Παναγιώτη Λεοντίου κ.α. ν. Αθηνούλας-Λοϊζου Χαραλαμπίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 9291/07, 30 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9291/07 Μεταξύ:
- Παναγιώτη Λεοντίου
- Σοφίας Λεοντίου Εναγόντων και
- Αθηνούλας-Λοϊζου Χαραλαμπίδη
- Μιχάλη Χαραλαμπίδη Εναγομένων ------------------- Και δι΄ ανταπαιτήσεως: Μεταξύ: Αθηνούλας Λοϊζου-Χαραλαμπίδη Ενάγουσας και
- Παναγιώτη Λεοντίου
- Σοφίας Λεοντίου
- Αδάμου Χαρίτωνος
- Νέα Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομ. 9.3.2009 για Διαγραφή μέρους της Υπεράσπισης και ολόκληρης της Ανταπαίτησης 30 Σεπτεμβρίου,
- Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κα Αλ. Αγρότη Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα: κ. Α. Ευτυχίου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2- εξ ανταπαιτ. εναγόμενο 3: κ. Χ. Χρυσάνθου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα διατάσσον τους εναγόμενους να σταματήσουν να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην ακίνητη περιουσία τους, οικία, και όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της. Αξιώνουν, περαιτέρω, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και ενδιάμεσα οφέλη. Όπως εξειδικεύεται στις σύντομες λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, οι εναγόμενοι, σε άγνωστο προς τους ενάγοντες χρόνο, παράνομα και/ή χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων-ιδιοκτητών, κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν την ακίνητη ιδιοκτησία τους, παραλείποντας να τους παραδώσουν την κατοχή, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις. Οι εναγόμενοι, σύζυγοι, στην Υπεράσπισή τους παραδέχονται ότι οι ενάγοντες κατ΄ επανάλειψη, και στην παρουσία αστυνομίας, απαίτησαν την παράδοση σε αυτούς ελεύθερης της κατοχής του ακινήτου. Ισχυρίζονται όμως ότι έχουν κάθε νομικό δικαίωμα να κατέχουν την επίδικη κατοικία και απορρίπτουν τις αξιούμενες θεραπείες. Οι λόγοι που κατά τη θέση τους στοιχειοθετούν το δικαίωμά τους, και πιο συγκεκριμένα της εναγόμενης 1, επί του επίδικου ακίνητου, εξειδικεύονται στις 15 υποπαραγράφους της 6ης παραγράφου της έκθεσης υπεράσπισης, επί της οποίας εδράζεται και η ανταπαίτηση της εναγόμενης 1, όπως αυτή αποτυπώνεται στην παράγρ. 7 (Α) - (Ζ) της έκθεσης υπεράσπισης. Είναι οι τελευταίες αυτές δύο πιο πάνω παράγραφοι, στο περιεχόμενο των οποίων εκτενώς θα αναφερθεί σε κατοπινό στάδιο το Δικαστήριο, που αποτελούν και το αντικείμενο της υπό εκδίκαση Αίτησης. Οι Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή διαγραφή και/ή απόρριψη ολόκληρης της παραγράφου 6, καθώς επίσης και της ανταπαίτησης. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης συνιστούν οι Δ.19 θ.26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θ.3 και Δ.48 θθ1-3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Γίνεται επίσης επίκληση της γενικής πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση, αλλά στο σώμα της αποτυπώνεται ως βάση γεγονότων η αναφορά ότι τα όσα καλύπτει το υπό αμφισβήτηση μέρος της έκθεσης υπεράσπισης έχουν ήδη κριθεί σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία και, κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί συνιστούν δεδικασμένο, δεν είναι αναγκαίοι, είναι ενοχλητικοί, προβάλλονται καταχρηστικά και παράτυπα και απλά τείνουν να περιπλέξουν και καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2-εξ ανταπαιτήσεως 3 δεν ενίσταται, φυσιολογικά, στο υπό κρίση αίτημα, το οποίο όμως αντιμετωπίζει τη σφοδρή ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. ΄Ενσταση η οποία θεμελιώνεται νομικά, πέραν των θεσμών επί των οποίων στηρίχθηκε και η Αίτηση, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εγείρονται δε μέσα από αυτή σωρεία λόγων ένστασης, με κυριότερο τη θέση ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο λόγω απουσίας ταυτότητας των διαδίκων. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη εκτεταμένη ένορκο δήλωση της συγκεκριμένης Καθ΄ ης η Αίτηση. Η ένορκη δε επανάληψη, σχεδόν αυτολεξεί, των όσων δικογραφούνται στην παράγρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης, καθιστά αναγκαία την καταγραφή τους σε αυτό το σημείο της απόφασης. Άλλωστε, θα αποτελέσουν και τα σημαντικά στοιχεία στην πορεία κατάληξης στο υπό κρίση αίτημα. Ισχυρίζεται λοιπόν η ενόρκως δηλούσα ότι σε προηγούμενο χρόνο ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας όπου και διέμενε, όπως και εξακολουθεί να πράττει, με την οικογένειά της. Προσθέτει ότι ενώ ακόμη η οικία βρισκόταν υπό κατασκευή, χρειάστηκε δάνειο Λ.Κ.60.000 για να την ολοκληρώσει. Το Σεπτέμβριο του 1993 ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 συμφώνησε με το σύζυγό της, εναγόμενο 2, να της δανείσει το πιο πάνω ποσό. Το δάνειο θα προερχόταν από την εταιρεία ΚΑS Properties Ltd, αξιωματούχος της οποίας ήταν ο πιο πάνω εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος, κατά απαίτηση του οποίου και συμφωνήθηκε όπως στο δάνειο προστεθεί περαιτέρω ποσό Λ.Κ.25.000 ως τόκοι και/ή προμήθεια και/ή έξοδά του. Ζήτησε επίσης το πρόσωπο αυτό όπως για καλύτερη και πιο αποτελεσματική εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου, υπογραφούν πωλητήρια έγγραφα μεταξύ της πιο πάνω εταιρείας και της ενόρκως δηλούσας, τα οποία αφορούσαν, το ένα την πώληση της επίδικης οικίας για το ποσό των Λ.Κ.42.000 και το άλλο την πώληση, επίσης από την ενόρκως δηλούσα προς την εταιρεία αυτή, μιας άλλης οικοδομής για το ποσό των Λ.Κ.43.
- Προβάλλει περαιτέρω τη θέση η ενόρκως δηλούσα ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία και/ή αντίληψη κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ότι τα πιο πάνω πωλητήρια έγγραφα έγιναν για τη συγκάλυψη δανείου κι όχι, στην πραγματικότητα, για την πώληση των προαναφερθέντων κτημάτων. Με την καταβολή δε του συνολικού ποσού των Λ.Κ.85.000, είχε συμφωνηθεί τα πωλητήρια έγγραφα να επιστραφούν και να μην χρησιμοποιηθούν. Αφού η ανέγερση της κατοικίας συμπληρώθηκε με τη χρησιμοποίηση του παραχωρηθέντος δανείου, η ενόρκως δηλούσα, κατ΄ επανάλειψη, επιχείρησε να αποπληρώσει το δάνειο και να της επιστραφούν τα πωλητήρια. Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 όχι μόνο δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά, αφού κατάθεσε τα προαναφερθέντα πωλητήρια έγγραφα για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, μεταβίβασε, σε κατοπινό στάδιο, στις 19.9.2006, την επίδικη κατοικία στους ενάγοντες κατά ένα δεύτερο μερίδιο, σε έκαστο αντί του ποσού των Λ.Κ.180.
- Είναι καταληκτικός ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι - για σειρά λόγων τους οποίους με λεπτομέρεια εκθέτει - οι ενάγοντες, μαζί με τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3, συνωμότησαν προκειμένου να την εξαπατήσουν για να αποκτήσουν την ιδιοκτησία της επίδικης κατοικίας, η αξία της οποίας υπερβαίνει τις €512.580,
- Είναι για τους λόγους αυτούς, και κατ΄ επίκλησή τους, που αξιώνει ως η ανταπαίτησή της, ήτοι δήλωση ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή νόμιμη κάτοχος της επίδικης κατοικίας και διάταγμα μεταβίβασης και/ή εγγραφής του ακινήτου επ΄ ονόματί της. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Αιτητές τόνισε κατά την αγόρευσή της ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων στηρίζεται στην παράνομη επέμβαση επί της ιδιοκτησίας τους. Αναλύοντας δε στη συνέχεια το περιεχόμενο και τη νομολογιακή προσέγγιση που καλύπτει τις Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3, εισηγήθηκε ότι τα όσα περιλαμβάνουν οι παραγρ. 6 και 7 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, είναι άσχετα με τους ενάγοντες, έλαβαν χώρα προτού αυτοί καταστούν ιδιοκτήτες του επίδικου ακίνητου και έχουν απορριφθεί τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ΄ έφεση, με αποτέλεσμα να συνιστούν δεδικασμένο και να προκαλούν αμηχανία και καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση επικέντρωσε ιδιαίτερα την προσοχή του στο δικαίωμα των πελατών του να προβάλουν την ανταξίωσή τους, επικαλούμενοι γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με την αξίωση και την, κατά τη θέση του, παράνομη, συνωμοτική, συμπεριφορά των εναγόντων. Χαρακτήρισε δε επιβεβλημένη τη συνεκδίκαση της μεταξύ των μερών διαφοράς προκειμένου να αποφευχθούν νέες διαδικασίες. Δεν αμφισβήτησε ο συνήγορος ότι το αντικείμενο της προηγούμενης διαδικασίας, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ΄ έφεση, ήταν ταυτόσημο με τα όσα η υπεράσπιση επικαλείται στην παράγρ.
- Εισηγήθηκε όμως, παραθέτοντας προηγούμενη νομολογία, ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον δεδικασμένου καθότι η παράμετρος της ταυτότητας των διαδίκων ελλείπει. Παρονυχίδα των εισηγήσεων της Καθ΄ ης η Αίτηση συνιστά η θέση ότι η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Είναι αστήρικτη αυτή η προσέγγιση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, θ.9, όλες οι Αιτήσεις, εξαιρουμένων εκείνων για τις οποίες ειδικά γίνεται πρόβλεψη στο θ.8 της πιο πάνω διάταξης, θα πρέπει να γίνονται διά κλήσεως και να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση γεγονότων. Αιτήσεις όμως οι οποίες βασίζονται στους συγκεκριμένους θεσμούς που παρατίθενται στη συνέχεια του κειμένου του θ.9, δεν είναι αναγκαίο να υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση, εκτός εάν αυτό απαιτηθεί από το Δικαστήριο. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου δεν παρίσταται τέτοια ανάγκη, συγκαταλέγονται και οι αιτήσεις οι οποίες εδράζονται στις Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3, που συνιστούν και τους κύριους δικονομικούς πυλώνες επί των οποίων στηρίζεται και η παρούσα Αίτηση. Συνεπώς, τίποτα το μεμπτό εντοπίζεται από την ανυπαρξία ενόρκου δηλώσεως συνοδεύουσας την Αίτηση. Ούτε και το Δικαστήριο απαίτησε την καταχώρηση τέτοιας ένορκης δήλωσης για να τίθεται ζήτημα περαιτέρω διερεύνησης. Αμφισβητείται από τους Αιτητές η δυνατότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση να προβάλει ανταπαίτηση. Εισηγούνται ότι ορθό θα ήταν να καταχωρηθεί άλλη, ανεξάρτητη, αγωγή και ότι η ανταπαίτηση δεν συσχετίζεται με τους ενάγοντες, ούτε είναι συναφής με τα επίδικα θέματα που εγείρει η αγωγή, δεδομένου ότι αυτή έχει ως μόνη βάση την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση. Η Δ.21 θθ 8 και 10 καλύπτουν το υπό εξέταση ζήτημα. Το πεδίο εφαρμογής της Δ.21 θ.8, εξετάστηκε στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ι. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 787, 801-3, σε αντιστοιχία με το θ.11 της Δ.21 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτός επεξηγείται στο Annual Practice 1960, σελ. 505. Για να τύχει εφαρμογής ο υπό εξέταση θεσμός θα πρέπει ο ενάγων να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση, η αξίωση του εναγόμενου εναντίον του τρίτου προσώπου να μην είναι διαζευκτική και μόνο της αξίωσής του εναντίον του ενάγοντα και η ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού πρέπει να αξιώνει θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα. Η Δ.21 θ.10, επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, προβλέπει για αποκλεισμό ανταπαίτησης στις περιπτώσεις που ο ενάγων ή πρόσωπο που έχει καταστεί διάδικος στην ανταπαίτηση ισχυρίζεται ότι η εγειρόμενη αξίωση δεν θα έπρεπε να εκδικαστεί δυνάμει ανταπαίτησης, αλλά στα πλαίσια μιας άλλης, ανεξάρτητης, αγωγής. Οι αρχές που καλύπτουν τη διάταξη αυτή έχουν ερμηνευθεί στη Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 ΑΑΔ 710, 714 και κωδικοποιήθηκαν, ακολούθως, ως εξής στην υπόθεση Athina (ανωτέρω), στη σελ. 604: «
(1)Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον.
(2)Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης.
(3)Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
(4)Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.
(5)Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ΄ αυτό το ενδεχόμενο.» Θα επανέλθω, στο τελικό στάδιο της απόφασης, στην εφαρμογή των πιο πάνω αρχών. Παρεμβάλλω, συνοπτικά, τις αρχές δικογράφησης: οι διάδικοι απολαμβάνουν κάθε δυνατής ελευθερίας στη σύνταξη δικογράφων. Παρά όμως το αναγνωρισμένο, αδιαμφισβήτητο, αυτό δικαίωμα, συνιστά υποχρέωση των μερών η αποφυγή παραβίασης των κανόνων που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Έτσι, εάν ένας διάδικος εισαγάγει δικόγραφο που είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του μηχανισμού διαγραφής των ανάλογων στοιχείων. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, ακριβώς λόγω της δραστικότητας που ενέχει, πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, 255). Γενικά, το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η σχετικότητα του αμφισβητούμενου θέματος. Η διασφάλιση δίκαιων όρων διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας και η παρεμπόδιση εισαγωγής δικογράφων αορίστου μορφής ή τα οποία εμπεριέχουν τον κίνδυνο απόκρυψης ή συσκότισης των πραγματικών θεμάτων ή της ουσίας της επίδικης διαφοράς, συνιστούν τον κύριο σκοπό άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς διαγραφή. Η Δ.19, πάντα των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, θέτει τους κανόνες που διέπουν το όλο φάσμα της σύνταξης δικογράφου. Η εφαρμογή δε των δικονομικών παραμέτρων που η διαταγή αυτή θέτει, προκειμένου δικόγραφο να συμμορφώνεται με τις επιταγές της, τυγχάνει δικαστικού ελέγχου με βάση τις εξουσίες που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πρόνοιες του θ.26 της Δ.19. Προβλέπεται μέσα από αυτές η δυνατότητα διαγραφής δικογράφου ή μέρους του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη Δ.19 θ.26, στην υπόθεση Ν. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, 1343, καθόρισε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται από το ίδιο το κείμενο του θεσμού στη διαγραφή μέρους των δικογράφων. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει σε κάθε περίπτωση εγγενή ή συμφυή εξουσία να διατάσσει τη διαγραφή ολόκληρου δικογράφου, εφόσον αυτό κριθεί επιπόλαιο και/ή ενοχλητικό (The Annual Practice 1958, pp 577-8). Η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί στην ουσία μία συνοπτική διαδικασία, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οιονδήποτε δικόγραφο. Ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (Ν. Σιακόλας, ανωτέρω, σελ. 1344). Ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα των θέσεων των Αιτητών, επί των οποίων και στηρίζεται το υπό κρίση αίτημα για διαγραφή. Προτού, λοιπόν, το Δικαστήριο προχωρήσει στην εφαρμογή των νομικών αρχών στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ορθό είναι να παρεμβάλει σύνοψη των αρχών που καλύπτουν τον κανόνα δεδικασμένου. Ο γνωστός κανόνας του δεδικασμένου και η ανάγκη εφαρμογής του, επεξηγούνται, με αναφορά σε όλες τις σημαντικές διαχρονικά επί του θέματος αποφάσεις, από τον Ηλιάδη, Δ. στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ανδριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους, Πολ. Έφ. 39/2007, ημερ. 19.12.2008. Ο πιο πάνω κανόνας εδράζεται σε δύο αρχές: Του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή δε της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσιδικία της απόφασης, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Ως θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. (K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309). Προς αποφυγή καταχώρησης πλειάδας αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί κατά τρόπο που να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει στα δικόγραφά του μετά από λογική έρευνα. Παράλειψή του να το πράξει του αποστερεί το δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής. Ο κανόνας εφαρμόζεται όχι μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα το οποίο ήταν στενά συνυφασμένο με τη διαδικασία αυτή και που οι διάδικοι, με λογική προσοχή, θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Επανέρχομαι στα ουσιαστικά, για σκοπούς κατάληξης, γεγονότα της υπό κρίση περίπτωση. Η κατ΄ ισχυρισμό παράνομη επέμβαση των εναγομένων στην ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων, συνιστά τη βάση αγωγής. Οι ενάγοντες, ως είναι παραδεκτό, κατέστησαν, στις 19.9.2006, δυνάμει αγοράς από την εταιρεία KAS Properties Ltd, εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίδικης οικίας. Μέσα από την Υπεράσπιση προβάλλονται θέσεις που στόχο έχουν να αμφισβητήσουν το υποστύλωμα της βάσης αγωγής. Αμφισβητείται δηλαδή η νομιμότητα της κυριότητας από τους ενάγοντες του επίδικου ακίνητου. Ως κύριος δε λόγος αυτής της γραμμής υπεράσπισης προβάλλεται η, κατ΄ ισχυρισμό, συνωμοτική συμπεριφορά των εναγόντων με τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3, αποτέλεσμα της οποίας ήταν, πάντα κατά την Υπεράσπιση, και η εξαπάτηση και καταδολίευση της εναγόμενης 1 και η παράνομη απόκτηση της περιουσίας της. Η πιο πάνω γραμμή υπεράσπισης και η, κατ΄ ακολουθία της, εγερθείσα ανταπαίτηση, θα μπορούσαν να εντάξουν την όλη περίπτωση στα πλαίσια εφαρμογής της Δ.21 θ.8 και, βάσιμα, να στηρίξουν το επιχείρημα ότι και πρόσφορο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης θα ήταν να μην ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του αποκλεισμού της ανταπαίτησης. Εγείρεται όμως ανυπέρβλητο κώλυμα για την πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση - εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας: Τα όσα ουσιαστικά καλύπτει η παράγρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης, με κυρίαρχο τον ισχυρισμό περί εικονικού δανείου και όχι συμφωνίας πώλησης, αποτέλεσαν επίδικα θέματα στη δικαστική διαμάχη της υπόθεσης υπ΄ αρ. 2730/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και ακολούθως της Πολ. Έφ. 308/2005, η απόφαση της οποίας εκδόθηκε στις 29.2.2008. Διάδικοι ήταν η Αθηνούλλα Λοΐζου-Χαραλαμπίδου (η εναγόμενη 1 δηλαδή στην παρούσα υπόθεση) ως εναγόμενη στην πιο πάνω αγωγή και ακολούθως, κατ΄ έφεση, ως εφεσείουσα και η KAS Properties Ltd, αρχικά ως ενάγουσα και μετέπειτα ως εφεσίβλητη. Ηγέρθηκαν από την και τότε εναγόμενη Αθηνούλλα Λοΐζου-Χαραλαμπίδου, ταυτόσημοι ισχυρισμοί όπως και σήμερα, σχετικά με τις θέσεις της που καλύπτουν την παράγρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης, για τα όσα αφορούν την επίδικη οικία, τα υποτιθέμενα εικονικά δάνεια που έλαβε για ολοκλήρωσή της και την υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου. Οι ισχυρισμοί της απερρίφθησαν, τόσο πρωτόδικα, στις 8.9.2006, όσο και δευτεροβάθμια, στις 29.2.2008. Χαρακτηρίστηκαν ως εκ των υστέρων επινόηση με στόχο την αποφυγή των συνεπειών της υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων και διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση των εγγράφων αυτών. Έχουν τελεσίδικα λοιπόν κριθεί τα ταυτόσημα με την παρούσα υπόθεση θέματα. Εισηγήθηκε ο κ. Ευτυχίου ότι ελλείπει το στοιχείο της ταυτότητας των διαδίκων, που συνιστά προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου. Είναι γεγονός ότι ούτε οι ενάγοντες, ούτε ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3, ήταν διάδικοι στις προαναφερθείσες διαδικασίες. Ως θέμα αρχής, το αποτέλεσμα δίκης είναι δεσμευτικό για τους εμπλεκόμενους σε αυτή διάδικους και δεν βαρύνει τρίτους. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου «η απόφαση είναι δηλωτική, πραγματικής κατάστασης 'judgment in rem'» (Α. Γαβριήλ κ.ά. v. Γ. Αγαπίου
(1998)1 ΑΑΔ 1868, 1873). Το πλαίσιο που κάλυπτε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης οικίας και τα δικαιώματα επ΄ αυτής, έχουν κριθεί τελεσίδικα και η δέσμευση που προκύπτει από τη δικαστική απόφαση βαρύνει, εκτός από τους διάδικους, και τους εμπλεκόμενους στην υπό κρίση διαδικασία. Τα επίδικα θέματα είναι τα ίδια και τα συμφέροντα των εναγόντων ταυτίζονται απόλυτα με τα όσα τελεσίδικα ήδη κρίθηκαν. Επομένως, το δεδικασμένο ισχύει και κωλύει την Καθ΄ ης η Αίτηση-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα να προβάλλει το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται μέσα από την ανταξίωσή της. Ανταξίωση που στηρίζεται στο σύνολό της στα όσα η παράγρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης και το αναλυθέν δεδικασμένο καλύπτει. Με οδηγό τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τόσο η παράγρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης, όσο και η ανταπαίτηση στο σύνολό της, είναι επιπόλαιες, παρενοχλητικές, στερούμενες οποιασδήποτε βάσης και μόνο στόχο έχουν την πρόκληση αμηχανίας και την καθυστέρηση της δίκαιης δίκης της αγωγής. Διατάσσεται η διαγραφή ολόκληρης της παραγρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης και η διαγραφή και απόρριψη της ανταπαίτησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στην παράγρ. 7(Α-Ζ) του δικογράφου των εναγομένων. Τα έξοδα της Αίτησης και ό,τι έξοδα χάνονται λόγω της πιο πάνω διαταγής του Δικαστηρίου, επιδικάζονται εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο