Οrianda Management FZ LLC κ.α. ν. Ναταλίας Πατσαλίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2110/09, 19 Noεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2110/09 Μεταξύ:
- Οrianda Management FZ LLC
- Orianda (Seychelles) Ltd Εναγόντων και
- Ναταλίας Πατσαλίδου
- ANS Secretaries Ltd
- Krescent Management Inc.
- KMI Holdings Ltd
- Rockpoint Investments Ltd
- Orianda Management Ltd Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 27.4.2009 για Παραμερισμό του Κλητηρίου και της Επίδοσης κτλ 19 Noεμβρίου,
- Για τους Αιτητές-εναγόμενους 2-5: κ. Φρ. Χ"Xάννας Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κ. Ρ. Βραχίμης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Η ΑΞΙΩΣΗ. Η αξίωση των εναγόντων, όπως αποτυπώνεται στο Γενικό Κλητήριο Ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε στις 3.4.09, είναι: «(Α) Το ποσό των €1,500,000.00 για ειδικές αποζημιώσεις. (Β) Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και ή καθηκόντων καταπιστευματοδόχου και/ή κλοπή και/ή υπεξαίρεση και/ή άγρα πελατών των Εναγουσών. (Γ) Γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και ή καθηκόντων καταπιστευματοδόχου. (Δ) Επιπρόσθετα και/ή υπαλλακτικά προς τα Α έως Γ ανωτέρω, Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στις Εναγόμενες και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπον επί της περιουσίας (περιλαμβανομένων πελατών) και/ή υποχρεώσεων και/ή βιβλίων και/ή επιχειρήσεων και/ή ασχολιών της Εναγομένης 6 και/ή των Εναγόντων και/ή να διαχειρίζονται την περιουσία και/ή υποχρεώσεις και/ή βιβλία και/ή επιχειρήσεις και/ή ασχολίες της Εναγομένης
- (Ε) Επιπρόσθετα και/ή υπαλλακτικά προς τα Α έως Γ ανωτέρω, Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την έξωση και/ή την αποχώρηση και/ή την απόσυρση και/ή την εκκένωση των εναγομένων 1 έως 5 και/ή των υπαλλήλων της και/ή των αντιπροσώπων της από τους χώρους και/ή γραφεία και/ή υποστατικά στα οποία στεγάζεται η εναγόμενη
- (ΣΤ) Επιπρόσθετα και/ή υπαλλακτικά προς τα Α έως Γ ανωτέρω, Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Διαταγή και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τις εναγόμενες να αποδώσουν λογαριασμούς και/ή βιβλία και/ή τιμολόγια και/ή δελτία εισαγωγής και/ή λογαριασμούς πωλήσεων, εισπράξεων, πληρωμών και/ή πρακτικά, συμβόλαια και/ή, αλληλογραφία και/ή οποιαδήποτε μερίσματα και/ή δικαιώματα και/ή χρήματα και/ή προνόμια απέκτησαν και/ή απορρέουν στις εναγόμενες από την δραστηριοποίηση της Orianda στην Κύπρο, σχετικά με την παρούσα αγωγή. (Ζ) Οιανδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως.» Μετά την καταχώρηση της αγωγής καταχωρήθηκε, στις 7.4.2009, μονομερής αίτηση εκ μέρους των εναγόντων, με βάση την οποία εκδόθηκε, στις 10.4.2009, διάταγμα απαγορεύον στους εναγόμενους από του να αποξενώσουν, αποσύρουν, διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε μετρητά βρίσκονται κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς επ΄ ονόματί τους, μέχρι ύψους €1.500.000,
- Στο διάταγμα γινόταν πρόβλεψη για απόσυρση μηνιαίως συγκεκριμένων ποσών για πληρωμή ενοικίων, μισθών και άλλων δαπανών και κάλυψη άλλων λειτουργικών εξόδων των εναγομένων. Παρεμβάλλω ότι η ακρόαση και τελική απόφαση του Δικαστηρίου επί του πιο πάνω διατάγματος εκκρεμεί λόγω της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, το αποτέλεσμα της οποίας, ανάλογα, πιθανό να επηρεάσει και την πορεία της αίτησης που αφορά το προσωρινό διάταγμα. Β. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Οι Αιτητές, στις 27.4.2009, με μονομερή Αίτησή τους, αιτήθηκαν αδείας του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση (conditional appearance), προκειμένου, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος έξη εβδομάδων, να καταχωρήσουν αίτηση αναστολής και/ή παραμερισμού και/ή ακύρωσης της διαδικασίας ή και της επίδοσης. Η Αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1, διευθύντριας των εναγομένων - Αιτητριών εταιρειών 2, 3 και
- Την έκδοση του ανάλογου διατάγματος εμφάνισης υπό αίρεση, ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Οι Αιτητές εξαιτούνται: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει ή/και να διαγράφει την επίδοση των πιο κάτω εγγράφων:- i. Του κλητηρίου εντάλματος Γενικώς Οπισθογραφημένου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ημερ. 3 Απριλίου
- ii. Της Ενδιάμεσης Μονομερούς Αιτήσεως στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ημερ. 7 Απριλίου 2009 και των συνοδευτικών ή/και υποστηρικτικών αυτών ενόρκων δηλώσεων ή/και εγγράφων ή/και τεκμηρίων. iii. Των λεπτομερειών απαιτήσεως στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ημερ. 7 Απριλίου 2009 και iv. Του μονομερούς διατάγματος ημερ. 10.4.
- (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει ή/και να ακυρώνει ή/και να διαγράφει τα πιο κάτω:- i. Του κλητηρίου εντάλματος Γενικώς Οπισθογραφημένου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ημερ. 3 Απριλίου
- ii. Του μονομερού διατάγματος ημερ. 10 Απριλίου
- (Γ) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης.» Εδράζεται η Αίτηση «στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 ΘΘ.2, 3, 5, 11, Δ.5 ΘΘ1, 2, Δ.6 ΘΘ.4-7, Δ.27 Θ.3, Δ.48 ΘΘ.1 και 2, 8
(4), Δ.64 Θ.1-3 στις αρχές του Δικαίου της επιείκειας, της Νομολογίας και των Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου». Το υπόβαθρο γεγονότων στήριξης του αιτήματος εντοπίζεται στη συνοδευτική και συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις της εναγόμενης
- Οι θέσεις της περιστρέφονται γύρω από ισχυριζόμενη παράτυπη επίδοση εγγράφων, παράλειψη σφράγισης του Κλητηρίου, μη αναγκαιότητα συμπερίληψης των Αιτητών ως διαδίκων, κατάχρηση διαδικασίας και παράλειψη παροχής προσωπικής εγγύησης. Τα όσα ενόρκως καταθέτει καλύπτουν τόσο τα γεγονότα όσο και τη νομική διάστασή τους. Στην ειδοποίηση ένστασης αποτυπώνεται σειρά συγκεκριμένων λόγων, τόσο προδικαστικής υφής, όσο και ουσίας. Νομικό στήριγμα της συνιστούν η Δ.1 Θ.2, Δ.2 Θ.2 έως 3,5 και 7 έως 13, Δ.5, Θ.1, 2 και 7 έως 9 Δ.5Α, Δ.6, Δ.9 Θ.1, 5, 6, 10 Δ.16 Θ.3 και 9, Δ.19 Θ.26, Δ.26 Θ.14, Δ.27, Δ.33, Θ.10, Δ.39 Θ.18, Δ.48 Θ.1 έως 9, και Δ.64, ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ. 113, άρθρο 372, το Σύνταγμα, Άρθρο 30.3 (α) και (β), ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, ως τροποποιήθηκε, άρθρα 21, 22 και 32, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 3, 4, 5, 7 και 9, η πρακτική, νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Επί των γεγονότων ορκίζεται ο Bal Samra, φερόμενος ως Σύμβουλος και Εκτελεστικός Διευθυντής των εναγουσών εταιρειών. Παρέλκει λεπτομερής καταγραφή των όσων αποτυπώνονται στις μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση. Άλλωστε, σε σημαντικό βαθμό, αυτές καλύπτουν νομικές προσεγγίσεις που με πολύ ικανότητα αναπτύχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνήγορους κατά τις εκτεταμένες αγορεύσεις τους. Στην πορεία της απόφασης θα αναπτυχθούν, κατά κεφάλαιο, οι ανάλογες καταγραφές των ενόρκων δηλώσεων και εισηγήσεις των συνηγόρων, στο βαθμό που αυτές είναι απαραίτητες για σκοπούς κατάληξης. Γ. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση θέτουν μια σειρά από προδικαστικά ζητήματα, εισηγούμενοι ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους αυτούς, προτού καν εξεταστεί η ουσία της. Συγκεκριμένα, εισηγούνται ότι ελλείπουν από τη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται η Αίτηση, άρθρα ή θεσμοί που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη δικαιοδοτική βάση στήριξης των θέσεων των Αιτητών. Εισηγούνται επίσης ότι οι Αιτητές κωλύονται να προχωρήσουν στην Αίτηση επειδή έχουν λάβει δύο νέα βήματα στην αγωγή, ήτοι, αφενός καταχώρηση εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενης 2 αίτησης για ασφάλεια εξόδων, και, αφετέρου, καταχώρηση εκ μέρους όλων των Αιτητών ένστασης σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. (α) Παράλειψη συμπερίληψης της ορθή νομικής βάσης. Αναφύεται η ανάγκη εξέτασης του παρόντος ζητήματος με αναφορά στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση που καλύπτει η ένσταση. Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει ως αποτέλεσμα της διαφορετικότητας που εντοπίζεται σε σχέση με την κάθε ισχυριζόμενη παράλειψη. Οι Αιτητές αιτούνται, μεταξύ άλλων, την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, ισχυριζόμενοι ότι δεν δόθηκε νομότυπη εγγύηση προς κάλυψη τυχόν ζημιών ήθελε υποστεί η άλλη πλευρά ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος. Είναι η εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι στο σώμα της Αίτησης δεν τίθεται οποιαδήποτε νομική βάση η οποία να καλύπτει αυτό το ζήτημα. Από την πλευρά τους οι Αιτητές θέτουν ότι τυχόν μη συμπερίληψη συγκεκριμένης νομικής βάσης στο πρόσωπο της Αίτησης είναι παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί στη βάση της Δ.
- Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφέρει εξ υπαρχής ότι το αίτημα που καλύπτει αυτό το μέρος της Αίτησης, η εξέταση δηλαδή τυχόν παρατυπίας στην εγγύηση, εκφεύγει των πλαισίων που η αίτηση για ακύρωση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας θα μπορούσε να καλύψει. Εν πάση δε περιπτώσει, η παροχή εγγύησης κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος δόθηκε σύμφωνα με σχετική διαταγή του Δικαστηρίου και κατ΄ ικανοποίηση του αρμόδιου Πρωτοκολλητή, ο οποίος και τη δέχθηκε. Το Δικαστήριο δε, έχει πάντοτε την εξουσία, εξετάζοντας, σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, να επανεξετάσει και το ύψος της εγγύησης ή το είδος της, με γνώμονα η δοθείσα εγγύηση να έχει αντίκρυσμα, να είναι δηλαδή, μεταξύ άλλων, ουσιαστική, ώστε να καλύψει τις τυχόν ζημιές των Καθ΄ ων η Αίτηση (Αναφορικά με την Αίτηση Certiorari του Graham Hartman
(1990)1 ΑΑΔ 587, 593-4). Έστω όμως και στην απουσία των πιο πάνω, η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση ως προς την έλλειψη των σχετικών άρθρων στο πρόσωπο της Αίτησης, είναι ορθή. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος και η παροχή εγγύησης για την εξασφάλισή του διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και από τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Η μη συμπερίληψη δε των πιο πάνω άρθρων στη νομική βάση της Αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και ως απλή παρατυπία να εμπίπτει στα πλαίσια που η Δ.64 καλύπτει ούτως ώστε να είναι θεραπεύσιμη (Bank for foreign trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1728). Το υπόλοιπο μέρος των εξεταζόμενων προδικαστικών ενστάσεων περί παραλείψεων αναγραφής συγκεκριμένων κανονισμών στο πρόσωπο της Αίτησης, είναι έκθετο σε απόρριψη καθότι τα όσα άπτονται άμεσα της εξεταζόμενης Αίτησης Παραμερισμού καλύπτονται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση. Τυχόν μη συμπερίληψη συγκεκριμένων Κανονισμών, όπως για παράδειγμα η αναφορά σε λανθασμένους κανονισμούς, δεν επιφέρει σε καμία περίπτωση δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά και θα μπορούσε, ούτως ή άλλως, να θεωρηθεί ως παρατυπία η οποία θα ήταν δυνατό να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Δεν εντοπίζεται σε καμία περίπτωση ύπαρξη θεμελιώδους παράλειψης, η οποία θα ήταν δυνατό να εκφεύγει των παραμέτρων που η πιο πάνω διαταγή καλύπτει. Όπως εντοπίστηκε στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd Πολ. Έφ. 400/06, ημερ. 4.4.2008: «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» Στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτούμενες θεραπείες είναι ξεκάθαρες, διατυπωμένες με ακρίβεια και με τρόπο που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Αναλύονται λεπτομερώς μέσα από τις ένορκες συνοδευτικές δηλώσεις και οι αντίστοιχες θέσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση διατυπώνονται ευκρινώς, με γνώμονα τα όσα καλύπτει η Αίτηση και υποστηρίζουν οι ένορκες δηλώσεις. (β) Νέα βήματα στην αγωγή. Το μέρος αυτό της εισήγησης των Καθ΄ ων η Αίτηση στηρίζεται σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Συγκεκριμένα, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό εκδίκαση Αίτησης, η εκ των Αιτητών εναγόμενη 2, καταχώρησε αίτηση για ασφάλεια εξόδων, με βάση την οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου ανάλογο διάταγμα. Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι η αιτούμενη ασφάλεια καλύπτει τα υπολογιζόμενα έξοδα μέχρι και της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής. Περαιτέρω, όλοι οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν, στις 14.7.2009, ένσταση στη μονομερή αίτηση των εναγόντων για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερ. 7.4.
- Επικαλείται η πλευρά των εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι εναγόμενοι-Αιτητές κωλύονται να προχωρήσουν με την υπό κρίση Αίτηση λόγω των πιο πάνω ενεργειών τους. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση των αντιδίκων τους. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορός τους ότι αφενός κωλύεται η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση να εγείρει το ζήτημα αυτό, λόγω καθυστέρησης και αδράνειας να αντιδράσει έγκαιρα στην ισχυριζόμενη παρατυπία, στοιχεία που ισοδυναμούν με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, και, αφετέρου, λόγω αβασιμότητας στην ουσία του εγερθέντος λόγου ένστασης. Η πρώτη θέση των Αιτητών, η ισχυριζόμενη δηλαδή αδράνεια και καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η μικρή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην έγερση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, δεν συνιστά και δεν εξισούται με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court), ούτε και εντοπίζεται να καλύπτεται η συμπεριφορά τους από κακοπιστία. Το γεγονός δε ότι εκ συμφώνου εκδόθηκε το διάταγμα ασφάλειας εξόδων, δεν διαφοροποιεί το όλο ζήτημα και δεν συνιστά πράξη εγκατάλειψης των όποιων δικαιωμάτων τους. Σε τελική ανάλυση, ο λόγος ένστασης που περιστρέφεται γύρω από τη λήψη νέων διαβημάτων, προστέθηκε ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων αιτημάτων των Αιτητών, με πιο πρόσφατο την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η ημερομηνία δε καταχώρησης της αίτησης για τροποποίηση της ένστασης με την προσθήκη του πιο πάνω στοιχείου, 7.8.2009, λίγες δηλαδή μέρες μετά την 14.7.2009 που καταχωρήθηκε η ένσταση στο εκδοθέν μονομερώς διάταγμα, επιμαρτυρεί την έλλειψη οποιασδήποτε αδράνειας ή κακόπιστης συμπεριφοράς. Ως προς την ουσία του λόγου αυτού της ένστασης, θα πρέπει, για σκοπούς κατάληξης, να γίνει διαχωρισμός μεταξύ του διαβήματος της καταχώρησης αίτησης για ασφάλεια εξόδων, η οποία καλύπτει μόνο την Αιτήτρια-εναγόμενη 2, και αυτού της καταχώρησης ένστασης επί του προσωρινού διατάγματος, που καλύπτει όλους τους Αιτητές-εναγόμενους 2-
- Στην υπόθεση Panayiotis Stella v. Constantinos Sayias
(1983)1 CLR 186, κρίθηκε ότι διάβημα της φύσης αιτήματος για παροχή ασφάλειας εξόδων, δεν θεωρείται από μόνο του έκφραση πρόθεσης για εγκατάλειψη ένστασης σε σχέση με τη δικαιοδοσία, ούτε μπορεί χωρίς άλλο να οδηγήσει στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Με αναφορά δε στην Αγγλική πρακτική, αποφασίστηκε ότι η συνύπαρξη των δύο δεν είναι ούτε άγνωστη, ούτε ασυμβίβαστη. Η υπόθεση Hani Mousa El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 ΑΑΔ 836, 841-2, κάλυπτε επίσης εξέταση των επιπτώσεων σε αίτημα ως προς τη δικαιοδοσία και σε αναφορά με αίτηση ασφάλειας εξόδων που ακολούθησε. Τονίζοντας το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το διάβημα για ασφάλεια εξόδων περιοριζόταν ρητώς σε ό,τι θα προέκυπτε από την αίτηση διά κλήσεως για ακύρωση, παραμεριμό ή αναστολή, και ότι δεν πρόκειτο για διάβημα σε σχέση με διαδικασίες που θα ακολουθούσαν, κατέληξε ότι αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο προώθησης της αίτησης για παραμερισμό. Ήταν προέκταση των θέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αίτηση για ασφάλεια εξόδων αποκτούσε νόημα μόνο εξαιτίας της αίτησης για παραμερισμό και δεν εκδήλωνε πρόθεση μη προσβολής οτιδήποτε προκαταρκτικά. Ο δικαστικός λόγος της, πρωτόδικης, απόφασης P.T. Asuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navication Ltd κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ 1378, 1385-6, Aγωγής Ναυτοδικείου, διαφωτίζει με επάρκεια το εξεταζόμενο και στην υπό κρίση αίτηση ζήτημα. Αφού τονίστηκε ότι η υποβολή αίτησης για ασφάλεια εξόδων συνιστούσε ανέκαθεν νέο βήμα στη διαδικασία, αποφασίστηκε ότι το γεγονός πως η αίτηση για ασφάλεια εξόδων υποβλήθηκε μετά από την αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, δεν διαφοροποιεί το όλο ζήτημα. Αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 1386: «Αν και δεν υπήρξε νέο βήμα στη διαδικασία όταν κατεχωρήθη η αίτηση για αναστολή, εν τούτοις η αίτηση για ασφάλεια εξόδων, αφ΄ ης στιγμής κατεχωρήθη, συνιστούσε νέο βήμα και αναιρούσε την ένσταση στην άσκηση δικαιοδοσίας από το δικαστήριο με την οποία άσκηση δικαιοδοσίας και μόνη ήταν συμβατή. Όπως παρατηρήθηκε στο παρατεθέν απόσπασμα στην Adams v. Cutley, ανωτέρω, ζητώντας ασφάλεια εξόδων ο Εναγόμενος δείχνει την επιθυμία του να προχωρήσει η αγωγή εφόσον δοθεί η ασφάλεια και την απροθυμία του να προσφύγει στη διαιτησία. Η ίδια η φύση της αίτησης για ασφάλεια εξόδων είναι τέτοια που να μη συμβιβάζεται είτε με την ακόλουθη καταχώριση αίτησης για αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας είτε με την περαιτέρω προώθηση τέτοιας ήδη καταχωρηθείσας αίτησης. Θα έλεγα μάλιστα ότι η καταχώριση αίτησης για ασφάλεια εξόδων μετά αντί πριν την καταχώρηση αίτησης για αναστολή λόγω ρήτρας διαιτησίας συνιστά ακόμα πιο εμφαντικά αναίρεση της ένστασης στην άσκηση δικαιοδοσίας.» Ακολούθησε αίτηση αναθεώρησης της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε πενταμελή σύνθεση, διαφώνησε με την κατάληξη ότι υπό τα γεγονότα που κάλυπταν την υπόθεση η καταχωρηθείσα αίτηση για ασφάλεια εξόδων αποτελούσε νέο βήμα στη διαδικασία της αγωγής, το οποίο αποδείκνυε πρόθεση εγκατάλειψης της αίτησης για παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος. Το σχετικό όμως σκεπτικό της αναθεωρητικής απόφασης P.T. Asuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navication Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1142, όπως εντοπίζεται στις σελ. 1147-8, δίνει το στίγμα καθοδήγησης και τονίζει τη διαφοροποίηση της προσέγγισης, ανάλογα με το εύρος που καλύπτει η αιτούμενη ασφάλεια εξόδων: "Η αίτηση για ασφάλεια εξόδων αφορούσε μόνο στα έξοδα που θα προέκυπταν από την ακρόαση της επίμαχης αίτησης για ακύρωση ή παραμερισμό ή αναστολή του κλητηρίου εντάλματος, και όχι στη δίκη της αγωγής. Έχουμε διεξέλθει τα κονδύλια που αναφέρονταν στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων, και αυτά που επέτρεψε το Δικαστήριο. Πράγματι, περιορίζονται στα έξοδα που θα προκύψουν από την εκδίκαση της αίτησης μόνο, και σε καμιά άλλη διαδικασία. Στην Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836, το εφετείο εξέτασε ακριβώς το ίδιο ζήτημα, στη βάση πανομοιότυπων γεγονότων, και αφού συζήτησε και την υπόθεση Stella v. Sayias
(1983)1(Α) C.L.R. 186, έκρινε πως τέτοιο διάβημα δεν μπορούσε να θεωρηθεί νέο, ώστε να αποδοθεί στους αιτητές πρόθεση εγκατάλειψης του δικαιώματος τους να προωθήσουν την αίτηση τους για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος)." Ως αποτέλεσμα, η εκ μέρους της Αιτήτριας-εναγόμενης 2 καταχωρηθείσα αίτηση για ασφάλεια εξόδων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κάλυπτε ολόκληρο το στάδιο της διαδικασίας ακρόασης και της αγωγής, συνιστά νέο βήμα ασύμβατο με το εκ μέρους της εγερθέν ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Απομένει η εξέταση των επιπτώσεων που επιφέρει η καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των εναγομένων 2-5 στην αίτηση έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Η δυνατότητα που διατηρεί ένας διάδικος να προβάλει την ένστασή του σε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, χωρίς η ενέργειά του αυτή να επηρεάζει ή να πλήττει το δικαίωμά του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι νομολογιακά βαθειά καθιερωμένη. Στην υπόθεση Obikoya and others v. Silvernorth Ltd and others, QBD, The Times 6 July 1983, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώρηση ένστασης σε απαγορευτικό διάταγμα τύπου mareva, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, δεν επενεργούσε, χωρίς άλλο, ως υπαγωγή του εναγομένου στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο σκεπτικό της απόφασης Obikoya υιοθετήθηκε από το Αγγλικό εφετείο στην υπόθεση Esal (commodities) Ltd v. Mahendra Pujara
(1989)2 Lloyd's Rep. 479: «Ι can see no reason why a defendant whose assets in this country are frozen or about to be frozen - which would be the case where the ex parte injunction was refused but leave to serve short notice of a summons was given - should be regarded as having submitted to the jurisdiction merely because on being notified, probably by telex, of the injunction he takes immediate steps to protect himself.. He could of course expressly or by necessary implication submit to the jurisdiction but Mr. Mawrey's submission that mere application or resistance without more is sufficient is not justified by any authority or by the wording of the rules and it would be a denial of justice to put a defendant in the position that he cannot safely resist a summons for a Mareva injunction or apply for the discharge or variation of such an injunction granted ex parte unless he has first given notice of intention to defend and issued an application to set aside. Every ex parte injunction includes liberty to the defendant to apply on notice to vary or set aside. If Mr. Mawrey is right such liberty would be a trap unless it included a warning that any such application would preclude the defendant from subsequently challenging the jurisdiction unless he had first taken the steps mentioned. I reject the submission.» Στην υπόθεση Smay Investments Limited and other v. Sachdev and others
(2003)EWCH 474, αναφέρονται τα ακόλουθα από το Δικαστή Patten: «I do not accept that a party who attends before a Judge to challenge a freezing order obtained without notice ipso facto waives his right to contest jurisdiction, unless as part of those proceedings he agrees to an order which in terms regulates his position until, and therefore contemplates, the trial of the action. This was made clear by the decision of the Court of Appeal in Esal (Commodities) v Pujara [1989] 2 Lloyd's Rep 479, where the Defendant acknowledged service, gave notice of his intention to defend the action and then, on the return date of an application to continue an injunction until trial, consented to an order in those terms without at the same time reserving his position on jurisdiction. The Court of Appeal held that, on those facts, he had submitted, Reliance was placed by the Defendant in that case on an earlier decision of Parker J in Obikoya v Silvernorth Ltd (29 June 1993, unreported), where he held that a challenge to a Mareva injunction did not, without more, amount to a submission to the jurisdiction.» Ως θέμα αρχής λοιπόν, η καταχώρηση ένστασης σε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, δεν επενεργεί, από μόνη της, αρνητικά στο δικαίωμα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν εντοπίζεται απόκλιση στην αμφισβήτηση του εκδοθέντος διατάγματος από τη γραμμή που προωθείται με την Αίτηση Παραμερισμού, ούτε εντοπίζεται διαφοροποίηση της πρόθεσης των εναγομένων να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία το Δικαστηρίου. Αντίθετα, επιβεβαιώνεται, μέσα από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην έκδοση προσωρινού διατάγματος, η επιφύλαξη του δικαιώματος των εναγομένων να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Δ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ. (α) Η μη σφράγιση του Κλητηρίου με την ανάγλυφη σφραγίδα του Πρωτοκολλητείου. Ένα αναντίλεκτο γεγονός οδήγησε στην προώθηση, εκ μέρους των Αιτητών, της θέσης ότι ολόκληρη η διαδικασία είναι δικαιωματικά άκυρη εξ υπαρχής: Ελλείπει από το Κλητήριο η σφραγίδα του Δικαστηρίου. Ο θ.12 της Δ.2, του οποίου γίνεται επίκληση προκειμένου να καλυφθεί με τον απαραίτητο νομικό μανδύα το εγερθέν επιχείρημα, έχει ως εξής: «12. If the writ is such as may be sealed the registrar shall enter the action in the Civil Cause Book and give the writ a number showing the order in which the action is so entered; He shall mark the writ "Filed and sealed on the .... day of ......, 19.", naming the date on which it is filed; he shall then seal the writ with the seal of the Court, and thereupon the writ shall be deemed to be issued and the action to be commenced.» Η απόφαση στην υπόθεση Re Pritchard decd.
(1963)1 All E.R. 873, ήταν καθοριστική προκειμένου να αναπτύξει την εξεταζόμενη θέση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών. Στην πιο πάνω απόφαση, το Αγγλικό εφετείο, κατά πλειοψηφία, κατέληξε ότι η εκ παραδρομής τοποθέτηση λανθασμένης σφραγίδας από το Πρωτοκολλητείο ήταν μοιραία για την υπόθεση του προσφεύγοντος, καθότι καθιστούσε άκυρη και χωρίς ισχύ την εναρκτήρια κλήση, με αποτέλεσμα η, τότε, Δ.70 (Ο.70, r.1 of the R.S.C. 1883) να μην εφαρμόζεται και η παρατυπία να μην μπορεί να θεραπευτεί. Η διαδικασία θεωρήθηκε ότι ουδέποτε άρχισε, ως αποτέλεσμα θεμελιώδους ελαττώματος. Παρά το γεγονός ότι στην απόφαση της πλειοψηφίας (Lord Upjohn, Lord Danckwerts), αναλύεται με λεπτομέρεια το σκεπτικό της κατάληξης σε αναφορά με την τότε Αγγλική Δ.70, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο - για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια της παρούσας απόφασης - να παραθέσει το σκεπτικό της μειοψηφίας, όπως αυτό αποτυπώθηκε από το Lord Denning, στις σελ. 877-8: «What is the objection to this simple remedy? It is said that because this originating summons was issued in Pontypridd instead of in London, it was a nullity and nothing can be done with it; it cannot be removed to London; it cannot be amended; it is as though it had never been issued at all—even if the mistake had never been discovered till after the judge had decided the case, his judgment would have been a nullity. I must say that I think that this argument is a flat defiance of the rules of court. True it is that when the originating summons was sealed in the district registry, there was a non-compliance with R.S.C., Ord. 54, r. 4B, which says it is to be sealed in the Central Office. But R.S.C., Ord. 70, r. 1, says, as plainly as it can, that: "Non-compliance with any of these rules. . . shall not render any proceedings void unless the court or a judge shall so direct, but such proceedings may be set aside either wholly or in part as irregular, or amended, or otherwise dealt with in such manner and upon such terms as the court or judge shall think fit." Surely under the saving power of this rule, this originating summons could be removed from the district registry to London. I could understand that if the plaintiff's solicitor had failed to comply with the statute (as distinct from the rules), then it might have been difficult to put it right. He complied, however, with every word of the statute. He had to apply to "the High Court" within six months and he did so. He applied to the office of the High Court at Pontypridd and the proper officer there accepted his application. The only mistake that the solicitor made was to overlook an obscure rule in the "White Book" for which he might well be excused. After all, the solicitors on the other side overlooked it as well. I am sure that most of us would have done so too. We all know that on the technicalities of procedure such as these, we rely on the officers of the Court to keep us straight. If the officer at Pontypridd had himself noticed the error when the summons was presented to him, he would no doubt have warned the solicitor of it and the solicitor would have sent it to London and got it issued in time. As it was, the officer himself did not notice it. He sealed the summons and issued it. He made a mistake himself. Hence all this trouble. When an officer of the court itself makes a mistake, the consequences should not be visited on the unfortunate litigant, but it should be remedied by the court itself. It is not even as if it was a serious error. As counsel for the plaintiff said, it is very like the mistake which you make if you post a letter in the "Country" side of the post box instead of the "London" side. The posting is valid enough. The Post Office accepts it and sends it to the destination. It may be delayed by the irregularity, but it is not a nullity. Nor was this summons a nullity by being taken to the Pontypridd office instead of the Central Office.» Αποτέλεσμα της απόφασης του Αγγλικού εφετείου στην υπόθεση Re Pritchard (ανωτέρω), ήταν η τροποποίηση της Δ.70, με την κατάργησή της και την αντικατάστασή της με τη νέα Αγγλική Δ.2, (The Supreme Court Practice 1967
(1), p.7), η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.64 (Karl Heinz Wunderlich κ.ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου)
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366). Ο διαχρονικός, καθαρός, δικαστικός λόγος του Lord Denning, εφαρμόζεται και στην υπό κρίση περίπτωση, περιβεβλημένος πλέον και με τη νομική κάλυψη της προαναφερθείσας τροποποίησης των θεσμών που ακολούθησε. Οι ενάγοντες προσήλθαν στο Πρωτοκολλητείο παρουσιάζοντας Κλητήριο καθ' όλα κατάλληλο για σφράγιση. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής το παρέλαβε, το υπέγραψε και το καταχώρησε, δίδοντάς του τον ανάλογο αριθμό και ημερομηνία καταχώρησης. Υποχρέωσή του ήταν, εφόσον το Κλητήριο πληρούσε ήδη τις απαραίτητες προϋποθέσεις, να το σφραγίσει με τη σχετική ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου προς ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης του Κλητηρίου και έναρξη της αγωγής. Με δεδομένη τη συμπλήρωση του όλου κύκλου των ουσιαστικών προϋποθέσεων καταχώρησης που οδηγούσε πλέον στο τυπικό μέρος της σφράγισης του Κλητηρίου, η παράλειψη τελικά του Πρωτοκολλητή να θέσει την ανάγλυφη σφραγίδα του Δικαστηρίου δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αγωγής. Αποτελεί απλά και μόνο παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη και καλύπτεται από τη Δ.64. Συνεπώς, το Κλητήριο θα πρέπει να θεωρείται ως δεόντως σφραγισμένο. (β) Παράλειψη λήψης διατάγματος για σφράγιση του Κλητηρίου και σχετικής άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι ενάγοντες δεν αποτάθηκαν για να εξασφαλίσουν την άδεια του Δικαστηρίου για τη σφράγιση και την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό, δεδομένου ότι οι εναγόμενες 3, 4 και 5 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση αντιτάσσουν πως ο εντοπισμός του διευθυντή των εναγομένων 3, 4 και 5 στην Κύπρο και η επίδοση του Κλητηρίου σε αυτόν, καθιστούσε ορθή και επιτρεπτή την παρέκκλιση από την πιο πάνω διαδικασία. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2, θ.2, κανένα Κλητήριο Ένταλμα το οποίο προορίζεται για επίδοση εκτός Κύπρου ή για το οποίο θα δοθεί ειδοποίηση εκτός Κύπρου, θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ή Δικαστή. Κατ΄ ακολουθία δε των προβλεπόμενων στην Δ.6 θ.1(h), όπου εμφανίζονται στο Κλητήριο εναγόμενοι από τους οποίους κάποιοι διαμένουν ή εδρεύουν στην Κύπρο και κάποιοι άλλοι εκτός, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε κάποιο πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον άλλου προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Οι πρόνοιες της Δ.2, θ.2, θα πρέπει να εναρμονίζονται με αυτές της Δ.6, θ.1(h). Έτσι, η διαταγή αυτή εφαρμόζεται σε αγωγές όπου ο διάδικος εκτός δικαιοδοσίας, τυγχάνει αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος και το Κλητήριο έχει επιδοθεί στο διάδικο εντός δικαιοδοσίας. Το Κλητήριο εκδίδεται χωρίς άδεια και ο ενάγων, αφού το επιδώσει στον εναγόμενο διάδικο που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νiki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 273, αποφασίστηκε ότι η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος πριν από την καταχώρησή του, λόγω της ύπαρξης εναγομένου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία, εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον του εναγομένου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. Είναι μετά την επίδοση του Κλητηρίου στους εναγόμενους στην Κύπρο που ακολουθεί η υποβολή αίτησης για σφράγιση και επίδοση στο διάδικο στο εξωτερικό. Αν βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.6, θ.
- Στην υπό κρίση περίπτωση η εναγόμενη 1 διαμένει στη Λευκωσία, οι εναγόμενες 2 και 6 εδρεύουν επίσης στη Λευκωσία, και οι υπόλοιπες τρεις εταιρείες, οι εναγόμενες 3, 4 και 5, εδρεύουν στο εξωτερικό. Τα δεδομένα αυτά, η συνύπαρξη δηλαδή εναγομένων εντός δικαιοδοσίας, καθιστούσαν επιτρεπτή, σε πρώτο στάδιο, τη μη λήψη άδειας του Δικαστηρίου για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος. Αφ' ης στιγμής όμως η αγωγή επιδίδετο στους ημεδαπούς διαδίκους και προέκυπτε θέμα επίδοσής της και στις αλλοδαπές εταιρείες, στο εξωτερικό, απαραίτητο ήταν να ζητηθεί και να ληφθεί από το Δικαστήριο η άδειά του για σφράγιση του Κλητηρίου και επίδοσή του εκτός δικαιοδοσίας. Αποτελεί κοινή συνισταμένη των γεγονότων ότι οι ενάγοντες ουδέποτε ζήτησαν άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ούτε και ανάλογο διάταγμα για σφράγιση του Κλητηρίου σε σχέση με τους εναγόμενους 3, 4 και
- Προβλήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση ως δικαιολογία παράκαμψης της πιο πάνω διαδικασίας η θέση ότι το Κλητήριο ουδέποτε εκδόθηκε προς το σκοπό επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας, αλλά, αντιθέτως, με αποκλειστικό γνώμονα την επίδοσή του στο διευθυντή των εναγομένων 3, 4 και 5, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο. Εισηγήθηκαν μάλιστα ότι η επίδοση που έλαβε χώρα ήταν καθόλα έγκυρη και ορθή, αφού οι εναγόμενες εταιρείες λάμβαναν γνώση των εναντίον τους διαδικασιών μέσω αξιωματούχου τους και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το ζήτημα ορθής επίδοσης εγγράφων σε νομικό πρόσωπο, ρυθμίζεται από το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπου καθορίζεται ότι: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεσή του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Σχετική είναι επίσης η Δ.5 θ.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: «
- In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company no formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall be deemed good service, unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or number of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly.» Η καλή επίδοση συνδέεται με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Έτσι, έχει και την προοπτική να υπερασπιστεί. Η εμβέλεια εφαρμογής του άρθρου 372 εξετάστηκε σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.3 (α) του Συντάγματος, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 ΑΑΔ 43. Ό,τι έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ήταν η αποδοχή πως οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να συνάδει με το πιο πάνω Άρθρο και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που κατοχυρώνει. Η δε επίδοση σε αξιωματούχο της εταιρείας και όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο της, δυνάμει της Δ.5 θ.7, καλύπτει τα εχέγγυα ορθής και έγκυρης επίδοσης. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, η επίδοση σε αξιωματούχους των εναγομένων εταιρειών αντί στα εγγεγραμμένα γραφεία τους, θα μπορούσε να μην καλυπτόταν από οποιαδήποτε μειονεξία. Το ζήτημα όμως στην υπό κρίση περίπτωση δεν περιορίζεται, ούτε εξαντλείται, στα όρια τυχόν προηγηθείσας έγκυρης ή μη επίδοσης. Εγείρεται θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κατ΄ εφαρμογή των Δ.2, θ.2 και Δ.6 θ.1(h) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η Δ.6 θ.1(h) είναι αντίστοιχη με την παλαιά Αγγλική Ο.11, r.1(g). Η απόφαση Tyne Improvement Commissioners v. Armement Anversois Societe Anonyme. The Bravo.
(1949)1 Αll E.R. 294 διαπραγματεύεται, μεταξύ άλλων, την εμβέλεια και το σκοπό που ο πιο πάνω Αγγλικός θεσμός καλύπτει. Αναφέρονται τα εξής στη σελ. 298: "Primarily the jurisdiction of the courts in this country is territorial in the sense that the contract or tort sued on must have some connection with this country or the defendant must be served here. To this principle R.S.C., Ord.11 r.1(g) is an exception and enables foreigners domiciled abroad to be impleaded in this country, provided an action is properly brought against someone duly served within the jurisdiction and the party outside the jurisdiction is a necessary or proper party to that action. The rule is not only an exception to, but also an enlargement of, the ordinary jurisdiction of the court and should not, in my opinion, be given an unduly extended meaning. The observation of FARWELL, LJ (
(1908)P.201) in The Hagen
(1)and of Lord SUMNER (
(1916)2 A.C. 304) in John Russell & Co., Ltd. v. CAZER, Irvine& Co., Ltd.
(2)(both coded by SCOTT, LJ) point out the care which should be taken before the jurisdiction in exercised. No doubt, it is in some circumstances desirable that persons not usually subject to the jurisdiction should be brought before our courts in order that a case maybe fairly and fully disposed of, but the right to at the foreigner should be sparingly used." Στην υπόθεση Philippos Philippou v. Maria Philippou and others
(1986)1 CLR 689, 700-1, λέχθησαν τα εξής σχετικά: "The court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised - (See Johnson v. Taylor Bros. and Company Ltd., [1920] A.C. 144). Service within the jurisdiction is governed by O.5 of the Rules. Service out of the jurisdiction is provided for in O.6 which is cast in identical terms as the old English O.11
(1). This Order confers upon the Court a new power whereby it is enabled to exercise jurisdiction in particular cases which seem to it to fall within the spirit as well as the letter of the various classes of case provided for. This is not service of a writ as a right; It may only be "allowed"; It is discretionary. The controlling words of r.1 are "service . may be allowed by the Court or a Judge", and then follow categories (a) - (h)." H πιο πάνω απόφαση Philippou υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη Σταύρος Φραγκέσκου κ.ά. v. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765, όπου επαναλήφθηκε ότι η Δ.6 δεν συνεπάγεται ένα απλό θέμα διαδικασίας, αλλά επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τονίστηκε επίσης ότι υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατή εάν κατά το χρόνο της έκδοσης του Κλητηρίου δεν μπορούσε κατά το νόμο να επιτευχθεί έγκυρη προσωπική επίδοση γιατί ο εναγόμενος δεν βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, τέλος, ότι μόνο μετά την εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ένας διάδικος που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων μας. Η προβλεπόμενη από τη Δ.2 θ.2 άδεια για σφράγιση ενός Κλητηρίου δεν συνιστά τυπική διαδικασία. Η εμπλοκή στις περιπτώσεις αυτές της διεύρυνσης της τοπικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και της καταλληλότητάς του να εκδικάσει υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας. Ο ενάγοντας οφείλει, από τα αρχικά στάδια, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επέκτασης της αρμοδιότητάς του. Ο ενάγοντας θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση εναντίον των ημεδαπών εναγομένων, οι δε αλλοδαποί θα πρέπει να εντοπιστεί ότι είναι αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι. Να πληρούνται δηλαδή οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.1(h). Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, σημειώνω ότι οι εναγόμενες 3, 4 και 5 είναι αλλοδαπές εταιρείες με έδρα τους χώρα του εξωτερικού. Συνεπώς, οι ενάγοντες αναγκαστικά θα έπρεπε να ακολουθήσουν τη διαδικασία που αναλύθηκε πιο πάνω. Θα έπρεπε να λάβουν, μετά την επίδοση στους ημεδαπούς εναγομένους, άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του Κλητηρίου και για επίδοσή του εκτός δικαιοδοσίας. Μέσα από την εξέταση του ταυτόσημου αιτήματός τους θα κρινόταν κατά πόσο οι προϋποθέσεις για έκδοση ανάλογων διαταγμάτων υπήρχαν και, κατά προέκταση, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάλυπτε τις προαναφερθείσες νομικές οντότητες. Το γεγονός ότι διευθυντής των εταιρειών βρισκόταν στην Κύπρο, δεν μετέβαλλε την υποχρέωση των εναγόντων να ακολουθήσουν τις προαναφερθείσες δικονομικές πρόνοιες, καθότι, ό,τι είναι υπό τις συνθήκες ουσιαστικό, ήταν η προηγούμενη ικανοποίηση του Δικαστηρίου περί συνδρομής των προϋποθέσεων επέκτασης της δικαιοδοσίας του στους αλλοδαπούς εναγόμενους. Γεννάται το ερώτημα του είδους των επιπτώσεων που επιφέρουν οι πιο πάνω παραλείψεις των εναγόντων. Εντοπίστηκε ως παθολογικό αίτιο της όλης διαδικασίας η επίδοση των εγγράφων σε διευθυντές των εταιρειών, χωρίς να προηγηθεί η λήψη άδειας για σφράγιση του Κλητηρίου και επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας. Ο παραμερισμός της επίδοσης και μόνο είναι το ορθό μέτρο της θεραπείας στην υπό κρίση περίπτωση. Δεν δικαιολογείται, ούτε και θα ήταν επιτρεπτή, η έκδοση διατάγματος παραμερισμού του ιδίου του Κλητηρίου σε σχέση έστω και μόνο με τις εναγομένες αλλοδαπές εταιρείες. Αυτό για το λόγο ότι, όπως προαναφέρθηκε, η συνύπαρξη ημεδαπών εναγομένων καθιστούσε επιτρεπτή τη νομότυπη καταχώρηση του Κλητηρίου, χωρίς την εξασφάλιση οποιασδήποτε προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου. Ούτε βεβαίως τίθεται σε αυτό το στάδιο θέμα ακύρωσης του εκδοθέντος από το Δικαστήριο διατάγματος ημερ. 10.4.2009, ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων παραλείψεων των εναγόντων. Στην υπόθεση Νίκη Χριστοφόρου (ανωτέρω), ο συνήγορος των εφεσειόντων υποστήριξε πως πριν από την έκδοση της άδειας για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας, ουσιαστικά δεν υπήρχε καταχωρημένη αγωγή εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων. Στήριξε την προσέγγισή του αυτή στη Δ.2, θ.2 και στη θέση ότι κανένα Κλητήριο Ένταλμα δεν μπορεί να σφραγιστεί και να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.6, θ.1. Η προσέγγιση αυτή τέθηκε προκειμένου να υποστηριχθεί ότι ο χρόνος των δώδεκα μηνών για σκοπούς επίδοσης, λογίζεται από την ημερομηνία παροχής άδειας σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και όχι από την αρχική ημερομηνία καταχώρησης του Κλητηρίου για σκοπούς επίδοσής του στους ημεδαπούς εναγομένους. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής δεν είναι άλλος από το χρόνο που το δικόγραφο παραδίδεται στο πρωτοκολλητείο για καταχώρηση και παίρνει αριθμό. Τόνισε περαιτέρω ότι δεν θα ήταν λογικό οι εναγόμενοι, που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλο ή άλλους εναγόμενους επί του ιδίου Κλητηρίου που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω και με δεδομένη την ύπαρξη έγκυρου Κλητηρίου Εντάλματος σε σχέση με όλους τους εναγομένους κατά το χρόνο έκδοσης του προαναφερθέντος ενδιάμεσου διατάγματος, δεν νοείται αποδοχή της θέσης των Αιτητών περί παροχής θεραπείας ακύρωσης του διατάγματος στο παρόν στάδιο. γ. Μη αναγκαιότητα πρόσθεσης των Αιτητών ως διαδίκων - Κατάχρηση διαδικασίας - Ενοχλητική αγωγή - Εξουσία εναγόντων για έγερση δικαστικών διαδικασιών. Σειρά θεραπειών οι οποίες καλύπτουν την Αίτηση - όπως το ήδη εξετασθέν ζήτημα της παροχής ικανοποιητικής εγγύησης σε σχέση με το εκδοθέν διάταγμα, μέρος της ισχυριζόμενης κατάχρησης διαδικασίας και το ενοχλητικό της αγωγής - είναι θέματα που εκφεύγουν της βασικής θεραπείας που αιτούνται οι Αιτητές και η οποία περιστρέφεται γύρω από την τεθείσα έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Προκειμένου να τεκμηριώσει τις εξεταζόμενες στο κεφάλαιο αυτό θέσεις, η πλευρά των Αιτητών στηρίχθηκε αφενός στην ύπαρξη σειράς άλλων διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων ή κάποιων από αυτούς, οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό τους, καλύπτουν τα ίδια ουσιαστικά θέματα με την παρούσα αγωγή και, αφετέρου, σε σχετικές γνωματεύσεις αλλοδαπών νομικών, προκειμένου να εισηγηθεί ότι οι ενάγοντες στερούνται εξουσίας έγερσης δικαστικών διαδικασιών. Η εξέταση του κατά πόσο οι εναγόμενες 3, 4, 5 τυγχάνουν αναγκαίοι ή κατάλληλοι διάδικοι, είναι ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο, δυνάμει της Δ.6, θ.1(h), αν και εφόσον καταχωρηθεί αίτηση σφράγισης του Κλητηρίου και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, στο πρόωρο αυτό στάδιο, η απόρριψη της αγωγής ως επιπόλαιης ή παρενοχλητικής, ή ως μη αποκαλύπτουσας καλή βάση εναντίον εναγομένων, θα ήταν αδικαιολόγητη. Σύμφωνα με τη νομολογία, η διακριτική αυτή εξουσία του Δικαστηρίου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (Ν. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, 1344). Είναι νομικό αξίωμα ότι η καταχώρηση πολλαπλών ενδίκων μέσων για την επιδίωξη κοινού σκοπού αποτελεί κατ΄ εξοχήν παράδειγμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Στην προκείμενη όμως περίπτωση τα θέματα είναι πολύπλοκα και η εναγόμενη 1 εμπλέκεται με διαφορετικές ιδιότητες. Συνεπώς, τυχόν εξαγωγή, στο αρχικό αυτό στάδιο, συμπεράσματος ταύτισης της παρούσας αγωγής με άλλες, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, θα ήταν αυθαίρετη και παρακινδυνευμένη. Είναι στα πλαίσια διεξαγωγής της δίκης, όταν και θα διαφανεί το όλο πλέγμα των γεγονότων, που θα αποφασιστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις ύπαρξης καταχρηστικής διαδικασίας ή ενοχλητικής αγωγής. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων - όπως αυτοί εντοπίζονται στο Γενικό Κλητήριο Ένταλμα και στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης - σε σχέση με τη φύση του αγώγιμου δικαιώματός τους και την εμπλοκή όλων των εναγομένων, συνηγορεί προς την κατεύθυνση αυτή και καθιστά αδύνατο να αποφασιστεί, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, το βάσιμο του αιτήματος για απόρριψη της αγωγής. Το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών, της έλλειψης δηλαδή εξουσίας των εναγόντων για έγερση δικαστικών διαδικασιών, στηρίχθηκε αφενός στον ισχυρισμό ότι οι διευθυντές της εναγόμενης 2 δεν συναίνεσαν στην έγερση αγωγής, και, αφετέρου, στη θέση ότι η ενάγουσα 1 δεν υφίσταται λόγω μη καταβολής των τελών ανανέωσης της άδειάς της. Στην υπόθεση Lioufis and Co. Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 773, εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, ζήτημα ανύπαρκτου ενάγοντα σε συνάρτηση με το προσφερόμενο δικονομικό μέτρο αμφισβήτησης της οντότητάς του. Αποφασίστηκε ότι η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων, αφού οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Αφού δε τονίστηκε ότι η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων, τέθηκε ότι η αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Στην απόφαση Lioufis (ανωτέρω) υιοθετήθηκε η Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL), στην οποία κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας, δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα (The Annual Practice [1958] 574-5). To δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση μηχανισμού, προκειμένου να επιδιωχθεί διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου, παρέχεται από τη Δ.27, θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Έχουν ήδη καταγραφεί, σε αμέσως προηγούμενο στάδιο, με αναφορά στα λεχθέντα στην απόφαση N. Σιακόλας (ανωτέρω), οι αυστηρές προϋποθέσεις ενεργοποίησης της πιο πάνω Διαταγής, η οποία θεσμοθετεί στην ουσία μία συνοπτική διαδικασία που παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο. Το υπόβαθρο των γεγονότων στήριξης των πιο πάνω προσεγγίσεων των Αιτητών, τελεί υπό αμφισβήτηση. Οι δύο πλευρές παρουσίασαν εκ διαμέτρου αντίθετες μαρτυρίες, συμπεριλαμβανομένων δηλώσεων εμπειρογνωμόνων, προκειμένου να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους και να αποδείξουν το αλλοδαπό δίκαιο που διέπει τα υπό εξέταση θέματα. Αχλύς καλύπτει τα εγερθέντα ζητήματα. Αποτέλεσμα ακριβώς της κάθετης διαφωνίας που προβάλλει μέσα από το μαρτυρικό υλικό, το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τύπο ενόρκων δηλώσεων. Η απουσία σχετικής αντεξέτασης των μαρτύρων συνέτεινε στο να παραμείνει ομιχλώδες το όλο τοπίο. Η παράθεση από τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες αντικρουστικής μαρτυρίας - συμπεριλαμβανομένης της ανανέωσης της άδειας της εναγόμενης 1, Τεκμ. 4 στην ένορκη δήλωση του Samra ημερ. 2.6.09, η οποία κάλυπτε το χρονικό διάστημα καταχώρησης της αγωγής - καθιστούσε επιβεβλημένη, τουλάχιστον, την αντεξέταση των μαρτύρων από τους Αιτητές, προκειμένου να τεκμηριώσουν αίτημά τους για τερματισμό της διαδικασίας. Η αποτυχία τους να καλύψουν τα πλαίσια της εμβέλειας της Δ.27, θ.3, οδηγεί και στην απόρριψη των εξεταζόμενων θέσεών τους. Ε. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Με βάση τον εντοπισμό της παράλειψης των εναγόντων να αποταθούν για εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για τη σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και την επίδοσή του εκτός δικαιοδοσίας, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της επίδοσης προς τους εναγόμενους 3, 4 και 5 όλων των εγγράφων, ήτοι του Κλητηρίου Εντάλματος, των λεπτομερειών της απαίτησης, της ενδιάμεσης μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 7.4.2009 και των συνοδευτικών της εγγράφων και του εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 10.4.2009. Το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης που αφορούν τους πιο πάνω εναγόμενους-Αιτητές, επιδικάζονται προς όφελός τους και εις βάρος των εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο