← Κύπρος

Tariq Rashid ν. M PAPORIS (TYRE EXPERTS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2571/2008, 26 Νοεμβρίου, 2009

Tariq Rashid ν. M PAPORIS (TYRE EXPERTS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2571/2008, 26 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2571/2008 Μεταξύ: Tariq Rashid Ενάγοντα και

  1. M. PAPORIS (TYRE EXPERTS) LTD
  2. Άλκης Παπορής
  3. Ελληνική Τράπεζα Λτδ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 5.6.2009 για συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου, 2009 Για αιτητές- ενάγοντες: κα Α. Γιαλλούρη Για καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένους 1 και 2: κ. Αργυριάδης για κ. Δ. Παυλίδη Απόφαση για την αίτηση ημερ. 5.6.2009 Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και
  4. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για US$ 112.582 ή το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ πλέον τόκο 6.35% από 15.1.2008 δυνάμει γραμματίου το οποίο υπέγραψε η εναγομένη 1 τη εγγυήσει του εναγομένου 2, νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 20.5.2008 και ο ενάγων αρχικά κετέθεσε μία αίτηση για συνοπτική απόφαση η οποία αποσύρθηκε στις 4.6.2009 άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης. Την επόμενη ημέρα, ο ενάγων καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και
  5. Η αγωγή δεν προωθήθηκε εναντίον της εναγομένης
  6. Σημειώνεται ότι στις 15.5.2008 εκδόθηκε, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης του ενάγοντα, προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα σε σχέση με την πώληση συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων 1 και 2 και ο ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο €50.000 σε μετρητά ως εγγύηση για την κάλυψη τυχόν ζημιών από την έκδοση του διατάγματος. Το εν λόγω διάταγμα κατέστη απόλυτο, με τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων 1 και 2, στις 20.10.
  7. Την αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύει ένορκη δήλωση ημερ. 22.5.2009 του ενάγοντα, εκ Bristol του Ηνωμένου Βασιλείου, στα Αγγλικά, η οποία έγινε ενώπιον του Επίτιμου Προξένου της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Bristol. Επισυνάπτεται επιπλέον ένορκη δήλωση του κ. Στέλιου Χριστοδούλου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον ενάγοντα, ο οποίος επισυνάπτει δική του μετάφραση της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα στα Ελληνικά. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση του ενάγοντα, αυτός αναφέρει ότι κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ασχολείται με τη χονδρική πώληση ελαστικών αυτοκινήτων και ότι η εναγομένη 1 εταιρεία εξέδωσε στις 18.8.2006 έντυπο παραγγελίας για την πώληση και παροχή ελαστικών αξίας US$151,826.35 προς τον ενάγοντα. Ο ενάγων, σύμφωνα με τoυς ισχυρισμούς του, κατέβαλε προκαταβολικά το ποσό της παραγγελίας, αλλά οι εναγόμενοι δεν παρέδωσαν το εμπόρευμα. Επιπλέον, ο εναγόμενος 2, διευθυντής της εναγομένης 1, εγγυήθηκε προσωπικά και γραπτώς την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού (Τεκμήριο TR3). Στη συνέχεια, και ειδικότερα στις 15.1.2008, η εναγομένη 1 υπέγραψε έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος (το ίδιο το γραμμάτιο αναγράφει «value received in cash», δηλαδή «αξία ληφθείσα τοις μετρητοίς) Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου προς όφελος του ενάγοντα για το ποσό των US$112.582 και ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του εν λόγω ποσού του γραμματίου (Τεκμήριο TR4). Με βάση το γραμμάτιο, η εξόφληση του ποσού έπρεπε να γίνει πριν ή κατά την 1.12.2008 και θα εκαταβάλλετο σε δόσεις ως αναγράφεται λεπτομερώς στο γραμμάτιο, με κατάθεση των ποσών των δόσεων σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό των δικηγόρων του ενάγοντα. Το γραμμάτιο προνοεί επίσης για τόκο προς 6.35% ετησίως, αλλά σε περίπτωση έγκαιρης πληρωμής των δόσεων, ουδείς τόκος θα εχρεώνετο. Ο ενάγων αναφέρει επιπλέον ότι το γραμμάτιο κατέστη ληξιπρόθεσμο χωρίς οι εναγόμενοι να έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι, παρά τις σχετικές παρακλήσεις, και ότι οι εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν στην αγωγή. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στις 12.6.2009 και προβάλλουν, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους:

(1)Εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους του ενάγοντα δεν νομιμοποιείται να προβαίνει στην ένορκη δήλωση, καθότι είναι ασκούμενος δικηγόρος και όχι διάδικος
(2)Η αίτηση είναι αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν στην έκδοση απόφασης συνοπτικά
(3)Η ένορκη δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Δ.18 και Δ.39
(4)Ο ενόρκως δηλών δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης του και/ή δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η γνώση του είναι απόρροια ιδίας αντίληψης
(5)Το ποσό το οποίο αναφέρεται δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρόκειται για προϊόν παράνομου ανατοκισμού
(6)Οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την εναγομένη 1, της οποίας είναι διευθυντής και κύριος μέτοχος, να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει ότι ο ενόρκως δηλών Στέλιος Χριστοδούλου δεν ήταν παρών σε οποιαδήποτε ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου ή εγγύησης και δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Ως προς την ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα, ο εναγόμενος 2 αρνείται τους πλείστους ισχυρισμούς του και προσθέτει ότι εάν και εφόσον ο ενάγων πετύχει στην απαίτησή του, ο οφειλέτης είναι η εναγομένη 1 και όχι ο ίδιος προσωπικά, καθότι είχε συμφωνηθεί ότι στην περίπτωση που θα εκτελείτο η συγκεκριμένη παραγγελία, οφειλέτης θα ήταν η εναγομένη 1. Καλεί δε τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του και λέγει ότι το μόνο αρμόδιο άτομο να προωθήσει τέτοιους ισχυρισμούς είναι ο ενάγων και όχι ο ασκούμενος δικηγόρος, ο οποίος δεν γνωρίζει κατά πόσο υπεγράφη το γραμμάτιο και από ποιους. Εν όψει αυτών, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι απ' ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι επαρκείς. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Παρούσας Υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 13.5.2008 και σημείωμα εμφάνισης για τους εναγομένους 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 20.5.
  1. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος αναφέρει ρητά ότι γνωρίζει όλα τα σχετικά γεγονότα, όπως εξάλλου είναι λογικό, εφόσον πρόκειται για δική του υπόθεση. Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο ενάγων με την ένορκη δήλωσή του εκπληροί όλα αυτά παραθέτοντας και αντίγραφα των σχετικών εγγράφων, και ειδικότερα του γραμματίου ημερ. 15.1.2008 το οποίο συνοδεύεται από προσωπική εγγύηση του εναγομένου
  2. Σχετικά με το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα είναι στην Αγγλική γλώσσα, σημειώνω ότι το άρθρο 5
(1)του περί των Επισήμων Γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμου του 1988 Ν. 67/88προνοεί ότι σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, και το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, εάν το κρίνει σκόπιμο, τη μετάφραση σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5
(4)του εν λόγω Νόμου, για τους σκοπούς του άρθρου 5 «έγγραφο» περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση (βλ. και την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Faz Aviation Ltd κ.α.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 707). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει ανάγκη να διαταχθεί μετάφραση, εφόσον επισυνάπτεται σχετική μετάφραση του κ. Στέλιου Χριστοδούλου, δικηγόρου, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει καλά και τις δύο γλώσσες. Η γνώση του αυτή και η ορθότητα της μετάφρασής του, όπως και το γεγονός ότι ο αιτητής ορκίστηκε στην Αγγλία ενώπιον Προξένου, ως προνοεί ρητά η Δ.39 θ. 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Πολύ σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι και τα ακόλουθα, τα οποία λέχθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos,
(2002)1 Α.Α.Δ. 782, στη σελ. 788, σε σχέση με ένορκη δήλωση σε αίτηση για άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος: «Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης.» Αυτή ακριβώς είναι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην υπό κρίση αίτηση ημερ. 5.6.2009. Έχω την εντύπωση ότι όλες οι αναφορές στην ένσταση και ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 σε ένορκη δήλωση ασκούμενου δικηγόρου ημερ. 26.6.2008 ο οποίος δεν γνωρίζει τα γεγονότα, αφορά την πρώτη αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 26.6.2008, η οποία είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης, προφανώς ακριβώς λόγω του ότι δεν συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ενάγοντα σε γλώσσα αντιληπτή στον ίδιο παρά μόνο από ένορκη δήλωση του κ. Χριστοδούλου, ο οποίος φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο ήταν ασκούμενος δικηγόρος. Ως προς τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων κατά την αγόρευσή του ότι ο ενάγων έχει προβεί σε ένορκη δήλωση στα ελληνικά ενόσω η μητρική του γλώσσα είναι τα Αραβικά, σημειώνω ότι τα θέματα αυτά δεν εγείρονται στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι η ένορκη δήλωση που έχει υπογράψει ο ενάγων-αιτητής δεν είναι στην ελληνική γλώσσα, είναι στην αγγλική. Ο ίδιος δηλώνει ότι είναι εκ Bristol, Ηνωμένου Βασιλείου, και το γεγονός ότι η αγγλική γλώσσα τού είναι πλήρως αντιληπτή και κατανοητή δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς οι όποιες αναφορές κατά το στάδιο των αγορεύσεων περί Αραβικής μητρικής γλώσσας ή υπογραφής ελληνικού εγγράφου δεν βρίσκουν έρεισμα από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι λόγοι ένστασης
(1),
(3)και
(4)δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενάγων είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του, η οποία έχει μεταφραστεί δεόντως από τον κ. Χριστοδούλου. Στην παράγραφο 17 αναφέρει ότι το χρέος εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 22 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στους εναγομένους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, οι εναγόμενοι θα πρέπει να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Το κριτήριο όμως δεν θα ικανοποιηθεί χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912). Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης στις 2.9.2009 δεν εξουδετερώνει την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ούτε και είναι ορθό να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το περιεχόμενο της εν λόγω υπεράσπισης. Όπως λέχθηκε από τον Δικαστή Νικολάτο στη Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Οι λόγοι ένστασης
(1),
(3)και
(4)έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί πιο πάνω. Σχετικά με τον λόγο
(5)- ότι το ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρόκειται για προϊόν παράνομου ανατοκισμού - σημειώνω ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στον ισχυρισμό αυτό στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 2. Ενδεχομένως ο ισχυρισμός αυτός να μην αφορά την παρούσα περίπτωση και να τέθηκε εκ παραδρομής. Εν πάση περιπτώσει, δεν στηρίζεται από το παραμικρό στοιχείο ή λεπτομέρεια και παρέμεινε παντελώς μετέωρος και αβάσιμος. Ως προς τους λόγους ένστασης
(2)και
(6), ότι δηλαδή η αίτηση είναι αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, και ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση, οφείλω να σημειώσω ότι ο εναγόμενος 2 με την ένορκη δήλωσή του δεν αποκαλύπτει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, προβαίνει σε γενικές και αόριστες αρνήσεις σχεδόν όλων των ισχυρισμών του ενάγοντα στη δική του ένορκη δήλωση χωρίς περαιτέρω επεξήγηση ή τεκμηρίωση. Επιπλέον, φαίνεται να παραδέχεται την απαίτηση εναντίον της εναγομένης 1, από την οποία αναφέρει ρητά ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Δηλαδή το μόνο που αρνείται είναι τη δική του ευθύνη για το οφειλόμενο ποσό βάσει της εγγύησης επί του γραμματίου, χωρίς όμως να θέτει οποιουσδήποτε εξειδικευμένους ισχυρισμούς πέραν μιας γενικής άρνησης. Υπενθυμίζω ότι η απαίτηση ουσιαστικά βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και σχετική εγγύηση. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, δεν φαίνεται να αμφισβητούν οι εναγόμενοι 1 και 2 με οποιοδήποτε συγκεκριμένο τρόπο το εν λόγω έγγραφο, το οποίο σημειώνω φαίνεται να φέρει υπογραφή εκ μέρους της εναγομένης 1 εταιρείας ως οφειλέτριας και τη σφραγίδα της καθώς και τις υπογραφές δύο μαρτύρων, ενώ στην τρίτη σελίδα υπάρχει η προσωπική εγγύηση του εναγομένου 2 (βλ. Τεκμήριο TR4 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή). Το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι σε κάθε δικαστικό μέτρο που λαμβάνεται βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενό του συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Νοείται όμως ότι αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Η ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει σε κανένα σημείο δεν επικαλούνται οποιαδήποτε από αυτές τις υπερασπίσεις ή οποιουσδήποτε σχετικούς ισχυρισμούς. Μάλιστα, τουλάχιστον όσον αφορά την εναγομένη 1, φαίνεται να υπάρχει και κάποιου είδους αποδοχή της οφειλής (βλ. παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 2). Ούτε και προβάλλεται οποιαδήποτε υπεράσπιση ή συγκεκριμένος ισχυρισμός σε σχέση με τη γραπτή εγγύηση του εναγομένου 2 επί του γραμματίου πέραν της προαναφερόμενης γενικής και αόριστης άρνησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω, διαπιστώνω πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη και πως οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν μια καλόπιστη υπεράσπιση στην απαίτηση ή ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ισόποσο σε Ευρώ του ποσού των US$ 112.582 (Δολαρίων Αμερικής Εκατόν Δώδεκα Χιλιάδων Πεντακοσίων Ογδόντα Δύο) πλέον τόκο προς 6.35% τον χρόνο από 15.1.2008. Ο ενάγων δικαιούται επίσης τα έξοδά του, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.