← Κύπρος

Lux International Foundation κ.α. ν. FBME Bank Limited, Αγωγή αρ.: 2419/09., 2.11.2009.

Lux International Foundation κ.α. ν. FBME Bank Limited, Αγωγή αρ.: 2419/09., 2.11.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2419/
  2. METAΞΥ :
  3. Lux International Foundation,
  4. Adrenaline Invest Limited, Εναγόντων/ Καθ΄ων η αίτηση, - και - FBME Bank Limited, Eναγομένων/ Αιτητών. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.11.
  5. Αίτηση ημερ. 15.5.2009 για ασφάλεια εξόδων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη : κ. Γ. Ζ. Γεωργίου. Για τις Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγουσες: κ. Αλ. Γαβριηλίδης. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ To Δικαστήριο την 29.10.09 μετά από ακροαματική διαδικασία απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας-εναγομένης, με έξοδα εις βάρος της. Το Δικαστήριο ανέφερε σε γενικές γραμμές τους λόγους απόρριψης της και επεφυλάχθη να δώσει στους διάδικους το πλήρες γραπτό κείμενο της απόφασης του εντός των ολίγων ημερών που θα ακολουθούσαν. Σήμερα, το Δικαστήριο, ως έχει υποχρέωση, αφού ετοίμασε το γραπτό κείμενο της απόφασης του, το κοινοποιεί στους δικηγόρους των διαδίκων. Πολύ συνοπτικά αναφέρεται ότι οι αξιώσεις των αλλοδαπών εναγουσών εταιρειών, ως διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης είναι για διάφορα ποσά, τα οποία είναι κατατεθειμένα εις αριθμό λογαριασμών τους, στην εναγόμενη η οποία διεξήγε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, κατόπιν αδείας, τραπεζικές εργασίες εις Κύπρο. Όλα τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγουσες και ήταν κατατεθειμένα εις λογαριασμούς τους, με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 6.8.08, κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα, κατακρατούντο για περίοδο 6 μηνών. Προηγουμένως, τον Μάιο του 2008, οι λογαριασμοί παγοποιήθηκαν δυνάμει διοικητικών οδηγιών της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ), σύμφωνα με τον Κυρωτικό Νόμο 2(ii)/
  6. Μετά την 5.2.09 δεν υπήρχε καμιά επιβάρυνση ή διάταγμα αναφορικά με τα πιο πάνω χρήματα και/ή λογαριασμούς. Παρόλο που οι ενάγουσες αξίωσαν τα πιο πάνω χρήματά τους, η εναγόμενη αρνήθηκε να τα πληρώσει και συνεχίζει να αρνείται. Ως αποτέλεσμα, ακολούθησε η παρούσα αγωγή, με την οποία οι ενάγουσες αξιούν πλην των χρημάτων τους, και αποζημιώσεις. Η εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν κατεχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης. Στις 27.4.09, κατόπιν μονομερούς αίτησης των εναγουσών, εξεδόθησαν δύο διατάγματα με τα οποία ουσιαστικά δεσμεύεται και παγοποιείται το συνολικό ποσό των €502.526 καταθέσεις της εναγομένης σε άλλα Τραπεζικά Ιδρύματα και/ή στην Κεντρική Τράπεζα στην Κύπρο. Στις 15.5.09 το άνω διάταγμα περιορίσθη ώστε: «να δεσμεύεται ποσό €502.526 στην EFG EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ CA (NICOSIA) LTD σε συγκεκριμένο λογαριασμό της εναγομένης». Η ακρόαση αναφορικά με την οριστικοποίηση ή μη του άνω διατάγματος είναι ορισμένη την 30.11.
  7. Στις 15.5.09 η εναγόμενη κατεχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιζητεί (α) διάταγμα παροχής εγγύησης από εκάστη των εναγουσών ύψους €43.238,7 (β) αναστολή της διαδικασίας μέχρι την παραχώρηση της ασφάλειας που ήθελε διαταχθεί από το Δικαστήριο, και (γ) απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση αποτυχίας των εναγουσών να παραχωρήσουν την ασφάλεια ως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο στο χρόνο που θα έθετε. Την αίτηση συνοδεύει ένορκος δήλωση υπαλλήλου (κας Χρύσω Habib) της εναγομένης, η οποία προβάλλει κυρίως τα ακόλουθα: Ø Οι ενάγουσες είναι αλλοδαπές εταιρείες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα να είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ανυποταγής τους σε τυχόν διαταγή διά έξοδα, μετά το πέρας της αγωγής. Ø Οι ενάγουσες δεν έχουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο εις Κύπρο. Ø Σύμφωνα με υπολογισμούς που έκανε με τη βοήθεια δικηγόρων, τα έξοδα αναμένεται ότι θα ανέλθουν σε €43.238,72 (επισυνάπτεται της ενόρκου δηλώσεως σχετικός κατάλογος). Η ενάγουσα-καθ΄ης η αίτηση κατεχώρησε ένσταση και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
  8. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των Διαταγμάτων που επιζητούνται με την αίτηση της Εναγομένης.
  9. Οι Ενάγοντες έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και συγκεκριμένα τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α-Ζ της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος («οι επίδικοι λογαριασμοί»), τα οποία κατακρατούνται παράνομα από την Εναγόμενη και τα οποία είναι υπεραρκετά για να καλύψουν τα οποιαδήποτε έξοδα της Εναγομένης.
  10. Οι Ενάγουσες έχουν εξαιρετικά ισχυρή υπόθεση εναντίον της Εναγομένης, η οποία δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή ή και δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι έχει τέτοια υπεράσπιση.
  11. Τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων που επιζητούνται με την αίτηση της Εναγομένης θα απολήξει σε αποστέρηση του δικαιώματος των Εναγουσών να έχουν πρόσβαση στο Δικαστήριο αφού, μεταξύ άλλων, οι Ενάγουσες δεν διαθέτουν άλλα κεφάλαια πέραν από τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς και τα οποία κατακρατούνται παράνομα από την Εναγόμενη.
  12. Τα ποσά των εξόδων που αναφέρονται στον Κατάλογο που συνοδεύει την αίτηση της Εναγομένης είναι, εν πάση περιπτώσει, υπέρογκα και εξωπραγματικά, υπολογίστηκαν στη βάση εξωπραγματικών ή και ατεκμηρίωτων εικασιών και δεν συνάδουν καθόλου με τα προβλεπόμενα από τους θεσμούς έξοδα.
  13. Η απαίτηση της Εναγομένης όπως η κάθε μία από τις Ενάγουσες παράσχει ξεχωριστά ασφάλεια για το σύνολο των ισχυριζόμενων εξόδων που η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ενδέχεται να υποστεί είναι εντελώς αδικαιολόγητη, καταχρηστική και καταπιεστική.
  14. Η αίτηση της Εναγομένης έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καταπίεση των Εναγουσών και την παρεμπόδιση της εκδίκασης των αξιώσεων τους σε σχέση με τις οποίες η Εναγόμενη ουδεμία υπεράσπιση έχει.» Την αίτηση συνοδεύει ένορκος δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγούσης, αλλά όπως αναφέρεται και σε ένορκο δήλωση άλλου προσώπου (Bulent Yilmaz) ημερ. 16.4.09, που κατεχωρήθη διά υποστήριξη της αίτησης των εναγουσών διά έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εις την άνω ένορκο δήλωση της κας Habib αναφέρονται τα ακόλουθα: Ø Οι ενάγουσες είναι δικαιούχες των χρηματικών ποσών που βρίσκονται στους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, ύψους πέραν των €500.
  15. Το ποσό αυτό κατακρατείται αντισυμβατικά από την εναγόμενη, η οποία αρνείται να το αποδώσει σε αυτές. Ø Οι ενάγουσες έχουν εξαιρετική ισχυρή υπόθεση έναντι της εναγομένης, η οποία δεν έχει υπεράσπιση. Ø Επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση επιστολή της ΜΟΚΑΣ, ημερ. 3.7.09, η οποία επιβεβαιώνει ότι δεν εξέδωσε προς την εναγόμενη οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή για κατακράτηση των χρηματικών ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα εις τους επίδικους λογαριασμούς, μετά την 5.2.
  16. Ø Οι ενάγουσες, πλην των άνω αναφερομένων χρημάτων, δεν έχουν άλλο περιουσιακό στοιχείο και τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος τους διά πρόσβαση στο Δικαστήριο. Ø Η αίτησης είναι κακόπιστη και κατεχωρήθη με μοναδικό σκοπό την καταπίεση των εναγουσών και παρεμπόδιση εκδίκασης των αξιώσεων τους. Ø Τα αιτούμενα ποσά διά έξοδα είναι υπέρογκα, εξωπραγματικά και η αίτηση αδικαιολόγητη. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων, όπως ήταν φυσικό, κατά την αγόρευση τους υπεστήριξαν τον διάδικο διά τον οποίο εμφανίζονται. Ο κ. Γεωργίου πρόβαλε κυρίως, ότι σε περίπτωση που αποτύχει η αγωγή τα χρήματα που κατακρατεί η εναγόμενη, επίδικο θέμα, δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την αιτήτρια-εναγόμενη για κάλυψη των εξόδων της διότι αποδεδειγμένα αυτά είναι παράνομο προϊόν, προέκυψαν από παράνομες δοσοληψίες και θα πρέπει να επιστραφούν εις Βέλγιο ή αλλού, όπως θα της υποδειχθεί. Παρέπεμψε δε προς τούτο στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στο προσωρινό διάταγμα ημερ. 27.4.
  17. Αντίθετα, ο κ. Γαβριηλίδης απέρριψε τις θέσεις αυτές. Συνοπτικά αναφέρθηκε κυρίως στο ότι τα χρήματα των εναγουσών δεν είναι παράνομα, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά είναι ισχυρισμοί του δικηγόρου της άλλης πλευράς, χωρίς αξία. Η ένορκος δήλωση δε στην οποία ανεφέρθη ο κ. Γεωργίου δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Επίσης, αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση των εναγουσών, τονίζοντας ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διά ασφάλεια εξόδων θα είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ή αποκλεισμό τους από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ακόμη και σε κονδύλια του καταλόγου των εξόδων που παρουσίασε η άλλη πλευρά για να καταδείξει ότι αυτά δεν δικαιολογούνται από τους θεσμούς. Η αίτηση στηρίζεται σε αριθμό νομοθετημάτων, η πλειονότης των οποίων είναι άσχετη προς την εξεταζόμενη αίτηση. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι απόρροια της χρήσεως Η.Υ όπου με το πάτημα ενός κουμπιού αναπαράγεται παλαιό έγγραφο ή μέρος του, πολλές φορές όμως εντελώς άχρηστο, όπως συμβαίνει και εις την υπό κρίση διαδικασία. Παρόλα ταύτα, η στήριξη της αίτησης στη Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι αρκετή διά να είναι δυνατή η δικονομική πρόσβαση στην αιτούμενη θεραπεία. Η Δ.60 θ.1 προβλέπει: «Α plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.» Η Δ.48 θ.1 προβλέπει: «Εvery application to the Registrar shall be in writing starting the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit.» Σε δύο υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτης κ.ά.

(1995)1 Α.Α.Δ. 877 και Interpartemental Concern «Urametrom» v. Pesuno Ltd
(2004)1 A.A.Δ 557) λέχθηκε ότι η υιοθέτηση του περιεχομένου κλητηρίου εντάλματος ή άλλου δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπάρχει βέβαια και η υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ 1938, σελ. 1943, η οποία αφορούσε αίτηση διά παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην και στην οποία λέχθηκε ότι ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να λάβει υπόψη στοιχεία από ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχετο στο φάκελο της αγωγής. Θέλω να πιστεύω ότι η Γεωργίου αφορούσε τα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης εκείνης και δεν προέβη σε διατύπωση γενικού Κανόνος. Η Δ.48 θ.1 αναφέρεται σε «books or records» του Δικαστηρίου και όχι σε ενόρκους δηλώσεις που καταχωρούνται στα πλαίσια άλλης αίτησης. Διαφορετική ερμηνεία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα επέφερε σύγχυση κατά την εκδίκαση αιτήσεων και ακόμη αδικία στον άλλο διάδικο. Σύγχυση διότι το Δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο τότε να εξετάζει όλο το φάκελο μιας υπόθεσης και όλες τις ένορκες δηλώσεις που υπήρχαν σε αυτήν και να χρησιμοποιεί υλικό που περιέχετο σε αυτές εν τη αγνοία του άλλου διαδίκου. Επίσης, χρήση υπό του Δικαστηρίου τέτοιας άλλης ενόρκου δηλώσεως, θα είχε ως αποτέλεσμα ο άλλος διάδικος να στερείτο του δικαιώματος να αντικρούσει την ένορκο δήλωση αυτή ή να ζητήσει την αντεξέταση του ομνύοντος εφόσον δεν θα γνώριζε εκ των προτέρων ότι ο αντίδικος του βασίζεται σ΄ αυτήν. Ακόμη, θα οδηγούμαστε στο παράδοξο, όπως στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο να εκφράζεται επί ενόρκου δηλώσεως διαδικασίας η οποία ακόμη βρίσκεται σε εκκρεμότητα και δεν έχει εκδικασθεί. Αυτό θα ήταν σε πλήρη αντίθεση της Δ.48 θ.1 (άνω). Σύμφωνα με τη νομολογία, σε περιπτώσεις που ο ενάγοντας είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία εις Κύπρο υποκείμενα προς εκποίηση δια κάλυψη εξόδων εναγομένου, τότε τα Δικαστήρια κλίνουν υπέρ της έκδοσης της σχετικής διαταγής για παροχή ασφάλειας δια έξοδα, νοουμένου βεβαίως ότι η διαταγή αυτή δεν είναι άδικη κάτω από τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης. (Βλ. Saly Line Ltd v. Greenman Navigation Ltd
(1993)1 A.A.Δ 633). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που ασκείται κατά την έκδοση ή μη του σχετικού διατάγματος, ασκείται πάντα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. (Βλ. Aeronave Spar and another v. Westland Charter Ltd and another
(1971)1 All E.R. 531). Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (α) η κατοχή υπό του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακινήτου στην Κύπρο, και (β) η ισχύς της υπόθεσης. (Βλ. Alahmari v. Alia the Royal Jordanian Airlines
(1990)1 A.A.Δ. 434). H περιουσία θα πρέπει να είναι διαθέσιμη για εκτέλεση και όχι η εξανέμιση της να είναι δυνατή ανά πάσα στιγμή. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη κατά πόσο η αίτηση γίνεται καλόπιστα ή καταπιεστικά ώστε να καταπνιγεί μια γνήσια απαίτηση καθώς επίσης και τυχόν καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. (Βλ. Studland Holdings Ltd κ.ά. ν. Ευσταθίου κ.ά.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809, 1813-18-14). Επίσης «... δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο Δικαστήριο» (Βλ. Continental Ins. Co. of Hampshire v. O´Regan
(1998)1 A.A.Δ. 1087). Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι αναντίλεκτο ότι οι ενάγουσες είναι αλλοδαπές εταιρείες εκτός Ε.Ε., χωρίς άλλα περιουσιακά στοιχεία, πλην των χρημάτων τους, τα οποία είναι κατατεθειμένα εις λογαριασμούς που τηρεί η εναγόμενη ύψους €500.000 περίπου. Τα χρήματα αυτά από την 5.2.09 δεν είναι αντικείμενο παγοποίησης ή κατακράτησης με οδηγίες της ΜΟΚΑΣ ή άλλης διαταγής Δικαστηρίου οποιασδήποτε μορφής. Τα όσα ανέφερε ο κ. Γεωργίου περί πληρωμής τους εις το μέλλον σε άλλους ως προϊόν παρανομίας είναι ισχυρισμοί ανεπίτρεπτοι, καθότι δικηγόροι κατά τον χρόνο αγόρευσης τους δεν μπορούν να εισάγουν μαρτυρία. Ως αποτέλεσμα, τα όσα ανέφερε ο κ. Γεωργίου προς την κατεύθυνση αυτή δεν έχουν καμία αξία. Ακόμη και να εξέταζα τους ισχυρισμούς αυτούς, θα έλεγα με το υλικό που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτοί βρίσκονται στη σφαίρα της εικασίας χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Επίσης, από το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και στο βαθμό που μπορεί να γίνει πρόβλεψη, η ισχύς της υπόθεσης των εναγουσών είναι αρκετά δυνατή. Ακόμη, λαμβάνω υπόψη ότι τα χρήματα των εναγουσών είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμούς που τηρεί η εναγόμενη και συνεπώς αυτή έχει κατοχή και πλήρη έλεγχο επ΄ αυτών, με αποτέλεσμα οι ενάγουσες να αδυνατούν να μετακινήσουν αυτά εκτός Κύπρου, εκτός με συγκατάθεση της εναγομένης ή με διαταγή του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Kevorkian v. Burney (No. 2)
(1937)4 All E.R. 468 που τέθηκε από τον κ. Γεωργίου δεν βοηθά την αίτηση της αιτήτριας αλλά αντίθετα. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη την οικονομική κατάσταση των εναγουσών, όπως αυτή έχει εκτεθεί, και κρίνω ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είχε ως αποτέλεσμα και την στέρηση στις ενάγουσες πρόσβασης στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, και καθοδηγούμενος υπό της νομολογίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες του καταλόγου εξόδων που έχει ετοιμαστεί από την αιτήτρια, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της αίτησης, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της εναγομένης-αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.