← Κύπρος

Άντης Καϊμης ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αγωγή αριθ. 714/09, 16.11.2009

Άντης Καϊμης ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αγωγή αριθ. 714/09, 16.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Αγωγή αριθ. 714/09 Μεταξύ: Άντης Καϊμης Ενάγοντα και

  1. Sharelink Securities and Financial Services Ltd
  2. Γιώργος Φαλέκκος Εναγομένων --------- Αίτηση ημερομηνίας 12.6.2009 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.11.2009 Για τον εναγόμενο 2 - αιτητή: κ. Ν. Μακρίδης Για ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση-: κα Χριστοδούλου ------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) H παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκεται η απόρριψη της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 12.6.
  3. Αφορμή για την καταχώρηση της έδωσε το γεγονός ότι η βάση της αγωγής η οποία στηρίζεται σε δόλο ή απάτη (fraud) του εναγόμενου 2 (πλαστογραφίες στο χαρτοφυλάκιο του) δεν συνάδει με το έντυπο της αγωγής που καταχωρήθηκε, δηλαδή καταχωρήθηκε αγωγή με ειδικώς οπισθογραφημένη Απαίτηση όπως προβλέπεται στη Δ.2 θ.6, αντί με γενικά οπισθογραφημένη Απαίτηση (Δ.2 θ.1) όπως προβλέπεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεις και Θεσμούς, για αγωγές των οποίων η βάση είναι δόλος ή απάτη (fraud) Δ.2 θ.6

(4). Πριν εξετάσω την αίτηση, θεωρώ σκόπιμο να πω το ιστορικό της καταχώρησης της αγωγής. Η καταχώρηση της αγωγής έγινε στις 6.2.09 και η επίδοση της στις 11.2.
  1. Εμφάνιση εκ μέρους του εναγομένου 2-αιτητή καταχωρήθηκε στις 19.2.09, ο δε ενάγων καταχώρησε αίτηση για να εκδώσει προς όφελος του απόφαση στις 19.3.09 λόγω της παράλειψης του εναγομένου 2 να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η αίτηση αναβλήθηκε διαδοχικά κατόπιν αιτήματος του εναγομένου 2 στις 13.4.09, στις 14.5.09 και στις 15.6.09, Στις 12.6.09 ο εναγόμενος 2 καταχώρησε υπεράσπιση και την παρούσα αίτηση. Επικαλείται ότι οι πρόνοιες της Δ.2 όσον αφορά τον τύπο της αγωγής που θα καταχωρηθεί σύμφωνα με την αιτία της αγωγής είναι επιτακτικές. Ως εκ τούτου, η μη συμμόρφωση του ενάγοντα με τις πρόνοιες της Δ.2 θα πρέπει να οδηγήσει αναπόφευκτα το δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής, αφού η παράλειψη είναι ουσιώδης με την έννοια ότι δεν συνιστά παρατυπία η οποία διορθώνεται με την επίκληση της Δ.
  2. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε είναι προφανές ότι επενεργεί εις βάρος του αιτητή. Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή τις αγορεύσεις αμφοτέρων των δικηγόρων ενώπιον μου, όπως επίσης την αίτηση και την ένσταση. Η Δ.2 θ.1 αναφέρει ότι εκτός όπου οι θεσμοί προνοούν διαφορετικά, ο ενάγων έχει την ευχέρεια των τύπων της αγωγής που θα επιλέξει. Κατά την άποψη μου η Δ.2 θ.1 προνοεί ότι όλες οι αγωγές θα πρέπει να γίνονται είτε σε γενικώς είτε (σε κάποιες περιπτώσεις) σε ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο (τύπος 1 και 2). Είθισται να αποκαλούμε την γενικώς οπισθογραφημένη αγωγή σαν δυνάμει της Δ.2 θ.1 (Τύπος 1) τη δε ειδικώς οπισθογραφημένη αγωγή σαν αγωγή σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 (Τύπος 2). Στο θ.6 της Δ.2 στην υποπαράγραφο 4 διαλαμβάνεται ότι αγωγές μπορούν να καταχωρούνται σε ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο εκτός ως διαλαμβάνεται. «Εxcept actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff» Τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το δικαστήριο είναι δύο. Πρώτον, απαραίτητα ο δόλος ή η απάτη (fraud) ως βάση της αγωγής επιβάλλει τη χρήση του τύπου της Δ.2 θ.1, δηλαδή επί γενικώς οπισθογραφημένου εντύπου. Είναι δηλαδή η Δ.2 θ.6
(4)επιτακτική με την έννοια ότι σε αγωγές δόλου ή απάτης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται το ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο. Και το δεύτερο, κατά πόσο η χρήση ειδικώς οπισθογραφημένου εντύπου σε αγωγές που η βάση της αγωγής προέρχεται από δόλο συνιστά ουσιώδη παράλειψη ή παρατυπία δυνάμενη να διορθωθεί ή αντίθετα να μην διορθωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Η θέση της πλευράς του αιτητή είναι ότι η παράλειψη είναι ουσιώδης και σαν τέτοια δεν είναι δυνατό να διορθώνεται με την επίκληση της Δ.64. Αντίθετα, η θέση της πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι δεν είναι επιτακτικές οι πρόνοιες της Δ.2 θ.6
(4)αλλά και αν ήταν επιτακτικές θα μπορούσαν με επίκληση της Δ.64 να διορθώσουν την οποιαδήποτε παρατυπία. Έχω ενδιατρίψει επίσης στη νομολογία την οποία αμφότεροι οι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να προσκομίσουν στο δικαστήριο. Καμιά από τις υποθέσεις που επικαλούνται δεν βοηθά στην επίλυση του θέματος που προκύπτει. Η πιο πρόσφατη απόφαση M.I. Holdings Public Limited ν. Τασούλα Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298 αφορά υπόθεση όπου το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση σε αίτηση συνοπτικής απόφασης όπου προαπαιτούμενο είναι η καταχώρηση αγωγής σε ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο (Order 2 rule 6) απόφαση την οποία ανέτρεψε βέβαια το Εφετείο γιατί η αγωγή ήταν επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (χωρίς να έχει δηλαδή καταχωρηθεί λεπτομερής Έκθεση Απαίτησης). Στην υπόθεση Άννα Πετρίχου ν. Α. Χ"Ιωάννου
(1998)1 Α.Α.Δ. 98, σε αγωγή επικύρωσης διαθήκης, δεν υπήρχε συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.13 που απαιτεί ένορκη δήλωση πριν την καταχώρηση της. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφασίστηκε ότι η παράλειψη ήταν ουσιώδης και δεν μπορούσε να διορθωθεί με την επίκληση της Δ.64. Επίσης, στην υπόθεση Γιαννάκης Έλληνας ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485, κρίθηκε ότι η ειδοποίηση έφεσης ήταν άκυρο δικονομικό μέτρο αφού έλειπε από αυτή ο τίτλος, η απόφαση ήταν ελλειπής με ελλειπή τίτλο και απροσδιόριστο εφεσείοντα. Το επίδικο θέμα είναι ένα θέμα που ακροθιγώς αγγίζει η υπόθεση Μ.I. Holdings Public Limited (ανωτέρω), η οποία όμως ουδέποτε το ξεκαθάρισε. Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, αφού μελέτησα πολύ προσεκτικά τη Δ.2 θα συμφωνήσω με τη θέση της κυρίας Χριστοδούλου. Ο τύπος της αγωγής δεν είναι ουσιώδης. Είναι όχι επιτακτικός στις πρόνοιες της Δ.2 αλλά επιλεκτικός. Η κατάληξη μου εδράζεται στο σκοπό της θέσπισης της Δ.2, στη σκέψη του Νομοθέτη και στην κοινή λογική. Το ερώτημα είναι γιατί μερικές από τις αγωγές να μπορούν να καταχωρούνται σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και μερικές σε Γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα; Η απάντηση είναι γιατί απλά ο Νομοθέτης θέλει να δώσει το δικαίωμα στον ενάγοντα σε περιπτώσεις που η απαίτηση του δεν είναι ξεκαθαρισμένη να καταχωρεί την αγωγή του σε σύντομο χρόνο για σκοπούς όπως π.χ. παραγραφής της απαίτησης του στο μέλλον, γρήγορης εκδίκασης των διαφορών κλπ. Γι΄ αυτό όλες οι αγωγές καταχωρούνται σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 επί ειδικώς οπισθογραφημένου εντύπου εκτός αυτές που αφορούν λιβέλους, συκοφαντίες, κακόβουλες διώξεις, αποπλάνηση, διάρρηξη υπόσχεσης γάμου και αγωγές όπου ο ενάγων ισχυρίζεται δόλο οι οποίες καταχωρούνται επί γενικώς οπισθογραφημένου εντύπου. Απλά, γιατί η απαίτηση κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν είναι ξεκαθαρισμένη (βλέπε Δ.2 θ.6
(1)(α)(β). Κατά συνέπεια, ο Νομοθέτης πρόβλεψε ότι πλην των αγωγών οι οποίες θα είναι επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και θα απαιτείτο μεταγενέστερα η έκθεση απαίτησης, ότι σε μερικές περιπτώσεις όπου η απαίτηση ήταν ξεκαθαρισμένη κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, να μπορεί ο ενάγων να καταχωρεί την αγωγή του και ταυτόχρονα και την έκθεση απαίτησης. Εάν κανείς προχωρήσει στην ανάγνωση της Δ.2 θ.6
(4)θα διαπιστώσει ότι εκεί που τελειώνει η παρένθεση η οποία αναφέρει τις αγωγές που εξαιρούνται (except) από το ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο που χρειάζεται, αναφέρει: «Ιn all other actions in the District Court (except.....) the writ of summons may, at the option of the plaintiff, he specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2)» Αυτό δείχνει την επιλογή (may) at the option of the plaintiff, να επιλέξει για όλα τα actions εκτός των αναφερόμενων στην παρένθεση της Δ.2 θ.6
(4)για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω το ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο. Εάν όμως, η απαίτηση του κατ΄ αντιδιαστολή και για αυτά τα actions είναι ξεκαθαρισμένη, διερωτούμαι γιατί ο ενάγων να μην μπορεί έστω και αν στην προκειμένη περίπτωση δεν δίδονται λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου δόλου ή απάτης "fraud" του εναγόμενου 2 να καταχωρήσει την απαίτηση του με ειδικώς οπισθογραφημένο έντυπο. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί δόλου ή απάτης του εναγόμενου 2, όντως παραμένουν στην καταχωρηθείσα αγωγή χωρίς πλήρεις λεπτομέρειες όπως απαιτεί η Δ.19 θ.5. Αυτό όμως, σαν παράλειψη θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, το στάδιο της προδικασίας. Είναι φανερό ότι ο ενάγοντας επιδιώκει την προώθηση της αγωγής του εναντίον του εναγόμενου 1 τον οποίο θεωρεί εκ προστήσεως υπεύθυνο για πράξεις ή παραλείψεις του εναγομένου 2, η δε παράλειψη του να συμπεριλάβει στην καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης πλήρεις λεπτομέρειες ισχυριζόμενου δόλου ή απάτης του εναγόμενου 2 μπορεί να είναι μοιραία για την έκβαση της υπόθεσης του. Στην κατάληξη αυτή με βοηθά το γεγονός ότι ο Νομοθέτης εκεί που θέλει να βάλει μια επιτακτική πρόνοια στο Νόμο ή τους Κανονισμούς δεν χρησιμοποιεί τη λέξη "may" αλλά τη λέξη "shall" την οποία λέξη χρησιμοποιεί στη Δ.2 αρκετές φορές για να δείξει κάτι που επιβάλλεται, η μη συμμόρφωση δε με αυτή την πρόνοια συνιστά ουσιώδη παράλειψη και όχι παρατυπία. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να ενδιατρίψω στις πρόνοιες της Δ.64 και αν η Δ.64 μπορεί να περισώσει ένα λανθασμένο δικονομικό μέτρο όπως προβλέπεται στις αποφάσεις που επικαλέστηκαν αμφότεροι οι δικηγόροι ενώπιον μου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα είναι προς όφελος του καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.