← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2920/2009, 17 Νοεμβρίου, 2009

ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2920/2009, 17 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2920/2009 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ εμπορευόμενη με την επωνυμία 'ΑΝΤΕΝΝΑ' Εναγομένης --------------------- Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2009 Για αιτήτρια- ενάγουσα: κα Χρ. Σιακαλλή Για καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένη: κ. Γ. Βαλιαντής Απόφαση στην αίτηση ημερ. 3.6.2009 για συνοπτική απόφαση Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα Αρχή Ραδιοτηλεόρασης επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης για € 8000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Με την αγωγή της, η ενάγουσα επιδιώκει την είσπραξη διοικητικού προστίμου €8000 το οποίο, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, είχε επιβάλει στην εναγομένη με απόφασή της ημερ. 5.11.2008 για παραβάσεις των διατάξεων του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 7(Ι)/98 (εφεξής «ο Νόμος»). Η εναγομένη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης αλλά και Υπεράσπιση στις 26.5.2009 και η ενάγουσα καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον της στις 3.6.2009. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Άνθιμου Παπανδρέου, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας, ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και ότι ως λειτουργός-λογιστής της ενάγουσας έχει την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της εναγομένης και ότι ετοιμάζει και προσυπογράφει την κατάσταση οφειλομένων ποσών. Ακολούθως αναφέρει ότι η εναγομένη αληθώς οφείλει στην ενάγουσα €8000 ως διοικητικό πρόστιμο και επισυνάπτει ως τεκμήρια αντίγραφο της απόφασης της ενάγουσας ημερ. 5.11.2008 με την οποία επιβλήθηκε το εν λόγω πρόστιμο, καθώς και αντίγραφο επιστολής ημερ. 9.3.2009 με την οποία εκαλείτο η εναγομένη να εμβάσει προς την ενάγουσα το ποσό του προστίμου. Αναφέρει επιπλέον ότι η εναγομένη δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή και ζητά την έκδοση απόφασης. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στις 26.6.2009 και προβάλλει, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους: (α) Η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση, όπως φαίνεται από την ήδη καταχωρηθείσα Υπεράσπιση (β) Η επίδικη απόφαση είναι προϊόν παρανομίας, η οποία δεν παράγει δίκαιο (γ) Η επίδικη απόφαση είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα νόμιμο αποτέλεσμα (δ) Η επίδικη απόφαση δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής, καθότι ο Κανονισμός 48 της ΚΔΠ 10/2000 είναι ultra vires του Νόμου 7(Ι)/98 (ε) Η ενάγουσα εστερείτο εξουσίας από τον Νόμο 7(Ι)/98 και/ή τους Κανονισμούς να εκδώσει την επίδικη απόφαση και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομά της (στ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165,166 και 167 του Συντάγματος (ζ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (η) Η επίδικη απόφαση αποτελεί προσπάθεια της ενάγουσας για αδικαιολόγητο πλουτισμό και αντιβαίνει στη δημόσια τάξη (θ) Το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης ως προκαταρκτικό νομικό σημείο (ι) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 (ια) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων (ιβ) Η ενάγουσα δεν έχει προσαγάγει το πρωτότυπο της επίδικης απόφασης (ιγ) Εκκρεμεί η προσφυγή 266/09 εναντίον της επίδικης απόφασης Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Βαλιαντή, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη, ο οποίος επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Προσθέτει δε ότι η απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη και προϊόν παρανομίας και αποτελεί προσπάθεια για παράνομο πλουτισμό, διότι έχει ληφθεί από ανύπαρκτο ή λανθασμένα συστημένο όργανο. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Παρούσας Υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 18.5.2009 και σημείωμα εμφάνισης για την εναγομένη καταχωρήθηκε στις 26.5.2009. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών ή άλλων οργανισμών ή νομικών προσώπων, είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3). Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος ενός οργανισμού να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. Παπανδρέου, αυτός κατέχει τη θέση του λειτουργού -λογιστή της ενάγουσας και έχει την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της εναγομένης, και ετοιμάζει την κατάσταση οφειλόμενων ποσών. Εφόσον η ενάγουσα δεν είναι φυσικό πρόσωπο, αλλά Αρχή η οποία έχει ιδρυθεί δυνάμει του Νόμου έχοντας τη δυνατότητα να ενάγει και να ενάγεται (βλ. άρθρο 3
(3)(α) του Νόμου), θεωρώ ότι είναι λογικό και επιτρεπτό να ορκίζεται στη θέση της ενάγουσας κάποιο αρμόδιο φυσικό πρόσωπο. Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει την ύπαρξη της απόφασης ημερ. 5.11.2008, η οποία έχει κοινοποιηθεί στην εναγομένη σύμφωνα με τα τεκμήρια που έχει προσκομίσει, και δηλώνει ότι το οφειλόμενο ποσό δεν έχει πληρωθεί. Προκύπτει λοιπόν ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων, εντός της έννοιας της Δ.18, ένεκα της θέσης που κατέχει και των καθηκόντων του στην υπηρεσία της ενάγουσας. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης που έγκειται στο ότι η ενάγουσα δεν έχει προσαγάγει το πρωτότυπο της απόφασης ημερ. 5.11.2008, επισημαίνω ότι σε αιτήσεις με βάση τη Διαταγή 18 δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα παράθεσης λεπτομερειών ή επισύναψης εγγράφων, εκτός αν το επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής. Αυτό που οφείλει να πράξει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο κ. Παπανδρέου με την ένορκη δήλωσή του πληροί όλα αυτά, παραθέτοντας και αντίγραφα των σχετικών εγγράφων. Εξάλλου, η εναγομένη σε καμία περίπτωση δεν αρνείται την ύπαρξη της επίδικης απόφασης, παρά μόνο αμφισβητεί τη νομιμότητά της. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στην παράγραφο 2 αναφέρει ότι η εναγομένη οφείλει το αξιούμενο ποσό ως διοικητικό πρόστιμο και στην παράγραφο 3 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι η εναγομένη καμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Κατ' επέκταση απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18. Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στην εναγομένη να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, η εναγομένη θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι το γεγονός ότι η εναγομένη έσπευσε να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης ταυτόχρονα με την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης δεν εξουδετερώνει την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Όπως λέχθηκε στη Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 η οποία αφορούσε πολύ παρόμοια γεγονότα, «η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομά της και τους λόγους ένστασης (δ) και (ε), σημειώνω ότι η ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο το οποίο έχει ιδρυθεί βάσει του Νόμου και το οποίο μπορεί, ως προνοεί και το άρθρο 3
(3)(α) του Νόμου, να ενάγει και να ενάγεται. Η εξουσία της για επιβολή διοικητικού προστίμου λόγω παράβασης του Νόμου ή των σχετικών Κανονισμών προβλέπεται από το άρθρο 3
(2)(ζ) του Νόμου, ενώ το άρθρο 41(Β)
(3)του Νόμου προνοεί ότι σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής επιβαλλόμενων διοικητικών προστίμων, η ενάγουσα λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 48
(1)των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (ΚΔΠ 10/2000), η ενάγουσα δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα για την πληρωμή οποιωνδήποτε διοικητικών προστίμων (και άλλων τελών) εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, ως χρέος που οφείλεται στην ενάγουσα. Θεωρώ ότι είναι σαφές από την αναφορά στο άρθρο 41(Β)
(3)του Νόμου ότι η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να εγείρει η ίδια αγωγή προς είσπραξη του προστίμου. Η φράση «εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία» ουσιαστικά προνοεί ότι το ποσό εισπράττεται με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος, δηλαδή παραπέμπει στην καταχώρηση αγωγής, σε αντιδιαστολή με τη διαδικασία είσπραξης χρηματικής ποινής. Εξάλλου, αν η εναγομένη επιθυμούσε να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης της αγωγής στο όνομα της ενάγουσας, θα έπρεπε να είχε αποταθεί για διαγραφή του ονόματος της ενάγουσας στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 574 και 575, αν ένας εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα, πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο και δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπισή του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη (βλ. (Βιομηχ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. v. Alpha Bank Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1990 και Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte De Mulhouse [1925] A.C. 112 (H.L.). Συνεπώς τα θέματα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος. Εξετάζοντας τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, σημειώνω ότι στην ουσία εγείρουν ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας της απόφασης ημερ. 5.11.2008, με την οποία επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο των €8000. Η εναγομένη με την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει (αλλά και με την καταχωρηθείσα υπεράσπισή της) αμφισβητεί την ακολουθητέα διαδικασία επιβολής του προστίμου, τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης επιβολής προστίμου, και τη συνταγματικότητα του Νόμου. Η έγερση τέτοιων ζητημάτων στο πλαίσιο αίτησης για συνοπτική απόφαση έτυχε διεξοδικής εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 όπου, πάνω σε πολύ παρόμοια γεγονότα, το εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε συνοπτική απόφαση. Ειδικότερα, λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 415, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν απόλυτα και στην παρούσα περίπτωση: «β) Οι αποφάσεις των εφεσιβλήτων ήταν για επιβολή διοικητικών προστίμων στους εφεσείοντες δυνάμει του Ν. 7(Ι)/98 και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης αυτή παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Στην προκείμενη περίπτωση οι διοικητικές πράξεις δεν ακυρώθηκαν. (γ) Οι χρηματικές αξιώσεις των εφεσιβλήτων, στις προαναφερόμενες αγωγές, βασίζονται απόλυτα στις προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις. Οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δείξουν, δίνοντας μάλιστα και επαρκείς λεπτομέρειες, όπως όφειλαν (εφόσον οι εφεσίβλητοι είχαν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18), ότι έχουν συζητήσιμες υπερασπίσεις. (δ) Αναφορικά με τη συνταγματικότητα του Νόμου 7(Ι)/98 παρατηρούμε πως κάθε νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Ο νόμος αυτός δεν κρίθηκε ως αντισυνταγματικός.» Λέχθηκε περαιτέρω από τον Δικαστή Νικολάτο ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ήδη καταχωρηθείσα έκθεση υπεράσπισης, εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και στις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Σχετική είναι και η Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 909 όπου επαναλήφθηκε στη σελίδα 913 ότι «όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις τέτοιας φύσης που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα τους αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Τα νομικά θέματα που εγείρονταν με την ένσταση (αλλά και με την έκθεση υπεράσπισης που είχε ήδη καταχωρηθεί) όπως για παράδειγμα η αντισυνταγματικότητα του Νόμου, η πάσχουσα σύνθεση του συλλογικού οργάνου και γενικά όλοι οι λόγοι για τους οποίους γινόταν ισχυρισμός ότι η επιβολή του προστίμου είναι παράνομη, ήταν κάτι που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει, επειδή αφορούσε εκτελεστή διοικητική πράξη που αναγόταν στη σφαίρα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω, το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει την απόφαση ημερ. 5.11.2008 και συνεπώς δεν μπορούν καν να εξεταστούν τα προαναφερθέντα ζητήματα που εγείρονται στην ένσταση της εναγομένης. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης που αναφέρεται στο ότι εκκρεμεί η προσφυγή αρ. 266/09 εναντίον της απόφασης της ενάγουσας, σημειώνω ότι στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 909 επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 47 των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000), τα διοικητικά πρόστιμα ή οποιεσδήποτε άλλες οφειλές καταβάλλονται στην ενάγουσα Αρχή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση ή προσφυγή. Υποδείχθηκε επιπλέον ότι «αν η προσφυγή επιτύχει τότε θα υπάρχει η θεραπεία της αποζημίωσης των αιτητών, είτε με ικανοποίηση τους από την εφεσίβλητη με την επιστροφή των χρημάτων (προστίμου) ή με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, αν η εφεσίβλητη αρνηθεί να ικανοποιήσει την απαίτησή τους». Σχετική είναι και η Χρίστου ν. Ε.Τ.Ε.Κ.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1847, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επεκύρωσε την απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία εκδόθηκε συνοπτική απόφαση σε σχέση με την είσπραξη χρηματικού ποσού που επιβλήθηκε ως αποτέλεσμα διοικητικής απόφασης, εκκρεμούσης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω στο αβίαστο συμπέρασμα ότι η εναγομένη δεν έχει καταδείξει ότι έχει μια καλή υπεράσπιση στην απαίτηση ή σε οποιοδήποτε μέρος της, ή την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €8000 πλέον νόμιμο τόκο. Η ενάγουσα δικαιούται επίσης τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.