← Κύπρος

MAΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4120/02, 2 Νοεμβρίου 2009

MAΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4120/02, 2 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4120/02 Μεταξύ: MAΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και

  1. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD (πρώην ELLINAS FINANCE LTD)
  2. ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED
  3. SHARE LINK SECURITIES LIMITED Εναγομένων ------------- Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Παπαντωνίου Για τους Εναγόμενους 1 και 2 : κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, σύμφωνα με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 15.10.2007, η ενάγουσα απαιτεί από τους εναγόμενους το ποσό των £41.953,98, που αντιπροσωπεύει τη ζημιά που αυτή υπέστη λόγω παράβασης κατά ή περί τις 31.7.00 της συμφωνίας ημερομηνίας 5.6.00 από τους εναγόμενους, πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από τις 31.7.00 και διαζευκτικά νόμιμο τόκο, καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να τερματίζονται αφενός η συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ημερομηνίας 5.6.00, ως αδικαιολόγητα και ή παράνομα και ή αντισυμβατικά διαρρηχθείσα από τους εναγόμενους και αφετέρου το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας. Η ενάγουσα επιζητεί και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 να αποδεσμεύσουν 20.000 μετοχές της εταιρείας WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD, καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ή λόγω δόλου και ή αμέλειας και ή παράβασης καθηκόντων των εναγομένων, πλέον έξοδα. Επισημαίνεται ότι η αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 11.9.07, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την τροποποιηθείσα και καταχωρηθείσα στις 15.10.2007 έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα, κατοικούσα και ή εργαζόμενη στη Λεμεσό, κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, ασχολείτο με επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ») με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους. Οι εναγόμενοι 1, όντας δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα της την Λευκωσία, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ασχολείτο μεταξύ άλλων με τη χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων. Τις ιδιότητες των δύο αυτών διαδίκων αποδέχονται οι εναγόμενοι 1 και 2, στην τροποποιημένη υπεράσπιση τους και ανταπαίτηση των εναγομένων 1 που καταχωρήθηκε στις 23.10.2007, ενώ αρνούνται τη θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 1 ασκούσαν τραπεζικές εργασίες παράνομα χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα, υποστηρίζοντας ότι δεν απαιτείτο τέτοια άδεια δεδομένου ότι έχει κριθεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων όπως διενεργείτο από τους εναγόμενους 1, δεν αποτελεί τραπεζική εργασία. Σε σχέση με τους εναγόμενους 2, είναι αποδεκτή εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 η ιδιότητα τους ως νόμιμα εγγεγραμμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με έδρα της την Λευκωσία, θυγατρικής των εναγομένων 1, που ασχολείτο κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, μεταξύ άλλων, με τη φύλαξη τίτλων εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΚ με τη διευκρίνιση ότι οι εναγόμενοι 2 αποδέχοντο απλά την εγγραφή αξιών στο όνομα τους, στα πλαίσια της συμφωνίας χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τους εναγόμενους
  4. Είναι αποδεκτή εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 επίσης η ιδιότητα των εναγομένων 3, όπως προβάλλει στην έκθεση απαίτησης, ως νόμιμα εγγεγραμμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με έδρα της την Λευκωσία, που ασχολείτο κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, με χρηματιστηριακές δραστηριότητες και ή αγοραπωλησίες μετοχών, με τη διευκρίνιση ότι οι εναγόμενοι 3 είναι μέλος του ΧΑΚ και ασχολούνται με την προσφορά χρηματιστηριακών υπηρεσιών και τη διεκπεραίωση χρηματιστηριακών συναλλαγών κατ' εντολή των πελατών τους. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα και οι εναγόμενοι, υπέγραψαν συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου (στο εξής «η Συμφωνία») κατά ή περί τις 5.6.00, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι 1 συμφώνησαν να παρέχουν στην ενάγουσα πιστωτικές διευκολύνσεις και ή δάνεια μέσω λογαριασμού που ανοίχθηκε στο όνομα της ενάγουσας με όριο το ποσό των £30.000, γεγονός αποδεκτό εκ μέρους των εναγομένων 1 και
  5. Η θέση της ενάγουσας ότι δυνάμει της Συμφωνίας ως περιθώριο ασφαλείας συμφωνήθηκε το ποσό των £60.000 και ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας η ενάγουσα κατέθεσε στον προαναφερθέντα λογαριασμό μετοχές αξίας £59.806 ως αρχικό κεφάλαιο, δεν είναι αποδεκτή εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το περιθώριο ασφαλείας ήταν ισόποσο με το όριο των £30.000 και η ενάγουσα είχε υποχρέωση με την υπογραφή της Συμφωνίας να καταβάλει μετρητά και ή να μεταβιβάσει στο όνομα των εναγομένων 2 αξίες περιθωρίου ασφαλείας ποσού £30.000 και όντως κατά την υπογραφή της Συμφωνίας η ενάγουσα μεταβίβασε στο όνομα των εναγομένων 2 αξίες ποσού £29.806,
  6. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο των εναγομένων 1 κατόπιν ενθάρρυνσης και ή εξώθησης και ή επηρεασμού εκ μέρους αυτών, οι οποίοι της έδωσαν υποσχέσεις και ή διαβεβαιώσεις ότι θα τηρούσαν τις νόμιμες υποχρεώσεις τους, καθώς και ότι υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο διορίζοντας το χρηματιστή ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της μετά από πίεση, υπόδειξη και απαίτηση των εναγομένων 1 χωρίς να έχει η ίδια επιλογή, αλλά και ότι η Συμφωνία ήταν ενάντια στη δημόσια πολιτική και υπεγράφη άνευ ανταλλάγματος, δεν είναι αποδεκτοί από τους εναγόμενους 1 και
  7. Η ύπαρξη των ρητών και ή εξυπακουομένων όρων της Συμφωνίας ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις και ή τα δάνεια που θα παραχωρούντο από τους εναγόμενους 1 στην ενάγουσα, θα χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για την αγορά μετοχών και ή άλλων αξιών μέσω των εναγομένων 3, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να καταθέτουν οποιοδήποτε προϊόν από την πώληση αξιών στο λογαριασμό της ενάγουσας, και οι αξίες χαρτοφυλακίου που θα αγοράζοντο με χρήση των διευκολύνσεων θα εγγράφοντο στο όνομα των εναγομένων 2, εμπιστευματοδόχων των εναγομένων 1, ενόσω θα υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο από την ενάγουσα στους εναγόμενους 1, είναι αποδεκτή εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 με την προσθήκη ότι οι εντολές αγοράς αξιών χαρτοφυλακίου με τη χρήση των διευκολύνσεων θα δίδοντο από την ενάγουσα στους εναγόμενους
  8. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν αποδέχονται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αναφορικά με πληθώρα υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων που καταγράφονται στην παράγραφο 6(β) της έκθεσης απαίτησης ότι αυτοί της έδωσαν, ούτε τη θέση της ότι οι εναγόμενοι 1 εμποδίζονται να έχουν οποιαδήποτε απαίτηση δυνάμει της Συμφωνίας, που καταργήθηκε και ή ακυρώθηκε, και περαιτέρω αρνούνται ότι η ενάγουσα επηρεάστηκε και ή πείστηκε και ή υπό το κράτος απειλής και ή σύγχυσης που έντεχνα προκάλεσαν οι εναγόμενοι, υπέγραψε τη Συμφωνία και το πληρεξούσιο έγγραφο κατόπιν παροτρύνσεων και ή παραστάσεων των εναγομένων ότι θα πραγματοποιούσε κέρδη. Αρνούνται επίσης τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που αφορούν την ερμηνεία των όρων της Συμφωνίας και περιέχονται στις παραγράφους 7, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης, ενώ σε σχέση με την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, αποδέχονται την εξουσιοδότηση της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 3, να διαχειρίζονται το λογαριασμό της και να την εκπροσωπούν σύμφωνα με τους όρους και για τους σκοπούς της Συμφωνίας, κατόπιν υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 5.6.
  9. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας που αφορούν την ανατροπή της διατήρησης του περιθωρίου ασφαλείας που παρουσίασε ο λογαριασμός της κατά ή περί τις 31.7.00 ως προς τις παραλείψεις και ή την αμέλεια των εναγομένων να λάβουν μέτρα για αποκατάσταση των πραγμάτων κατά παράβαση της Συμφωνίας, καθώς και οι λεπτομέρειες που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και αφορούν την παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και ή υποχρεώσεων των εναγομένων ως θεματοφυλάκων και ή επιτρόπων και ή εμπιστευματοδόχων και ή αντιπροσώπων της ενάγουσας και ή ενεργούντων αντικανονικά, δεν είναι αποδεκτοί εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, ούτε και οι ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι υπέστη και που ανέρχονται σε £4.522 και £1.813,
  10. Αναφορικά με τις 20.000 μετοχές της WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD που σύμφωνα με την ενάγουσα δεσμεύτηκαν από τους εναγόμενους 1, λόγω παράβασης της Συμφωνίας και των καθηκόντων των εναγομένων, οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω μετοχές παραδόθηκαν από την ενάγουσα στους εναγόμενους 2 ως αξίες περιθωρίου ασφαλείας και παραμένουν ως εξασφάλιση ενόσω υπάρχει οφειλή της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 1, μπορούν δε να αποδεσμευτούν μόνο με την εξόφληση της οφειλής αυτής. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχονται ότι έλαβαν επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 7.3.02 με την οποία τερματίζεται η Συμφωνία και το πληρεξούσιο έγγραφο εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά αναφέρουν ότι με τηλεομοιότυπο των δικηγόρων τους ημερομηνίας 11.3.02 δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται τον τερματισμό της Συμφωνίας από την ενάγουσα, ζητώντας της εκπλήρωση των υποχρεώσεων της δυνάμει της Συμφωνίας. Είναι αποδεκτό από τους εναγόμενους 1 και 2 ότι μετά την επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 7.3.02, οι εναγόμενοι 1 προέβησαν από τις 8.3.02 και μεταγενέστερα σε πωλήσεις των αξιών χαρτοφυλακίου και ή των αξιών περιθωρίου ασφαλείας της ενάγουσας, ως είχαν δικαίωμα δυνάμει της Συμφωνίας και εφόσον το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν αμετάκλητο ενόσω οφείλετο υπόλοιπο από την ενάγουσα προς τους εναγόμενους 1, με αποτέλεσμα να πωληθούν όλες, εκτός των προαναφερθέντων 20.000 μετοχών της εταιρείας WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD. Δεν είναι αποδεκτοί ακόμη εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι η επίδικη Συμφωνία συνήφθη συνεπεία απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων εκ μέρους των εναγομένων, όπως και οι λεπτομέρειες απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, καθώς και οι διεκδικούμενες από την ενάγουσα αποζημιώσεις λόγω παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων υποχρεώσεων και καθηκόντων τους και των ουσιωδών ρητών και εξυπακουομένων όρων της Συμφωνίας αλλά και οι ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές της ενάγουσας. Με την ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι 1 απαιτούν από την ενάγουσα το ποσό των £26.587,50 ως οφειλόμενο δυνάμει της επίδικης Συμφωνίας και ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού και ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 18.5.2002 μέχρι εξόφλησης, επικαλούμενοι τις πρόνοιες της Συμφωνίας, η οποία τερματίστηκε με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 27.6.02 προς την ενάγουσα. Περαιτέρω επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για πώληση των 20.000 μετοχών της εταιρείας WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD, που ανήκουν στην ενάγουσα και παραμένουν εγγεγραμμένες στο όνομα των εναγομένων 2, και πίστωση του προϊόντος πώλησης έναντι των υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τους εναγόμενους
  11. Με την απάντηση της στην τροποποιημένη υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 και την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση των εναγομένων 1, που καταχωρήθηκε στις 13.11.2007, η ενάγουσα εμμένοντας στις θέσεις της αρνείται τους αντίθετους ισχυρισμούς των εναγομένων και ζητά την απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγομένων
  12. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους της ενάγουσας προσφέρθηκε η μαρτυρία του Γιώργου Κουλλαπή, αδελφού της (ΜΕ1), της ίδιας και του Πανίκου Χριστοφόρου, Λειτουργού στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών στο ΧΑΚ (ΜΕ3) και εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 η μαρτυρία του Αιμίλιου Έλληνα, Διευθύνοντος Συμβούλου των εναγομένων 1 (ΜΥ). Ο ΜΕ1 υποστηρίζοντας τη θέση της ενάγουσας με την πολυσέλιδη γραπτή του κατάθεση, δήλωσε αρχικά ότι η Συμφωνία υπογράφηκε από την αδελφή του-ενάγουσα αλλά για την διαδικασία και τις επαφές που αφορούν την υπόθεση οι εναγόμενοι επικοινωνούσαν και συζητούσαν μόνο μαζί του, ενόσω η ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τους εναγόμενους για την Συμφωνία και οι εναγόμενοι δεν επεδίωξαν να έχουν οποιαδήποτε επαφή με την ενάγουσα. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στη σύναψη της Συμφωνίας και τους όρους αυτής καταθέτοντας τα Τεκμήρια 1-12 και προβάλλοντας τη θέση ότι η συμμετοχή της ενάγουσας στο επενδυτικό σχέδιο και η υποβολή της σχετικής αίτησης έγινε κατόπιν προτροπών, παραστάσεων, διαφημίσεων και με απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών των εναγομένων μέσω υπαλλήλου του Ομίλου Sharelink, που ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων
  13. Παρόλο που η Συμφωνία, Τεκμήριο 2, υπογράφηκε στις 5.6.2000 από την ενάγουσα στην παρουσία του ΜΕ1 και του Πέτρου Κωνσταντίνου, εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των εναγομένων, οι εναγόμενοι 1 έδωσαν στην ενάγουσα αντίγραφο της Συμφωνίας φέρουσα ως ημερομηνία πιστοποίησης της υπογραφής της από πιστοποιούντα υπάλληλο την 29.5.2000, ενόσω η ενάγουσα δεν υπέγραψε στην παρουσία του πιστοποιούντος υπαλλήλου ούτε ήταν παρών ο μάρτυρας Φίλιππος Φιλή. Στις 5.6.2000 με το άνοιγμα του λογαριασμού η ενάγουσα κατέθεσε σαν αξίες περιθωρίου ασφαλείας 980 μετοχές της εταιρείας Sharelink Financial Services Ltd αξίας £29.806,70, που ανήκαν κατά κυριότητα στην ενάγουσα. Στη συνέχεια, κατόπιν πίεσης, εξαναγκασμού και παραπλάνησης εκ μέρους των εναγομένων και σύγχυσης, η ενάγουσα παρέδωσε στους εναγόμενους 1 ως επιπρόσθετη εξασφάλιση και άλλες μετοχές που της ανήκαν, καταθέτοντας και £1.500 σε μετρητά τον Νοέμβριο του 2001 στον επίδικο λογαριασμό. Με βάση τον όρο 5 των όρων λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου που περιέχονται στην αίτηση (Τεκμήριο 1), ο ΜΕ1 και η ενάγουσα αντιλήφθηκαν ότι οι εναγόμενοι 1 κατά τη διάρκεια της συμμετοχής της ενάγουσας στο σχέδιο θα δέχονταν τις οδηγίες του χρηματιστή-εναγομένων 3, νοουμένου ότι η εξασφάλιση που θα είχαν στα χέρια τους οι εναγόμενοι 1 θα παρέμεναν στα συμφωνηθέντα όρια. Στην περίπτωση που η εξασφάλιση δεν παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια μόνο οι εναγόμενοι 1 θα μπορούσαν να πωλήσουν τις δεσμευμένες μετοχές, έχοντας φανερά υποχρέωση να τις πωλήσουν ώστε να εξοφληθεί το δημιουργηθέν χρέος και να επιστρέψουν στην ενάγουσα το περιθώριο εξασφάλισης, δηλαδή τις μετοχές που αυτή τους είχε αρχικά παραχωρήσει. Οι εναγόμενοι είχαν την ευθύνη της παρακολούθησης του λογαριασμού ώστε να τηρούνται οι όροι λειτουργίας του και για να προστατεύσουν την εξασφάλιση των εναγομένων 1 δεδομένου ότι οι τελευταίοι ανέλαβαν τον έλεγχο, κατοχή, χρήση και διαχείριση των δεσμευμένων μετοχών. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι ο όρος 5 των όρων λειτουργίας αντιφάσκει και συγκρούεται με τους όρους 2(Ε) και 6(Γ) της Συμφωνίας, Τεκμηρίου 2, ενόσω οι εναγόμενοι 1 ουδέποτε τους εξήγησαν τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, δεν τους επεσήμαναν τους κινδύνους από την λειτουργία του και δεν τους αποκάλυψαν τις απαγορευτικές εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 8). Με αναφορά στις πρόνοιες της Συμφωνίας, Τεκμήριο 2, και στο πληρεξούσιο έγγραφο που υπογράφηκε από την ενάγουσα, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι η συμπεριφορά των εναγομένων αποτελεί παραβίαση μονομερώς της Συμφωνίας δεδομένου ότι αυτοί παρέβησαν την υποχρέωση τους να διατηρούν την αναλογία του επενδυτικού λογαριασμού στο όριο κάλυψης του και να πωλήσουν μετοχές με γνώμονα τα συμφέροντα της ενάγουσας, ώστε ο λογαριασμός να μην καταστεί ζημιογόνος για την ενάγουσα, η οποία δεν είχε δικαίωμα να δίνει εντολές ή οδηγίες προς τους εναγόμενους 1 για τον λογαριασμό της. Οι εναγόμενοι 1 παραβίασαν τους όρους λειτουργίας του σχεδίου σκόπιμα ώστε να χρεώνουν συνεχώς με τόκους και έξοδα τον λογαριασμό ενόσω οι εναγόμενοι 2 ενεργώντας ως εμπιστευματοδόχοι των εναγομένων 1 θα μπορούσαν να προβούν στην πώληση των μετοχών μόνο κατόπιν οδηγιών των εναγομένων
  14. Απέδωσε κακόβουλη και κακόπιστη διαχείριση του επίδικου λογαριασμού της ενάγουσας εκ μέρους των εναγομένων, όπως φαίνεται από τις επιστολές των εναγομένων 1 προς την ενάγουσα (Τεκμήρια 4 και 5), παραπέμποντας και στις επιστολές των δικηγόρων των διαδίκων, Τεκμήρια 6 και 7, και τις καταστάσεις αποτίμησης χαρτοφυλακίου, Τεκμήριο 9, που τον Φεβρουάριο του 2002 ήλθαν σε γνώση του ΜΕ1, με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτης ωφέλειας υπέρ τους (τα κέρδη τους και η σχέση των εμπλεκομένων εταιρειών φαίνονται στο Τεκμήριο 12), παραβιάζοντας επίσης τις δεσμευτικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για τη λειτουργία των επενδυτικών λογαριασμών, ενόσω μάλιστα οι εναγόμενοι 1 παρουσιάζοντο ως τράπεζα. Με τον τρόπο λειτουργίας των επενδυτικών λογαριασμών οι εναγόμενοι επηρέασαν με παράνομα μέσα τις τιμές του ΧΑΚ, όπως επισημαίνεται και στην Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής (Τεκμήριο 10) ενόσω οι εναγόμενοι 1 προέβαιναν σε δανεισμό χρημάτων που προέρχοντο από την έκδοση αξιογράφων από το κοινό (βλ. το ενημερωτικό δελτίο τους που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11) κατά παράβαση του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Αν οι εναγόμενοι, ως ειδικοί επί επενδυτικών σχεδίων, τηρούσαν την Συμφωνία με βάση τους όρους του σχεδίου, λαμβάνοντας ως είχαν υποχρέωση μέτρα για την προστασία της ενάγουσας, ο επίδικος λογαριασμός δεν θα δημιουργούσε οποιοδήποτε χρέος καθόσον θα εξοφλείτο πλήρως με την πώληση των δεσμευμένων μετοχών και στη χειρότερη περίπτωση η τελική ζημιά της ενάγουσας θα ήταν η απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της Συμφωνίας δεν ρευστοποίησαν τις υπό εγγύηση μετοχές αδικαιολόγητα και επιδεικνύοντας ολιγωρία προκάλεσαν τις ζημιές της ενάγουσας ύψους £41.953,98 πλέον τόκους και η οποιαδήποτε απαίτηση προβάλλουν οι εναγόμενοι 1 έναντι της ενάγουσας θα πρέπει να διαγραφεί. Η ενάγουσα στη μαρτυρία της υποστήριξε ότι επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά μετοχών στο ΧΑΚ μετά από ενθάρρυνση του συζύγου της, ο οποίος την σύστησε στον Πέτρο Κωνσταντίνου, υπάλληλο χρηματιστηριακού γραφείου των εναγομένων 3 και με τη βοήθεια του αδελφού της, που συνεργαζόταν με άλλο γραφείο των εναγομένων 3 και πραγματοποιούσε επικερδείς αγοραπωλησίες μετοχών με την καθοδήγηση και τη συμβουλή τους, αρχικά έκανε κάποιες επικερδείς συναλλαγές στο ΧΑΚ μέσω του αδελφού της σε συνεργασία με τον εν λόγω υπάλληλο. Περί το Μάιο του 2000, ο Πέτρος Κωνσταντίνου την επισκέφθηκε στο σπίτι της και παρόντων του συζύγου της και του αδελφού της, την ενημέρωσε για το επενδυτικό σχέδιο των εναγομένων 1, ως αντιπρόσωπος τους, διαβεβαιώνοντας την για την οικονομική του επιτυχία και το χειρισμό γενικά του λογαριασμού από ειδικούς των εναγομένων 1 σε συνεργασία με τη χρηματιστηριακή εταιρεία των εναγομένων 3, ενόσω η ενάγουσα θα δέσμευε προς όφελος των εναγομένων 1 μετοχές και θα της έδιδαν όριο για αγορά μετοχών ισόποσης αξίας, όταν δε μειωνόταν η αξία των μετοχών του λογαριασμού της οι εναγόμενοι 1 θα της ζητούσαν νέες εξασφαλίσεις για κάλυψη της μείωσης διαφορετικά θα πωλούσαν τις μετοχές για να εξοφλήσουν πλήρως το οφειλόμενο ποσό. Αφού υπέγραψε την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο στην πρώτη εκείνη συνάντηση, σε μεταγενέστερη επίσκεψη του ο Πέτρος Κωνσταντίνου μετά την αποδοχή της αίτησης της, της έφερε τα σχετικά έγγραφα και στην παρουσία του συζύγου της και του αδελφού της, υπέγραψε τη Συμφωνία για επενδυτικό λογαριασμό £30.000, χωρίς να διαβάσει τους όρους της. Η ίδια δεν είχε γνώσεις για θέματα χρηματιστηρίου και τις λεπτομέρειες της Συμφωνίας γνώριζε καλά ο αδελφός της, που θα ενεργούσε πάντοτε εκ μέρους της και με τη συγκατάθεση της και θα έδινε εντολές για την αγοραπωλησία μετοχών για το συγκεκριμένο επενδυτικό λογαριασμό με την καθοδήγηση και συμβουλή των εναγομένων 3, ενώ η ίδια θα υπέγραφε τις εν λόγω εντολές. Όπως της εξηγήθηκε, ο μόνος κίνδυνος ήταν η απώλεια της αξίας των μετοχών που θα έδινε ως εξασφάλιση και δεν θα μπορούσε να βρεθεί οφειλόμενο εκ μέρους της ποσό εφόσον οι εναγόμενοι 1 σε περίπτωση μείωσης της αξίας των μετοχών θα τις πωλούσαν ώστε να μην παραμείνει οποιοδήποτε χρέος. Ουδέποτε είχε επαφή με τους εναγόμενους, εκτός με τον αντιπρόσωπο τους Πέτρο Κωνσταντίνου, πριν ή μετά τη σύναψη της συμφωνίας, πέραν από κάποιες επιστολές που της έστειλαν και τις έδινε στον αδελφό της. Ο αδελφός της την ενημέρωνε κατά διαστήματα ότι η αξία των μετοχών του λογαριασμού της είχε μειωθεί, αλλά η υπεύθυνη των εναγομένων 1 τον διαβεβαίωνε ότι θα ανέβαινε, έως ότου πήρε επιστολή περί τον Απρίλιο του 2001 την οποία έδωσε στον αδελφό της, ανησυχώντας δεδομένου ότι η επιστολή αναφερόταν σε νομικά μέτρα εναντίον της. Όπως ο αδελφός της της είχε αναφέρει, μόνο οι εναγόμενοι 1 μπορούσαν να πωλήσουν τις μετοχές για να εξοφλήσουν το ισχυριζόμενο χρέος, αλλά δεν το έπραξαν. Ανέφεραν και γραπτώς στους εναγόμενους 1 ότι δεν μπορούσαν να δώσουν την επιπρόσθετη εξασφάλιση που τους ζητείτο, λαμβάνοντας ως απάντηση ότι θα υπάρξει σταδιακή αύξηση της αξίας των μετοχών. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού, κατ' απαίτηση του αδελφού της, υπέγραψε η ίδια σε διάφορες ημερομηνίες σχετικά έγγραφα για τη μεταβίβαση επιπλέον μετοχών προς όφελος των εναγομένων
  15. Δεν αναγνωρίζει κανένα χρέος προς τους εναγόμενους 1 διεκδικώντας από αυτούς όσα αναφέρονται στην απαίτηση της, λόγω των ζημιών που υπέστη συνεπεία της παραπλάνησης του αδελφού της από αυτούς, της καθυστερημένης πώλησης των μετοχών μετά τη μείωση της αξίας τους και της πλήρους παραβίασης της Συμφωνίας εκ μέρους τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος κατέθεσε τα Τεκμήρια 18, 19 και 20, κατά την περίοδο από 2.1.2000 μέχρι 31.3.2002 υπήρχε τεράστιος όγκος εγγράφων με πάρα πολλές πράξεις του Ομίλου Sharelink. Η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν αμφισβητήθηκε, ενώ κατέστη παραδεκτό γεγονός εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 ότι η πρόσφατη τιμή κλεισίματος της μετοχής της WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD στις 15.4.2008 ήταν 0,30 σεντς και ο μέσος όρος τιμής κλεισίματος σε σχέση με τους όγκους συναλλαγών ήταν 0,
  16. Ο ΜΥ, αφού αναφέρθηκε στις εργασίες των εναγομένων 1 και στα καθήκοντα του που, μεταξύ άλλων, ήταν η παρακολούθηση και ο έλεγχος των λογαριασμών επενδυτικών σχεδίων, έχοντας στη φύλαξή του όλα τα έγγραφα σχετικά με τους επενδυτικούς λογαριασμούς των πελατών των εναγομένων 1, επικεντρώθηκε στην αίτηση της ενάγουσας, στην έγκριση της και στην υπογραφείσα Συμφωνία (Τεκμήριο 16), αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί πίεσης και παραστάσεων ή υποσχέσεων εκ μέρους των εναγομένων 1 υποστηρίζοντας ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ήταν υπάλληλος των εναγομένων 3 και ουδέποτε ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και
  17. Στη Συμφωνία συμβαλλόμενο μέρος ήταν και οι εναγόμενοι 2, θυγατρική εταιρεία των εναγομένων 1, ενώ οι εναγόμενοι 3 σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο θα ενεργούσαν ως χρηματιστής της ενάγουσας αναφορικά με το λογαριασμό της και θα αντιπροσώπευαν την ενάγουσα στις σχέσεις της με τους εναγόμενους 1, στα πλαίσια της Συμφωνίας. Ουδέποτε οι εναγόμενοι 1 επέβαλαν στην ενάγουσα να ορίσει συγκεκριμένο χρηματιστή και όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 15 και 17 η συνεργασία της ενάγουσας με τους εναγόμενους 3 ξεκίνησε πολύ πιο πριν η ενάγουσα υπογράψει τη Συμφωνία. Βάσει της Συμφωνίας, οι αξίες που αγόραζε η ενάγουσα με τη χρήση των διευκολύνσεων που της παραχώρησαν οι εναγόμενοι 1, δηλαδή οι αξίες χαρτοφυλακίου, θα εγγράφοντο στο όνομα των εναγομένων 2 για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τους εναγόμενους
  18. Ήταν επιπρόσθετη υποχρέωση της ενάγουσας να φέρει στους εναγόμενους 1 για τους ίδιους σκοπούς και άλλες δικές της αξίες, δηλαδή τις αξίες περιθωρίου ασφαλείας, οι οποίες κατά την έναρξη της λειτουργίας του λογαριασμού θα συμποσούντο στις £30.000 και θα εγγράφοντο στο όνομα των εναγομένων
  19. Η εγγραφή των πιο πάνω αξιών στο όνομα των εναγομένων 2 εμπόδιζε απλά την ενάγουσα από του να πωλήσει τις αξίες αυτές μέσω άλλου χρηματιστή και να εισπράξει η ίδια το προϊόν πώλησης αλλά η ενάγουσα ήταν ελεύθερη να πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε τις εν λόγω αξίες μόνο στα πλαίσια του λογαριασμού της και μέσω του συγκεκριμένου χρηματιστή, ο οποίος βάσει της δέσμευσης του από τη Συμφωνία θα παρέδιδε το προϊόν της πώλησης στους εναγόμενους 1 για πίστωση στο λογαριασμό. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 23 την κατάσταση χαρτοφυλακίου ημερομηνίας 30.9.2000, υποστήριξε ότι παρόλο που το σύνολο των μετοχών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας και το περιθώριο του διαθέσιμου ορίου δεν ήταν ίσο με το διπλάσιο του περιθωρίου ασφαλείας, η ενάγουσα κατά τις 13.10.2000 ρευστοποίησε αριθμό μετοχών με αποτέλεσμα να μειωθεί το χρεωστικό της υπόλοιπο σε £11.057,75 (βλ. Τεκμήριο 31). Με την υπογραφή της Συμφωνίας οι εναγόμενοι 1 άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα της ενάγουσας με κωδικό αριθμό EFC 10267 και έθεσαν στη διάθεσή της το συμφωνηθέν όριο των £30.
  20. Η ενάγουσα έχοντας υποχρέωση βάσει της Συμφωνίας μεταβίβασε στους εναγόμενους 2 ως αξίες περιθωρίου ασφαλείας 980 μετοχές SFS Group Public Company Ltd αξίας τότε £29.806,
  21. Η ενάγουσα χρησιμοποιώντας το παραχωρηθέν όριο αγόρασε μέσω του χρηματιστή αξίες χαρτοφυλακίου που εγγράφηκαν στο όνομα των εναγομένων 2 και οι εναγόμενοι 1 προέβησαν σε ανάλογες πληρωμές του τιμήματος αγοράς των αξιών προς το χρηματιστή για να ολοκληρωθούν οι συναλλαγές και χρεώσεις στο λογαριασμό της ενάγουσας, σε περίπτωση δε πώλησης των αξιών οι εναγόμενοι 1 εισέπρατταν από το χρηματιστή το προϊόν της πώλησης και προέβαιναν σε ανάλογες πιστώσεις στο λογαριασμό της ενάγουσας. Αντίγραφα των πινακιδίων συναλλαγής που παραδόθηκαν στους εναγόμενους 1 από το χρηματιστή κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  22. Οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν καμία ανάμιξη στη λήψη αποφάσεων από μέρους της ενάγουσας για αγορά και πώληση αξιών ενόσω η λήψη τέτοιων αποφάσεων αφορούσε αποκλειστικά τον επενδυτή και τον χρηματιστή του. Ως Τεκμήριο 25 κατατέθηκαν αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμών με χρονολογική σειρά που στάληκαν στην ενάγουσα ταχυδρομικώς. Η ενάγουσα ουδέποτε επικοινώνησε με τους εναγόμενους 1 για να διαφωνήσει είτε με τις συναλλαγές των καταστάσεων λογαριασμού ή με το υπόλοιπο του. Οι εναγόμενοι 1 απέστειλαν στην ενάγουσα επιστολές καλώντας την να φέρει επιπρόσθετες εξασφαλίσεις υπό τη μορφή αξιών ή μετρητών για πίστωση στο λογαριασμό της ενάγουσας, ως είχαν δικαίωμα σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν υποχρέωση δυνάμει της Συμφωνίας είτε να τερματίσουν τη συμφωνία είτε να παγοποιήσουν τη λειτουργία του λογαριασμού είτε να προβούν σε ρευστοποίηση των αξιών της ενάγουσας, αλλά μόνο δικαίωμα. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20.9.2000 και 21.1.2002 οι εναγόμενοι 1 απέστειλαν επιστολές στην ενάγουσα καλώντας την να δώσει την απαιτούμενη εξασφάλιση βάσει των όρων της Συμφωνίας (βλ. Τεκμήρια 26 (Α-Ε)), ενόψει της παρατηρηθείσας μείωσης της εξασφάλισης (βλ. Τεκμήριο 27). Από το Τεκμήριο 28, που αποτελεί κατάσταση πραγματοποιηθέντων κερδών ανά αξία του λογαριασμού της ενάγουσας, προκύπτει ότι η ενάγουσα μεταβίβασε επ' ονόματι των εναγομένων 2 κατά διαστήματα μετοχές ως περαιτέρω εξασφαλίσεις. Σύμφωνα με τον ΜΥ, περί το Μάιο του 2001 η ενάγουσα με επιστολή της, Τεκμήριο 13, αναγνώρισε την οφειλή της και εισηγήθηκε την πληρωμή μηνιαίων δόσεων από την ίδια προς μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της, πραγματοποιώντας ωστόσο μόνο μια πληρωμή σε μετρητά. Επακολούθησε αλληλογραφία της ενάγουσας μέσω των δικηγόρων της και των εναγομένων 1 (βλ. Τεκμήρια 6, 7 και 29) και λόγω μη ανταπόκρισης της ενάγουσας οι εναγόμενοι 1 έδωσαν οδηγίες μέσω των εναγομένων 2 στον χρηματιστή να πωλήσει όλες τις εγγεγραμμένες επ' ονόματι των τελευταίων αξίες της ενάγουσας με ανάλογη πίστωση του προϊόντος πώλησης στο λογαριασμό της. Με επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων 1 ημερομηνίας 27.6.2002 (βλ. Τεκμήριο 30) τερματίστηκε η Συμφωνία και απαιτήθηκε από την ενάγουσα η πληρωμή του διεκδικούμενου χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της. Στο Τεκμήριο 31, που αποτελεί κατάσταση του λογαριασμού της ενάγουσας από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του μέχρι τον τερματισμό του, διαφαίνονται τόσο οι χρεώσεις αναφορικά με κάθε πινακίδιο αγοράς όσο και οι πιστώσεις για κάθε πινακίδιο πώλησης, ως επίσης η πίστωση που αφορά την μόνη πληρωμή εκ μέρους της ενάγουσας σε μετρητά στις 21.11.2001, η μοναδική πίστωση αναφορικά με μέρισμα που εισπράχθηκε προς όφελος της ενάγουσας στις 10.7.2001 (βλ. Τεκμήριο 32) και όλες οι χρεώσεις τόκου προς 8,5% ετησίως, δικαιώματος επί του ορίου προς 0,5% μέχρι 4% βάσει της Συμφωνίας (administration charges), δικαιώματος 0,5% επί της αξίας των χρεώσεων και πιστώσεων που αφορούσαν αγορές και πωλήσεις αξιών (charges), δικαιώματος 1,5% (excess charge) που χρεώθηκε στις 30.5.2002 ως ποσό £5,55 -αλλά δεν απαιτείται από τους εναγόμενους 1 λόγω μη πρόβλεψης στη Συμφωνία της εν λόγω χρέωσης-, τελών χαρτοσήμανσης και δικαιώματος αίτησης, ταχυδρομικών τελών αποστολής καταστάσεων λογαριασμού συνολικού ποσού £11 που χρεώθηκε -αλλά δεν απαιτείται από τους εναγόμενους 1 λόγω του ότι η Συμφωνία προέβλεπε μηδενική χρέωση για την αποστολή καταστάσεων λογαριασμού- και χρεώσεις του ΧΑΚ αναφορικά με τη μεταβίβαση αξιών στο όνομα των εναγομένων 2 ή της ενάγουσας ως εξασφάλιση. Οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία, στις εισηγήσεις των οποίων θα γίνει αναφορά στη συνέχεια κατά την ενασχόληση των επί μέρους θεμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αποτελούμενη από 172 σελίδες γραπτή αγόρευση του κ. Παπαντωνίου που συνοδεύεται από 74 αυθεντίες, αναφέρονται 22 νομικές θέσεις προς εξέταση από το Δικαστήριο, με την εισήγηση ότι η παρούσα υπόθεση είναι πολύπλοκη. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Όπως συνάγεται από τα δικόγραφα και την δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε, τα ακόλουθα γεγονότα είναι αναντίλεκτα. Οι εναγόμενοι 1, έχοντας μετονομαστεί σε ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τις 19.5.2005 (Τεκμήρια 21(Α) και 21(Β)), είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν χρηματοδοτικός οργανισμός, παρέχοντας δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για διάφορους σκοπούς, μεταξύ άλλων και για χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων. Στις 2.5.2000 η ενάγουσα υπέβαλε «αίτηση δια επενδυτικό σχέδιο», αποδεχόμενη τους σχετικούς όρους λειτουργίας του εν λόγω σχεδίου (βλ. Τεκμήριο 14 (και Τεκμήριο 1, που κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως ασυμπλήρωτο δείγμα της εν λόγω αίτησης). Μετά την έγκριση της αίτησης της ενάγουσας, στις 5.6.2000 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και των τριών εναγομένων η Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι 1 παραχώρησαν στην ενάγουσα πιστωτικές διευκολύνσεις με όριο ₤30.000 (βλ. Τεκμήρια 2 και 16). Ίδιας ημερομηνίας είναι και το επισυνημμένο στη Συμφωνία πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο η ενάγουσα διόρισε τους εναγόμενους 3 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της για να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες εξ ονόματος και για λογαριασμό της σε σχέση με τη λειτουργία του προαναφερθέντος σχεδίου. Με την υπογραφή της Συμφωνίας οι εναγόμενοι 1 άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα της ενάγουσας με κωδικό αριθμό EFC 10267 και έθεσαν στη διάθεσή της το συμφωνηθέν όριο των £30.
  1. Η ενάγουσα έχοντας υποχρέωση βάσει της Συμφωνίας μεταβίβασε στους εναγόμενους 2 ως αξίες περιθωρίου ασφαλείας 980 μετοχές SFS Group Public Company Ltd αξίας τότε £29.806,70, παραχωρώντας επίσης σταδιακά ως επιπρόσθετη εξασφάλιση μετοχές (βλ. Τεκμήρια 9, 23, 27 και 28). Από τις μετοχές αυτές παραμένουν εγγεγραμμένες επ' ονόματι των εναγομένων 2, μόνο 20.000 μετοχές της WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD. Ενόψει των πιο πάνω αναμφισβήτητων δεδομένων παραμένουν προς αξιολόγηση και εξαγωγή ευρημάτων οι προβληθείσες θέσεις της ενάγουσας περί παραβίασης της Συμφωνίας από τους εναγόμενους 1 και 2 ενόψει των προνοιών της, σε συνάρτηση με τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου που περιέχονται στην σχετική αίτηση, με βάση τις επί μέρους ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 κατά την διάρκεια λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου και υπό το φως όσων προηγήθηκαν της σύναψης της Συμφωνίας. Αξιολογώντας την προσφερθείσα από την ενάγουσα μαρτυρία για τα θέματα αυτά, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της υπόθεσης και τα κατατεθέντα έγγραφα, επισημαίνεται αρχικά ότι η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί στο Δικαστήριο είναι ότι η μαρτυρία τόσο του ΜΕ1 όσο και της ενάγουσας δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να υποστηριχθεί η εκδοχή της ενάγουσας, η οποία έσπευσε να κινήσει την παρούσα αγωγή όταν διαφάνηκε η οφειλή της προς τους εναγόμενους
  2. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαχαραλάμπους, κατά την ακροαματική διαδικασία διεφάνη ότι ο ΜΕ1 ενεργούσε εκ μέρους της ενάγουσας ως αντιπρόσωπος της μετά την υπογραφή της Συμφωνίας ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης της. Έπεται ότι η μαρτυρία της ενάγουσας που αφορά τον ισχυρισμό αυτό καθώς και του ΜΕ1 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο εφόσον είναι μαρτυρία εκτός δικογράφων (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836, Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 33). Εξετάζοντας την κοινή θέση του ΜΕ1 και της ενάγουσας ότι η Συμφωνία συνήφθη κατόπιν προτροπών και παραστάσεων του Πέτρου Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των εναγομένων 3, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων 1, η δοθείσα μαρτυρία δεν ικανοποιεί για την ορθότητα της. Ο ΜΕ1 δήλωσε σαφώς ότι η ενάγουσα ουδέποτε είχε επαφή με τους εναγόμενους 1 και 2 αναφορικά με την Συμφωνία, ούτε και οι εναγόμενοι 1 και 2 επεδίωξαν να έχουν οποιαδήποτε επαφή με την ενάγουσα. Δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 η ιδιότητα του Πέτρου Κωνσταντίνου ως χρηματιστή και υπαλλήλου των εναγομένων 3 αλλά υπήρξε από τον ΜΥ άρνηση της θέσης ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων 1, καθώς και των οποιωνδήποτε δηλώσεων του εν λόγω προσώπου προς την ενάγουσα και τον ΜΕ
  1. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το στάδιο ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου δεν κατέθεσε ως μάρτυρας στην υπόθεση και η μόνη δοθείσα μαρτυρία για τις οποιεσδήποτε δηλώσεις που τυχόν έγιναν από αυτόν προς την ενάγουσα και τον ΜΕ1 και την ισχυριζόμενη ιδιότητα του ως αντιπροσώπου των εναγομένων 1 προέρχεται από την ενάγουσα και τον ΜΕ
  2. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κλήση του εν λόγω προσώπου ως μάρτυρα εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία έχει το βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού της. Εν πάση όμως περιπτώσει αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της ενάγουσας για τον ρόλο του Πέτρου Κωνσταντίνου, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να γίνει αποδεκτή η θέση της ότι βασίστηκε σε όσα της είχε αναφέρει ο Πέτρος Κωνσταντίνου πριν την υπογραφή της συμφωνίας, που είχαν ως συνέπεια την παραπλάνηση της, με την προβληθείσα δικαιολογία ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε τα χρηματιστηριακά δρώμενα και ουδέποτε διάβασε τη Συμφωνία. Και αυτό επειδή, στην αίτηση της στις 2.5.2000 (Τεκμήριο 14) η ενάγουσα έχει υπογράψει κάτω από τη δήλωση για την ακρίβεια των δοθέντων πληροφοριών, συμφωνώντας και αποδεχόμενη όλους τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο, που αναφέρονται στο πίσω μέρος της αίτησης, «τους οποίους έχει διαβάσει και αντιληφθεί πλήρως» και οι οποίοι ρυθμίζουν το επενδυτικό σχέδιο στο οποίο αιτήθηκε συμμετοχής. Όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση της, η ενάγουσα είναι καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας και η θέση της ότι δεν γνώριζε και δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία και τις συνέπειες της υπογραφείσας Συμφωνίας αποτελεί, κατά την αντίληψη μου, δικαιολογία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή υπό τις περιστάσεις. Εξάλλου υπογράφοντας τη Συμφωνία, την οποία είχε τη δυνατότητα όχι μόνο να διαβάσει αλλά και να συμβουλευθεί οποιονδήποτε επιθυμούσε η ενάγουσα προτού να θέσει την υπογραφή της σ' αυτή, θεωρείται ότι αυτή αντιλήφθηκε και αποδέχθηκε το περιεχόμενο της. Πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ενάγουσας για παραπλάνηση της από τον Πέτρο Κωνσταντίνου δεδομένου ότι, όπως υποστήριξε η ίδια, ενεργούσε με τη βοήθεια και καθοδήγηση του αδελφού της, ΜΕ1, που ήταν τραπεζικός υπάλληλος για 16 χρόνια και ασχολείτο με επενδύσεις στο ΧΑΚ από το
  3. Η ενάγουσα διαψεύδεται επίσης σε σχέση με την απειρία της για τα χρηματιστηριακά δρώμενα από το γεγονός ότι είχε συνάψει, σε χρόνο προγενέστερο της Συμφωνίας, σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τους εναγόμενους 3 (Τεκμήριο 15) καθώς και πληρεξούσιο (Τεκμήριο 17), που καταδεικνύουν ότι από το Μάρτιο τουλάχιστον του 2000 η ίδια ασχολείτο με συναλλαγές στο ΧΑΚ. Αναφορικά με τη θέση της ενάγουσας ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων 1, ο ΜΕ1 υποστήριξε κατά την αντεξέταση του ότι ο Κωνσταντίνου δεν αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των εναγομένων 1, αλλά τους ανέφερε για το επίδικο σχέδιο και τους εξήγησε πως λειτουργεί, λέγοντας τους ότι η εταιρεία των εναγομένων 1 είναι ειδική σ' αυτά τα σχέδια. Ανεξήγητα, κατά την αντίληψη μου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Πέτρος Κωνσταντίνου είναι χρηματιστής-ενόσω ήταν ο ίδιος πελάτης των εναγομένων 3 και πραγματοποιούσαν με την ενάγουσα επικερδείς αγοραπωλησίες μετοχών μετά από καθοδήγηση και με τις συμβουλές τους πριν από την σύναψη της Συμφωνίας- παρόλο που η ενάγουσα γνώριζε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν χρηματιστής στο γραφείο των εναγομένων 3 έχοντας μάλιστα κάνει κάποιες επικερδείς συναλλαγές μέσω του πριν την επίδικη συμφωνία με την βοήθεια του ΜΕ
  4. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν είναι δυνατό να συναχθεί εύρημα ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και ότι υπό τέτοια ιδιότητα προέβη σε οποιεσδήποτε δηλώσεις για να πείσει την ενάγουσα να συμμετάσχει στο σχέδιο, πολύ δε περισσότερο στις παραστάσεις που του αποδίδονται ότι προέβη εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγομένων
  5. Όπως ανέφερε ο ΜΥ οι εναγόμενοι 1 δεν προώθησαν το επενδυτικό σχέδιο στην ενάγουσα αλλά η τελευταία υπέβαλε αίτηση που εγκρίθηκε, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι σύμφωνα με τη παράγραφο 1 των όρων λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, που αναγράφονται στο πίσω μέρος της αίτησης για το σχέδιο αυτό, ο πελάτης εισάγεται στους εναγόμενους 1 μέσω χρηματιστή. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς της ότι η αίτηση της για συμμετοχή στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο αλλά και η σύναψη της Συμφωνίας επήλθαν από παραπλάνηση της συνεπεία δηλώσεων των εναγομένων 1, εφόσον τότε δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με αυτούς αλλά ούτε και οποιωνδήποτε δηλώσεων του Πέτρου Κωνσταντίνου, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε ότι αντιπροσώπευε τους εναγόμενους 1 σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης. Από το Τεκμήριο 2, που ως είναι κοινώς αποδεκτό αποτελεί την επίδικη Συμφωνία, στην οποία βασίζεται η απαίτηση της ενάγουσας, πρωτότυπο του οποίου είναι το Τεκμήριο 16, προκύπτει ότι η ενάγουσα υπέγραψε τόσο τη Συμφωνία όσο και το Πληρεξούσιο Έγγραφο στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου στις 29.5.2000, ενόσω η ίδια υποστήριξε ότι υπέγραψε τα έγγραφα στην οικία της στην παρουσία του συζύγου της, του ΜΕ1 και του Πέτρου Κωνσταντίνου. Παρόλο που δεν υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό στην ενάγουσα και στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση τους, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην αντίθετη μαρτυρία για τις συνθήκες υπογραφής των εν λόγω εγγράφων σε σχέση με όσα επιμαρτυρούνται από τα ίδια τα έγγραφα, εφόσον μάλιστα η ενάγουσα δεν αρνήθηκε ότι έθεσε την υπογραφή της σ' αυτά ούτε και υποστηρίχθηκε ότι η πιστοποίηση της υπογραφής από πιστοποιούντα υπάλληλο ή η επιβεβαίωση της υπογραφής των μερών από μάρτυρες σε συμφωνίες τέτοιου είδους, αποτελούν προϋπόθεση εγκυρότητας τους. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, η θέση αυτή της ενάγουσας που υποστηρίχθηκε και από τον ΜΕ1 ως προς την επίρρωση του ισχυρισμού τους ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 με την παρουσία του στην οικία της ενάγουσας κατά την υπογραφή από την ίδια των εν λόγω εγγράφων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω, παρά την προσπάθεια της ενάγουσας και του ΜΕ1 να φανεί η ενάγουσα ως έχουσα πλήρη άγνοια για το τι έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, από την προσαχθείσα εκ μέρους της μαρτυρία προκύπτει ότι οι οδηγίες για τις συναλλαγές δίδοντο μέσω του ΜΕ1 στους εναγόμενους 1 γραπτώς με την υπογραφή της ενάγουσας, η οποία λάμβανε και τις καταστάσεις του λογαριασμού της που της αποστέλλοντο από τους εναγόμενους 1, τις οποίες έδινε στον ΜΕ
  6. Ακατανόητη είναι επί του προκειμένου η δήλωση του ΜΕ1 ότι η ενάγουσα γνώριζε τι έκανε αλλά δεν καταλάβαινε. Η προσπάθεια που έγινε να φανεί η ενάγουσα ανίδεη για το τι διαδραματιζόταν κρίνεται ανεπιτυχής και αξιολογείται ότι έγινε για να αποφευχθεί εκ μέρους της η πληρωμή του οφειλόμενου προς τους εναγόμενους 1 ποσού, που, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, προήλθε από τη λειτουργία του λογαριασμού της συνεπεία της παραχώρησης από τους εναγόμενους 1 των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Από την άλλη πρέπει να λεχθεί ότι η εντύπωση που έχει δημιουργήσει στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 είναι ότι γνώριζε το επενδυτικό σχέδιο και τη λειτουργία του, όπως εξάλλου προκύπτει από όσα αναλύονται από τον ίδιο στη γραπτή του δήλωση, ερμηνεύοντας βέβαια τους όρους της Συμφωνίας με τρόπο που να υποστηρίζει την εκδοχή της ενάγουσας, γεγονός που επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι ο ΜΕ1 όχι μόνο δεν παραπλανήθηκε από οποιονδήποτε και συμβούλευσε ανάλογα την ενάγουσα να συνάψει τη Συμφωνία αλλά και δεν ήταν δυνατό να παραπλανηθεί λόγω των γνώσεων του σε σχέση με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Δεν μπορεί ακόμη να γίνει αποδεκτή η θέση του ΜΕ1, και συνακόλουθα και της ενάγουσας, ότι υπήρξε πίεση κατόπιν διαβεβαιώσεων της Α.Πετρίδου να αποσταλεί προς τους εναγόμενους 1 η επιστολή - Τεκμήριο 13, στην οποία φαίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποδεχθεί την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού εκ μέρους της προς τους εναγόμενους 1 βάσει της Συμφωνίας. Αντίθετα φαίνεται ότι υπήρξε σύμφωνη απόφαση του ΜΕ1 και της ενάγουσας, λαμβάνοντας και τις συμβουλές των χρηματιστών τους, να αναμένουν τις εξελίξεις και την ενδεχόμενη αύξηση των τιμών των μετοχών, που οδήγησε στις συγκεκριμένες ενέργειες τους και όχι πίεση από οποιονδήποτε. Φαίνεται εκτός πραγματικότητας η θέση του ΜΕ1 ότι μετά την επαφή τους κατά την υπογραφή της Συμφωνίας, η επικοινωνία με τον Κωνσταντίνου ήταν αραιή και μετά μιλούσε μόνο με την Α.Πετρίδου καθώς και ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε κατάσταση χαρτοφυλακίου. Ως προς δε την ερμηνεία που έδωσε ο ΜΕ1 σε όρους της Σύμβασης και ειδικότερα σχετικά με τη μη δυνατότητα να δοθούν οδηγίες προς τους εναγόμενους 1 να πωλήσουν μετοχές κατά τον χρόνο που υπήρξε υπέρβαση του παραχωρηθέντος ορίου, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, δεν ευσταθεί. Αντίθετα ο ΜΥ δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο όντας θετικός, σταθερός και σίγουρος σε όσα ανέφερε και η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής, λογική και ανταποκρινόμενη στην ορθή ερμηνεία των κατατεθέντων εγγράφων, όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο ΜΥ για όσα θέματα ερωτήθηκε στην αντεξέταση του ικανοποιούν το Δικαστήριο ώστε να βασιστεί στη μαρτυρία αυτού για την εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα. Ως προς τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δόθηκε λεπτομερής μαρτυρία από τον ΜΥ, ο οποίος αναφέρθηκε στο ιστορικό τήρησης του, όντας υπεύθυνος για την παρακολούθηση και έλεγχο του και παρουσιάζοντας τα σχετικά έγγραφα. Επεξήγησε πώς γίνονταν οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό της ενάγουσας και συγκεκριμένα οι χρεώσεις μετά τις πληρωμές του τιμήματος αγοράς των αξιών και οι πιστώσεις μετά τις πωλήσεις, κατόπιν ενημέρωσης των εναγομένων 1 από τους χρηματιστές της ενάγουσας για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο ΧΑΚ για λογαριασμό της τελευταίας, καταθέτοντας τα πινακίδια συναλλαγών (δηλαδή τα "contract notes") για τις αγορές και τις πωλήσεις, αρνούμενος την υποβληθείσα θέση ότι αυτά είναι πλαστά. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαχαραλάμπους, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας των πινακιδίων συναλλαγών δεν έχει δικογραφηθεί εκ μέρους της ενάγουσας και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό να ενασχοληθεί με αυτό το θέμα. Εν πάση περιπτώσει, έχει επεξηγηθεί από τον ΜΥ για ποιο λόγο υπάρχει διαφορά στο όνομα των χρηματιστών που έχει τυπωθεί στα πινακίδια συναλλαγών (Τεκμήριο 24), ενώ η αλλαγή του ονόματος επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  7. Ο ΜΥ εξήγησε ακόμη τις χρεώσεις των τόκων και των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 καθώς και τις πιστώσεις των μετρητών και του μερίσματος (βλ. και Τεκμήριο 32), αλλά και στήλη προς στήλη τον λογαριασμό της ενάγουσας (Τεκμήριο 31) διευκρινίζοντας κατά την κατάθεση αυτού ότι το Τεκμήριο αυτό, όπως και οι υπόλοιπες καταστάσεις που κατέθεσε ως Τεκμήρια, ήταν προϊόν ηλεκτρονικού υπολογιστή και έχοντας συγκρίνει τις καταχωρήσεις αναφορικά με τον λογαριασμό δήλωσε ότι η εν λόγω κατάσταση είναι ορθή αναπαραγωγή των καταχωρήσεων στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών των εναγομένων
  8. Το Δικαστήριο, ενόψει των πιο πάνω, αποδέχεται τα κατατεθέντα Τεκμήρια που αποδεικνύουν τις θέσεις των εναγομένων 1 και αποτελούν μέρος του αρχείου που αυτοί τηρούν και φυλάσσουν, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ. Η λήψη αποφάσεων για αγορά και πώληση αξιών ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά την ενάγουσα και τον χρηματιστή της και οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν καμία ανάμιξη στη λήψη των αποφάσεων αυτών, όπως βεβαίωσε ο ΜΥ. Όπως εξήγησε περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1 δεν άσκησαν το δικαίωμα τους να πωλήσουν μετοχές όταν, συνεπεία της πτώσης των αξιών στο ΧΑΚ, οι εξασφαλίσεις δεν κάλυπταν το όριο, επειδή θα είχαν την κατακραυγή των πελατών τους. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι και από την μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας συνάγεται ότι η ίδια έδινε εντολές στους χρηματιστές για τις αγορές και πωλήσεις των αξιών και κατ' επέκταση για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Η επικοινωνία σε σχέση με τις συναλλαγές γινόταν αποκλειστικά με τους χρηματιστές χωρίς να τεθεί οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται ότι η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να διορίσει ως χρηματιστή για το επίδικο σχέδιο τους εναγόμενους 3, παρά τους ισχυρισμούς της ότι δεν είχε επιλογή να διορίσει άλλον χρηματιστή. Όπως είναι αποδεκτό και από την ενάγουσα, οι εναγόμενοι 1 την ενημέρωναν μηνιαίως με καταστάσεις λογαριασμού που απέστελλαν στη ταχυδρομική διεύθυνση που η ίδια δήλωσε -φαίνεται εξάλλου και από το Τεκμήριο 35 που παρουσιάστηκε στον ΜΥ κατά την αντεξέταση του. Το ότι η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ούτε αρνήθηκε την ύπαρξη της οφειλής της προς τους εναγόμενους 1, προβάλλει όχι μόνο από το Τεκμήριο 13 αλλά και από την στάση της μετά την παραλαβή των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 25), που, όπως ανέφερε ο ΜΥ, της αποστέλλοντο. Ο ΜΥ αποδέχθηκε τα λάθη χρεώσεων, στα οποία κατά την αντίληψη του υπέπεσαν οι εναγόμενοι 1, μειώνοντας και την ανταπαίτηση τους κατά £11,50 στο ποσό των £26.571 και επισημαίνοντας ότι οι εναγόμενοι 1 εκτελούσαν εντολές της ενάγουσας μέσω των εναγόμενων 3, χρηματιστών, ενόσω η μόνη αγορά μετοχών που έγινε για να αποτραπεί περαιτέρω ζημιά της ενάγουσας δεν έπρεπε να είχε γίνει εφόσον οι εναγόμενοι 1 με βάση τη Συμφωνία είχαν δικαίωμα να πωλήσουν μετοχές και όχι να αγοράσουν, προέβησαν δε στην συγκεκριμένη αγορά για να μην ζημιώσει η ενάγουσα. Επεξήγησε τους λόγους που οι εναγόμενοι 1 δεν ήταν τράπεζα και δέχθηκε ότι εσφαλμένα αναφέρεται στο Τεκμήριο 16 η χρέωση για δικαιώματα τράπεζας αντί για δικαιώματα της εταιρείας, επισημαίνοντας ότι οι εναγόμενοι 1 χρησιμοποιούσαν δικά τους κεφάλαια για τις χρηματοδοτήσεις στους πελάτες τους και δεν δέχονταν καταθέσεις από πελάτες ή το κοινό γενικά και εμμένοντας ότι η πίστωση που δόθηκε για το επενδυτικό σχέδιο δεν ήταν ένα κοινό δάνειο -με αναφορά και στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των εναγομένων 1 για το 2004 (Τεκμήριο 33)-, εφόσον το παραχωρηθέν όριο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μόνο για αγορά μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Όπως προκύπτει περαιτέρω από τη μαρτυρία του ΜΥ, η ενάγουσα ειδοποιήθηκε από τους εναγόμενους 1 να φέρει επιπρόσθετες εξασφαλίσεις με τις επιστολές τους ημερομηνίας 20.9.2000, 20.11.2000, 15.1.2001, 4.4.2001 και 21.1.2002 (βλ. Τεκμήρια 26 Α - 26 Ε), στις δυο τελευταίες εκ των οποίων (βλ. και Τεκμήρια 4 και 5) προειδοποιήθηκε η ενάγουσα ότι αν δεν συμμορφώνετο με τις πρόνοιες της Συμφωνίας θα τερματίζετο η Συμφωνία εκ μέρους των εναγομένων
  9. Μετά την ανταλλαγή των επιστολών των δικηγόρων της ενάγουσας και των εναγομένων 1 ημερομηνίας 7.3.2002 και 11.3.2002 (Τεκμήρια 6 και 7-όμοιο με το 29-, αντίστοιχα) και συνεπεία της μη ανταπόκρισης της ενάγουσας στις προειδοποιήσεις των εναγομένων 1, αυτοί τερμάτισαν την Συμφωνία, με βάση τους όρους της, με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 27.6.2002 (βλ. Τεκμήριο 30). Η μαρτυρία του ΜΥ, ο οποίος έχει αναφερθεί με σαφήνεια στα γεγονότα που αφορούν τη Συμφωνία και τους όρους του επίδικου επενδυτικού σχεδίου ικανοποιώντας το Δικαστήριο για την ορθότητα των θέσεων των εναγομένων 1 και 2, είναι πλήρως αποδεκτή και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου όσα πιο πάνω παρατέθηκαν στη σύνοψη της μαρτυρίας αυτού. Πριν την ενασχόληση με τα νομικά επιχειρήματα που τέθηκαν στην παρούσα υπόθεση επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο της (Τεκμήρια 2 και 16), η Συμφωνία, έχοντας συναφθεί νομότυπα, αποτελεί σύμφωνα με τον όρο 12 αυτής ολόκληρη την συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, δηλαδή της ενάγουσας και των εναγομένων 1, 2 και 3 (που ονομάζονται ως επενδυτής, εταιρεία, θυγατρική εταιρεία και χρηματιστής αντίστοιχα). Σύμφωνα με τους όρους που ενδιαφέρουν για σκοπούς της υπόθεσης, οι εναγόμενοι 1 συμφώνησαν να παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις με όριο ίσο με το περιθώριο ασφαλείας που καθορίστηκε στο ποσό των £30.000, ανοίγοντας λογαριασμό επ' ονόματι της ενάγουσας, ο οποίος θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο από τον χρηματιστή για σκοπούς της Συμφωνίας και μέσω του οποίου θα παρείχοντο οι πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες θα χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για αγορά αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ (αξίες χαρτοφυλακίου) και θα εγγράφοντο στο όνομα των εναγομένων
  10. Η ενάγουσα, παραιτούμενη ανέκκλητα οποιουδήποτε δικαιώματος να παρέχει εντολές ή οδηγίες προς τους εναγόμενους 1 αναφορικά με τον λογαριασμό, τη διαχείριση και/ή τον χειρισμό του, παρείχε ανέκκλητη εξουσιοδότηση στον χρηματιστή να διαχειρίζεται τον λογαριασμό για σκοπούς της Συμφωνίας, όπως λεπτομερώς καθορίζεται στον όρο 3 όπου και προνοείται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα έχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της ενάγουσας ή του χρηματιστή σε σχέση με τη λειτουργία ή διαχείριση του λογαριασμού ή την παρακολούθηση των αξιών, καταθέτοντας, ο χρηματιστής, στο λογαριασμό το προϊόν πώλησης των αξιών και τυχόν μέρισμα από αυτές και ετοιμάζοντας εβδομαδιαία αναλυτική κατάσταση όλων των αξιών, την οποία θα παρέδιδε στους εναγόμενους
  11. Η ενάγουσα συμφώνησε με την υπογραφή της συμφωνίας να καταθέσει στο λογαριασμό μετρητά ή να μεταβιβάσει στους εναγόμενους 2 αξίες που θα αποτελούσαν το περιθώριο ασφαλείας (αξίες περιθωρίου ασφαλείας), ο δε υπολογισμός της τιμής οποιασδήποτε αξίας (τιμής διάθεσης) θα γινόταν σύμφωνα με τον όρο 2 Δ της Συμφωνίας. Δυνάμει του όρου 2 Ε της Συμφωνίας, η ενάγουσα είχε υποχρέωση για σκοπούς εξασφάλισης, κατόπιν σχετικής προειδοποίησης 24 ωρών, να αυξάνει το περιθώριο ασφαλείας με κατάθεση μετρητών ή με μεταβίβαση στο όνομα των εναγομένων 2 επιπρόσθετων αξιών, ώστε το σύνολο της τιμής διάθεσης των αξιών χαρτοφυλακίου και της τιμής διάθεσης των αξιών περιθωρίου ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων τραπεζικών καταθέσεων που είχαν δεσμευθεί ως περιθώριο ασφαλείας, καθώς και του περιθωρίου του ορίου που παρέμενε διαθέσιμο, να διατηρείται ίσο προς το διπλάσιο του περιθωρίου ασφαλείας. Σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στη σχετική προειδοποίηση ή δεν ήταν δυνατή η επικοινωνία με αυτήν, οι εναγόμενοι 1 διατηρούσαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε πώληση των αξιών χαρτοφυλακίου και/ή σε κλείσιμο του λογαριασμού και/ή σε τερματισμό της Συμφωνίας. Σύμφωνα με τον όρο 2 ΣΤ, οι αξίες χαρτοφυλακίου και οι αξίες περιθωρίου ασφαλείας, εκχωρούμενες σύμφωνα με τον όρο 6 από την ενάγουσα στους εναγόμενους 1 ως συνεχής εξασφάλιση για αποπληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών δυνάμει της Συμφωνίας, θα παρέμεναν για σκοπούς εγγύησης εγγεγραμμένες επ' ονόματι των εναγομένων 2, οι οποίοι θα ενεργούσαν ως εμπιστευματοδόχοι των εναγομένων 1, ενόσω υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο από την ενάγουσα προς τους εναγόμενους 1, οι οποίοι είχαν δικαίωμα, πωλώντας τις αξίες, να εισπράττουν τα εισοδήματα από την πώληση, ή από τυχόν μερίσματα, προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφειλόμενου σ' αυτούς από την ενάγουσα, χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα τους να απαιτήσουν από την ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό τους οφείλει. Οι όροι 4 και 5 αναφέρονται στις χρεώσεις του τόκου, των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και της χρηματιστηριακής προμήθειας του χρηματιστή που θα βάρυναν την ενάγουσα, σε συνδυασμό με τον Πίνακα Χρεώσεων. Έχοντας καταλήξει να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΥ και υπό το φως των προνοιών της Συμφωνίας που παρατέθηκαν πιο πάνω, συνάγεται ότι η Συμφωνία αποτελεί έγκυρη σύμβαση και η θέση της ενάγουσας ότι συνήφθη χωρίς αντιπαροχή καθώς και η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου περί ανυπαρξίας καλής παρελθούσας αντιπαροχής για τις εκ των υστέρων εξασφαλίσεις που παρεχώρησε η ενάγουσα στους εναγόμενους 1, είναι παντελώς ατεκμηρίωτες. Αναφορικά δε με την εισήγηση της ενάγουσας ότι η Συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη, επισημαίνεται ότι από το κείμενο της προκύπτει ότι βασικός σκοπός της ήταν η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από τους εναγόμενους 1 προς την ενάγουσα για την εκ μέρους της τελευταίας επένδυση σε αξίες του ΧΑΚ. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο επίδικος λογαριασμός χαρακτηρίζεται ως λογαριασμός χρηματοδότησης επενδυτή με όριο που λειτουργούσε κατ' εφαρμογή της συμφωνίας των διαδίκων. Πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού, όπως ερμηνεύεται ο όρος «τραπεζικές εργασίες» στο άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε) αλλά η επίδικη χρηματοδότηση έγινε κατόπιν συμφωνίας που αφορούσε αποκλειστικά τους διαδίκους και δεν αποδείχθηκε το αντίθετο (βλ. Paget's Law of Banking, 11th edition, σελ. 104-105). Η νομολογία υποδεικνύει ότι παράνομη είναι η τραπεζική εργασία όταν η παροχή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων προέρχεται από παράνομη αποδοχή καταθέσεων από το κοινό, που γίνεται δηλαδή χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 120). Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΥ, από την οποία προκύπτει ότι η αποκλειστική πηγή των χρημάτων για τις εργασίες των εναγομένων 1, που είναι η παροχή δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων σε πελάτες τους, είναι δικά τους κεφάλαια, η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου περί παράβασης του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου εκ μέρους των εναγομένων 1 δεν ευσταθεί. Η επίδικη συμφωνία άλλωστε δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δεδομένου ότι η δανειοδότηση δεν απαγορεύεται από τη νομοθεσία. Ο επίδικος δε λογαριασμός λειτουργούσε με σκοπό να εφαρμοστεί η συμφωνία χρηματοδότησης της ενάγουσας ως επενδυτή. Ως προς την εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η συμπεριφορά των εναγομένων 1 αντιστρατεύεται την δημόσια πολιτική και την διεθνή πρακτική είναι αρκετό να λεχθεί ότι δεν υπήρχε δημόσια πολιτική βάσει του νόμου που να εμπόδιζε τον δανεισμό για επενδύσεις (βλ. Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 CLR 97). H επίδικη σύμβαση αποτελούσε χρηματοδότηση επενδυτή που δεν απαγορευόταν από τον νόμο. Ακόμη δε και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε δημόσια πολιτική για το δανεισμό σε επενδυτές μέσω των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με χρηματοδοτήσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι προφανές ότι αυτή δεν αφορούσε τους εναγόμενους 1, γι' αυτό και δεν απευθύνθηκαν προς αυτούς οι συγκεκριμένες εγκύκλιοι (βλ. Τεκμήριο 8), όπως επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το Τεκμήριο 22 που το περιεχόμενο του έμεινε αναντίλεκτο. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και τη σχετική νομική εισήγηση ότι η Συμφωνία συνήφθη κατόπιν ενθάρρυνσης και/ή εξώθησης και/ή επηρεασμού και/ή ψυχικής πίεσης και/ή εξαπάτησης και/ή παραπλάνησης της ενάγουσας συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, επισημαίνεται ότι από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πέραν του ότι η ενάγουσα, όπως η ίδια ανέφερε και επιβεβαίωσαν ο ΜΕ1 και ο ΜΥ, δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους εναγόμενους 1 και 2 κατά τη σύναψη της Συμφωνίας, οποιεσδήποτε τυχόν δηλώσεις προς την ενάγουσα του Πέτρου Κωνσταντίνου κατά το χρόνο εκείνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγιναν εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εν λόγω εναγομένων κατά τη σύναψη της Συμφωνίας. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ.Παπαχαραλάμπους με αναφορά στη νομολογία και ειδικότερα στις υποθέσεις Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1602 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1(A) AAΔ.300, δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους της ενάγουσας γεγονότα που να στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς της για σύναψη της Συμφωνίας υπό συνθήκες καταδεικνύουσες άσκηση ψυχικής πίεσης εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 προς την ενάγουσα. Δεν αποδείχθηκε επίσης για τους ίδιους λόγους συμπεριφορά των εναγομένων 1 και 2 περιέχουσα δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις που συνιστά απάτη (Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527). Ορθή κρίνεται και η θέση του κ. Παπαχαραλάμπους ότι, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και 2, οι εναγόμενοι 1 και 2, όντας εταιρείες αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες, γεγονός που δεν διαφοροποιείται ακόμα και όταν θεωρηθεί ότι ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τους εναγόμενους 3 (βλ. Salomon v. Salomon & Co Ltd
(1987)A.C. 22 και Ord v. Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 47) και η ιδιότητα του Πέτρου Κωνσταντίνου ως υπαλλήλου των εναγομένων 3, χρηματιστών, δεν θα μπορούσε να τον καταστήσει αντιπρόσωπο των εναγομένων 1 και
  1. Δεν με βρίσκει σύμφωνη επίσης η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι οι όροι της Συμφωνίας περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, κατά παράβαση του Νόμου 93(Ι)/1996, δεδομένου ότι δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες πρόνοιες της Συμφωνίας που θα πρέπει να κριθούν καταχρηστικές αλλά σε ενέργειες των εναγομένων
  2. Ως προς τον όρο 5 των όρων λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, πέραν του ότι δεν αποτελεί όρο της Συμφωνίας, όπως αναμφίβολα προκύπτει από τον όρο 12 της Συμφωνίας, η ερμηνεία του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αυτή που του αποδόθηκε εκ μέρους της ενάγουσας. Κατά την αντίληψη μου, ο υπό αναφορά όρος 5 αφορούσε αποκλειστικά την υποχρέωση των εναγομένων 1 να δέχονται τις οδηγίες του χρηματιστή κατά την λειτουργία του σχεδίου, υποχρέωση που θα υφίστατο μόνο καθ' ον χρόνο η εξασφάλιση των εναγομένων 1 παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια. Το τι θα ίσχυε μεταξύ των συμβαλλομένων σε περίπτωση που η εξασφάλιση ήταν μειωμένη σε σχέση με το περιθώριο ασφαλείας καθορίστηκε από την Συμφωνία τόσο με τον όρο 2 Ε όσο και με τον όρο 6, οι οποίοι καθορίζουν τις συνέπειες της μείωσης της εξασφάλισης. Τα προνοούμενα δε στους όρους αυτούς της Συμφωνίας όχι μόνο δεν αντιβαίνουν τον προαναφερθέντα όρο 5, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι δεν θα είχαν υποχρέωση οι εναγόμενοι 1 να δέχονται τις οδηγίες του χρηματιστή σε τέτοια περίπτωση. Αναμφίβολα η διαχείριση του επίδικου λογαριασμού και των αξιών χαρτοφυλακίου και περιθωρίου ασφαλείας, με βάση τον όρο 3 της Συμφωνίας που ήδη αναφέρθηκε, ανήκε στον χρηματιστή και η αντίθετη ερμηνεία που προβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας δεν βρίσκει έρεισμα στη Συμφωνία. Η πρόνοια και οι χρεώσεις ετησίου δικαιώματος διαχείρισης, όπως εξηγήθηκε από τον ΜΥ, αφορούν την χρήση του ορίου και τα έξοδα των εναγομένων 1 που προέκυπταν από την τήρηση του επίδικου λογαριασμού και ουδόλως διαφοροποιούν τον όρο 3 της Συμφωνίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1042, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Παπαντωνίου, ήταν διαφορετικά και η υπόθεση εκείνη διακρίνεται σαφώς από την παρούσα. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της ενάγουσας που αφορούν αμέλεια των εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με την διαχείριση του λογαριασμού και των αξιών κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι, ενώ πλήρως ατεκμηρίωτη προβάλλει και η θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 1 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι αυτής. Οι ρητοί όροι της Συμφωνίας, τους οποίους είχε αποδεχθεί η ενάγουσα, καταδεικνύουν το αβάσιμο των νομικών εισηγήσεων ότι η ενάγουσα δεν έτυχε ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και δεν της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι της συμμετοχής της στο επενδυτικό σχέδιο καθώς και ότι οι εναγόμενοι 1 καταχράστηκαν ή ιδιοποιήθηκαν την περιουσία της ενάγουσας, παρέλειψαν να παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις σ' αυτήν, αντιμετώπιζαν σύγκρουση συμφερόντων και παρέβησαν εξυπακουόμενους όρους της Συμφωνίας. Δεν βρίσκουν ακόμη έρεισμα στη Συμφωνία οι εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου ότι οι εναγόμενοι 1 παρέβησαν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτών και της ενάγουσας και ενήργησαν με αμέλεια επιδεικνύοντας ολιγωρία, έχοντας όλα τα μέσα θεραπείας για πλήρη εξόφληση του προς αυτούς χρέους της ενάγουσας. Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι εναγόμενοι 1 ενήργησαν κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας δεδομένου ότι, όπως εξήγησε ο ΜΥ, προέβαιναν στις ανάλογες χρεωπιστώσεις κατόπιν οδηγιών του χρηματιστή, επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους της ενάγουσας είναι εντός του συμφωνηθέντος ορίου και γνωστοποιώντας επανειλημμένα στην ενάγουσα αυτή την αναγκαιότητα. Η ενάγουσα αφού έλαβε το όφελος της κάλυψης εκ μέρους των εναγομένων 1, δεν μπορεί εκ των υστέρων, επικαλούμενη την μη τήρηση εκ μέρους της του συμφωνηθέντος ορίου, να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι αυτών με βάση τη Συμφωνία. Δεν συμφωνώ επίσης με τη θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι εναγόμενοι 1 δεν απέδειξαν ότι η ενάγουσα έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών δεδομένου ότι, από τη μαρτυρία του ΜΥ που έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι οι αγοραπωλησίες αξιών έγιναν από τον χρηματιστή, εναγόμενους 3, που είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της η ενάγουσα, έχοντας μάλιστα αποσύρει την αγωγή εναντίον τους πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην υπόθεση. Από τους όρους της Συμφωνίας, που παρατέθηκαν πιο πάνω, προβάλλει το δικαίωμα των εναγομένων 1 να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους της ενάγουσας που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους της. Παρόλο που οι εναγόμενοι 1 δεν άσκησαν άμεσα το δικαίωμα τους αυτό, σύμφωνα με τον όρο 13 της Συμφωνίας το διατηρούσαν και οι ενέργειες τους μετά την αποστολή προς την ενάγουσα των επιστολών, Τεκμηρίων 26(Α-Ε), κρίνονται εντός των συμφωνηθέντων δυνάμει της Συμφωνίας. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέλαβαν βάσει της Συμφωνίας υποχρέωση έναντι της ενάγουσας να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτήν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στην υπόθεση Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους εναγόμενους 1 και 2 ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, ως είναι η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δυνάμει των όρων 2 Ε και 2 ΣΤ της Συμφωνίας, μετά την εγγραφή τους επ' ονόματι των εναγομένων 2 σύμφωνα με τους όρους 2 Β και 2 Γ, δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση των εναγομένων 1 για πώληση των αξιών σε καθορισμένο χρόνο. Αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silver Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ως είναι άλλη εισήγηση του κ. Παπαντωνίου, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγομένων 1 και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Παρά κάποιους υπαινιγμούς της ενάγουσας για χειραγώγηση των τιμών των μετοχών του ΧΑΚ εκ μέρους των εναγομένων 1, η μείωση της αξίας των μετοχών στο ΧΑΚ δεν μπορεί να αποδοθεί σε ευθύνη των εναγομένων 1. Κατά συνέπεια δεν μπορούν να αποδοθούν στους εναγόμενους 1 και 2 ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στην ενάγουσα, όπως αυτή ισχυρίζεται. Καταλήγοντας κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την απαίτηση της έναντι των εναγομένων 1 και 2 στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις και η αγωγή της ως προς αυτούς απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της και υπέρ των εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Αντίθετα οι εναγόμενοι 1 έχουν αποδείξει την ανταπαίτησή τους έναντι της ενάγουσας στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων 1 και εναντίον της ενάγουσας για το ποσό των €45.399,24, ισάξιου του απαιτούμενου ποσού των £26.571, πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως από 1.7.2003 μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα πώλησης των 20.000 μετοχών της εταιρείας WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD, που ανήκουν στην ενάγουσα και παραμένουν εγγεγραμμένες επ' ονόματι των εναγομένων 2, και το ποσό που θα εισπραχθεί να αφαιρεθεί από το πιο πάνω επιδικασθέν, υπέρ των εναγομένων 1, ποσό της απόφασης. Τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού που αναγράφεται επί του κλητηρίου εντάλματος, εφόσον δεν έχει γίνει αύξηση της κλίμακας από οποιονδήποτε διάδικο. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.