← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέλλα Κυριάκου Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αίτησης: 20/09, 16.11.2009

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέλλα Κυριάκου Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αίτησης: 20/09, 16.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 20/09 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Αιτητή και

  1. Στέλλα Κυριάκου Αλεξάνδρου
  2. Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Καθ'ων η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.11.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Μ. Κυρμίζη Για Καθ'ης η Αίτηση 1: κος Ε. Ευσταθίου (κα Ν. Χαραλάμπους για να ακούσει την απόφαση) ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 20.02.2009 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (στη συνέχεια ο αιτητής) καταχώρισε μονομερή αίτηση εναντίον των Στέλλα Κυριάκου Αλεξάνδρου (στη συνέχεια η καθ'ης η αίτηση) και Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Επαρχίας Λευκωσίας (στη συνέχεια το Κτηματολόγιο). Αντικείμενο της αίτησης, που είναι και αντικείμενο της παρούσης, είναι η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Β2153 στην ενορία Αγίου Γεωργίου στο Δήμο Αγίου Δομετίου, δηλαδή κατοικία με εμβαδόν 261 τ.μ. στην οδό Σώζου 16 στον Άγιο Δομέτιο (στη συνέχεια το ακίνητο). Ας σημειωθεί εδώ ότι η αίτηση ως νομική βάση αναφέρει τα άρθρα 3 έως 7, 13 ,15, 16 και 72 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (Ν.188(Ι)/07), τον κανονισμό 2 της διαταγής 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η αίτηση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση της αστ. 3185 Βαρβάρας Πόντου, το περιεχόμενο της οποίας πραγματεύομαι πιο κάτω. Η αίτηση ορίστηκε αυθημερόν, δηλαδή την 20.02.2009 και το Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, έδωσε οδηγίες επίδοσής της. Την 27.02.2009 εμφανίστηκε συνήγορος για την καθ'ης η αίτηση και ζήτησε χρόνο για καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Για το κτηματολόγιο ουδείς εμφανίστηκε. Η ένσταση της καθ'ης η αίτηση καταχωρίστηκε την 31.03.2009 και η νομική της βάση παραπέμπει στον κανονισμό 4 της διαταγής 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 15 και 16 του νόμου 188(Ι)/07 και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας ορκίζεται η ίδια η καθ'ης η αίτηση. Σε πλήρη αρμονία με το σχετικό κανονισμό η ένσταση αναγράφει στο πρόσωπό της συγκεκριμένους λόγους ένστασης οι οποίοι είναι οι εξής: «(α) Ο αιτητής στηρίζει την αίτηση του σε αναληθή και/ή ψευδή γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκο δήλωση του. (β) Ο αιτητής αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης (mislead). (γ) Ο αιτητής, ενώ ζήτησε και εξασφάλισε θεραπεία με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, καταπατεί κανόνες επιείκειας και ειδικότερα παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο χωρίς «καθαρά χέρια». (δ) Το Διάταγμα και/ή η θεραπεία που ζητά ο αιτητής είναι άδικη και καταπιεστική εις βάρος της καθ' ης η αίτηση αρ.
  3. (ε) Το Διάταγμα και/ή η θεραπεία που ο ενάγοντας ζητά παραβιάζει τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα δικαιώματα της καθ'ης η αίτηση αρ.1 να απολαμβάνει, χρησιμοποιεί και αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία της. (στ) Η αίτηση καταχωρήθηκε κακή τη πίστει και/ή εκδικητικά και/ή περιέχει ανακρίβειες.» Έχοντας διεξέλθει με προσοχή το περιεχόμενο των δυο ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, διαπιστώνω ότι, άλλοτε ρητά και άλλοτε σιωπηρά, μεγάλο μέρος των εκατέρωθεν εγειρόμενων ισχυρισμών ταυτίζεται. Αποτελεί εν προκειμένω κοινό τόπο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η καθ' ης η αίτηση εργάζετο στο γραφείο ευημερίας ως κατ' οίκον φροντίστρια. Υπό αυτή την ιδιότητα, την 14.09.2001 ανέλαβε τη φροντίδα του Ηρόδοτου Αφέντρου. Επίσης, είναι αποδεκτό και από τις δυο πλευρές ότι ο Ηρόδοτος Αφέντρου τον κρίσιμο χρόνο είχε σώας τας φρένας, έπασχε όμως από διάφορα σοβαρά παθολογικά προβλήματα. Περαιτέρω, την 03.07.2007 η καθ' ης η αίτηση είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την Ειρήνη Χριστοδούλου, επόπτρια δημοσίων βοηθημάτων. Παρότι το πλήρες περιεχόμενο της συνομιλίας τελεί εν αμφιβόλω ότι υπέχει εδώ σημασίας είναι πως η καθ' ης η αίτηση αφενός μεν ανέφερε στην Ειρήνη Χριστοδούλου ότι ο Ηρόδοτος Αφέντρου έπρεπε να μεταφερθεί σε ίδρυμα εφόσον έχρηζε συνεχούς ιατρικής φροντίδας και αφετέρου την πληροφόρησε ότι το εν λόγω πρόσωπο διέμενε στην οικία της - δηλαδή της καθ' ης - και ότι της είχε μεταβιβάσει τη δική του οικία. Είναι περαιτέρω αποδεκτό ότι η μεταβίβαση της εν λόγω οικίας - οικία η οποία συνιστά και το αντικείμενο του αιτούμενου διατάγματος - διενεργήθηκε την 05.09.
  4. Αξίζει να ειπωθεί εδώ ότι η καθ' ης η αίτηση επεξηγεί εν εκτάσει τόσο όλα όσα διεμείφθηκαν μεταξύ της και του Ηρόδοτου Αφέντρου, όσο και τη μεταξύ τους σχέση η οποία, σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση, εδραίωσε την αγάπη του Ηρόδοτου Αφέντρου προς το πρόσωπο και την οικογένειά της και εν τέλει οδήγησε στην περί ού ο λόγος μεταβίβαση. Ταυτόσιμος είναι περαιτέρω άλλος ένας ισχυρισμός των δυο ενόρκως δηλούντων, δηλαδή ότι την 25.07.2007 η καθ' ης η αίτηση μετέφερε τον Ηρόδοτο Αφέντρου στο ίδρυμα Παναγία Ελεούσα όπου και έμεινε μέχρι που απεβίωσε, δηλαδή την 08.10.
  5. Περαιτέρω, προ του θανάτου του Ηρόδοτου Αφέντρου και συγκεκριμένα την 17.11.2006, η καθ΄ης η αίτηση ενημερώθηκε από την αστυνομία σχετικά με παράπονο που υπέβαλε ο Ηρόδοτος Αφέντρου ως προ το ότι δεν τον φρόντιζε όπως πρέπει, παρότι της είχε προσφέρει κάποιο χρηματικό ποσό. Το δε χρηματικό ποσό που προσφέρθηκε αναφέρεται στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι παραδεκτό από την καθ' ης η αίτηση - βλ. παράγραφο 10 στην ένσταση - και ως εκ τούτου παρατίθεται αυτούσιο. (α) Στις 04.01.2002 ο Ηρόδοτος Αφέντρου και η κατηγορουμένη μετέβηκαν στο κατάστημα 101 της Ελληνικής Τράπεζας, στη Πλατεία Ελευθερίας και άνοιξαν τους δυο ακόλουθους λογαριασμούς εμπρόθεσμης κατάθεσης: (α) Ο Ηρόδοτος Αφέντρου και η κατηγορούμενη κατέθεσαν το ποσό των 27000ΛΚ, με το οποίο ανοίχτηκε ο λογαριασμός εμπρόθεσμης κατάθεσης με αριθμό 101-20-124633-
  6. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν κοινός, δηλαδή ήταν επ' ονόματι του Ηρόδοτου Αφέντρου και της κατηγορούμενης, δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο Ηρόδοτος Αφέντρου. Το συγκεκριμένο γραμμάτιο, ποσού 28163,74ΛΚ, στις 07.01.2003 εισπράχθηκε από τον Ηρόδοτο Αφέντρου. (β) Η κατηγορούμενη κατέθεσε το ποσό των 22000ΛΚ σε λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης με αριθμό 101-20-124616-01 επ' ονόματι της. Το εν λόγω γραμμάτιο στις 07.01.2003 ανανεώθηκε για ακόμη ένα έτος και στις 09.01.2004 η κατηγορούμενη έκλεισε τον λογαριασμό και είσπραξε το ποσό των 23722,73ΛΚ. (β) Στις 13.01.2005 ο Ηρόδοτος Αφέντρου και η κατηγορούμενη, κατέθεσαν στο κατάστημα 125 της Ελληνικής Τράπεζας στον Άγιο Δομέτιο επ' ονόματι τους το ποσό των 40000ΛΚ σε μετρητά και άνοιξαν από κοινού λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης (γραμμάτιο) διάρκειας 18 μηνών με αριθμό λογαριασμού 125-20-327385-
  7. Την ίδια ημέρα ανοίχτηκε και κοινός λογαριασμός προειδοποίησης με αριθμό 125-13-327385-00 στον οποίο κάθε έξι μήνες μεταφερόταν το ποσό των τόκων και στην λήξη του γραμματίου μεταφερόταν όλο το ποσό του γραμματίου. Στις 13.07.2006 το γραμμάτιο ποσού 40874,75ΛΚ έκλεισε αυτόματα και μεταφέρθηκε στον λογαριασμό με αριθμό 125-13-327385-00 και στις 17.07.2006 ανοίχτηκε νέο από κοινού γραμμάτιο με αριθμό 125-20-327385-01 ποσού 40000ΛΚ για περίοδο 6 μηνών, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα παρέμειναν στον λογαριασμό με αριθμό 125-13-327385-
  8. Ακολούθως στις 17.01.2007 το εν λόγω γραμμάτιο έκλεισε αυτόματα και το ποσό των 40680,54ΛΚ μεταφέρθηκε στον λογαριασμό 125-13-327385-
  9. (γ) Στην συνέχεια, στις 29.01.2007 ανοίχτηκε νέο από κοινού γραμμάτιο διάρκειας 6 μηνών με αριθμό 125-18-327385-00 ποσού 51000ΛΚ, ποσό το οποίο είχε συσσωρευτεί στον λογαριασμό 125-13-327385-00 από διάφορες καταθέσεις που έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό. Το εν λόγω γραμμάτιο παρόλο που έληγε στις 30.07.2007, στις 09.07.2007 έκλεισε κατόπιν γραπτών οδηγιών του Ηρόδοτου Αφέντρου. Το ποσό των 51.706,42ΛΚ που είχε στο εν λόγω γραμμάτιο ο Ηρόδοτος Αφέντρου τα μεταβίβασε εξολοκλήρου στην κατηγορούμενη γιατί, όπως είπε στον Μιχάλη Κωνσταντίνου, διευθυντή του καταστήματος 125 της Ελληνικής Τράπεζας στον Άγιο Δομέτιο, ήταν η μόνη που τον φρόντιζε. Την ίδια μέρα, 09.07.2007 ανοίχθηκε νέος λογαριασμός εμπρόθεσμης κατάθεσης έξι μηνών με αριθμό 125-18-223845-01 ποσού 51.706,42ΛΚ με μοναδικό διακαιούχο την κατηγορούμενη. Πέραν των πιο πάνω η μεν καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Ηρόδοτος Αφέντρου ιδία βουλήσει της παραχώρησε όσα εκεί αναφέρονται, ένεκα φροντίδας και αγάπης που του πρόσφερε, ο δε αιτητής ότι τα πιο πάνω συνιστούν αδικήματα και συγκεκριμένα εκείνα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, άρθρο 100, Κεφ. 154, απόσπαση από δημόσιο λειτουργό, άρθρο 101, Κεφ. 154, κατάχρηση εξουσίας, άρθρο 105, Κεφ. 154 και παραβιάσεις των νόμων περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου (Ν. 51

(1)/04) και περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Ν. 188
(1)/07). Ας σημειωθεί τέλος ότι οι συνήγοροι των δυο πλευρών την 28.09.2009 παρουσίασαν στο Δικαστήριο αντίγραφο κατηγορητηρίου που εν τέλει καταχωρίστηκε εναντίον της καθ' ης η αίτηση και ζήτησαν την εκ συμφώνου κατάθεσή του. Το εν λόγω κατηγορητήριο, το οποίο σύμφωνα με τους συνηγόρους καταχωρίστηκε στις 09.06.2009, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Αγορεύοντας προς υποστήριξη των θέσεων τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αιτητή και καθ' ης η αίτηση, αντίστοιχα, ανέφεραν τα ακόλουθα. Η μεν κα Κυρμίζη παρέπεμψε στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9 επί του Εγγράφου Α για να επισημάνει ότι συνιστούν γενεσιουργά αδικήματα, καθώς ότι οι κατηγορίες 5 και 10 αφορούν αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων ή συγκάλυψης. Ανέφερε περαιτέρω ότι δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση του διατάγματος παρέχει το άρθρο 15 του νόμου (Ν. 188(I)/07) και πως τούτο δεν αντιστρατεύεται τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος. Τέλος, ήταν η θέση της ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα, έργο του εκδικάζοντος την ποινική υπόθεση Δικαστηρίου, και πως ό,τι χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο δημιουργείται εύλογη υποψία αποκόμισης οφέλους από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Στον αντίποδα ο κος Ευσταθίου ανέφερε ότι η ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση είναι αποκαλυπτική εν σχέσει με τον τρόπο αλλά και το λόγο που περιήλθε στην κατοχή της η επίδικη περιουσία. Αυτά τα γεγονότα, ανέφερε, δεν αποκαλύπτουν αδίκημα. Προχώρησε δε και ανέφερε ότι η καθ' ης η αίτηση ήτο ωρομίσθιος υπάλληλος και δεν της απαγορεύετο να ασκεί ιδιωτική εργασία και είναι υπό αυτή την ιδιότητα που ενήργησε με τον Ηρόδοτο Αφέντρου και ως εκ τούτου η εν λόγω περιουσία δεν αποτελεί έσοδο από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αλλά από ιδιωτική εργασία. Τέλος, ο κος Ευσταθίου επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο άρθρο 7 του σχετικού νόμου (Ν.188(I)/07) για να αναφέρει ότι το κατηγορητήριο (Έγγραφο Α) καταχωρίστηκε την 09.06.2009. Το τεκμήριο που δημιουργεί ο νόμος ότι περιουσία αποτελεί έσοδο από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος περιορίζεται, σύμφωνα με τον κο Ευσταθίου, σε έξι χρόνια προ της καταχώρισης του κατηγορητηρίου. Σε διαφορετική περίπτωση, ανέφερε, ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει γεγονότα ότι η επίδικη περιουσία αποτελεί προϊόν τέτοιου αδικήματος. Στη δοσμένη περίπτωση παρότι το τεκμήριο δεν ισχύει, τέτοια γεγονότα δεν παρουσιάστηκαν και συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ανάγνωση και μόνο του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες νόμου (Ν. 188(I) / 07) (στη συνέχεια ο νόμος), οδηγά στη διαπίστωση ότι προβλέπει έκδοση συγκεκριμένων διαταγμάτων, μεταξύ άλλων και του αιτουμένου. Εν προκειμένω το άρθρο 15
(1)(α) (β) και (γ) αναφέρει τα ακόλουθα: 15.
(1)Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα επιβάρυνσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης μόνο αν - (α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36 του Νόμου αυτού ή (β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙ και (γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει αιτία να πιστεύει ότι- (i) Στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου
(3)του ίδιου άρθρου˙ και (ii) Το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος Το δε εδάφιο
(13)του ίδιου άρθρου αναφέρει ότι: Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού- (α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ η (β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώνει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει τη διαδικασία ή αίτηση. Σωρευτική εξέταση των πιο πάνω εδαφίων αναδεικνύει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αφενός το εύρος των περιπτώσεων που ο νομοθέτης επιθυμούσε να καλύψει και αφετέρου, το περιορισμένο της συνυπάρχουσας διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση του διατάγματος. Εν ολίγοις, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε διερεύνηση, πέραν των όποιων τυπικών προϋποθέσεων, του κατά πόσο υφίστανται εύλογες υποψίες εναντίον προσώπου ότι έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Δεν αναμένεται βεβαίως απόδειξη του γενεσιουργού αδικήματος εφόσον τούτο αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου που ενίοτε είναι άλλο από το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως και ίσως μάλιστα διαφορετικής, εν τη έννοια της διευρυμένης, δικαιοδοσίας (βλ. λόγου χάριν την περίπτωση που την αίτηση επιλαμβάνεται Επαρχιακό Δικαστήριο ενώ η υπόθεση αναμένεται να εκδικαστεί από Κακουργιοδικείο). Η πιο πάνω θέση συνάγεται περαιτέρω εφόσον η φράση εύλογη υποψία, στο εδάφιο
(1)του άρθρου 15, εντοπίζεται μόνο στις παραγράφους (β) και (γ) και όχι στην παράγραφο (α). Η μεν παράγραφος (β) αφορά διερεύνηση πληροφορίας, εις αντιδιαστολή της παραγράφου (α) όπου το ύποπτο πρόσωπο είναι πλέον κατηγορούμενος ή επίκειται να κατηγορηθεί, ενώ η παράγραφος (γ), η οποία διαβάζεται μαζί με κάθε ένα εκ των δυο παραγράφων που προηγούνται, αφορά αποκόμιση οφέλους (βλ. άρθρο 15
(1)(γ)(ii)). Προκύπτει συναφώς ότι εύλογη υποψία διάπραξης γενεσιουργού αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται μόνο εκεί όπου πληροφορία είναι η πραγματική βάση του αιτήματος, ενώ όταν πλέον το ύποπτο πρόσωπο έχει κατηγορηθεί ή επίκειται να κατηγορηθεί, ουδεμία υποχρέωση αναζήτησης εύλογης υποψίας αναφορικά με διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος υφίσταται. Έπεται συνεπώς ότι η φράση ¨εύλογη υποψία¨ στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 δεν στόχευε και δεν σκοπούσε σε συνδυασμένη ανάγνωση με τη φράση ¨διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος¨, εφόσον κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο των όσων προκύπτουν από το πλήρες κείμενο του εδαφίου. Πέραν των πιο πάνω αναγκαία κρίνω εδώ παράθεση τόσο του άρθρου 5 του νόμου όσο και του εδαφίου
(1)του άρθρου 13. Ερμηνεύουν τούτα, το μεν πρώτο τι συνιστά γενεσιουργό αδίκημα, το δε άλλο, τι νοείται ρευστοποιήσιμή περιουσία. Γενεσιουργά αδικήματα είναι: (α) Τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 4˙ (β) ..... (γ) ....... (Άρθρο 13
(1)): Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)¨ρευστοποιήσιμη περιουσία¨ σημαίνει - (α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος˙ και (β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά. Κυρίαρχη εισήγηση του κου Ευσταθίου ήταν ότι βαρύνουσας σημασίας είναι και η παράγραφος (α) του εδάφιου
(2)του άρθρου 7. Ως εκ τούτου παραθέτω και αυτή την παράγραφο η οποία αναφέρει ότι: (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος από αυτόν το νωρίτερο που θα κρίνει το δικαστήριο ότι την απέκτησε˙ Δεν επαναλάβω τα όσα λέχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ' ης η αίτηση εν σχέσει με το άρθρο 7
(2)(α), εφόσον έχουν ήδη παρατεθεί. Κρίνω όμως ότι οι συγκεκριμένες εισηγήσεις δεν βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις του νόμου, που πιο πάνω παρατίθενται. Αξίζει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι το άρθρο 7
(2)(α) εντοπίζεται στο Μέρος II του νόμου κάτω από τον τίτλο Διατάγματα Δήμευσης και όχι κάτω από τον τίτλο Προσωρινά Διατάγματα, των οποίων οι συναφείς διατάξεις διακρίνονται από οποιαδήποτε άλλη. Η επισήμανση δεν είναι επί τυπικού σημείου αλλά επί ουσιαστικού εφόσον το άρθρο 7 αφορά υπολογισμό, νοείται εσόδων, και έπεται του άρθρου 6 που αφορά έρευνα για διαπίστωση τέτοιων εσόδων, διαδικασία η οποία διενεργείται μόνο μετά από καταδικαστική απόφαση. Στον αντίποδα, ο χρόνος διενέργειας της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 15
(1)είναι, ως επεξηγήθηκε πιο πάνω, αυτόδηλος ότι αφορά άλλο χρονικό πλαίσιο. Περαιτέρω είμαι της γνώμης ότι το αντικείμενο του διατάγματος επιβάρυνσης δεν εντοπίζεται στο άρθρο 7 αλλά στο άρθρο 13, το οποίο ερμηνεύει την έννοια της ρευστοποιήσιμης περιουσίας. Οδηγούμαι στο εν λόγω συμπέρασμα εφόσον το εδάφιο
(2)του άρθρου 15 κάνει αναφορά σε επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο δημιουργεί επιβάρυνση επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας και όχι επί εσόδων που δυνατό να απεκόμισε ο ύποπτος, ως είναι δηλαδή το λεκτικό του άρθρου 7. Πώς άλλωστε θα ήταν δυνατό σε αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας να αναφέρεται κανείς σε έσοδο, στο οποίο το Δικαστήριο καταλήγει κατόπιν υπολογισμού που διεξάγεται μετά από καταδικαστική απόφαση, όταν εδώ το ύποπτο πρόσωπο δυνατόν να μην είναι καν κατηγορούμενος. Περαιτέρω, εάν το άρθρο 7 ετύγχανε εφαρμογής σε κάθε περίπτωση, τότε η συμπερίληψη στο νόμο του όρου ρευστοποιήσιμη περιουσία και η σχετική τούτης ερμηνεία, θα ήτο άνευ ουσιαστικής σημασίας. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ορθή είναι η θέση της κας Κυρμίζη, δηλαδή ότι το άρθρο 7 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε αιτήσεις ως η παρούσα. Εν προκειμένω, εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 13 του νόμου και όχι άλλο. Παρά τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ας μου επιτραπεί εδώ να εκφράσω, εν συντομία, τη θέση μου και επί της ερμηνείας που δώθηκε από τον κο Ευσταθίου στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 7. Κρίνω πως εσφαλμένη είναι η αντίληψη ότι το τεκμήριο που δημιουργεί ο νόμος αφορά μόνο περιουσία που αποκτήθηκε ή μεταβιβάστηκε τα τελευταία έξι έτη πρίν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας. Είμαι της γνώμης ότι μαχητό τεκμήριο δημιουργείται και επί περιουσίας που ο κατηγορούμενος απέκτησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ακόμα και αν το άρθρο 7 ετύγχανε εφαρμογής σε αίτηση επιβάρυνσης, τότε το επίδικο ακίνητο θα ενέπιπτε σε αυτή την κατηγορία περιουσίας και δυνατό να υπόκειτο σε επιβάρυνση, εάν δηλαδή πληρούντο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις. Στρέφομαι τώρα στους λόγους ένστασης, ως τούτοι αναγράφονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης. Κρίνω πως οι έξι λόγοι ένστασης διακρίνονται σε δυο κατηγορίες. Η μεν πρώτη συμπεριλαμβάνει τους λόγους (α), (β), (γ) και (στ), η δε άλλη τους λόγους (δ) και (ε), και είναι με αυτό τον τρόπο που θα προχωρήσω σε εξέτασή τους. Πιο πάνω έχω παραθέσει σε έκταση το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών που κρίνω ότι ταυτίζονται. Αναφορά έγινε ακόμα και στις θέσεις εκείνες που δεν αποτελούν μέρος των αποδεκτών ισχυρισμών. Δεν παραγνωρίζω ότι η καθ' ης η αίτηση κάνει αναφορά σε κάποια γεγονότα επεξηγηματικά των λόγων που ο Ηρόδοτος Αφέντρου έπραξε ότι έπραξε, ή ακόμη, διευκρινιστικά των όσων λέχθηκαν μεταξύ τους. Εν τούτοις, στα κρίσιμα ερωτήματα οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί δεν διαφέρουν. Αδυνατώ, ως εκ των πιο πάνω, να αντιληφθώ πού εδράζονται οι λόγοι ένστασης εν σχέσει με απόκρυψη γεγονότων, ψευδή και ανακρίβειες, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η δε άλλη κατηγορία των λόγων ένστασης κάνει αναφορά σε άδικη καταπιεστική και εκτός Συνταγματικών προνοιών θεραπεία. Είμαι και πάλιν της γνώμης ότι εύστοχη ήτο η επισήμανση της κας Κυρμίζη. Το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος, αναφέρει ότι νόμος δύναται, δια συγκεκριμένους λόγους, να προβλέψει περιορισμό δικαιώματος επί περιουσίας. Κρίνω συναφώς ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εδραζόμενη σε ειδικό νόμο, δεν είναι εκτός Συνταγματικών πλαισίων και ούτε καταπιεστική και άδικη. Έχοντας απορρίψει τους σχετικούς λόγους ένστασης προχωρώ εις διερεύνηση των όσων πιο πάνω έθεσα ως προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Κρίνω εν προκειμένω πως όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Βαρβάρας Πόντου και είναι αποδεκτά από την καθ' ης η αίτηση, παρέχουν εύλογη υποψία ότι η τελευταία απεκόμισε όφελος. Εναντίον δε της καθ' ης η αίτηση στρέφεται και το Έγγραφο Α, το οποίο καταχωρίστηκε στις 09.06.2009, και της καταλογίζει τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. Τέλος, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν προέβη σε δήλωση ότι δεν σκοπεύει να προωθήσει την εν λόγω αίτηση (βλ. εδάφιο
(13)του άρθρου 15). Αναφορικά τώρα με τυχόν καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης παρατηρώ ότι η διερεύνηση της υπόθεσης άρχισε την 04.09.
  1. Η δε αίτηση καταχωρίστηκε την 20.02.
  2. Πρόκειται για ένα χρονικό διάστημα, μεταξύ καταγγελίας και αίτησης, δεκαεπτά μηνών. Εν τούτοις, αντικείμενο της έρευνας ήταν παρελθούσες και πολλαπλές οικονομικές δοσοληψίες, που αφορούν διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς. Για μόνο λόγο λοιπόν τους δεκαεπτά μήνες που παρήλθαν από την έναρξη της διερεύνησης της υπόθεσης μέχρι την προώθηση της αίτησης δεν είμαι διατεθειμένος να διαπιστώσω αναίτια καθυστέρηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι δικαιολογημένο, τόσο εναντίον της καθ' ης η αίτηση όσο και εναντίον του κτηματολογίου. Εκδίδω συναφώς διάταγμα επιβάρυνσης του ακινήτου με αρ. εγγραφής Β2153 στην ενορία Αγίου Γεωργίου του Δήμου Αγίου Δομετίου, δηλαδή κατοικία με εμβαδόν 261τ.μ., στην οδό Σώζου 16 στον Άγιο Δομέτιο. (Υπ.).............. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.