Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Γεωργίας Αποστολίδου, Αρ. Αγωγής: 9525/2007, 23 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9525/2007 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου Εναγόντων και Γεωργίας Αποστολίδου Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 31.7.2009 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου, 2009 Για αιτήτρια - εναγομένη: κ. Στ. Γ. Στυλιανού Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Στ. Πολυβίου και κα Μ. Ναθαναήλ ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε 11.10.2007, οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα διατάττον την εναγομένη να παύσει να επεμβαίνει στο καφεστιατόριο «το Αερικό» (εφεξής «το εστιατόριο») που βρίσκεται εντός του κτιριακού συγκροτήματος των εναγόντων αρ.1 στη Λευκωσία και να παραδώσει την κατοχή στους ενάγοντες, καθώς και απόφαση για τυχόν καθυστερημένα ενοίκια. Η θέση των εναγόντων είναι ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 24.2.2004 οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγομένη άδεια χρήσεως του εστιατορίου την οποία τερμάτισαν νομότυπα και ότι έκτοτε η εναγομένη αρνείται να παραδώσει την κατοχή του εστιατορίου. Η εναγομένη καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 13.3.
- Η θέση της εναγομένης είναι ότι με τη λήξη του επίδικου συμβολαίου στις 31.12.2005 κατέστη ενοικιάστρια και κατέχει το υποστατικό υπό αυτή την ιδιότητα και όχι ως αδειούχος χρήσεως. Με την ανταπαίτησή της, ζητά αποζημιώσεις για την απώλεια εργασίας και κερδών, λόγω του ότι οι ενάγοντες με ενέργειές τους παρεμποδίζουν την απρόσκοπτη και ελεύθερη εκμετάλλευση του εστιατορίου με την αποκοπή της εισόδου, η οποία χρησιμοποιείτο μέχρι τον Σεπτέμβριο 2008 και με την ανάθεση σε τρίτο της ετοιμασίας δεξιώσεων κατά παράβαση του μεταξύ τους συμβολαίου. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ανταπαίτησης για αποζημιώσεις (σε σχέση δηλαδή με την ανάθεση σε τρίτο των εκδηλώσεων), διευκρινίζεται ότι η ζημιά ανέρχεται μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του δικογράφου σε περίπου €85.
- Αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Στις 31.7.2009 η εναγομένη καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητεί διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται στους ενάγοντες και υπαλλήλους ή αντιπροσώπους τους να προβαίνουν στις πιο κάτω πράξεις (θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό της αίτησης): ««
(1)Να μην επεμβαίνουν εις την απρόσκοπτη είσοδο - έξοδο προς το εστιατόριο «ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ» όπως αυτή εγινόταν μέχρι και την καταχώρησιν της παρούσης αγωγής αλλά και προς τινός.
(2)Να μην διακόπτουν την λειτουργία του ανελκυστήρα που λειτουργούσε μέχρι σήμερα και/ή να αφήσουν να λειτουργεί ο 2ος ανελκυστήρας που ανεβαίνει στο εστιατόριο «ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ».
(3)Να επανασυνδέσουν τον ανελκυστήρα ο οποίος οδηγεί από το ισόγειο στο εστιατόριο «ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ».
(4)Να μην αποκόπτουν την είσοδο στο ισόγειο η οποία οδηγούσε και οδηγεί μέχρι σήμερα στο εστιατόριο «ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ».
(5)Να μην επεμβαίνουν και/ή να μην παρακωλύουν την χρήσιν των χώρων που αναφέρονται στο έγγραφο ημερομηνίας 24/2/2004 και δη σ΄ όλους τους χώρους τους οποίους μέχρι σήμερα είχε την ευθύνη η αιτήτρια και δη αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 8.1 του εγγράφου (ολόκληρος ο όροφος, βεράντα, αποχωρητήριο κλπ. υποστατικά του ορόφου, μικρή αποθήκη).
(6)Να επαναφέρουν την λειτουργία ροής του ζεστού νερού και να φροντίσουν δια την κανονική λειτουργία των κλιματιστικών (airconditions).
(7)Να υπογράψουν οιαδήποτε έγγραφα είναι αναγκαία για την εξασφάλισιν των σχετικών αδειών λειτουργίας του εστιατορίου καθώς και για την έκδοσιν όλων των αδειών λειτουργίας όπως έπρατταν μέχρι σήμερα.
(8)Να μην επεμβαίνουν στο μέρος της κάτω εισόδου όπου είναι αναρτημένη η πινακίδα «Εστιατόριο το ΑΕΡΙΚΟ» και δη να μην την κλειδώνουν, να μην τοποθετούν επ΄ αυτής οτιδήποτε αντικείμενο που να καλύπτει την πινακίδα όπου αναγράφεται το όνομα «Εστιατόριο το Αερικό».
(9)Να σταματήσουν να διαδίδουν διάφορες ψευδείς ειδήσεις, πληροφορίες και γενικά να μην προβαίνουν σε ενέργειες και/ή οτιδήποτε είναι αντίθετο με την λειτουργία του εστιατορίου «ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ».
(10)Γενικά να επαναφέρουν την μέχρι της καταχωρήσεως της υπό τον άνω αριθμόν και τίτλον αγωγής κατάστασιν (status) και κυρίως να παύσουν όλες αυτές τις ενέργειες που μέχρι και σήμερα - διαδοχικά κάνουν με σκοπό την μη λειτουργία του εστιατορίου. »» Η αίτηση προωθήθηκε σε μονομερή βάση, αλλά διατάχθηκε η επίδοσή της για τους λόγους που αναφέρονται στα πρακτικά. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της εναγομένης, στην οποία αναφέρει το ιστορικό της υπόθεσης και ότι, ενώ η αγωγή των εναγόντων εναντίον της εκκρεμούσε και το εστιατόριο λειτουργούσε κανονικά, οι ενάγοντες αρ. 2 συνεχώς προσπαθούσαν με διάφορα τεχνάσματα και παράνομες πράξεις να εμποδίσουν τη λειτουργία του εστιατορίου. Παραθέτει παραδείγματα των ενεργειών αυτών, όπως ότι άλλοτε κλείνουν την είσοδο του κτιρίου στο ισόγειο η οποία οδηγεί στον ανελκυστήρα και στο κλιμακοστάσιο, τα οποία οδηγούν στην ταράτσα του κτιρίου όπου βρίσκεται το εστιατόριο. Άλλοτε δίδουν οδηγίες στους φύλακες να τοποθετούν πινακίδες στις οποίες αναγράφεται ότι είναι κλειστό το εστιατόριο, άλλοτε αποκόπτουν το ρεύμα για να μη λειτουργούν οι ανελκυστήρες. Επιπλέον, αναφέρει ότι σε κάποιο στάδιο οι ενάγοντες αφαίρεσαν αντικείμενα που αφορούσαν τη λειτουργία του εστιατορίου από την αποθήκη. Ακολούθως, όταν αυτές οι ενέργειες δεν είχαν αποτέλεσμα, οι ενάγοντες, σύμφωνα με την εναγομένη, αρνήθηκαν να υπογράψουν τα έγγραφα για την έκδοση αδειών λειτουργίας του εστιατορίου, ως είχαν υποχρέωση δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας ημερ. 24.2.2004 και διέδιδαν ανακρίβειες για τη λειτουργία του εστιατορίου, δυσφημώντας το καλό του όνομα. Επιπλέον, εκδικητικά απέστειλαν επιστολή προς τον Κ.Ο.Τ. σε σχέση με την παράνομη λειτουργία του εστιατορίου. Λόγω των ενεργειών αυτών, θεωρεί ότι υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. ΄Ενσταση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει: Οι ενάγοντες μετά την επίδοση της αίτησης καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και εξειδικεύονται κυρίως οι εξής λόγοι ένστασης: - Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» - Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ούτε αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόντων - Υπάρχει έκδηλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης - Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6, ήτοι το στοιχείο του κατεπείγοντος - Η αιτήτρια προσπαθεί με την αίτηση να επιλύσει τα θέματα της αγωγής, καθότι αιτείται τις ίδιες θεραπείες που ζητά και στο δικόγραφό της (ανταπαίτηση) - Η αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό και η αίτηση και η ένορκη δήλωσή της είναι γενική, ασαφής και ατεκμηρίωτη. - Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας στην εκδίκαση της αγωγής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Γιάλλουρου, διευθυντή της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος αναφέρει ότι η αιτήτρια απέκρυψε ότι η συμφωνία 24.2.2004 την καθιστά απλή αδειούχο και όχι ενοικιάστρια, ότι η συμφωνία τερματίστηκε γύρω στις 31.7.2007, ότι λειτουργεί το εστιατόριο παράνομα και χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κ.Ο.Τ. (εκκρεμεί ποινική διαδικασία) και χωρίς άδεια ποτού από τον Δήμο Λευκωσίας, ότι η συμφωνία δεν προνοεί για δικαίωμα χρήσης ανελκυστήρων. Δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην ανταπαίτηση , δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον, ακόμη και αν της επιδικαστούν αποζημιώσεις, οι ενάγοντες αρ. 1 είναι φερέγγυος Τραπεζικός Οργανισμός. Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν είναι υπέρ της, αφού η ίδια παρανομεί κατ'επανάληψη. Η αίτηση είναι αόριστη, αφού δεν εξηγεί πότε άρχισαν οι ισχυριζόμενες ενέργειες των εναγόντων και διαφαίνεται από την υπεράσπιση ότι αυτοί οι ισχυρισμοί υπήρχαν από τότε. Συνεπώς θεωρεί ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Επιπλέον, αρνείται ότι οι ενάγοντες έκλεισαν την είσοδο και έκαναν τις ενέργειες που τους αποδίδει η αιτήτρια. Εϊναι η θέση του ότι πάντοτε υπήρχε και υπάρχει απρόσκοπτη είσοδος προς το εστιατόριο δια μέσου του κλιμακοστασίου. Ο ανελκυστήρας οδηγεί μόνο σε χώρους της Τράπεζας. Ο ένας ανελκυστήρας υπέστη τεχνική βλάβη (κατά την αντεξέταση πρόσθεσε ότι τώρα έχει επιδιορθωθεί, αλλά, για λόγους ασφαλείας που επεξήγησε εκτενώς, αποφάσισε ο ίδιος να μην τον επαναθέσει σε λειτουργία). Αναφέρει επιπλέον ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τοποθέτησαν πινακίδες στις οποίες αναγράφεται ότι το εστιατόριο είναι κλειστό, αλλά κατέγραψαν μόνο τα πραγματικά γεγονότα, φέροντάς τα σε γνώση του κοινού, ώστε να μην έχει επιπτώσεις πάνω τους η παράνομη λειτουργία του εστιατορίου. Όσον αφορά την αποθήκη, αναφέρει ότι ουδέποτε δόθηκε άδεια χρήσεως της και ότι καταγράφηκαν τα αντικείμενα στην αποθήκη στην παρουσία κοινοτάρχη και κάλεσαν την αιτήτρια να τα παραλάβει, χωρίς ανταπόκριση. Όσον αφορά τις άδειες του Κ.Ο.Τ. και του Δήμου, αναφέρει ότι η συμφωνία δεν περιέχει υποχρέωση να υπογράφουν τις σχετικές αιτήσεις. Τέλος, αναφέρει ότι οι ενάγοντες ουδέποτε διέδωσαν ψευδείς πληροφορίες για τη λειτουργία του εστιατορίου και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και ανυπόστατη. Οι δύο πλευρές ζήτησαν και πήραν άδεια από το Δικαστήριο για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης αντεξετάστηκε τόσο η αιτήτρια όσο και ο κ. Γιάλλουρος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων όπως και το αιτούμενο και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία, η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο διάδικος σε θεραπεία και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων (στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη στην ανταπαίτησή της) να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον διάδικο να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos, ανωτέρω, και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά την αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σ΄ αυτό το στάδιο. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D., ανωτέρω, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στηρίζεται και στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Παρόμοια είναι και η θέση σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάττει τον καθ' ου η αίτηση να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του αιτητή. Το άρθρο 7 του Κεφ. 6, το οποίο αναφέρεται σε αποζημιώσεις τις οποίες ενδεχομένως να δικαιούται ο εναγόμενος σε περίπτωση που εκδοθεί εναντίον του συντηρητικό διάταγμα επί ανεπαρκών λόγων, δεν αφορά το αίτημα της αιτήτριας και έτσι δεν θα αναφερθώ περαιτέρω σ΄ αυτό. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς. Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 του Κεφ. 6 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αφού η αίτηση επιδόθηκε, οι ενάγοντες έλαβαν γνώση και καταχώρησαν την ένστασή τους (βλ. Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029). Εφαρμογή νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Όπως προαναφέρθηκε, τόσο η αιτήτρια όσο και ο κ. Γιάλλουρος αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεών τους. Χωρίς να αποφαίνομαι σε θέματα αξιοπιστίας, και χωρίς να διατυπώνεται δικαστική κρίση για θέματα ουσίας παρά μόνο στο πλαίσιο και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, σημειώνω ότι προέκυψαν τα εξής σημαντικά στοιχεία σε σχέση κυρίως με τις θέσεις που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας προς υποστήριξη της αίτησής της και των δέκα διαταγμάτων που επιζητεί:
- Η ίδια η αιτήτρια δέχθηκε κατά την αντεξέταση (και επιβεβαιώθηκε από τον κ. Γιάλλουρο) ότι υπάρχει απρόσκοπτη και άμεση πρόσβαση στο εστιατόριο μέσω του κλιμακοστασίου, στην ουσία αναιρώντας με τον τρόπο αυτό τον ισχυρισμό στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής της ότι οι ενάγοντες κλείνουν την είσοδο-έξοδο του κτιρίου στο ισόγειο η οποία οδηγεί στον ανελκυστήρα και στο κλιμακοστάσιο το οποίο οδηγεί στο εστιατόριο.
- Η αιτήτρια απέφυγε επιμελώς να αναφέρει με οποιαδήποτε σαφήνεια πότε ακριβώς δημιουργήθηκε πρόβλημα με την είσοδο και ειδικότερα κατά πόσο το ισχυριζόμενο κλείσιμο της εισόδου έγινε μόλις πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δηλαδή κατά τον Ιούλιο 2009, ώστε να υπάρχει κάποια εξήγηση-δικαιολόγηση για την καταχώρηση αίτησης για προσωρινά διατάγματα στο χρονικό αυτό στάδιο. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην ανταπαίτησή της, η οποία καταχωρήθηκε από τον Μάρτιο 2008, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες απέκοψαν την είσοδο η οποία εχρησιμοποιείτο μέχρι τον Σεπτέμβριο
- Όπως δέχθηκε η ίδια η αιτήτρια, η πινακίδα για την οποία ισχυρίζεται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της ότι αναφέρει ότι το εστιατόριο είναι κλειστό, στην πραγματικότητα δεν αναγράφει κάτι τέτοιο. Η εν λόγω πινακίδα αναφέρει μόνο ότι οι ενάγοντες αρ. 1 και 2 φέρουν σε γνώση του κοινού ότι ουδεμία σχέση έχουν με το εστιατόριο, το οποίο λειτουργεί χωρίς άδεια από τον Κ.Ο.Τ. Παρόμοια είναι η θέση σε σχέση με την επιστολή που απεστάλη στον Κ.Ο.Τ.
- Η συμφωνία ημερ. 24.2.2004 δεν φαίνεται να επιβάλλει υποχρέωση των εναγόντων να παρέχουν πρόσβαση προς το εστιατόριο μέσω συγκεκριμένου ανελκυστήρα του κτιρίου, όπου στεγάζονται υπηρεσίες, ίδρυμα και μουσείο των εναγόντων, και όχι μέσω κλιμακοστασίου, ως η θέση της αιτήτριας.
- Περαιτέρω σε σχέση με το θέμα του ανελκυστήρα, διαφάνηκε ότι η αρχική διακοπή στη λειτουργία του ενός ανελκυστήρα ήταν λόγω τεχνικής βλάβης (η οποία ακολούθως επιδιορθώθηκε) και όχι λόγω αυθαίρετης και εκδικητικής διακοπής εκ μέρους των εναγόντων. Επιπλέον, ο κ. Γιάλλουρος επεξήγησε δεόντως τους λόγους ασφαλείας για τους οποίους αποφασίστηκε η μη επαναλειτουργία. Βαρύνουσας σημασίας στην απόφαση αυτή είχαν, σύμφωνα με τον κ. Γιάλλουρο, οι ενέργειες του συντρόφου της αιτήτριας, ο οποίος είχε αποκόψει την απρόσκοπτη διακίνηση προς το μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα.
- Η συμφωνία δεν φαίνεται να συμπεριλαμβάνει δικαίωμα χρήσης οποιασδήποτε αποθήκης, ως ο ισχυρισμός της αιτήτριας. Επιπλέον, διαφάνηκε από τη μαρτυρία του κ. Γιάλλουρου ότι τα όσα αναφέρει η αιτήτρια στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσής της δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα, εφόσον οι ενάγοντες είχαν καταγράψει τα αντικείμενα εντός της αποθήκης στην παρουσία κοινοτάρχη και την κάλεσαν να τα παραλάβει, χωρίς ανταπόκριση.
- Η παράγραφος 7 της συμφωνίας 24.2.2004 δεν επιβάλλει υποχρέωση στους ενάγοντες να υπογράφουν έγγραφα για την έκδοση οποιασδήποτε άδειας για τη λειτουργία του εστιατορίου, ως η θέση της αιτήτριας. Απλή ανάγνωση του όρου αυτού αποκαλύπτει ότι οι ενάγοντες αρ. 2 θα δικαιούνται να υπογράφουν τέτοια έγγραφα. Εν τούτοις, ζητείται διάταγμα που να διατάσσει τους ενάγοντες αρ. 1 και 2 να πράξουν παρά τη θέλησή τους κάτι που ουδέποτε είχαν υποχρέωση να πράττουν με βάση τη γραπτή συμφωνία.
- Η αιτήτρια, όπως ανέφερε η ίδια κατά την αντεξέτασή της, λειτουργεί το εστιατόριο εδώ και αρκετούς μήνες χωρίς τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες και ειδικότερα χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κ.Ο.Τ. και άδεια ποτού από τον Δήμο Λευκωσίας (εκκρεμεί ποινική διαδικασία). Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι το εστιατόριο λειτουργεί «κανονικά» ως η αναφορά της στην ένορκη δήλωσή της.
- Ειδικότερα ως προς το αιτούμενο διάταγμα υπ' αρ. 6 για επαναφορά της λειτουργίας ροής του ζεστού νερού και την κανονική λειτουργία των κλιματιστικών, σημειώνω ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας για οποιοδήποτε εμπόδιο στη ροή του νερού ή τη λειτουργία των κλιματιστικών από μέρους των εναγόντων.
- Σχετικά με το αιτούμενο διάταγμα υπ' αρ. 9 για να σταματήσουν να διαδίδουν οι ενάγοντες ψευδείς πληροφορίες, σημειώνω ότι οι σχετικές αναφορές της αιτήτριας στην ένορκη δήλωσή της (παράγραφος 13), πέραν των διαζευκτικών θέσεων και του εντελώς αδιευκρίνιστου της πηγής πληροφόρησης, είναι ιδιαίτερα γενικές και αόριστες και παρέμειναν μετέωρες και ατεκμηρίωτες. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, στρέφομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το ΄Αρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το ΄Αρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, καθώς και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 (και επαναλαμβάνω ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα) διαπιστώνω ότι η βάση της ανταπαίτησης είναι αποζημιώσεις για απώλεια εργασίας και κερδών, λόγω του ότι οι ενάγοντες με ενέργειές τους παρεμποδίζουν την απρόσκοπτη εκμετάλλευση του εστιατορίου και ειδικότερα απέκοψαν την είσοδο και ανέθεσαν σε τρίτο την ετοιμασία δεξιώσεων κατά παράβαση του μεταξύ τους συμβολαίου. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι περίπτωση όπου δεν διαφαίνεται καθόλου βάση αγωγής και σοβαρό θέμα προς εκδίκαση. Όσον αφορά τη 2η προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η αιτήτρια να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Για το σκέλος της ανταπαίτησης που αφορά την αποκοπή της εισόδου, παραπέμπω στα όσα έχω αναφέρει στη σελίδα 9 πιο πάνω υπ' αρ.
(1)και το γεγονός ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι αμφιλεγόμενοι, ασαφείς και αντιφατικοί. Υπενθυμίζω, όμως, ότι σε αυτό το αρχικό στάδιο, όπου ζητείται ενδιάμεση θεραπεία, δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης. Ως προς το δεύτερο σκέλος της ανταπαίτησης και την ανάθεση εκδηλώσεων σε τρίτους κατά παράβαση της συμφωνίας, η προσφερθείσα στο στάδιο αυτό μαρτυρία δεν ήταν ιδιαίτερα διασαφηνιστική. Εν τούτοις, εφόσον τίθεται θέμα ερμηνείας συγκεκριμένων όρων της συμφωνίας, καταλήγω ότι υπάρχει θέμα το οποίο θα πρέπει να αφεθεί να εξεταστεί τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει εξαφανιστεί κάθε προοπτική και πιθανότητα ότι η αιτήτρια δικαιούται στην αιτούμενη στην ανταπαίτηση θεραπεία. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, δηλαδή κατά πόσο κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Η τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η εκδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο καθ' ου η αίτηση να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Στην παρούσα υπόθεση το τρίτο κριτήριο δεν έχει ικανοποιηθεί, εφόσον η αιτήτρια περιορίζεται σε μια γενική και αόριστη αναφορά στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσής της ότι με τις ενέργειες των καθ' ων η αίτηση υφίσταται συνεχή και ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ίδια η θεραπεία που αξιώνεται με την ανταπάιτησή της είναι μόνο για αποζημιώσεις και δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά από την αιτήτρια σε σχέση με τη φερεγγυότητα των εναγόντων και για ποιο λόγο θεωρεί ότι δεν θα υπάρχει δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης. Αντίθετα, από πλευράς εναγόντων υπάρχει η ρητή δήλωση του κ. Γιάλλουρου στην παράγραφο Β (ν) της ένορκης δήλωσής του, η οποία δεν αντικρούστηκε με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο κατά την αντεξέταση, ότι πρόκειται για φερέγγυο τραπεζικό οργανισμό, ο οποίος είναι σε θέση να καταβάλει αποζημιώσεις που τυχόν θα επιδικαστούν προς όφελος της αιτήτριας. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία και ειδικότερα ότι υπάρχει το ενδεχόμενο τυχόν απόφαση να μην μπορεί να ικανοποιηθεί, και συνεπώς κρίνω ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρούται. Ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 9-11 πιο πάνω, κρίνω ότι ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας, εφόσον δεν έχει καταδείξει ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εν πάση περιπτώσει, δεν εγείρεται θέμα εξέτασης του ισοζυγίου, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί σωρευτικά τα τρία κριτήρια του άρθρου 32. Περαιτέρω, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τα δέκα στοιχεία τα οποία έχω παραθέσει στις σελίδες 9-11 πιο πάνω, η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ή παρασιώπησε πολλά από τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση στην ένορκη δήλωσή της, και είτε δέχθηκε κατά την αντεξέταση είτε διαφάνηκε από τη μαρτυρία του κ. Γιάλλουρου ότι η εικόνα που είχε δώσει αρχικά η αιτήτρια δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Όπως έχει νομολογηθεί, τυχόν αθώα παράλειψη αποκάλυψης κάποιου γεγονότος ή μη αποκάλυψη λόγω άγνοιας του γεγονότος δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, η μη αποκάλυψη των πιο πάνω στοιχείων, όπως διαφαίνεται στις σελίδες 9-11 πιο πάνω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε καλόπιστη ούτε ότι έγινε λόγω άγνοιας των γεγονότων, εφόσον διαφάνηκε η γνώση της αιτήτριας κατά την αντεξέταση. Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωσή της τέθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να δοθεί μια αλλοιωμένη εικόνα της όλης κατάστασης, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία διαφάνηκε ότι δεν είχε προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Παρά το ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν σε μονομερή βάση, η αιτήτρια εν πάση περιπτώσει είχε την υποχρέωση να προσφέρει στο Δικαστήριο όλα τα αναγκαία γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτησή της, ως ένδειξη της υποχρέωσης που τη δεσμεύει να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και uberrima fides (βλ. απόφαση του Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην αγωγή αρ. 3788/00, Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο στη Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Ως εκ τούτου τα αιτούμενα διατάγματα είναι μη εκδόσιμα και για τον λόγο αυτό. Σημειώνω επιπλέον ότι η αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της δήλωσε τουλάχιστον τέσσερις φορές ότι προσήλθε στο Δικαστήριο μόνο για διάταγμα που να αφορά τον ανελκυστήρα και όχι για το θέμα των αδειών ή οποιαδήποτε άλλα προβλήματα. Ως εκ τούτου, είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο με την αίτησή της ζητά στο σύνολο δέκα διατάγματα, εκ των οποίων μόνο τα δύο αφορούν ανελκυστήρες. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι πλείστα εκ των διαταγμάτων που επιζητούνται είναι προστακτικού χαρακτήρα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21 στη σελίδα 362, παράγραφος 758, οι περιπτώσεις όπου εκδίδονται προστακτικά διατάγματα είναι ως ακολούθως: «Circumstances in which mandatory injunctions granted. Where the injury done to the plaintiff cannot be estimated and sufficiently compensated for by damages, or is so serious and material that the restoration of things to their former condition is the only method whereby justice can be adequately done, or where the injury complained of is in breach of an express agreement, the Court will exercise its discretion and grant a mandatory injunction.» Στην υπό κρίση περίπτωση, η αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει τέτοιου είδους ζημιά και σε τέτοιο βαθμό. Ως προς την αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας κατά την αγόρευσή του ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, καθότι η συμφωνία ημερ. 24.2.2004 δεν αποτελεί άδεια χρήσεως ως αναγράφει, αλλά ενοικιαστήριο έγγραφο, πέραν του ότι ξενίζει κάπως το ότι επιζητεί διατάγματα από Δικαστήριο το οποίο θεωρεί αναρμόδιο, υπενθυμίζω ότι στην υπεράσπιση της εναγομένης-αιτήτριας υπάρχει ρητή παραδοχή ότι η αρχική συμφωνία ήταν για παραχώρηση χρήσεως. Η θέση της εναγομένης, όπως φαίνεται στο εν λόγω δικόγραφό της, είναι ότι με τη λήξη του συμβολαίου κατέστη ενοικιάστρια. Η δε θέση της αιτήτριας στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής και όχι αδειούχος χρήσεως, ενώ στην παράγραφο 16 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρει ότι η συμφωνία 24.2.2004 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι σε ισχύ. Ανεξάρτητα από όλες τις εν λόγω αντιφατικές θέσεις, εν πάση περιπτώσει, το κατά πόσο η συμφωνία αποτελούσε άδεια χρήσεως η οποία νομότυπα τερματίστηκε, ως η θέση των εναγόντων, αποτελεί βασικό επίδικο θέμα στην αγωγή, το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί όταν όλα τα σχετικά γεγονότα θα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν είναι δυνατό να κριθεί στα περιορισμένα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ούτε και θα πρέπει να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα σε σχέση με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DP, ανωτέρω, με αναφορά στο σύγγραμμα Mareva Injunctions- Law and Practice των Gee and Andrews, ενυπάρχει δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας σε διαδικασία στην οποία ο εναγόμενος αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, μέχρις ότου διαγνωστεί τελικά το βάσιμο της αμφισβήτησης, και δεν είναι επιτρεπτό να εκδικαστεί το δικαιοδοτικό ζήτημα ως θέμα της αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Κατάληξη Εν όψει όλων των πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος της εναγομένης - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο