← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. CI COMPUTER SYSTEMS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 624/2009, 12 Νοεμβρίου, 2009

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. CI COMPUTER SYSTEMS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 624/2009, 12 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 624/2009 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. C.I. COMPUTER SYSTEMS LTD
  2. Φοίβος Λιασής Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 8.4.2009 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2009 Για αιτητές- ενάγοντες: κα Μαυρικίου, κα Ναθαναήλ Για καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένους 1 και 2: κα Α. Φλουρέντζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και
  3. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για €11.040,25 πλέον τόκους προς 14,5% από 3.12.2008 επί €10.482,91 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης 2 φορές τον χρόνο, πλέον έξοδα. Η απαίτηση βασίζεται σε υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο γίνονταν χρεωπιστώσεις σε σχέση με τη χρήση πιστωτικής κάρτας Visa, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση των εναγομένων ημερ. 14.10.2003 και με δικαίωμα χρήσης από τον εναγόμενο 2 υπό συγκεκριμένους όρους. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 25.2.2009 και οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον τους στις 8.4.
  4. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθεί τη διακίνηση του σχετικού λογαριασμού και ετοίμασε την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του. Ακολούθως πιστοποιεί τα οφειλόμενα ποσά και επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως το έγγραφο αίτησης ημερ. 14.10.2003 για την έκδοση πιστωτικής κάρτας Visa, επιστολές προς τους εναγομένους με τις οποίες ανακαλείται το δικαίωμα χρήσης της κάρτας, ακυρώνεται το πιστωτικό όριο του λογαριασμού κάρτας και απαιτείται εξόφληση, καθώς και την κατάσταση λογαριασμού. Αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, ότι οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς στους εναγομένους μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στις 15.9.2009 και προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθότι οι εναγομένοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, ο οποίος δηλώνει ότι οι εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση, καθότι η επίδικη ισχυριζόμενη συμφωνία καταρτίστηκε εικονικά ή και είναι ανυπόστατη ή και άκυρη ή και παράνομη ή και ανεφάρμοστη. Οι λόγοι είναι επειδή υπεγράφη ή καταρτίστηκε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων, χωρίς τη νόμιμη απόφαση των εναγομένων και εικονικά, στα πλαίσια παράνομης πολιτικής των εναγόντων/της Τράπεζας Κύπρου ως μέσο δανειοδότησης προσώπων χρεώνοντάς τους με κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό τη μορφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς ή και δήθεν μισθωμάτων ή και δήθεν ενοικίων. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, τα δύο μέρη της συμφωνίας γνώριζαν περί της εικονικότητας της συμφωνίας και ότι το δάνειο ή τραπεζικές διευκολύνσεις ήταν ο τρόπος να εξασφαλιστεί το δάνειο για να αγοράσουν οι εναγόμενοι μετοχές, κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, της περί Τόκου Νομοθεσίας και της Δημόσιας Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής του Κράτους. Αναφέρει επιπλέον ότι οι ενάγοντες δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 160

(1)/99 ή ενήργησαν παράνομα ή δεν δικαιούνται να ζητούν τόκους, επειδή η συμφωνία καταρτίστηκε εικονικά. Σημειώνω ότι η τρίτη σελίδα της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 2 αναφέρεται σε «ισχυρισμούς των Εναγόντων περί εγγυήσεων» και ότι, μεταξύ άλλων, οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις ή ενεχυριάσεις ή υποθήκες είναι παράνομες και άκυρες συνεπεία της παρανομίας και ακυρότητας της συμφωνίας δανείου ή παροχής διευκολύνσεων και ότι οποιεσδήποτε συμφωνίες εγγύησης δεν καλύπτουν οποιαδήποτε νόμιμη υποχρέωση των εναγομένων ή καταρτίστηκαν για εξασφάλιση παράνομης ή άκυρης συναλλαγής. Διαζευκτικά, ο εναγόμενος 2 αρνείται ότι καταρτίστηκαν οι εν λόγω συμφωνίες εγγύησης και διαζευκτικά και πάλιν ότι καταρτίστηκαν με παράνομο σκοπό (ως και η συμφωνία δανείου δηλαδή). Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 αξιώνει ανταπαιτητικώς Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων είναι ανυπόστατη ή και παράνομη ή και άκυρη ή και ανεφάρμοστη, καθώς και παρόμοιες Δηλώσεις για τις «επίδικες συμφωνίες και/ή εγγυήσεις και/ή υποθήκες και/ή άλλα έγγραφα που εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως», καθώς και Δήλωση ότι οι εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι απ' ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι επαρκείς. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Παρούσας Υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 4.2.2009 και σημείωμα εμφάνισης για τους εναγομένους 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 25.2.2009. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση», ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3). Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι υπάλληλος των αιτητών, που είναι τραπεζικός οργανισμός, στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι σε κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο του λογαριασμού των εναγομένων και έχει στην κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα. Αναφέρει επιπλέον ότι ετοίμασε την κατάσταση του λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του (Τεκμήριο Π). Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν παρόμοιο με την παρούσα, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για σκοπούς της Δ.18 θ.1 ( βλ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι οι καθ' ων εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο κ. Παπαλαμπριανού με την ένορκη δήλωσή του εκ μέρους των αιτητών πληροί όλα αυτά παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στην παράγραφο 4 αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 6 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι οι εναγόμενοι καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στους εναγομένους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, οι εναγόμενοι θα πρέπει να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Το κριτήριο όμως δεν θα ικανοποιηθεί χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912). Η ένσταση των εναγομένων, όπως διαφαίνεται και από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων, έχει ως κεντρικό άξονα ισχυρισμό περί εικονικότητας συμφωνίας δανείου, η οποία καθιστά τόσο την ίδια τη συμφωνία όσο και τις εγγυήσεις, ενεχυριάσεις και υποθήκες παράνομες ή και άκυρες ή και ανυπόστατες. Εν τούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης σε συμφωνία δανείου ή σε συμφωνία εγγύησης ή σε ενεχυριάσεις ή σε υποθήκες. Η αγωγή αφορά υπόλοιπο λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, κατόπιν αίτησης των εναγομένων για έκδοση κάρτας «Visa». Είναι πραγματικά εκπληκτικό ότι ο εναγόμενος 2 έχει προβεί σε μία ένορκη δήλωση τριών σελίδων, η οποία αναφέρεται σε εικονική συμφωνία δανείου, σε δικαιώματα ενοικιαγοράς, σε μισθώματα και σε εγγυήσεις, που δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα αγωγή. Οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευσή της, όπου δόθηκε άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης με πανομοιότυπους ισχυρισμούς περί εικονικότητας και παρανομίας και πανομοιότυπο λεκτικό της ένορκης δήλωσης εναγομένου, αφορούσαν αγωγές για υπόλοιπο δανείου δυνάμει συμφωνιών δανείου και εγγύησης. Η παρούσα περίπτωση, επαναλαμβάνω, δεν έχει καμία σχέση είτε με συμφωνία δανείου είτε με συμφωνία ενοικιαγοράς είτε με συμφωνίες εγγύησης. Δεν είναι ορθό να θεωρείται ότι η χρήση πανομοιότυπου λεκτικού με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε από άλλους εναγομένους σε άλλες περιπτώσεις όπου δόθηκε άδεια για υπεράσπιση αποτελεί πανάκεια ή το μαγικό μέσο για να εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση σε κάθε περίπτωση ανεξαιρέτως, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή δεν είναι τα ίδια με τα επίδικα θέματα στις άλλες υποθέσεις. Σημειώνω ότι ακόμη και η γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους εναγομένους αναφέρεται σε συμφωνία δανείου με εγγυήσεις και/ή ενεχυριάσεις και/ή υποθήκες, οι οποίες δεν εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Εκείνο που μπορεί να λεχθεί για το γεγονός ότι η ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει φαίνονται να μην αφορούν την παρούσα υπόθεση υπολοίπου τραπεζικού λογαριασμού βάσει χρήσης πιστωτικής κάρτας, αλλά άλλες υποθέσεις συμφωνιών δανείου με εγγυήσεις, είναι ότι καταδεικνύουν έκδηλα και με τον πλέον σαφή τρόπο ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται από τους εναγομένους καλόπιστα, αλλά για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Σχετικά με τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωσή του για κατάρτιση της συμφωνίας με σκοπό να παραβιάσουν οι ενάγοντες «την Περί Τόκου Νομοθεσία ή και τη Δημόσια Χρηματοπιστωτική Πολιτική του Κράτους ή και την Πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας ή και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας» σε σχέση με το ύψος του επιτοκίου επί δανεισμού και ότι οι ενάγοντες «δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 160
(1)/99 και/ή ενήργησαν παρανόμως και/ή δεν δικαιούνται να ζητούν τόκους γιατί η ισχυριζόμενη συμφωνία καταρτίστηκε εικονικά», είναι προφανές ότι οι θέσεις αυτές τίθενται σε άμεση συνάρτηση με τους ισχυρισμούς περί εικονικής συμφωνίας δανείου και άκυρων εγγυήσεων, που δεν υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης, ως έχω προαναφέρει. Εάν οι εναγόμενοι ήθελαν με σοβαρότητα να προωθήσουν αυτούς τους ισχυρισμούς, θα έπρεπε τουλάχιστον να τους συσχετίσουν με τη συγκεκριμένη αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή για χρέωση τόκου με βάση τους συγκεκριμένους όρους χρήσης της κάρτας τους οποίους υπέγραψαν οι εναγομένοι στις 14.10.2003, και όχι με αναφορά σε συμφωνίες δανείου και εγγυήσεις κλπ, οι οποίες δεν εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Σημειώνω επιπλέον ότι, εξ όσων προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία, δεν αμφισβητείται η λήψη των επιστολών τερματισμού με τις οποίες επιπλέον εζητείτο εξόφληση αλλά και ενημερώνονταν για τις χρεώσεις τόκων. Εξάλλου, όπως έχει νομολογηθεί, είναι απαραίτητο να παρέχονται λεπτομέρειες σε σχέση με οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 1.1.2001 (ήτοι πριν την έκδοση της επίδικης πιστωτικής κάρτας και το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού) καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, ο οποίος καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως. Το δε άρθρο 3
(1)(δ) του Ν. 160(Ι)/99 στην ουσία επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα τον ανατοκισμό (κεφαλαιοποίηση τόκων) μέχρι και δύο φορές τον χρόνο. Αναφορικά με τη θέση του εναγομένου 2 ότι η επίδικη ισχυριζόμενη συμφωνία καταρτίστηκε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων ή χωρίς νόμιμη απόφαση των εναγομένων, σημειώνω ότι δεν εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο από την ένσταση και την ένορκη δήλωση και δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τους γενικούς και διαζευκτικούς αυτούς ισχυρισμούς. Η αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας ημερ. 14.10.2003 που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού, η οποία είναι το μοναδικό έγγραφο στο οποίο αναφέρεται η Έκθεση Απαίτησης, η οποία επαναλαμβάνω δεν αφορά συμφωνία δανείου ή ενοικιαγοράς, φαίνεται να φέρει όλες τις δέουσες υπογραφές καθώς και τη σφραγίδα της εναγομένης 1 εταιρείας. Ο εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωσή του δεν κάνει την παραμικρή αναφορά στο εν λόγω έγγραφο, παρά μόνο σε έγγραφα που δεν σχετίζονται με την αγωγή, και δεν προβάλλονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί σχετικά με το νομότυπο ή τη γνησιότητα των υπογραφών στο εν λόγω έγγραφο ως προτιθέμενη υπεράσπιση. Συνεπώς παραμένει παντελώς μετέωρος και ατεκμηρίωτος ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών καταρτίστηκε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων ή χωρίς νόμιμη απόφασή τους. Όσον αφορά τη συμπερίληψη ανταπαίτησης στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 (για διάφορες Δηλώσεις του Δικαστηρίου), σημειώνω ότι τα θέματα στα οποία αφορά η εν λόγω ανταπαίτηση πηγάζουν από τους ισχυρισμούς περί εικονικότητας κάποιας συμφωνίας δανείου που δεν αφορά την παρούσα αγωγή, ως έχω τονίσει κατ' επανάληψη πιο πάνω. Δηλαδή η ανταπαίτηση δεν προκύπτει από τα ίδια γεγονότα και θέματα με εκείνα της αγωγής. Συνεπώς οι αξιώσεις αυτές στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 δεν δικαιολογούν την παροχή άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω, διαπιστώνω πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη και πως οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν μια καλόπιστη υπεράσπιση στην απαίτηση ή ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €11.040,25 πλέον τόκο προς 14,5% από 3.12.2008 επί του ποσού των €10.482,91 με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12. Οι ενάγοντες δικαιούνται επίσης τα έξοδά τους, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.