VODAFONE GROUP PLC ν. VODAFONE (CYPRUS) LTD, Αγωγή Αρ. 7600/05, 30.10.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7600/05 Μεταξύ: VODAFONE GROUP PLC, από Μεγάλη Βρεττανία Ενάγουσας - και - VODAFONE (CYPRUS) LTD, από Λάρνακα Εναγόμενης Αίτηση ενάγουσας ημερ. 16.2.09 για προσθήκη νέων εναγόντων και συναφείς τροποποιήσεις Ημερομηνία: 30.10.09 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κα Αντρέου για κ. Α. Νεοκλέους Για εναγόμενη/καθ΄ ης η αίτηση: κα Παπαδοπούλου για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα (στο εξής η αιτήτρια) αποβλέπει σε προσθήκη δύο νέων εναγόντων - των θυγατρικών της εταιρειών Vodafone Marketing Sarl και Vodafone Ireland Marketing - και στην περίπτωση που το αίτημα της εγκριθεί σε τροποποίηση τόσο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όσο και της έκθεσης απαίτησης. Η ανάγκη για προσθήκη, προβάλλεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση, διαπιστώθηκε κατά την προετοιμασία για ακρόαση της υπόθεσης και σχετίζεται με την καλόπιστη παράλειψη της αιτήτριας να δώσει στους δικηγόρους της ακριβείς πληροφορίες για τους εκπροσώπους της. Συγκεκριμένα:- Η αιτήτρια είχε αδειοδοτήσει την Vodafone Marketing Sarl να συνάπτει συμφωνίες με τρίτους με σκοπό την προώθηση και διαφήμιση διεθνών προϊόντων και/ή υπηρεσιών της με την επωνυμία VODAFONE, τη δε Vodafone Ireland Marketing να εκμεταλλεύεται και παραχωρεί άδειες σε τρίτους για χρήση της ονομασίας και εμπορικών σημάτων VODAFONE. Ενόψει του γεγονότος ότι οι θεραπείες που αξιώνει η αιτήτρια απορρέουν από την παραβίαση της εν λόγω ονομασίας και/ή εμπορικών σημάτων εκ μέρους της εναγόμενης (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση) η προσθήκη των εν λόγω εταιριών ως νέων εναγόντων, κάτι που και οι ίδιες επιθυμούν, είναι αναγκαία. Και αυτό, προκειμένου να εκδικασθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, να εξοικονομηθούν έξοδα και δικαστικός χρόνος και, περαιτέρω, να αποφευχθεί η πολλαπλότητα δικαστικών διαβημάτων μεταξύ των ιδίων διαδίκων για τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα. Έγκριση του αιτήματος, προβάλλεται, δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα της καθ΄ ης η αίτηση, ενώ απόρριψη του θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην αιτήτρια και δεν θα συμβάλει στην πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση, αλλά προτού γίνει αναφορά στους λόγους ένστασης και στα όσα αναφέρονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση για στήριξη τους θα ΄ταν χρήσιμο να σκιαγραφηθεί η φύση της αξίωσης της αιτήτριας με βάση το υλικό που υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης. Η αιτήτρια, όπως διατείνεται, είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια επτά Κοινοτικών εμπορικών σημάτων VODAFONE, όνομα με το οποίο εμπορεύεται τόσο η ίδια όσο και οι θυγατρικές ή συνδεδεμένες με αυτή εταιρείες και έτσι είναι γνωστά τα προϊόντα και οι υπηρεσίες της τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο όπου διεξάγει εργασίες από το Φεβρουάριο του 2004 κατόπιν συμφωνίας με την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (ΑΤΗΚ). Σχετικά, μάλιστα,κατατέθηκαν και αιτήσεις για εγγραφή του Κοινοτικού εμπορικού σήματος VODAFONE (λεκτικό σήμα), όπως και για εγγραφή εμπορικού σήματος VODAFONE στις κλάσεις 9 και 38. Η καθ΄ ης η αίτηση, ισχυρίζεται η αιτήτρια, παραβίασε τα εμπορικά της σήματα και/ή όνομα. Αφενός μεν με το να λειτουργήσει καταστήματα λιανικής πώλησης στη Λεμεσό και Λευκωσία με το όνομα VODAFONE και αφετέρου με το να καταθέσει στις 18.1.05 στην αρμόδια αρχή αιτήσεις για εγγραφή στο όνομα της του εμπορικού σήματος VODAFONE. Με επίκληση, λοιπόν, την παραβίαση των εμπορικών της σημάτων και/ή ονόματος καταχώρισε στις 7.10.05 γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση, αξιώνοντας διατάγματα με τα οποία να εμποδίζεται η καθ΄ ης να επεμβαίνει στα εμπορικά σήματα και/ή όνομα VODAFONE και να σταματήσει την παράνομη χρήση του εν λόγω ονόματος, καθώς επίσης και για γενικές αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα δε εξασφάλισε μονομερώς και προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν η καθ΄ ης η αίτηση να πωλεί, διαθέτει, κυκλοφορεί ή διαφημίζει προϊόντα (κινητά τηλέφωνα) και τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό με το εμπορικό σήμα VODAFONE και, περαιτέρω, να παύσει να παραβιάζει τα Κοινοτικά σήματα της αιτήτριας. Η καταχώριση του κλητηρίου και της μονομερούς αίτησης για προσωρινά διατάγματα πυροδότησε καταιγισμό αιτήσεων εκατέρωθεν. Οι ανάγκες όμως της παρούσας δεν απαιτούν αναφορά στις εν λόγω αιτήσεις. Ό,τι απαιτείται να σημειωθεί είναι ότι με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.5.06 το προσωρινό διάταγμα ημερ. 7.10.05 ακυρώθηκε και στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκαν τα δικόγραφα, η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 16.2.09, οπόταν καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση με νομική βάση τα άρθρα 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και Δ.9 θθ. 2, 10 και 11, Δ.25 θθ. 1-5, Δ.48 θθ. 1, 2 και 3 και Δ.63 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το αίτημα, ισχυρίζεται η καθ΄ ης η αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ικανοποίησης του. Επεσήμανε σχετικά ότι η αιτήτρια, προβάλλοντας δικαιώματα ιδιοκτησίας στο όνομα και/ή εμπορικά σήματα VODAFONE, κατόρθωσε να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα με το οποίο τη σταμάτησε να πωλεί και διαθέτει προϊόντα και εξοπλισμό με το εν λόγω εμπορικό σήμα και στους επτά μήνες ισχύος του διατάγματος της προκάλεσε τεράστιες οικονομικές ζημιές. Με όσα όμως τώρα προβάλλει για έγκριση του αιτήματος της, αποκαλύπτεται ότι η ίδια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ουσιαστικά με την προσθήκη προσπαθεί να δημιουργήσει τέτοιο δικαίωμα και επομένως η αίτηση γίνεται κακόπιστα. Περαιτέρω, δεν αιτιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και έγκριση του αιτήματος θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση για διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. Για όλα τα πιο πάνω, προβάλλεται από την καθ΄ ης η αίτηση, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και έγκριση της δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ωστόσο αν το Δικαστήριο την εγκρίνει θα πρέπει να καταδικάσει την αιτήτρια σε όλα τα έξοδα και, περαιτέρω, να τη διατάξει να καταβάλει άμεσα στην καθ΄ ης το ισάξιο σε Ευρώ των Λ.Κ.50.000 που κατέθεσε για εγγύηση κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 7.10.05, και αυτό προς (μερική) αποκατάσταση της προφανούς ζημίας που υπέστη η καθ΄ ης η αίτηση στους επτά μήνες που ήταν σε ισχύ. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις θα γίνει, αν χρειασθεί, αφού πρώτα επισημανθεί ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις του γενικώς οπισθογαφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης προϋποθέτουν έγκριση του αιτήματος για προσθήκη των δύο θυγατρικών εταιρειών της αιτήτριας ως νέων εναγόντων. Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που αντιστοιχεί στη Δ.16 θ.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως σχετικά καταγράφεται στη σελίδα 345 του White Book του 1958 με αναφορά σε αγγλική νομολογία:- «The Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the parties before it, especially if the action has proceeded to trial without objection as to parties. The power given by the Rule is, however, widely exercised, though the addition of new parties may cause new expense and necessitate new evidence, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff, the order may be refused. But, generally speaking, the Court will make all such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. The Court will not, however, decide questions of right on applications under the Rule». Ειδικά δε σ΄ ότι αφορά την προσθήκη ενάγοντα μεταφέρω από τη σελίδα 346 αυτούσιο το απόσπασμα που ακολουθεί:- 'Adding Plaintiffs. Procedure—Consent of Person Added.—See (n.) "Practice", supra. The words of the Rule are explicit, and the consent of the person to be joined must be in writing signed by him (The Duke of Buccleuch, [1892] P. 211; Wootton v. Joel, [1920] W. N. 28); the signed consent of his solicitor is insufficient (Fricker v. Van Grutten, [1896] 2 Ch. 649). The case of trustee and c. q. t. forms no exception (Besley v. Besley, 37 Ch. D. 648); nor does the offer of a full indemnity by the applicant make any difference (Tyron v. Nat., etc.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.