Η αναφορά του ΜΕ στο άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού στις 12.5.2000, που όπως προέκυψε από την λοιπή αναντίλεκτη μαρτυρία και αποδέχθηκε και η συνήγορος των εναγόντων δεν είναι ορθή, εφόσον ο συγκεκριμένος τρεχούμενος λογαριασμός προϋπήρχε, έχοντας τον αριθμό αυτό από τις 28.3.2000 (βλ. αντίγραφο της «σύμβασης αυξήσεως πιστώσεως εις τρεχούμενον ανοικτόν λογαριασμόν» ημερομηνίας 28.3.2000 και της ομώνυμης σύμβασης ημερομηνίας 12.5.2000 στο Τεκμήριο 35), θα μπορούσε να θεωρηθεί απλά ανακριβής, αν δεν συνυπήρχαν άλλες αντιφάσεις ή ανακολουθίες στη μαρτυρία του ΜΕ και να μην της αποδίδετο ιδιαίτερη σημασία. Συνεκτιμώμενη όμως με την δήλωση του ΜΕ ότι η οφειλή των εναγομένων στην παρούσα αγωγή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας στην αγωγή με αρ. 8623/01, που αφορά μεταξύ άλλων την σύμβαση δανείου ημερομηνίας 12.5.2000 (Τεκμήριο 26), και όχι την επίδικη σύμβαση πίστωσης, φανερώνει την προσπάθεια του ΜΕ να συγχύσει αντί να διαφωτίσει τα πράγματα αποσυνδέοντας την αξίωση της παρούσας αγωγής από αυτήν της αγωγής με αρ. 8623/01, γεγονός που όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, έχει καθοριστική σημασία στην παρούσα υπόθεση. Η αντιφατικότητα της δήλωσης αυτής του ΜΕ όμως φαίνεται και από το ότι, αμέσως μετά, υποστήριξε ότι αν και αρχικά απαιτείτο το οφειλόμενο δυνάμει των επιταγών ποσό ως ποσό που χρεώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό με την αγωγή με αρ. 8623/01, με ρητή δήλωση των εναγόντων, χωρίς να διευκρινίζει κατά πόσο ο ίδιος ήταν παρών, το ποσό της δηλωθείσας εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή με αρ. 8623/01 (Τεκμήριο 36) δεν περιλαμβάνει το ποσό της υπό κρίση απαίτησης σχετικά με τις επίδικες επιταγές, αφήνοντας αμφιβολία για την σημασία μιας τέτοιας δήλωσης των εναγόντων εφόσον σύμφωνα με την προγενέστερη θέση του η αγωγή εκείνη δεν αφορούσε την επίδικη σύμβαση πίστωσης. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, όπως ορθά υποστήριξε ο ΜΥ2, με την αγωγή με αρ. 8623/01 οι ενάγοντες απαίτησαν από την εναγόμενη 2 εταιρεία το υπόλοιπο του υπό αναφορά τρεχούμενου λογαριασμού, στον οποίο είχε μεταφερθεί και το υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων, όπως επιβεβαιώνεται από τις παραγράφους 4, 5, 6, 7 και 20 της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή με αρ. 8623/01, Τεκμήρια 27 και 34, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες συμβάσεις του Τεκμηρίου 35 και τις καταστάσεις των δυο λογαριασμών (βλ. Τεκμήριο 31). Στη συνέχεια ο ΜΕ, θέλοντας να βοηθήσει το Δικαστήριο ετοίμασε και κατέθεσε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του από τον συνήγορο της εναγομένης 2 εταιρείας το Τεκμήριο 31, όπου παρέθεσε όλες τις συναλλαγές που αφορούσαν κάθε μια από τις επίδικες επιταγές ξεχωριστά, καταλήγοντας ότι ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων επιταγών «έκλεισε και μεταφέρθηκε το πιστωτικό υπόλοιπο £9936,46 στον τρεχούμενο». Από το αντίγραφο όμως του λογαριασμού μεταχρονολογημένων που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 31 (βλ. τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 31) είναι σαφές ότι το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ήταν χρεωστικό στις 8.5.2001 και ο λογαριασμός αυτός εξοφλήθηκε στις 06/07. Παρέμεινε δε χωρίς καμία εξήγηση η μεταφορά ως πίστωση του πιο πάνω ποσού στον τρεχούμενο λογαριασμό στις 08/05 (βλ. προτελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 31). Ακόμη και αν μπορούσε επιεικώς να θεωρηθεί ως προχειρότητα μια τέτοια αναφορά, το αποτέλεσμα είναι ότι έχει δημιουργήσει σύγχυση και φανερώνει ασυνέπεια στις θέσεις του ΜΕ, στην προσπάθεια του να πείσει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τα διεκδικούμενα δυνάμει των επιταγών ποσά. Δημιουργείται ακόμη αμφιβολία ως προς την ορθή λειτουργία των δυο λογαριασμών και ως προς την ορθότητα των γενομένων χρεωπιστώσεων για τις επίδικες επιταγές σ' αυτούς αλλά κυριότερα για το κατά πόσο τελικά δημιουργήθηκε η επίδικη οφειλή και ότι δεν εξοφλήθηκε ή διευθετήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ως προέβλεπε η σύμβαση πίστωσης, από την εναγόμενη 2 εταιρεία και συνεπώς εσφαλμένα δεν της επιστράφηκαν οι επίδικες επιταγές, όπως υποστήριξε ο ΜΥ2. Δεν μπορώ να συμφωνήσω επίσης με την κα Κάρνου ότι είναι επουσιώδης η αντίφαση του ΜΕ, που επισημάνθηκε και από τον κ. Πολεμιδιώτη, σε σχέση με την ύπαρξη και άλλων επιταγών, των Τεκμηρίων 28-30, που του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του και είχαν εκδοθεί από τον εναγόμενο 1 προς την εναγόμενη 2 εταιρεία, μετά δε την παράδοση τους στους ενάγοντες με παρόμοιο με τις επίδικες επιταγές τρόπο, επιστράφηκαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία, ενόσω ο ΜΕ είχε δηλώσει κατά την κυρίως εξέταση του, στο Έγγραφο 1, ότι ποτέ στο παρελθόν η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν τους παρέδωσε επιταγές του εναγόμενου 1. Όπως ανέφερε ο ΜΕ, αν και δεν θυμόταν την ύπαρξη των Τεκμηρίων 28-30, οι επιταγές αυτές μετά την επιστροφή τους χωρίς να πληρωθούν από την πληρώτρια τράπεζα παραδόθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγόμενη 2 εταιρεία, συμπεραίνοντας ότι παρόλο που είχαν γίνει χρεωπιστώσεις στους δυο λογαριασμούς των ποσών αυτών των επιταγών, με παρόμοιο τρόπο όπως των επίδικων επιταγών, οι ενάγοντες θα ικανοποιήθηκαν με την κατάθεση αντίστοιχου ποσού ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο για την κάλυψη των συγκεκριμένων επιταγών. Οι ισχυρισμοί του ΜΥ2 περί των διαβεβαιώσεων των εναγόντων ότι δεν θα λάμβαναν μέτρα εναντίον του εναγόμενου 1, εφόσον γνώριζαν την μεταξύ των εναγομένων συμφωνία για τον χειρισμό των επίδικων επιταγών εκ μέρους της εναγομένης 2 εταιρείας και ότι θα επέστρεφαν τις επιταγές αυτές στην εναγόμενη 2 εταιρεία αν δεν εξαργυρώνονταν ως είναι η πρακτική, βέβαια δεν τέθηκαν στον ΜΕ σε οποιοδήποτε στάδιο της αντεξέτασης του ώστε να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση των εναγόντων για τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της εναγομένης 2 εταιρείας. Θεωρώντας ότι οι θέσεις αυτές της εναγομένης 2 εταιρείας αποτελούν μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού εξόφλησης της επίδικης οφειλής αλλά και δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, εφόσον σύμφωνα με αυτό η εναγόμενη 2 εταιρεία ήταν σε κάθε περίπτωση υπεύθυνη να εξοφλήσει κάθε ανεξαργύρωτη επιταγή καθώς και το υπόλοιπο του λογαριασμού της προς τους ενάγοντες, κατ' επιλογή των τελευταίων, μέσα στα πλαίσια της αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΥ2, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, γίνονται αποδεκτές, ενόσω η θέση του ΜΕ ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων και ουδέποτε ζητήθηκε από αυτούς να τους επιστραφούν οι επίδικες επιταγές κρίνεται ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, αξιολογώντας την μαρτυρία του εναγόμενου 1 η αντίληψη μου είναι ότι αυτός ανέφερε τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν και όχι για να αποφύγει την ευθύνη του ως εκδότης των επίδικων επιταγών έναντι των εναγόντων, θέμα νομικό που θα εξεταστεί στη συνέχεια και για το οποίο δεν αναμενόταν από τον εναγόμενο 1 να γνωρίζει αλλά και μη επιτρεπτό να εκφράσει άποψη. Η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων ως προς τις επίδικες επιταγές και η εξόφληση τους από τον εναγόμενο 1 προς την εναγόμενη 2 εταιρεία ως προκύπτει από το Τεκμήριο 32, που δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους των εναγόντων, έχει αποδειχθεί ως γεγονός, ανεξάρτητα από την σημασία που μπορεί να έχει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, για την ευθύνη του εναγόμενου 1 έναντι των εναγόντων ως κατόχων των επιταγών. Η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται αποδεκτή σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα καθότι η αντίληψη μου, από την γενική του εικόνα ως μάρτυρα σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα Τεκμήρια, είναι ότι ο ΜΥ2 κάθε άλλο παρά προσπάθησε να αποφύγει την ευθύνη της εναγομένης 2 εταιρείας για το απαιτούμενο από τους ενάγοντες χρέος και εξέθεσε τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν. Όπως διαφάνηκε ήταν γνώστης των συμφωνιών της εναγομένης 2 εταιρείας με τους ενάγοντες και των συναλλαγών που αφορούσαν τις επίδικες επιταγές. Υπέδειξε ότι από τις χρεώσεις και πιστώσεις των ποσών των επίδικων επιταγών στους δυο λογαριασμούς και από την μεταφορά του υπολοίπου του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών στον τρεχούμενο λογαριασμό, η οποιαδήποτε οφειλή της εναγομένης 2 εταιρείας δυνάμει των επιταγών έχει συμπεριληφθεί στην απαίτηση των εναγόντων δυνάμει του υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού. Η θέση του ότι από τις καταθέσεις άλλων επιταγών και μετρητών που έγιναν εκ μέρους της εναγομένης 2 εταιρείας στον τρεχούμενο λογαριασμό, τα ποσά των επίδικων επιταγών εξοφλήθηκαν είναι λογική, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων είναι κατά πολύ χαμηλότερο του ποσού των επίδικων επιταγών ούτε και συνάγεται χωρίς άλλο ότι το υπόλοιπο αυτό προήλθε συνεπεία μη πληρωμής ειδικά των επιταγών αυτών, ενόψει της πληθώρας των συναλλαγών που ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων περιλαμβάνει. Είναι κατάλληλο το στάδιο να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο της σύμβασης πίστωσης με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές, Τεκμήριο 1, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες χορήγησαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία πίστωση μέχρι του ποσού των £300.000 σε τρεχούμενο ανοικτό λογαριασμό με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές, υπό τους όρους της συμφωνίας αυτής. Οι τέσσερις επίδικες επιταγές περιήλθαν, ως είναι κοινώς αποδεκτό, στην κατοχή των εναγόντων δυνάμει του όρου 1(η) του Τεκμηρίου 1, σύμφωνα με τον οποίο η εναγόμενη 2 εταιρεία είχε αναλάβει την υποχρέωση από καιρού εις καιρό να οπισθογραφεί, ενεχυριάζει και παραδίδει στους ενάγοντες τις μεταχρονολογημένες επιταγές που θα εκδίδοντο στη διαταγή της και/ή οπισθογραφούντο προς όφελος της και/ή περιέρχοντο στην κατοχή της από τους διάφορους πιστωτές της και τις οποίες οι ενάγοντες κατά την απόλυτη κρίση τους θα αποδέχοντο ή θα απέρριπταν. Οι όροι υπό τους οποίους θα κατείχοντο από τους ενάγοντες οι επιταγές που είχαν γίνει αποδεκτές περιλαμβάνονται στις υποπαραγράφους (i)-(
- vi)του όρου 1(η), όπου και καθορίζεται ότι οι παραδιδόμενες στους ενάγοντες επιταγές θα κρατούντο από αυτούς ως ενέχυρο, υπαγόμενο στους όρους του Τεκμηρίου 1. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την υποπαράγραφο (
- i)η εναγόμενη 2 εταιρεία δεσμευόταν και δήλωνε ότι ήταν κάτοχος των ενεχυριαζόμενων επιταγών για αξία και σε κανονική πορεία (holder for value and in due course) και η παραλαβή των επιταγών από τους ενάγοντες γινόταν βάσει της δήλωσης αυτής και εγγύησης της εναγομένης 2 εταιρείας. Όπως προνοείται δε στην υποπαράγραφο (vi), σε περίπτωση που οποιαδήποτε ενεχυριαζόμενη επιταγή επιστρέφετο ανεξαργύρωτη για οποιοδήποτε λόγο οι ενάγοντες θα καλούσαν την εναγόμενη 2 εταιρεία να καταθέσει το ισάξιο του ποσού της ανεξαργύρωτης επιταγής ή να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και σε περίπτωση παράλειψης της εναγομένης 2 εταιρείας να ενεργήσει σύμφωνα με τις εντολές των εναγόντων, αυτοί θα είχαν το δικαίωμα να ανακαλέσουν την πίστωση με άμεση υποχρέωση της εναγομένης 2 εταιρείας να εξοφλήσει το ολικό ποσό του λογαριασμού. Σύμφωνα με την επιφύλαξη που ακολουθεί στην υποπαράγραφο (vi), τα πιο πάνω ήταν προαιρετικά για τους ενάγοντες, οι οποίοι δικαιούντο να απαιτήσουν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την απ' ευθείας από την εναγόμενη 2 εταιρεία πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει του λογαριασμού. Η θέση του ΜΥ2 ότι οι επιταγές δεν επιστράφηκαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία από τους ενάγοντες παρά την διαβεβαίωση των τελευταίων ότι αν δεν πληρώνοντο κατά την παρουσίαση τους θα επιστρέφοντο στην εναγόμενη 2 εταιρεία με αποκλειστική ευθύνη της τελευταίας να τις πληρώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφεύγει των συμφωνηθέντων στη σύμβαση πίστωσης, Τεκμήριο 1. Στην περίπτωση επιστροφής ανεξαργύρωτης μιας ενεχυριασθείσας επιταγής, σύμφωνα με την προαναφερθείσα υποπαράγραφο (vi), η εναγόμενη 2 εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να καλύψει το ποσό της επιταγής όταν καλείτο από την τράπεζα. Συνάγεται ότι η ευθύνη της εναγομένης 2 εταιρείας υφίστατο βάσει της συμφωνίας για το ποσό της επιταγής εφόσον η τράπεζα δεν ασκούσε το δικαίωμα της να ανακαλέσει την πίστωση. Η ανάκληση της πίστωσης θα καθιστούσε την εναγόμενη 2 εταιρεία υπεύθυνη για εξόφληση του ολικού ποσού του λογαριασμού, όπως διαφάνηκε ότι έγινε στην παρούσα υπόθεση. Παρόλο δε που οι ενάγοντες απαίτησαν το ολικό ποσό του λογαριασμού, τον οποίο έκλεισαν, έχοντας μεταφέρει το υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων στον τρεχούμενο λογαριασμό ως είχαν δικαίωμα σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης, δεν επέστρεψαν τις επιταγές στην εναγόμενη 2 εταιρεία και προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Είναι σημαντικό εδώ να επισημανθεί ότι οι πρόνοιες της συναφθείσας συμφωνίας καταδεικνύουν ότι η μη εξαργύρωση των ενεχυριαζομένων επιταγών και η απαίτηση της τράπεζας δυνάμει αυτών είναι άμεσα συνδεδεμένη με το χρέος του οφειλέτη, της εναγομένης 2 εταιρείας στην προκείμενη περίπτωση, που εξασφαλίζεται με την παράδοση των επιταγών ως ενέχυρο. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα κατατεθέντα Τεκμήρια δεδομένου ότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε τόσο η έκδοση εκ μέρους του εναγόμενου 1 των επίδικων επιταγών όσο και η παράδοση τους στους ενάγοντες καθώς οι συνθήκες παράδοσης των επιταγών εκ μέρους της εναγομένης 2 εταιρείας στους ενάγοντες που σχετίζονται με την συναφθείσα μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας σύμβαση πίστωσης με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές, Τεκμήριο 1, που είναι, επίσης, αναμφισβήτητη, ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελούν τα ακόλουθα. Οι τέσσερεις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5) εκδόθηκαν από τον εναγόμενο 1 σε διαταγή της εναγομένης 2 εταιρείας και μετά την νόμιμη οπισθογράφηση τους από την τελευταία (βλ. Τεκμήρια 10 και 11) παραδόθηκαν από αυτήν στους ενάγοντες ( βλ. Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9 αντίστοιχα) σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας πληρωμής τους ως ενέχυρο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση, Τεκμήριο 1. Ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων επιταγών υπ' αριθμό 521/336428-9 ανοίχθηκε από τους ενάγοντες σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 12.5.00 (Τεκμήριο 1) που υπογράφηκε μεταξύ της εναγομένης 2 εταιρείας και των εναγόντων και αφορούσε παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για ποσό £300.000 σε τρεχούμενο ανοικτό λογαριασμό με ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν ουσιαστικά χορήγηση παρατραβήγματος με όριο £300.000 για τον οποίο δίνονταν ως εξασφάλιση μόνο μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της εναγομένης 2 εταιρείας και ο οποίος λειτουργούσε χωρίς βιβλιάριο επιταγών, χωρίς εμβάσματα από ξένους και χωρίς πληρωμές από τρίτους. Ο άλλος λογαριασμός υπ' αριθμό 521/336427-8 που ήταν τρεχούμενος λογαριασμός, ανοίχθηκε από τους ενάγοντες σε προγενέστερο στάδιο και ήταν λογαριασμός της εναγομένης 2 εταιρείας μέσω του οποίου αυτή εκτελούσε τις εργασίες της με κατάθεση των εισπράξεων της και εκτέλεση των πληρωμών της. Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός δημιουργήθηκε σύμφωνα με σύμβαση πίστωσης μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας, ημερομηνίας 5.11.98, όπως τροποποιήθηκε στις 8.2.99, 28.3.00 και 12.5.00 και οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία πίστωση ποσού £200.000, δηλαδή διευκολύνσεις ξεχωριστές από αυτές που παραχώρησαν στο λογαριασμό μεταχρονολογημένων (Τεκμήριο 35). Για τον εν λόγω λογαριασμό η εναγόμενη 2 εταιρεία έδωσε στους ενάγοντες διάφορες εξασφαλίσεις που περιλάμβαναν κυμαινόμενη επιβάρυνση επί του ενεργητικού της εναγομένης 2 εταιρείας (Τεκμήριο 33) και ήταν ξεχωριστές από τις εξασφαλίσεις του λογαριασμού μεταχρονολογημένων, δηλαδή τις ενεχυριασμένες επιταγές. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 31, για κάθε μια επιταγή έγιναν 7 συναλλαγές, εκτός από την τρίτη επιταγή για την οποία έγιναν 5 συναλλαγές. Στις 5.6.00, 12.6.00, 21.6.00 και 7.7.00 για κάθε επιταγή αντίστοιχα, χρεώθηκε (βλ. Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα) ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων επιταγών (βλ. Τεκμήριο 25) και πιστώθηκε (βλ. Τεκμήρια 16, 17, 18 και 19 αντίστοιχα) ο τρεχούμενος λογαριασμός (βλ. Τεκμήριο 24) με το 85% του ποσού κάθε επιταγής. Στη συνέχεια, σχετικά με την πρώτη επιταγή την ημέρα που ήταν πληρωτέα, δηλαδή στις 11.9.00, έγινε κατάθεση του 100% του ποσού της (βλ. Τεκμήριο 20) στον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών (βλ. Τεκμήριο 25) και την ίδια ημέρα, όταν η επιταγή επέστρεψε απλήρωτη, χρεώθηκε ο ίδιος λογαριασμός με το 100% του ποσού της επιταγής (βλ. Τεκμήριο 25). Έπειτα, την ίδια ημέρα έγινε πίστωση του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών με το 100% του ποσού και χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με το 100% του ποσού. Στις 26.9.00 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με το 15% του ποσού με υπερκατάθεση από τον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών. Σχετικά με τη δεύτερη επιταγή την ημέρα που ήταν πληρωτέα, δηλαδή στις 18.9.00, έγινε κατάθεση του 100% του ποσού της (βλ. Τεκμήριο 21) στον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών (βλ. Τεκμήριο 25) και την ίδια ημέρα, όταν η επιταγή επέστρεψε απλήρωτη, χρεώθηκε ο ίδιος λογαριασμός με το 100% του ποσού της επιταγής (βλ. Τεκμήριο 25). Έπειτα, την ίδια ημέρα έγινε πίστωση του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών με το 100% του ποσού και χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με το 100% του ποσού. Στις 26.9.00 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με το 15% του ποσού με υπερκατάθεση από τον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών. Σχετικά με την τρίτη επιταγή την ημέρα που ήταν πληρωτέα, δηλαδή στις 25.9.00, έγινε κατάθεση του 100% του ποσού της (βλ. Τεκμήριο 22) στον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών (βλ. Τεκμήριο 25) και την ίδια ημέρα, όταν η επιταγή επέστρεψε απλήρωτη, χρεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με το 100% του ποσού (βλ. Τεκμήριο 24). Στις 26.9.00 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με το 15% του ποσού με υπερκατάθεση από τον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών. Σχετικά με την τέταρτη επιταγή την ημέρα που ήταν πληρωτέα, δηλαδή στις 9.10.00, έγινε κατάθεση του 100% του ποσού της (βλ. Τεκμήριο 23) στον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών (βλ. Τεκμήριο 25) και την ίδια ημέρα, όταν η επιταγή επέστρεψε απλήρωτη, χρεώθηκε ο ίδιος λογαριασμός με το 100% του ποσού της επιταγής (βλ. Τεκμήριο 25). Έπειτα, την ίδια ημέρα έγινε πίστωση του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών με το 100% του ποσού και χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με το 100% του ποσού. Στις 26.9.00 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με το 15% του ποσού με υπερκατάθεση από τον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών. Στις 8.5.01 ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων επιταγών έκλεισε και μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο του ποσού £9.936,46 ως πιστωτικό στον τρεχούμενο λογαριασμό. Mε την αγωγή με αρ. 8623/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας οι ενάγοντες απαίτησαν από την εναγόμενη 2 εταιρεία το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού, στον οποίο είχε μεταφερθεί και το υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων, Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί αρχικά η εισήγηση του κ. Πολεμιδιώτη ότι τα γεγονότα στα οποία οι ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους ενόψει της προσαχθείσας από αυτούς μαρτυρίας, είναι διαφορετικά από όσα σαφώς καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης τους, όπου η απαίτηση τους βασίζεται στην παράλειψη των εναγομένων να εξοφλήσουν το προς τους ενάγοντες χρέος τους δυνάμει ακάλυπτων ή μη τιμηθεισών επιταγών. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί δεδομένου και ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν ως ενέχυρο και βάσει των νομικών αρχών τα δικαιώματα του ενεχυροδανειστή επί του ενεχύρου δεν δίνουν σ' αυτόν ανεξάρτητο ή αυτόνομο δικαίωμα αγωγής αλλά η λήψη δικαστικών διαδικασιών από τον ενεχυροδανειστή κατά του ενεχυριαστή πρέπει να γίνεται βάσει του χρέους ή της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης, την οποία εξασφαλίζει το ενέχυρο. Αντίθετα η κα. Κάρνου εισηγήθηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων πηγάζει από την νόμιμη και κατά προσήκοντα τρόπο κατοχή των επίδικων επιταγών, όπως αποδείχθηκε και το αποτέλεσμα της αγωγής θα πρέπει να αποφασιστεί βάσει των νομικών αρχών που καθορίζονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262, δεδομένου ότι η ευθύνη της μεν εναγομένης 2 εταιρείας πηγάζει από την νόμιμη και κανονική οπισθογράφηση των επιταγών προς τους ενάγοντες ενώ του εναγόμενου 1 ως εκδότη τους, εφόσον αυτές δεν πληρώθηκαν προς τους ενάγοντες. Η κα Αρότη, αναγνωρίζοντας την νομική ευθύνη του εκδότη επιταγής έναντι του κατόχου αυτής για αξία, εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση υπό τις ιδιαιτερότητες της θα ήταν άδικο να κληθεί ο εναγόμενος 1 να πληρώσει για δεύτερη φορά τις επίδικες επιταγές, εφόσον τις έχει ήδη εξοφλήσει προς την εναγόμενη 2 εταιρεία. Οι επίδικες επιταγές κατέχονται από τους ενάγοντες σύμφωνα με την σύμβαση πίστωσης, Τεκμήριο 1. Η κατάρτιση της υπό αναφορά σύμβασης φαίνεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 138 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπου προνοείται ότι ενέχυρο, μεταξύ άλλων και σε συναλλαγματικές είναι έγκυρο και εκτελεστό αν η σύμβαση του ενεχύρου είναι γραπτή, υπογράφεται στο τέλος της από τον ενεχυριαστή και καταρτίζεται στην παρουσία δυο τουλάχιστον ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων που την προσυπογράφουν ως μάρτυρες. Σύμφωνα με το άρθρο 139 του ίδιου Νόμου, αν δεν υπάρχει ρήτρα για το αντίθετο σε σύμβαση ενεχύρου που καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 138, σε περίπτωση υπερημερίας του ενεχυριαστή για την καταβολή του χρέους ή την εκπλήρωση της υπόσχεσης, ο ενεχυροδανειστής έχει τα ίδια δικαιώματα και μέσα θεραπείας για το ενέχυρο έναντι τρίτων, τα οποία θα είχε ο ίδιος ο ενεχυριαστής αν δεν υπήρχε η σύμβαση του ενεχύρου και κάθε πληρωμή που έγινε στον ενεχυροδανειστή από τρίτους για το ενέχυρο αυτό είναι έγκυρη και αποτελεσματική σαν να γινόταν στον ίδιο τον ενεχυριαστή. Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, Fifth Edition, στο κεφάλαιο "Securities for advances" στο μέρος που αναφέρεται στο ενέχυρο (Pledge) στις σελίδες 380-381, όπου γίνεται αναφορά στη δυνατότητα σύναψης ενεχύρου για κάλυψη τρεχούμενου λογαριασμού ή πίστωσης , αναφέρονται τα εξής: «Pledge Where the security is professedly handed over for the purpose of securing an overdraft or an advance, the transaction is strictly of the nature of a pledge. Pledge of bills With regard to bills, notes, or cheques, the distinction is immaterial. Probably the lien arising from contract mentioned in s.27, sub-s. 3 (Bills of Exchange Act, 1882), was intended to refer to pledge. In any case the pledgee has the same rights. If he takes in good faith, he acquires an independent title and right to sue on the instrument to the extent of what is due to him, and to hold the instrument against the true owner until his claim is satisfied; except, of course, in the case of forged indorsement or "not negotiable" crossing. Such title does not, however, justify him in negotiating the instrument, at any rate unless the state of the customer's account renders this a reasonable thing to do.» (βλ. επίσης Paget's Law of Banking, Ninth Edition, σελ. 414-415 και Halsbury's Laws of England, Third Edition, Vol. 2, παρ. 433, σελ. 231). Από τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα είναι σαφές κατά την αντίληψη μου, ότι αναγνωρίζεται η δυνατότητα του τραπεζίτη να επιδιώξει θεραπεία με αγωγή βάσει επιταγής που κατέχει ως ενέχυρο για κάλυψη πίστωσης που παραχώρησε, εφόσον είναι κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value). Η επιταγή που παραδίδεται ως ενέχυρο δίνει το δικαίωμα στην τράπεζα να εναγάγει με βάση τον ανεξάρτητο τίτλο που κατέχει και να την κρατά έναντι του αληθή κυρίου ( δηλαδή του «true owner», που θεωρείται ο αρχικός δικαιούχος και ο μεταγενέστερος νομιμοποιημένος κομιστής), μέχρις ότου ικανοποιηθεί η απαίτηση της έναντι του οφειλέτη της. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει του περιεχομένου της σύμβασης, Τεκμηρίου 1, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 εταιρείας που αποτελεί έγκυρη και εκτελεστή σύμβαση ενεχύρου επιταγών, προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να κινήσουν την αγωγή με βάση τις επίδικες επιταγές, εφόσον κατείχαν αυτές μετά την νόμιμη και κανονική παράδοση τους σ' αυτούς από την εναγόμενη 2 εταιρεία σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην υπό αναφορά σύμβαση, στην οποία δεν περιείχετο οποιοσδήποτε όρος που να τους αποστερεί το δικαίωμα τους αυτό. Συνεπώς το σκέλος της εισήγησης του κ. Πολεμιδιώτη που αφορά την δυνατότητα λήψης δικαστικών μέτρων εκ μέρους του ενεχυροδανειστή μόνο βάσει του χρέους ή της υπόσχεσης που εξασφαλίζει το ενέχυρο κρίνεται ότι δεν ευσταθεί. Υφίσταται όμως το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του κ. Πολεμιδιώτη ότι δηλαδή η μαρτυρία που προσέφεραν οι ενάγοντες θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο εφόσον αφορά γεγονότα που δεν δικογραφήθηκαν και τα οποία σχετίζονται με την παράδοση σ' αυτούς των επίδικων επιταγών ως ενέχυρο δυνάμει της σύμβασης πίστωσης σε συνάρτηση με το ισχυριζόμενο προς αυτούς χρέος της εναγομένης 2 εταιρείας που οι επίδικες επιταγές εξασφάλιζαν. Η θέση αυτή έχει ως έρεισμα τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836). Η μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα δεν γίνεται αποδεκτή και πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του (βλ. Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 33). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Ιακώβου (πιο πάνω), η υποχρέωση του διαδίκου να εκθέτει συνοπτικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν και στηρίζουν την απαίτηση του προκύπτει από την Δ.19, θ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι πρόνοιες της οποίας αποβλέπουν στον επακριβή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον αποκλεισμό πιθανότητας αιφνιδιασμού του αντίδικου. Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 επισημάνθηκε ότι η διατύπωση και μόνο της θεραπείας δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρει. Ο προσδιορισμός στο κύριο σώμα της απαίτησης των γεγονότων που δικαιολογούν μια ή περισσότερες θεραπείες αποτελεί προϋπόθεση για την εξέταση τους. Στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η όποια αξίωση για θεραπεία προϋποθέτει πραγματικό υπόβαθρο στο σώμα της έκθεσης απαίτησης. Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους στην υπό κρίση αγωγή αποκαλύπτουν μια βάση αγωγής διαφορετική από αυτήν που διεφάνη κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι πρόνοιες της συναφθείσας συμφωνίας, σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, καταδεικνύουν ότι η μη εξαργύρωση των ενεχυριασθέντων επίδικων επιταγών και η απαίτηση των εναγόντων δυνάμει αυτών είναι άμεσα συνδεδεμένη με την χορηγηθείσα πίστωση προς την εναγόμενη 2 εταιρεία, που εξασφαλίστηκε με την παράδοση των επιταγών ως ενέχυρο και με το χρέος που προέκυψε από την παράβαση της. Όπως ήδη λέχθηκε, η τράπεζα αποκτά ανεξάρτητο τίτλο επί των ενεχυριαζομένων επιταγών και δικαίωμα να εναγάγει βάσει αυτών, κατέχοντας τις επιταγές μέχρι να ικανοποιηθεί για το προς αυτήν χρέος του οφειλέτη. Το δικαίωμα της όμως αυτό είναι αλληλένδετο με την ύπαρξη της πίστωσης για την οποία οι επιταγές δόθηκαν ως εξασφάλιση και συνυπάρχει με το δικαίωμα της να αναζητήσει το χρέος που προέκυψε, δικαίωμα που δεν αναστέλλεται (βλ. Paget's Law of Banking, Ninth Edition, σελ. 416 και Halsbury's Laws of England, Third Edition, Vol. 2, παρ. 433-434, σελ. 231-232). Αποτελούν συνεπώς ουσιώδη γεγονότα σε τέτοιες περιπτώσεις τόσο η σύναψη της σύμβασης ενεχύρου όσο και η ύπαρξη του χρέους που οι ενεχυριαζόμενες επιταγές εξασφαλίζουν νοουμένου ότι το χρέος υφίσταται. Τα γεγονότα αυτά έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί, κατά την αντίληψη μου, στην έκθεση απαίτησης και η απλή αναφορά των εναγόντων στην απάντηση τους στην υπεράσπιση της εναγομένης 2 εταιρείας, στη σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 12.5.2000 δεν ήταν αρκετή ώστε να θεωρηθεί επιτρεπτό να προσκομίσουν κατά την ακροαματική διαδικασία την μαρτυρία που ήδη αναλύθηκε, με αναφορά μάλιστα στην λειτουργία δυο τραπεζικών λογαριασμών από τους οποίους προέκυψε κατά τη θέση τους ότι υφίσταται η επίδικη οφειλή, μαρτυρία που δόθηκε χωρίς να προβληθεί ένσταση εκ μέρους των εναγομένων κατά το στάδιο εκείνο. Κατά συνέπεια, η εν λόγω μαρτυρία θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο στην απόφαση του για την αιτούμενη θεραπεία. Ωστόσο ακόμη και αν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η μαρτυρία που αφορά την επίδικη σύμβαση και τις συναλλαγές σε σχέση με τις επίδικες επιταγές δόθηκε μέσα στα πλαίσια της απόδειξης της αμφισβητηθείσας δικογραφημένης θέσης των εναγόντων ότι οι επίδικες επιταγές τους παραδόθηκαν από την εναγομένη 2 εταιρεία με νόμιμη και κανονική οπισθογράφηση και λόγω της δικογραφημένης άρνησης της εναγομένης 2 εταιρείας αναφορικά με τη νόμιμη και κανονική οπισθογράφηση και παράδοση των επίδικων επιταγών από την ίδια προς τους ενάγοντες, από την αξιολόγηση της προκύπτει ότι δεν αποδεικνύεται η απαίτηση των εναγόντων έναντι των εναγομένων, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Σύμφωνα με τις νομικές αρχές, ο κάτοχος αξιόγραφου θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτό όπως ρητά προνοείται και στο άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, και δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου συναλλαγματικής ότι έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Στη σχετική νομολογία επισημαίνεται τόσο η δυνατότητα προβολής περιορισμένων υπερασπίσεων σε αγωγές για αξιόγραφα σύμφωνα και με το άρθρο 30 του εν λόγω Νόμου όσο και η μετάθεση του βάρους απόδειξης όταν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ' ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849, Τσίκκος ν. Σταυρινού
(1999)1 Α.Α.Δ. 963). Στα δικαιώματα του κατόχου επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 38 του υπό αναφορά Νόμου περιλαμβάνεται και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του εναντίον του εκδότη. Με βάση τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, θα πρέπει να κριθεί αρχικά, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, κατά πόσο οφείλεται οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες βάσει των επίδικων επιταγών ενόψει της θέσης της εναγομένης 2 εταιρείας ότι οι επίδικες επιταγές και ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων επιταγών έχουν εξοφληθεί πλήρως εκ μέρους της και ως εκ τούτου οι επιταγές έπρεπε να είχαν επιστραφεί σ' αυτήν. Αν θεωρηθεί ότι δεν υπήρξε εξόφληση των επιταγών τίθεται προς εξέταση το κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει των επιταγών, πέραν της εναγομένης 2 εταιρείας και έναντι του εναγόμενου 1- εκδότη των επιταγών, ενόψει της θέσης και των δυο εναγομένων ότι ο εναγόμενος 1 έχει καταβάλει στην εναγόμενη 2 εταιρεία το ισόποσο των επίδικων επιταγών προς εξόφληση του προς αυτήν χρέους του. Από τις λογιστικές πράξεις που έγιναν από τους ενάγοντες στους δυο λογαριασμούς, προκύπτει ότι για όλες τις επίδικες επιταγές όταν επιστράφηκαν απλήρωτες χρεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με το 100% του ποσού τους, που είχε προηγουμένως πιστωθεί και πιστώθηκε αντίστοιχα ο λογαριασμός μεταχρονολογημένων επιταγών. Το αποτέλεσμα των πράξεων στον τρεχούμενο λογαριασμό δείχνει ότι η δοθείσα πίστωση δεν χρησιμοποιήθηκε τελικά από την εναγόμενη 2 εταιρεία. Μετά τις χρεωπιστώσεις των ποσών των επίδικων επιταγών στον λογαριασμό μεταχρονολογημένων, παρόλο που καταλήγουν σε πίστωση των ποσών, και μετά από καταχώρηση άλλων συναλλαγών, ο λογαριασμός έκλεισε με χρεωστικό υπόλοιπο. Δεν έχει εξηγηθεί, όπως προαναφέρθηκε, γιατί το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών μεταφέρθηκε ως πίστωση στον τρεχούμενο λογαριασμό, στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο έγιναν διάφορες καταθέσεις εκ μέρους της εναγομένης 2 εταιρείας. Από όσα πιο πάνω λέχθηκαν δεν αποκλείεται οι επίδικες επιταγές να είχαν πληρωθεί ή διευθετηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από την εναγόμενη 2 εταιρεία σύμφωνα με τη σύμβαση, Τεκμήριο 1, και ως εκ τούτου αυτές θα έπρεπε να είχαν επιστραφεί στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Ο ισχυρισμός του ΜΥ2, ότι η εμπιστοσύνη που περιέβαλε τις σχέσεις της εναγομένης 2 εταιρείας με τους ενάγοντες εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν ο λόγος που οι επιταγές παρά την εξόφληση τους παρέμειναν στην κατοχή των εναγόντων. Στην προκείμενη υπόθεση δεν ισχύει η αρχή του απρόβλητου των ενστάσεων ή υπερασπίσεων που στηρίζονται σε ορισμένες διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (βλ. Χριστοδούλου ν. Μιχαηλίδη
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2058). Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελ. 973: «The rights under a bill or note may be affected by an agreement in writing made at the same time and between the same parties, and directly with respect to it». Περαιτέρω, πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την οφειλή τους βάσει των επίδικων επιταγών έναντι της εναγομένης 2 εταιρείας με βάση τις λογιστικές πράξεις που αφορούν τις χρεωπιστώσεις στους δυο λογαριασμούς, επέλεξαν να ανακαλέσουν την δοθείσα πίστωση και να απαιτήσουν ολόκληρο το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης πίστωσης. Με το τελευταίο αυτό θέμα σχετίζεται και ο ισχυρισμός της εναγομένης 2 εταιρείας περί καταχρηστικής άσκησης της παρούσας αγωγής ενόψει της καταχώρησης της αγωγής με αρ. 8623/01, που σημειωτέον ότι δεν προωθήθηκε προδικαστικά παρόλο που εγέρθηκε ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπιση της. Επισημαίνεται ότι από την μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή προκύπτει ότι τα αξιούμενα ποσά των επιταγών με την παρούσα αγωγή αποτελούν μέρος της αξίωσης της αγωγής με αρ. 8623/01, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών έχει μεταφερθεί στον τρεχούμενο λογαριασμό, το υπόλοιπο του οποίου απαιτείτο από τους ενάγοντες με την αγωγή εκείνη. Από την εκδοθείσα εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή εκείνη (Τεκμήριο 36) δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα. Η θέση των εναγόντων ότι το ποσό της απόφασης στην αγωγή εκείνη δεν περιλαμβάνει το ποσό της απαίτησης σχετικά με τις επίδικες επιταγές της παρούσας αγωγής κατόπιν ρητής δήλωσης των εναγόντων κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι η σχετική μαρτυρία του ΜΕ δεν έγινε αποδεκτή. Όσον αφορά δε το πρακτικό του Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. 8623/01, το οποίο επικαλέστηκε η κα Κάρνου στην αγόρευση της προς απόδειξη της εν λόγω θέσης των εναγόντων, σαφώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη με τον τρόπο που επιλέγηκε να τεθεί αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου και εφόσον δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο στην παρούσα διαδικασία το περιεχόμενο του δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Μιχαηλίδη (πιο πάνω) με παραπομπή στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange, 24η έκδοση, στη σελ. 315, είναι ασφαλέστερο να ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο όλες οι απαιτήσεις που πηγάζουν από την ίδια αιτία. Κατά συνέπεια και νοουμένου ότι η προσαχθείσα μαρτυρία θα ήταν δυνατό να εξεταστεί προς απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το επίδικο χρέος δυνάμει των επιταγών υφίσταται έναντι της εναγομένης 2 εταιρείας. Συνεπεία δε του ότι έγινε αποδεκτή η θέση της εναγομένης 2 εταιρείας ότι έχει εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές προς τους ενάγοντες, χωρίς βέβαια να θεωρείται ότι η εξόφληση των επιταγών από τον εναγόμενο 1 προς την εναγόμενη 2 εταιρεία θα αποτελούσε υπεράσπιση του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες αν δεν συνέτρεχαν οι συγκεκριμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, η απαίτηση των εναγόντων έναντι του εναγόμενου 1, δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει. Συνοψίζοντας τα προαναφερθέντα, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι οι ενάγοντες έχουν προσκομίσει μαρτυρία για γεγονότα που δεν έχουν δικογραφηθεί σύμφωνα με την υποχρέωση που είχαν και ήταν ουσιώδη σε συνάρτηση με την αιτούμενη θεραπεία. Η δοθείσα δε μαρτυρία δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε απόφαση υπέρ των εναγόντων τόσο για τον λόγο αυτό όσο και επειδή μετά την αξιολόγηση της δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται εναντίον και των δυο εναγομένων. Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Κρίνεται δε ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα υπολογισθούν στην κλίμακα που αναγράφεται επί του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Και αυτό επειδή αφενός σε κανένα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, πλην της απλής αναφοράς του θέματος στην γραπτή αγόρευση του κ. Πολεμιδιώτη, δεν υποδείχθηκε από οποιοδήποτε διάδικο μέρος το θέμα ούτε και έγινε αύξηση της κλίμακας της αγωγής ώστε να συνάδει με το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό. Αφετέρου η φύση των θεμάτων της υπόθεσης και η πορεία της σε σχέση με την δοθείσα μαρτυρία δικαιολογεί την μείωση των εξόδων που επιδικάζονται υπέρ των επιτυχόντων διαδίκων. (Υπ.)........... Λ.Καουτζάνη. Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο