ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. MARFIN POPULAR BANK PUPLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 5/09, 30 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 5/09 ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αιτητή ΚΑΙ
- MARFIN POPULAR BANK PUPLIC CO LTD
- ΙΕΡΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
- RASSADEL CO LIMITED (Αρ. Εγγ. 163059) Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------- Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Η κα Εύα Παπακυριακού Για τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3: Ο κ. Μ. Ηλιάδης --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε μονομερώς διάταγμα παγώματος με το οποίο απαγορεύετο η συναλλαγή με οιονδήποτε τρόπο του: Α. Χρηματικού ποσού των €53.244,49 που βρίσκεται στο λογαριασμό με αρ. 178-11-063342 που διατηρεί η Ιερά Μέγιστη Μονή Βατοπαιδίου με την MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Β. Χρηματικού ποσού €20.504,29 που βρίσκεται σε λογαριασμό με αριθμό 178-09-010524 που διατηρεί η ίδια η Μονή στη πιο πάνω τράπεζα και Γ. Επένδυση της εταιρείας Rassadel Co Ltd (Registration No. 163059) η οποία έγινε μέσω της πιο πάνω τράπεζας στα Hends Funds δηλ. Αris Multi Strategy Offshore Fund EUR - €10.000.000, MFG Diversified Strategy Fund EUR A Shares- €10.000.000, στα πλαίσια διερεύνησης από την Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (Μ.Ο.Κ.Α.Σ) πιθανής διάπραξης αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν.188
(1)/2007 εκτελώντας επίσημο συμπληρωματικό αίτημα νομικής αρωγής που υποβλήθηκε από τις εισαγγελικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας οι οποίες διερευνούσαν διάφορα αδικήματα μεταξύ των οποίων απιστία, απάτη και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εναντίον μοναχών της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου καθώς και άλλων προσώπων, με τρόπο ώστε να υπάρχει εύλογη αιτία ότι παράνομα έσοδα να περιήλθαν κατά τρόπο μη νόμιμο, στην κατοχή αυτών και/ή της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και ή νομικών προσώπων που ανήκουν σ' αυτή και ακολούθως σε πιστωτικά ιδρύματα του εσωτερικού και εξωτερικού. Ειδικότερα γινόταν αναφορά για αναγνώριση κυριότητας επί της νησίδας (ΑΝΤΑ ΜΠΟΥΡΟΥ) περιοχή Βιστωνίδας Νόμου Ξάνθης ή και των Παραλιμνίων εκτάσεως 27.044 στρεμμάτων στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, η οποία έγινε κατόπιν παραπλανήσεως από μέρους των αρμοδίων οργάνων και ακολούθως έγινε ανταλλαγή αυτής με διαθέσιμα ακίνητα του Δημοσίου η οποία έγινε με απιστία των δημοσίων οργάνων και την ηθική αυτουργία των μοναχών της εν λόγω Μονής και επέφερε μεγάλη ζημιά στο Δημόσιο. Κάποια δε από τα εν λόγω κτήματα εκποιήθηκαν αποφέροντας μεγάλα ποσά στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Ως προέκυψε από διατάγματα αποκάλυψης, που εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, σε αντίστοιχες αιτήσεις αποκάλυψης, αποκαλύφθηκαν τα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Το Δικαστήριο με βάση την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 14 του Ν.188
(1)/2007, εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς ως πιο πάνω φαίνεται. Το διάταγμα αυτό επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 (στην αρχική αίτηση) εμφανίσθηκαν με δικηγόρο στις 3.2.2009 και ζήτησαν χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση πράγμα που επανέλαβαν στις 11.2.2009, 26.2.2009 και 12.3.2009. Τελικά στις 12.4.09 το εκδοθέν διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στην παρουσία του συνηγόρου τους. Στις 5.6.2009 κατεχωρήθει, εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 Ιερά Μέγιστη Μονή Βατοπαιδίου και την Εταιρεία Rassel Co Limited, η παρούσα αίτηση ζητώντας να ακυρωθεί το διάταγμα παγώματος ημερομηνίας 19.1.09 και να άρθη το πάγωμα και η απαγόρευση συναλλαγής των επίδικων λογαριασμών. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 14, 15
(13)και 16
(1), του Νόμου 188
(1)/2007, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1-4 και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Άθωνα Κοιρανίδη μοναδικού μετόχου και ενός εκ των Διευθύνων της Καθ' ης η αίτηση 3 (Αιτήτρια στη παρούσα) και ως Συμβούλου της Καθ' ης η αίτηση 2 (Αιτήτρια στην παρούσα) στην οποία αφού κάνει αναφορά στα γεγονότα της έκδοσης του διατάγματος παγώματος αναφέρει ότι ο ίδιος προσφέρθηκε να αποστείλει στη Μ.Ο.Κ.Α.Σ. οποιαδήποτε στοιχεία για την περιουσία των Καθ' ων η αίτηση 3 χωρίς να του ζητηθεί και ότι ήδη από τις 2.6.2008 προμήθευσε, την εξεταστική επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τον ίδιο κατά την προφορική του κατάθεση ενώπιον της εν λόγω Επιτροπής. Μέχρι σήμερα και παρά την πάροδον πέραν των εννέα μηνών από την έναρξη της υποτιθέμενης διερεύνησης στην Ελλάδα και 6 μηνών από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ουδεμία κατηγορία απαγγέλθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και ουδεμία πληροφόρηση περί της διερεύνησης έχει δοθεί σ' αυτούς. Είναι ισχυρισμός του ότι η συνεχιζόμενη παγοποίηση μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι παντελώς αδικαιολόγητη και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η καθυστέρηση αυτή αντιβαίνει το Σύνταγμα και τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας μεταξύ των οποίων το άρθρο 16
(1)του Ν.188
(1)/2007 και ως εκ τούτου ζητά την ακύρωση του εν επίδικου διατάγματος. Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα καταχωρήθηκε ένσταση, στο σώμα της οποίας εμφαίνονται οι εξής λόγοι:
- Αναφορικά με τα γεγονότα βάσει των οποίων εκδόθηκε το Διάταγμα Παγώματος 5/09 ασκήθηκε από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές ποινική δίωξη και διενεργείται από την 18.5.2009 από ειδικό ανακριτή-Εφέτη, κύρια ανάκριση και καμία καθυστέρηση δεν υπήρξε ούτε υπάρχει στη διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης και ούτε έχει παρέλθει εύλογος χρόνος χωρίς να αρχίσει ποινική διαδικασία, ως εκ τούτου η αίτηση ημερομηνίας 5.6.2009 θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα.
- Λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα της υπό διερεύνηση υπόθεση, του μεγάλου αριθμού μαρτύρων και του ογκωδέστατου μαρτυρικού υλικού δεν υπάρχει περιθώριο να θεωρηθεί ότι η ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη.
- Η αίτηση δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα.
- Τα πραγματικά γεγονότα είναι ως αποκαλύπτονται στην Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Κυρμίζη, Δικηγόρου της Δημοκρατίας Α' και είναι εμφανή στο φάκελο του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Κυρμίζη Δικηγόρου της Δημοκρατίας Α στην οποία αφού αρνείται τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην αίτηση ισχυρίζεται ότι όπως ενημερώθηκε η Υπηρεσία τους (Μ.Ο.Κ.Α.Σ.) από τις αρμόδιες Αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας δηλαδή την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, με επιστολές της ημερομηνίας 14.7.2009, 22.7.2009 και 30.7.2009 έχουν γίνει ενδιάμεσα εκ μέρους των Ελληνικών Αρχών διάφορες ενέργειες. Συγκεκριμένα, ότι μετά την περάτωση της προκαταρτικής εξέτασης που διενεργήθηκε σχετικά με την υπόθεση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, κατά την οποία κατέθεσαν 35 μάρτυρες και εξετάστηκαν χωρίς όρκο ως ύποπτοι 63 άτομα, μεταξύ των οποίων μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ελληνικής Δημοκρατίας), κρατικοί λειτουργοί, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι και μοναχοί της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, στην συνέχεια έγινε σύγκληση, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης, της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών για την ανάθεση της διενέργειας της κυρίας ανάκρισης σε ειδικό ανακριτή - εφέτη. Με την υπ' αριθμό Ε.Π. 318 ημερομηνίας 18 Μαϊου 2009 έγγραφη παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανάκρισης για τα πιο κάτω αδικήματα: i. Απιστίας περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. ii. Απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου. iii. Ψευδούς βεβαίωσης από κοινού με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου. iv. Ηθικής αυτουργίας, άμεσης συνέργειας και απλής συνέργειας στις πιο πάνω πράξεις. v. Παράβαση καθήκοντος. vi. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. vii. Παράνομης μεταβίβασης μνημείου. Σε εκτέλεση της απόφασης της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ορίστηκε Ειδική Ανακρίτρια-Εφέτης για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, η σχηματισθείσα ογκωδέστατη δικογραφία, διαβιβάστηκε στην ειδική ανακρίτρια στις 18.5.2009 και έκτοτε διενεργείται κύρια ανάκριση, στα πλαίσια της οποίας είχαν ληφθεί ως την 14.7.2009, 18 μαρτυρικές καταθέσεις και έχει προγραμματιστεί άμεσα για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης η εξέταση άλλων τόσων μαρτύρων. Ενόψει της φύσεως των υπό διερεύνηση αδικημάτων, του αριθμού των κατ' αρχήν εμπλεκομένων προσώπων, που ανέρχονται ήδη σε 30, η διερεύνηση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη και συνεχίζεται κανονικά. Αναφέρεται επίσης ότι οι μοναχοί της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου (α) Καθηγούμενος Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, κατά κόσμο Βασίλειος Κουτσού και (β) Αρσένιος, κατά κόσμο Αντώνιος-Αρσένιος Φίλου, περιλαμβάνονται στους υπόπτους τέλεσης των αδικημάτων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Επιβεβαιώνεται επίσης από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές, ότι με βάση τα στοιχεία της ανάκρισης η οποία διενεργείται, η ελάττωση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου από τις ανταλλαγές πληθώρας ακινήτων του με τη λίμνη Βιστωνίδα και τις παραλίμνιες εκτάσεις αυτής είναι πολλαπλάσια των ποσών των λογαριασμών που αφορά το διάταγμα παγώματος, το ακριβές ύψος της οποίας αναμένεται να διακριβωθεί με την ολοκλήρωση της ανάκρισης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενόψει του ότι, οι υπό διερεύνηση πράξεις έχουν σχέση, μεταξύ άλλων, με την ανταλλαγή πληθώρας εκτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου, από τις οποίες μεγάλος αριθμός αυτών έχουν ήδη πωληθεί και έχει εισπραχθεί το ανάλογο τίμημα, θα πρέπει να διατηρηθεί η ισχύς του εν λόγω Διατάγματος Παγώματος για σκοπούς μελλοντικής δήμευσης εσόδων που προήλθαν από τη διάπραξη των πιο πάνω γενεσιουργών αδικημάτων και αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εις βάρος του Δημοσίου. Τέλος ισχυρίζεται ότι με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα από τις ανακριτικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά και που αναμένεται άμεσα να γίνουν, καταδεικνύεται η σε βάθος έρευνα που διεξάγεται σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο και καμία αδικαιολόγητη καθυστέρηση δεν υπάρχει στην διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, η οποία όπως καταδεικνύεται από τα γεγονότα, είναι περίπλοκη με μεγάλο αριθμό μαρτύρων, αλλά και υπόπτων και με ογκωδέστατο μαρτυρικό υλικό. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω η αίτηση ακύρωσης στηρίζεται στο άρθρο 16 παρ. 1 Ν.188(Ι)/2007το οποίο έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο ακυρώνει διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 και 15, αν η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο ή μέσα σε χρονική περίοδο την οποία το Δικαστήριο όρισε στο ίδιο το διάταγμα». Στην παρούσα υπόθεση όπως προκύπτει από τα γεγονότα το Δικαστήριο με το εκδοθέν διάταγμα δεν έχει καθορίσει χρονική περίοδο για έναρξη ποινικής διαδικασίας. Έτσι το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν η ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο. Ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα του εύλογου χρόνου αυτό διασφαλίζεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος και το αρ. 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση). Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατόν να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμα ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους. Κατά την εξέταση του τι αποτελεί «εύλογο χρόνο» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανομένων ειδικώς της πολυπλοκότητας των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που εγείρονται, της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και έχουν υιοθετηθεί από τη δική μας Νομολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου, Ποινική Έφεση 7549/14.4.2004 λέχθηκαν τα εξής: «Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνο που υποβάλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια». α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα». Με αυτά κατά νου, στρεφόμαι στην παρούσα Αίτηση. Όπως υποστηρίζεται από τους Αιτητές παρά το πέρας των εννέα μηνών από την έναρξη της διερεύνησης της υπόθεσης στην Ελλάδα και έξι
(6)μήνες από την έκδοση του επίδικου διατάγματος ουδεμία κατηγορία απαγγέλθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και ουδεμία πληροφόρηση για την εν λόγω διερεύνηση εδόθηκε. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αντικρούονται από τους ισχυρισμούς της κας Κυρμίζη που πηγάζουν από πληροφόρηση που είχε από τις Ελληνικές Αρχές. Ως διαφαίνεται από τα γεγονότα που έθεσε ο Καθ' ου η αίτηση διαφαίνεται ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανάκρισης για τα αδικήματα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω αναλυτικά από Ειδική Ανακρίτρια Εφέτη μετά από απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών ημερομηνίας 18.5.2009 και έκτοτε διενεργείται κύρια ανάκριση αφού έχουν ληφθεί διάφορες μαρτυρικές καταθέσεις. Με βάση αυτά τα δεδομένα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή αντεξέταση, βρίσκω ότι οι Αιτητές στη παρούσα αίτηση δεν έχουν αποδείξει τους ισχυρισμούς τους ούτε απέδειξαν ότι η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει ούτε ότι αυτή δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο λαμβάνοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει ήδη συγκεντρωθεί ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Κυρμίζη αλλά και τις περαιτέρω ενέργειες οι οποίες έχουν γίνει και προχωρούν στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που ακολουθούν οι Ελληνικές Αρχές. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. (Υπ.)............ Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο