Αναφορικά με την Μέλπω Παπαευσταθίου, Αίτηση αρ. 998/09, 3 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Αίτηση αρ. 998/09 Σε Πτώχευση: Αναφορικά με την Μέλπω Παπαευσταθίου, Οφειλέτιδα Εξ Πάρτε ALPHA BANK CYPRUS LTD, από Λευκωσία, Πιστωτή ------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3 Νοεμβρίου 2009 Για την Αιτήτρια: κ. Δ. Κούτρας Για την καθ΄ ης η αίτηση: κ. Κυπραίος Α Π Ο Φ Α Σ Η H παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης που καταχωρήθηκε στις 29.5.09 εναντίον της εξ αποφάσεως χρεώστιδος Μέλπως Παπαευσταθίου, συνάντησε την ένσταση της η οποία εκδηλώθηκε με τη μορφή καταχώρησης ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 30.6.
- Η εξ αποφάσεως οφειλέτιδα, ήταν μία εκ των εναγομένων στην αγωγή 1237/07 (εναγομένη 6), όπου ενάγοντες ήσαν οι αιτητές στην παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης, και εναγόμενοι η εταιρεία Comet Farm Limited (εναγόμενη 1) και άλλοι έξι εναγόμενοι εκτός της εξ αποφάσεως οφειλέτιδος. Στην πιο πάνω αγωγή, εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων, όπως πληρώσουν προσωπικά, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους ενάγοντες το ποσό των £197.883,81 πλέον τόκους από 10.7.07 και έξοδα. Παράλληλα, με την ίδια απόφαση, το δικαστήριο διέταξε τη πώληση υποθηκευμένων προς όφελος των εναγόντων ακινήτων, ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και 3, ενώ επί ακίνητης περιουσίας των εναγομένων 1 οι ενάγοντες καταχώρησαν memo. Η καταχώρηση της παρούσας ειδοποίησης πτώχευσης κατά της εξ αποφάσεως οφειλέτιδος (εναγομένης 6) στην αγωγή 1237/07 είναι το αποτέλεσμα της πιο πάνω δικαστικής απόφασης που εξεδόθη όπως ανέφερα εναντίον όλων των εναγομένων προσωπικά, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Στην ένορκη δήλωση της και συγκεκριμένα στις παραγράφους 2 έως 6, η εξ αποφάσεως οφειλέτιδα αναφέρει: «
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ιδιαίτερα του αρ. 5
(2)του Κεφ.3 δια κήρυξη μου σε πτώχευση και/ή διάπραξη πράξης πτώχευσης καθότι οι πιστωτές μου είναι εξασφαλισμένοι με MEMO τα οποία έχουν επί της περιουσίας των εναγομένων αρ.1 και της δικής μου, η οποία υπερβαίνει τα £22.000.000 σύμφωνα με τα επισυνημμένα ΤΕΚ.Α. και το ΤΕΚ.Β.
- Οι εκτιμήσεις οι οποίες επισυνάπτονται είναι πραγματικές από εμπειρογνώμονες και απεικονίζουν την πραγματική αξία της περιουσίας την οποία οι πιστωτές έχουν δεσμεύσει.
- Η αγωγή των πιστωτών ΤΕΚ.Β υπ.αρ. 1237/07 αναφέρεται στην εξασφάλιση των πιστωτών.
- Περαιτέρω στην επισυνημμένη απόφαση του Δικαστηρίου εξασφάλισαν διάταγμα για πώληση της επίδικης περιουσίας. Κατά συνέπεια λανθασμένα καταχώρησαν την παρούσα αίτηση καθότι αποτελεί κατάχρηση δικαστικής απόφασης.
- H παρούσα διαδικασία αποτελεί εξαναγκασμό του χρεώστη δια να εξοφλήσει το χρέος του αφού είναι ήδη εξασφαλισμένοι οι πιστωτές.» Η πρώτη παρατήρηση μου κα από τη μελέτη των τεκμηρίων που συνοδεύουν την Ένορκη Δήλωση, είναι ότι η εξ αποφάσεως οφειλέτιδα δεν έχει δική της ακίνητη περιουσία βεβαρημένη είτε με υποθήκη είτε με memo. Προτού προχωρήσω να εξετάσω στην ουσία τις ενστάσεις που εγείρει η καθ΄ ης η αίτηση, με την ένορκη δήλωση της, θα πρέπει να πω ότι αυτές δεν προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 και του Πτωχευτικού Κανονισμού 40
(2)και εκ μόνου του λόγου αυτού η ένορκη δήλωση θα πρέπει να απορριφθεί. Το άρθρο 3(l)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 καθορίζει ως πράξη πτώχευσης τη μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση πτώχευσης εντός επτά ημερών. Ο οφειλέτης θα πρέπει εντός επτά ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει τέτοια ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή όπως αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, η ένορκη δήλωση λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, και πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη. Οι πρόνοιες του άρθρου 3(l)(g) του Νόμου (Κεφ.5) και του Κανονισμού 40
(2)είναι σαφείς και καθορίζουν περιοριστικά τις ενστάσεις που ένας οφειλέτης μπορεί να προβάλει με την ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα ανταπαίτηση, συμψηφισμό και ανταγωγή. Το λεκτικό του νόμου ως προς την πράξη πτώχευσης ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυστηρά με αναφορά στην τεχνική του έννοια. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Re Chinery, Ex Parte Chinery
(1884)12 QBD 342 και Re Collier
(1891)64 L.T. 742. Στην υπόθεση Re Cole, Exp. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302 ο Δικαστής Wright είπε τα ακόλουθα, σχολιάζοντας αντίστοιχες αγγλικές πρόνοιες: "It seems to me that the power of the Court to set aside a bankruptcy notice is confined to the particular grounds specified in the Act and Rules; and in saying the I am only adopting the view taken by Mr Justice Vaugham Williams in Easton, In re Dixon ex parte, where he said: "Where it is a bankruptcy notice, it seems to me the only reasons which can be entertained by a Registrar are the reasons which are mentioned in section 4, sub-section 1 (g) namely that the debtor has a counterclaim, set-off or cross-demand which he could not set up in the action in which judgment was obtained." Μάλιστα, ο πρωτοκολλητής οφείλει να εξετάζει προς το σκοπό αυτό μια τέτοια ένορκη δήλωση προτού την ορίσει για ακρόαση. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση The debtor v. Seater Walder Lid
(1981)2 All E.R. 987: "...If an affidavit had been filed in time the registrar would have to ask himself if he was satisfied that sufficient cause was shown and, on being so satisfied he would then fix a date for hearing the application". Η ευχέρεια του δικαστηρίου να παραμερίσει μια ειδοποίηση για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(g) και στον Κανονισμό 40
(2)δεν αμφισβητείται. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως -όπως η παρούσα-η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι αίτηση υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Στην υπόθεση Re Costas Louca
(1986)J.S.C. 365, ο έντιμος Δικαστής μετέπειτα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Καλλής, αφού προέβηκε σε εκτενή αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία ανέφερε τα ακόλουθα: "In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other that those set out in 40
(2)of the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection I think r. 16 of the Bankruptcy Rules is applicable." Στην εν λόγω υπόθεση έχει επίσης λεχθεί ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για ένορκη δήλωση με βάση τον Κανονισμό 40. Στην υπόθεση Re a Debtor (No75 of 1982) 1984 1 WLR 353 αποφασίστηκε ότι είναι ο χρεώστης που έχει το βάρος απόδειξης να αποδείξει όχι μόνο παρατυπία στην έκδοση της ειδοποίησης, κακή επίδοση, ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους αλλά ότι υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση. 'Αλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης εκτός αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)είναι παρατυπία στην έκδοση, κακή επίδοση της ειδοποίησης καθώς και ισχυρισμός για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στο Σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση στη σελ.38 αναφέρονται τα ακόλουθα: "The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of 3.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity: bad service, payment (quaere legal tender) of the debt, etc." Καμιά από τις ενστάσεις που τίθενται στην Ένορκη Δήλωση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν δικαιολογείται ούτε με τον Πτωχευτικό Κανονισμό 40
(2)ούτε με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 16,17 και 18. Ανεξάρτητα, από την πιο πάνω θέση, και αν ακόμα το Δικαστήριο ήθελε εξετάσει την ουσία των ενστάσεων, η κατάληξη δεν θα ήταν διαφορετική. Ο κ. Κούτρας επικαλέστηκε τις υποθέσεις Αρέστη ν. Λαϊκής Τράπεζας
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1258 και London Clubs Ltd and others v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1699 για να επικαλεστεί στο Δικαστήριο στην Ειδοποίηση Πτώχευσης (και όχι σε αίτηση πτώχευσης), και μάλιστα με ένορκη δήλωση και όχι με αίτηση, ότι αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, με την έννοια ότι η χρεώστιδα και οι άλλοι συνεναγόμενοι εξ αποφάσεως χρεώστες κέκτηνται περιουσίας πολλών εκατομμυρίων λιρών, η οποία εκποιούμενη μπορεί να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Ισχυρίστηκε επίσης στο δικαστήριο ότι οι εξ αποφάσεως πιστωτές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές, και ως εκ τούτου συνιστά κατάχρηση η εκ μέρους τους καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας την οποία ο ίδιος θεωρεί ως μέτρο εκτέλεσης εναντίον της οφειλέτιδος. Η απάντηση στα ερωτήματα που θέτει ο κ. Κούτρας, ευρίσκεται στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255, ότι δηλαδή η ασφάλεια που κατέχεται από τους εξ αποφάσεως πιστωτές, επί περιουσίας ενός συνεναγόμενου, δεν μπορεί να καλύψει με κανένα τρόπο την περίπτωση άλλου συνεναγόμενου, η δε καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον συνεναγομένου, δεν συνιστά τρόπο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Περιττό να επαναλάβω ότι καμιά ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 6 Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχει επιβαρυνθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρεώστη. Επικαλούμαι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση: «Το άρθρο 5
(2)προβλέπει: "
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του... ". Tο πρωτόδικο δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από το πιο κάτω απόσπασμα του William and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 525: "Section 167 defines a 'secured creditor' as a person holding security over the property of the debtor, accordingly this rule would appear only to apply to such creditors, and not to creditors holding security over the property of third parties." Σε ελληνική μετάφραση: "To άρθρο 167 δίνει τον ορισμό του 'ασφαλισμένου πιστωτή σαν του προσώπου το οποίο κατέχει ασφάλεια επί της περιουσίας του χρεώστη. Συνακόλουθα φαίνεται ότι αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται στην περίπτωση τέτοιων πιστωτών και όχι σε πιστωτές οι οποίοι κατέχουν ασφάλεια επί της περιουσίας τρίτων." Με τον πρώτο λόγο της έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε περαιτέρω ότι το γεγονός ότι ο εφεσείων είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας 1 ουσιαστικά σημαίνει ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι "ασφαλισμένος πιστωτής". Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η κατάληξη στην οποία έχει αχθεί ήταν η μόνη δυνατή λαμβανομένου υπόψη του λεκτικού των πιο πάνω άρθρων του Κεφ. 5. Η ασφάλεια που κατείχε ο πιστωτής ήταν ασφάλεια επί της περιουσίας της εναγομένης εταιρείας 1 και δεν μπορεί να καλύψει με κανένα τρόπο την περίπτωση του εφεσείοντος. Αναφορικά με την εισήγηση η οποία σχετίζεται με το μετοχικό καθεστώς της εναγόμενης εταιρείας 1 υπενθυμίζουμε την πολύ καλώς εδραιωμένη αρχή: Η εταιρεία έχει ανεξάρτητη οντότητα ξεχωριστή και διαφορετική από εκείνη των μετόχων της (Βλ Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22 και Bank of Cyprus v. Republic
(1983)3 C.L.R. 363). Ακολουθεί πως η ιδιότητα του μεγαλομετόχου της εναγόμενης 1, σε σχέση με την οποία οι εφεσίβλητοι ήταν ασφαλισμένοι πιστωτές, δεν καθιστά και τους τελευταίους ασφαλισμένους - πιστωτές και σε σχέση με τον εφεσείοντα. Ο πρώτος λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πέτυχα και απορρίπτεται. .................................. Μια άλλη θέση που είχε προβληθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου σχετιζόταν με την ταυτόχρονη προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος και της διαδικασίας πτώχευσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντος υποστήριξε ότι εφόσον έχει καταχωρηθεί αίτηση για πώληση του ενυπόθηκου κτήματος που αναφέρεται στην απόφαση δεν μπορούν να συνυπάρχουν δύο μέθοδοι εκτέλεσης της ίδιας απόφασης. Ο τρίτος - και τελευταίος - λόγος της έφεσης στρέφεται εναντίον της απόρριψης της πιο πάνω θέσης από το πρωτόδικο δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντος με αναφορά στην Panaou v. HajiChristofi and Others
(1963)2 C.L.R. 19 υποστήριξε ενώπιον μας ότι σε σχέση με απόφαση η οποία είχε εκδοθεί εναντίον των εναγομένων "ομού και/ή κεχωρισμένως" δεν μπορεί ταυτόχρονα να επιδιώκεται πώληση ενυπόθηκου κτήματος και διαδικασία πτώχευσης. Στην Panaou (πιο πάνω) κρίθηκε ότι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί ταυτόχρονα να επιδιώκει διαφορετικούς τρόπους εκτέλεσης και δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τη διαδικασία εκτέλεσης καταπιεστικά. Η αρχή της Panaou (πιο πάνω) συμβαδίζει με την αρχή η οποία έχει διατυπωθεί στην Christodoulou v. Andreou C.L.R. XVI σελ.95 σύμφωνα με την οποία ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να επιδιώκει ταυτόχρονα δύο τρόπους εκτέλεσης. Οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Άσχετα από αυτό έχουμε τη γνώμη ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόποι εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ιδίου χρεώστη. Όταν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται "ομού και/ή κεχωρισμένως" δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αλλοίωνε την έννοια της απόφασης που εκδίδεται "ομού και/ή κεχωρισμένως" και θα ισοδυναμούσε με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με εκείνους τους χρεώστες εναντίον των οποίων δεν είχε επιδιωχθεί εκτέλεση της απόφασης.» Οι ενστάσεις που προέβαλε με την ένορκη δήλωση της η εξ αποφάσεως οφειλέτιδα, παραμερίζονται. Ο χρόνος για την καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης αρχίζει από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας είναι εις βάρος της εξ αποφάσεως οφειλέτιδος όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο