← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Πέτρος Λάλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1832/2008, 6.11.2009

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Πέτρος Λάλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1832/2008, 6.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1832/2008 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων και

  1. Πέτρος Λάλας
  2. Δώρος Θεοδώρου
  3. Ανδρέας Γεωργίου Εναγομένων --------------------- Αίτηση εναγομένου 2 ημερ. 8.5.2009 για προσωρινή αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Ημερομηνία: 6.11.2009 Για τον εναγόμενο 2- αιτητή: κ. Καλλής Για τους καθ΄ ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Ε. Μιχαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.6.2008 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον εναγόμενο 1, εναντίον του οποίου είχε ήδη εκδοθεί απόφαση στις 4.6.2008, για το ποσό των €29.124,88σ. πλέον τόκοι και έξοδα ως αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. Ο εναγόμενος 2 είναι εγγυητής του εναγομένου 1 σε συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 28.9.
  4. Η απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη εναγομένου 1 περιλάμβανε και διάταγμα παράδοσης δύο οχημάτων με αρ. εγγραφής KJJ 492 και HNA 325 μάρκας Mercedes και BMW αντίστοιχα για να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Με την παρούσα Αίτηση, η οποία θεμελιώνεται κυρίως στα άρθρα 9,10 και 13 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003 και στα άρθρα 9

(4), 82-91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ως έχει τροποποιηθεί, ο εναγόμενος 2- αιτητής εξαιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η προσωρινή αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας πτώχευσης, μέχρι την εκποίηση και πώληση των πιο πάνω αναφερομένων δύο οχημάτων, τα οποία αποτελούσαν το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης στην παρούσα αγωγή. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 8.4.2009 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης εναντίον του με αρ. 715/2009 και ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο από το αντικείμενο της σύμβασης, ήτοι τα δύο οχήματα. Αναφέρει ότι μέχρι σήμερα το αντικείμενο της σύμβασης δεν έχει εκποιηθεί και κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί για εκτέλεση της απόφασης εναντίον του εναγομένου 1. Θεωρεί ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας πτώχευσης, ανασταλεί, αφού σύμφωνα με τον Νόμο 197(Ι)/2003 επιτάσσεται πρωτίστως η εκποίηση και πώληση των αντικειμένων της σύμβασης που εξασφαλίζει το χρέος. Οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στις 10.7.2009 και προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης, όπως συνοψίζω πιο κάτω:
(1)Η μόνη περιουσία που έχει ο πρωτοφειλέτης είναι τα επίδικα αντικείμενα, τα οποία όμως δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθούν και ο πρωτοφειλέτης αρνείται να τα παρουσιάσει, επομένως ο εγγυητής δεν δικαιούται αναστολή με βάση τον Νόμο 197(Ι)/2003.
(2)Προς εκποίηση των επίδικων αντικειμένων εκδόθηκε ένταλμα παραδόσεως στις 2.10.2008 και ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας στις 14.1.2009, τα οποία επιστράφηκαν ανεκτέλεστα, αφού ο επιδότης αδυνατεί να τα εντοπίσει. Εκκρεμεί διαδικασία πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη.
(3)Οι ισχυρισμοί του αιτητή στην ένορκη δήλωσή του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο κ. Παντελής Μιχαηλίδης, υπάλληλος των εναγόντων ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση, αναφέρει ότι το ένταλμα παραδόσεως των δύο οχημάτων εναντίον του εναγομένου 1 επιστράφηκε ανεκτέλεστο καθότι, όπως αναφέρει η σχετική ειδοποίηση του Δικαστικού Επιδότη, ο εναγόμενος 1 βρίσκεται στη φυλακή και δεν γνωρίζει πού βρίσκονται τα οχήματα. Το ένταλμα κινητών 14.1.2009 επίσης επιστράφηκε ανεκτέλεστο καθότι, ως αναφέρει ο Δικαστικός Επιδότης, ο εναγόμενος 1 στερείται κινητής περιουσίας στη δοθείσα διεύθυνση στο Καϊμακλί. Αμέσως μετά, ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε με τους εναγομένους 2 και 3, οι οποίοι του ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται τα δύο οχήματα. Αναφέρει περαιτέρω ότι έγιναν πολλές προσπάθειες για εντοπισμό των οχημάτων χωρίς αποτέλεσμα και ως εκ τούτου θεωρεί ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να προχωρήσουν με εκτέλεση της απόφασης εναντίον του εναγομένου 2, εφόσον ο εναγόμενος 1 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία και εξακολουθεί να βρίσκεται στη φυλακή. Τέλος, ζητά την απόρριψη της Αίτησης, καθότι τα γεγονότα όπως τα παρουσιάζει ο εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωσή του είναι ανακριβή ή ελλιπή. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αναστολής δικαστικής απόφασης εναντίον εγγυητή παρέχεται με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 9 και 10 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197(Ι)/2003(εφεξής «ο Νόμος»). Το άρθρο 9 του Νόμου αναφέρει ότι παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει, καθόσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του, στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του, είτε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, είτε οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης, με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή δυνάμει του άρθρου 9 για τον εγγυητή, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης, και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στο εν λόγω άρθρο, νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία οι διάδικοι συμφωνούν, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την απόφαση, και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ αποφάσεως οφειλή. Το άρθρο 10
(2)(β) αναφέρει ότι για σκοπούς των άρθρων 9 και 10, εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου περιλαμβάνει και πτώχευση. Είναι προφανές ότι ο σκοπός του νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Νόμου αυτού ήταν η προστασία του εγγυητή στις περιπτώσεις όπου ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία, κινητή ή ακίνητη, επαρκή να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Το θέμα κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης χωριστά. Πριν προχωρήσω να εξετάσω τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, σημειώνω κατ' αρχάς ότι με την Αίτηση επιζητείται «προσωρινή αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας πτώχευσης» μέχρι την εκποίηση και πώληση των δύο οχημάτων. Εν τούτοις, ο Νόμος παρέχει εξουσία αναστολής της εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή, μόνο στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του, και όχι γενικότερη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκποίηση των επίδικων αντικειμένων. Συνεπώς, σε περίπτωση που ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί διάταγμα αναστολής, θα αφορά μόνο τα μέτρα που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 9 του Νόμου και όχι την εκτέλεση της απόφασης με οποιαδήποτε άλλα μέτρα. Ως προς το θέμα της αναστολής της διαδικασίας πτώχευσης, και ειδικότερα της Ειδοποίησης Πτώχευσης αρ. 715/09 που επιζητεί ο αιτητής, είναι γεγονός ότι το άρθρο 10
(2)(β) προνοεί ότι εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου για τους σκοπούς των άρθρων 9 και 10 περιλαμβάνει και πτώχευση. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι κοινό έδαφος ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγομένου 2 ως εγγυητή του πρωτοφειλέτη-εναγομένου 1. Επιπλέον, ο εγγυητής έχει υποβάλει Αίτηση με βάση τα άρθρα 9 και 10 του Νόμου για αναστολή. Συνεπώς, αυτό που παραμένει να αποφασισθεί είναι κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης έχει περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως φαίνεται από τις ειδοποιήσεις των Δικαστικών Επιδοτών που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη, το περιεχόμενο των οποίων δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τον αιτητή, ο πρωτοφειλέτης ισχυρίζεται ότι τα επίδικα οχήματα δεν βρίσκονται στην κατοχή του και στερείται κινητής περιουσίας που υπόκειται σε κατάσχεση στη διεύθυνσή του στο Καϊμακλί. Επιπλέον, οι ενάγοντες δηλώνουν μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαηλίδη ότι ο εντοπισμός των οχημάτων κατέστη αδύνατος, ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία και ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές (ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε και δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση αυτών των ισχυρισμών). Σημειώνω περαιτέρω ότι τα σημαντικά αυτά γεγονότα τέθηκαν σε γνώση του Δικαστηρίου από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, εφόσον ο αιτητής στη δική του ένορκη δήλωση ανέφερε ότι κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί για εκτέλεση της απόφασης εναντίον του εναγομένου 1, ισχυρισμός ο οποίος διαφάνηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, προκύπτει ότι οι ενάγοντες έχουν προβεί σε όλες τις λογικές προσπάθειες εντοπισμού και παράδοσης των εν λόγω οχημάτων και άλλης κινητής περιουσίας του εναγομένου 1, τόσο μέσω των εναγομένων όσο και μέσω Δικαστικών Επιδοτών, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Με αυτά τα δεδομένα και υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Επιπλέον, τίθεται το θέμα της αξίας των οχημάτων τα οποία ισχυρίζεται ο αιτητής ότι είναι επαρκή να ικανοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος. Η θέση του αιτητή είναι ότι τα δύο οχήματα, τα οποία ήταν και το αντικείμενο της ενοικιαγοράς όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή, είναι αρκετά. Εν τούτοις, δεν έχει τεθεί το παραμικρό στοιχείο ενώπιόν μου σε σχέση με τη σημερινή αξία των εν λόγω οχημάτων και κατά πόσο καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή κατά την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι είναι εμφανές από την Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του αιτητή, ότι είναι τέτοιας αξίας ώστε να ικανοποιεί το χρέος, για τον λόγο ότι τα αυτοκίνητα πωλήθηκαν δια ενοικιαγοράς στον πρωτοφειλέτη για €37.565,96 και η απόφαση είναι για €29,124,88 πλέον τόκοι και έξοδα. Επαναλαμβάνω, όμως, ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιόν μου για τη σημερινή τους αξία. Έχοντας κατά νουν το γεγονός ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς έγινε το 2007 και τα οχήματα δεν έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, παραμένει άγνωστη η σημερινή τους κατάσταση, μηχανική ή άλλως πως, και κατά συνέπεια η σημερινή τους αξία. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβαίνει σε αυθαίρετες εκτιμήσεις αξίας κινητής περιουσίας ή σε υποθέσεις ότι τα αντικείμενα παραμένουν στην ίδια κατάσταση και έχουν την ίδια αξία την οποία είχαν όταν πωλήθηκαν δια ενοικιαγοράς πριν από δύο και πλέον χρόνια. Εάν και εφόσον εντοπισθούν τα οχήματα σε καλή κατάσταση και υπάρξει θετική μαρτυρία ότι η αξία τους καλύπτει την εξ αποφάσεως οφειλή, ή υποδειχθεί κάποια ανάλογη περιουσία του πρωτοφειλέτη, ενδεχομένως να υπάρξει δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Εν όψει των πιο πάνω και έχοντας συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα δεδομένα, καταλήγω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τις εξουσίες που μου παρέχουν τα άρθρα 9 και 10 του Νόμου 197(Ι)/2003 και συνεπώς η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος του εναγομένου 2- αιτητή, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.