DEXION DEVELOPMENT LTD ν. Θεμιστοκλής Γεωργίου Σαβουλλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 9423/2007, 14 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9423/2007 Μεταξύ: DEXION DEVELOPMENT LTD Εναγόντων και
- Θεμιστοκλής Γεωργίου Σαβουλλίδη
- Χλόη Ιωάννου Σαβουλλίδη Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 13.2.2009 για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2009 Για αιτητές - εναγομένους 1 και 2: κ. Χρ. Παπαχρυσοστόμου Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κ. Ν. Παναγίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι αιτητές- εναγομένοι 1 και 2 επιζητούν διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισής τους. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγόντων-καθ' ων η Αίτηση. Συνοπτικά αναφέρω ότι η Αγωγή αφορά απαίτηση για Λ.Κ. 2000 πλέον τόκοι, ποσό οφειλόμενο από τους εναγομένους 1 και 2 βάσει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 9.9.2005, που αφορούσε την επιδιόρθωση της στέγης της κατοικίας, την οποία είχαν αγοράσει οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες το
- Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 7.4.2008 και Απάντηση στις 2.5.
- Η υπό κρίση Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 13.2.
- Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.20, Δ.25 και Δ.48 θ. 1-3, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και τους κανόνες επιείκειας, στο Σύνταγμα, στην πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Οι αιτητές ουσιαστικά ζητούν την προσθήκη μίας νέας παραγράφου στην Έκθεση Υπεράσπισης, όπου αναφέρονται λεπτομέρειες ισχυριζόμενων κακοτεχνιών στην επίδικη κατοικία, τη νέα αρίθμηση των υπόλοιπων παραγράφων ώστε να υπάρχει συνοχή, καθώς και την προσθήκη Ανταπαίτησης για €20.892,63 πλέον Φ.Π.Α., που αντιπροσωπεύει το κόστος επιδιόρθωσης των εν λόγω κακοτεχνιών, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Αίτηση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, συζύγου της εναγομένης 2, ο οποίος αναφέρει ότι εκ παραδρομής δεν έχουν δικογραφηθεί συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γεγονότων επί των οποίων προέκυψε και ανταπαίτηση. Η διευκρίνιση των αγώγιμων δικαιωμάτων που επιχειρείται εδράζεται, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, επί των ιδίων γεγονότων και συμφωνιών που εγείρονται ως επίδικα θέματα και είναι πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Προσθέτει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσης των εναγομένων και των πραγματικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν επηρεάζονται κεκτημένα δικαιώματα των εναγόντων εφόσον θα έχουν τη δυνατότητα να καταχωρήσουν τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, και θα μπορούν αποζημιωθούν πλήρως με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αναφέρει επιπλέον ότι η Αίτηση γίνεται καλή τη πίστει και ότι μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης υποβλήθηκε η παρούσα Αίτηση. Η Αίτηση συνάντησε την αντίθεση των καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι στις 12.5.2009 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (εφεξής η Ένσταση). Η Ένσταση στηρίζεται στις Δ.25 θ. 1-6 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη γενική πρακτική και στον φάκελο της δικογραφίας. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι: - η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν βασίζεται στους ορθούς δικονομικούς θεσμούς και/ή δεν αναφέρει καθόλου σε ποιους θεσμούς βασίζεται. - με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας στα δικόγραφα, πράγμα ανεπίτρεπτο - δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν δικαιολογεί επαρκώς την αιτία της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης - η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακή τη πίστει (male fide). Η Ένσταση πλαισιώνεται από την ένορκη δήλωση του κ Μάκη Καλακουτή, διευθυντή των εναγόντων, ο οποίος αναφέρει ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει καθότι δεν αναφέρεται επί ποίων δικονομικών θεσμών στηρίζεται. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας στα δικόγραφα, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο, αφού στα δικόγραφα πρέπει να παρουσιάζονται συνοπτικά τα γεγονότα μόνο. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα, καθυστερημένα και κακή τη πίστει, καθότι οι εναγόμενοι γνώριζαν πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισής τους για τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, εφόσον υπήρχε σχετική έκθεση τεχνικού συμβούλου. Θεωρεί επιπλέον ότι δεν δικαιολογείται το αιτούμενο ποσό της Ανταπαίτησης και ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25, θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Σχετικό είναι και το White Book (του 1958, σελ. 624 κ.ε.) αναφορικά με τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχούν με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Δηλαδή είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω: (α) Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα. Αντίθετα, αφορούν ισχυρισμούς περί κακοτεχνιών που περιέχονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και ειδικότερα στην παράγραφο 3 αυτής, οι οποίοι όμως τώρα συγκεκριμενοποιούνται και εξειδικεύονται, προσθέτοντας Ανταπαίτηση βασισμένη ακριβώς στους ισχυρισμούς αυτούς. Η Αγωγή παραμένει στα ίδια πλαίσια και δεν υπάρχει ριζική αλλοίωση των θέσεων των εναγομένων ούτε και προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας στα δικόγραφα. Εάν οι ισχυρισμοί και η διατύπωση της φύσης των κακοτεχνιών πηγάζει από κάποια τεχνική έκθεση, η οποία ενδεχομένως να κατατεθεί ως μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, αυτό δεν αποκλείει τους εναγομένους από του να συμπεριλάβουν στο δικόγραφό τους τα γεγονότα και τη συνοπτική περιγραφή των γεγονότων ή της φύσης των κακοτεχνιών τις οποίες επικαλούνται. Ούτε και έχω εντοπίσει οποιαδήποτε σοβαρή περιττολογία στον τρόπο παράθεσης ή περιγραφής των ισχυρισμών αυτών. Εξάλλου, είναι ορθό και δίκαιο για τους ίδιους τους ενάγοντες-καθ' ων η Αίτηση να γνωρίζουν την υπόθεση που θα έχουν να αντιμετωπίσουν ώστε να είναι σε θέση να αντικρούσουν τις θέσεις των αντιδίκων τους και να προετοιμάσουν τα δικά τους επιχειρήματα. (β) Δεν θα προκληθεί αδικία στους ενάγοντες από την σκοπούμενη τροποποίηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης. Εξάλλου, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει και οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα. (γ) Η θέση των εναγόντων ότι η Αίτηση δεν βασίζεται στους ορθούς δικονομικούς θεσμούς και δεν αναφέρει τη νομική βάση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εφόσον η Αίτηση αναφέρει ρητά την νομική της βάση και ειδικότερα τη Διαταγή 25. (δ) Η τροποποίηση που επιδιώκεται αφορά γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για τη διατύπωση των θέσεων των εναγομένων και είναι δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιόν του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να προστεθούν είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την αιτία αγωγής, αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προέκυψαν σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες που αφορούν την επίδικη κατοικία και δεν μπορούν να εκδικαστούν σε άλλη διαδικασία, όπως στις περιπτώσεις εισαγωγής νέας βάσης αγωγής. Είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. (ε) Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας, φρονώ πως δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη, η κακοπιστία θα πρέπει να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα δεν δικαιολογούν διαπίστωση για κακοπιστία ή πρόθεση κωλυσιεργίας εκ μέρους των αιτητών, αφού η κακοπιστία δεν μπορεί να αποδειχθεί απλώς και μόνο λόγω της ύπαρξης κάποιας καθυστέρησης. (στ) Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι «εκ παραδρομής» δεν δικογραφήθηκαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στην αρχική Υπεράσπιση, καθώς και το γεγονός ότι οι ισχυριζόμενες κακοτεχνίες φαίνεται να ήταν έγκαιρα εν γνώσει τους. Εν τούτοις, επαναλαμβάνω ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής και δεν έχει διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω), «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .» (βλ. επίσης Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω)). Ως εκ τούτου, χωρίς να παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το Συνταγματικό δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, στο σύνολο των δεδομένων δεν υπάρχει τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο αποφασιστικής σημασίας που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Όσον αφορά τη θέση του ενόρκως δηλούντα εκ μέρους των καθ' ων η Αίτηση ότι δεν δικαιολογείται το συγκεκριμένο ποσό που ζητείται ως ανταπαίτηση, σημειώνω ότι σε αυτό το στάδιο οι αιτητές απλώς επιχειρούν να προσδιορίσουν κάποιους ισχυρισμούς και γεγονότα από τα οποία θεωρούν ότι προκύπτει συγκεκριμένη ανταπαίτηση. Το κατά πόσο το ποσό της ανταπαίτησης είναι δικαιολογημένο, είναι θέμα που αφορά την ουσία της υπόθεσης και κατά πόσο θα αποδειχθεί η συγκεκριμένη απαίτηση κατά την ακρόαση και δεν είναι του παρόντος. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, και του γεγονότος ότι δεν διαπιστώνεται ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στους αιτητές - εναγομένους 1 και 2 η ευκαιρία να παρουσιάσουν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους όπως οι ίδιοι θεωρούν, ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1 (1.1-1.6) της Αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους των εναγόντων. Τροποποιημένη Απάντηση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 21 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η Αίτηση-εναγόντων και εναντίον των αιτητών-εναγομένων 1 και 2. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο