← Κύπρος

DEGAULLE HADJIHANNAS ν. JEAN MOUNAYER, Αρ. Αγωγής: 7348/2008, 21 Οκτωβρίου, 2009

DEGAULLE HADJIHANNAS ν. JEAN MOUNAYER, Αρ. Αγωγής: 7348/2008, 21 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7348/2008 Μεταξύ: DEGAULLE HADJIHANNAS Ενάγοντα και JEAN MOUNAYER Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 17.3.2009 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2009 Για αιτητή-ενάγοντα: κα Α. Γιαλλούρη Για καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενο: κ. Γρηγορίου για κ. Χρ. Πατσαλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για € 8800 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα δυνάμει δανείου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή αναγνώρισης χρέους και/ή άλλως πως. Η απαίτηση βασίζεται σε ισχυριζόμενη συμφωνία κατά το έτος 2008 δυνάμει της οποίας ο ενάγοντας δάνεισε το πιο πάνω ποσό στον εναγόμενο εκδίδοντας προς αυτόν δύο επιταγές, το οποίο ποσό ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει στον ενάγοντα σε πρώτη ζήτηση και το οποίο, παρά τις σχετικές οχλήσεις του ενάγοντα, δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Ο εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 6.2.2009 και ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον του στις 17.3.2009. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι τον Μάρτιο 2008, κατόπιν εντολής, παρακλήσεως και συμφωνίας με τον εναγόμενο, του δάνεισε το ποσό των €8800 εκδίδοντας προς αυτόν δύο επιταγές της Σ.Π.Ε. ΑΜΚΚΑ Λτδ, για €8500 και €300 αντίστοιχα, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, όρος της συμφωνίας ήταν η πληρωμή του πιο πάνω ποσού σε πρώτη ζήτηση. Κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο να αποπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο, αλλά αυτός αρνήθηκε και παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα ολόκληρο το ποσό να παραμένει απλήρωτο. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στις 24.9.2009 και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους, όπως συνοψίζω πιο κάτω:

(1)Η αίτηση αποτελεί ειδική διαδικασία, η οποία δεν είναι δυνατόν να ακολουθηθεί στην παρούσα αγωγή
(2)Οι επιταγές δεν αποτελούν δανεισμό, αφού δεν φαίνεται δανειστική αιτία επί των αξιογράφων και δεν αναφέρεται ρητή συμφωνία για νόμιμο αντάλλαγμα. Δεν εμφάνιζαν δικαιούχο, αλλά ο χώρος συμπληρώθηκε αργότερα.
(3)Ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων
(4)Η αίτηση έχει σκοπό να εμποδιστεί ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του
(5)Ο καθ' ου έχει καλή υπεράσπιση την οποία θα παρουσιάσει εάν του επιτραπεί. Ειδικότερα είναι η θέση του ότι το ποσό της πρώτης επιταγής τού δόθηκε ως δώρο, ενώ η δεύτερη επιταγή εκδόθηκε έναντι εξόδων για την κατασκευή πέργολας σε εξοχική κατοικία του ενάγοντα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος αναφέρει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση και ειδικότερα ότι το ποσό της πρώτης επιταγής τού δόθηκε ως δώρο, ότι υπάρχει σχετική μαρτυρία η οποία θα μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ενώ η δεύτερη εκδόθηκε έναντι εξόδων για την κατασκευή πέργολας από την εταιρεία του στην εξοχική κατοικία του ενάγοντα στην Αγία Τριάδα Παραλιμνίου. Προσθέτει ότι οι επιταγές όταν εκδόθηκαν δεν έφεραν δικαιούχο, αλλά ο χώρος έμεινε κενός για να συμπληρωθεί αργότερα, όπως φαίνεται από τον διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα επί των επιταγών. Τονίζει ότι οι επιταγές δεν αφορούν δανεισμό, αφού δεν φαίνεται δανειστική αιτία επί της επιταγής και δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Τέλος, θεωρεί ότι απουσιάζει προσωπική γνώση των γεγονότων από την ένορκη δήλωση του αιτητή. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18, θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2, θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγοντας ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Παρούσας Υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 18.12.2008 και σημείωμα εμφάνισης για τον εναγόμενο καταχωρήθηκε στις 6.2.2009. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το ζήτημα κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18, θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενόρκως δηλών είναι ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος αναφέρει ρητά ότι γνωρίζει όλα τα σχετικά γεγονότα, όπως εξάλλου είναι λογικό, εφόσον πρόκειται για δική του υπόθεση. Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο ενάγοντας με την ένορκη δήλωσή του εκπληροί όλα αυτά παραθέτοντας και αντίγραφα των σχετικών επιταγών. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στις παραγράφους 6 και 7 αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 8 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ. 1 (α). Κατ' επέκταση απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με την απουσία προσωπικής ή θετικής γνώσης των γεγονότων από τον ενόρκως δηλούντα και τη μη δυνατότητα να ακολουθηθεί η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης. Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να του δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, ο εναγόμενος θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Μελετώντας τόσο την ένσταση όσο και την ένορκη δήλωση του εναγομένου, προκύπτει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν θέματα προς εκδίκαση και δίδονται σχετικές λεπτομέρειες. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το απαιτούμενο ποσό των δύο επιταγών δεν αφορά δανεισμό, ότι η πρώτη δόθηκε ως δώρο προς τον ίδιο και ότι υπάρχει σχετική μαρτυρία η οποία θα μπορεί ενδεχομένως να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο κατάλληλο στάδιο, και ότι η δεύτερη εκδόθηκε έναντι εξόδων για την κατασκευή πέργολας σε εξοχική κατοικία του ενάγοντα. Επιπλέον, προβάλλονται ισχυρισμοί περί μη ύπαρξης δανειστικής αιτίας και νομίμου ανταλλάγματος. Συναφώς, κρίνω πως οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς και αρνήσεις, δεν μπορεί να λεχθεί στο παρόν στάδιο ότι η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε συζητήσιμο θέμα. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προκύπτει η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, αφού ο εναγόμενος αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο, ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση εντός 21 ημερών από σήμερα. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.