Ανδρέα Κουμπαρή ν. Ανδρέα Γεωργίου Μάλλα, Αρ. Αγωγής 6358/08, 26 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6358/08 Μεταξύ: Ανδρέα Κουμπαρή Ενάγοντος και Ανδρέα Γεωργίου Μάλλα Εναγόμενου ___________________ Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 5.5.2009 26 Νοεμβρίου, 2009. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κα Θεμιστοκλέους. Για Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση: κα Κατσούρη. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο εναγόμενος (εφεξής ο αιτητής) επιδιώκει τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 11.3.2009 δυνάμει της οποίας οφείλει
(1)να παραδώσει στον ενάγοντα (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση) ελευθέρα κατοχή ενός καταστήματος που βρίσκεται στην οδό Αρχ. Μακαρίου στο Δάλι
(2)να καταβάλει καθυστερημένα ενοίκια ύψους €4800,00 σεντ
(3)να καταβάλλει €400,00 σεντ μηνιαίως από 5.3.2009 μέχρι παραδόσεως ελευθέρας κατοχής του ρηθέντος καταστήματος και
(4)να καταβάλει τους απορρέοντες τόκους και τα δικηγορικά έξοδα. Η απόφαση ήταν το απότοκο υποβληθείσας απαίτησης για καθυστερημένα ενοίκια που καλύπτουν περίοδο εννέα μηνών, δηλαδή από 15.2.2008 μέχρι 15.11.
- Η Αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.1-4 και 9, Δ.17 Θ.10, Δ.26.Θ.14 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνονται από ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή, Ανδρέα Γεωργίου Μάλλα. Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Μάλλα, όταν του επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής στις 29.1.2009 επικοινώνησε με τον καθ'ου η αίτηση και διαμαρτυρόμενος, του υπέδειξε, ότι τα ενοίκια μέχρι τον Αύγουστο του 2008 ήταν πληρωμένα και ότι χρωστούσε μόνο τα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου 2008 μέχρι Ιανουαρίου 2009 συμποσούμενα μόνο σε €
- Όταν δε καταχωρήθηκε η αγωγή στις 4.11.2008 τα οφειλόμενα ενοίκια ήταν μόνο τρία (9/08-11/08) συμποσούμενα σε €1200 και όχι €3600 ως ψευδώς αναφέρεται στο Κλητήριο Ένταλμα. Κατόπιν της υπόδειξης, ο καθ' ου η αίτηση του ανέφερε ότι η καταχώρηση της αγωγής επρόκειτο περί λάθους και θα προχωρούσε ως εκ τούτου στην απόσυρση της. Συνάμα τον διαβεβαίωσε ότι θα τον επισκεπτόταν προσεχώς για την είσπραξη των οφειλομένων ενοικίων. Περαιτέρω συμφώνησαν όπως ο αιτητής του καταβάλει €600 για τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής που θα αποσυρόταν. Μετά πάροδο περίπου 25 ημερών και αφού εν τω μεταξύ ο καθ' ου η αίτηση δεν τον είχε επισκεφθεί για να εισπράξει τα ενοίκια, επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι η αγωγή είχε ήδη αποσυρθεί και ότι θα τον επισκεπτόταν τις αμέσως επόμενες ημέρες για είσπραξη των οφειλομένων ενοικίων. Αυτό δεν έγινε όμως και έτσι στις 29 Απριλίου 2009 επισκέφθηκε το δικηγόρο του, παραδίδοντας του το Κλητήριο Ένταλμα για να διερευνήσει το όλο θέμα. Από την έρευνα που έγινε διαφάνηκε ότι ο καθ' ου η αίτηση τον παραπλάνησε για να μην εμφανισθεί στη διαδικασία αφού η αγωγή είχε προωθηθεί και εξασφαλίστηκε ερήμην απόφαση στις 11.3.
- Επί της ουσίας επομένως είναι ο ισχυρισμός του κ. Μάλλα ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση αφού η εκδοθείσα απόφαση ήταν το αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων ένεκα του ότι τα οφειλόμενα ενοίκια δεν ήσαν εννέα ως αναφέρεται στο Κλητήριο Ένταλμα αλλά μόνο τρία και αφορούσαν τους μήνες που προσδιορίζονται ανωτέρω. Επί της διαδικασίας η θέση του κυρίου Μάλλα είναι ότι η μη εμφάνιση οφειλόταν ακριβώς στην παραπλάνηση που έτυχε από τον καθ' ου η αίτηση. Σε καμία περίπτωση δεν επέδειξε καταφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία. Ο καθ' ου αίτηση με την Ένσταση του ημερομηνίας 2.7.2009 αμφισβητεί τη βασιμότητα της Αίτησης, προβάλλοντας τέσσερις συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.4, Δ.17 Θ.10, Δ.33 Θ.2, Δ.64 Θ.2, άρθρ0ο 30
(2)του Συντάγματος και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνονται από ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση Ανδρέα Κουμπαρή. Ο κ. Κουμπαρής υπεραμύνεται της ορθότητας έκδοσης της επίμαχης απόφασης. Απορρίπτει κατηγορηματικά τα περί επικοινωνίας του αιτητή μαζί του μετά την επίδοση της αγωγής ως επίσης απορρίπτει τα περί υποσχέσεων και παραπλάνησης για απόσυρση της αγωγής. Όλα είναι υπεκφυγές του αιτητή διατείνεται, για να δικαιολογήσει την αδράνεια που επέδειξε. Σε ό,τι αφορά την ουσία της υπόθεσης ο καθ' ου η αίτηση υποδεικνύει ότι ο αιτητής με τα λεγόμενα του ουσιαστικά παραδέχεται ότι όφειλε καθυστερημένα ενοίκια με αποτέλεσμα να καταδεικνύεται σαφέστατα ότι η απόφαση του Δικαστηρίου για παράδοση ελευθέρας κατοχής του καταστήματος, ήταν απόλυτα ορθή και δικαιολογημένη. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός για αντεξέταση ενόρκως δηλούντων με αποτέλεσμα οι δύο δικηγόροι απλώς να καταθέσουν και να υιοθετήσουν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων των πελατών τους. Αυτό εν συντομία είναι το πλαίσιο της όλης διαφοράς. Σε ό,τι αφορά τις εφαρμοστέες νομικές αρχές, το πρώτο το οποίο θα πρέπει να υποδειχθεί είναι ότι η ερήμην απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα υπόθεση στις 11.3.2009 λήφθηκε βάσει των προνοιών της Διαταγής 17 Θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ελλείψει δηλαδή καταχώρισης εμφάνισης από μέρους του αιτητή. Απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί βάσει της Διαταγής 17 Θ.10, η οποία διαλαμβάνει ως εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Στηριζόμενο κατά βάση στη θεμελιακή επί του θέματος αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του, καθορίσει με σαφήνεια τις αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα Δικαστήρια κατά την ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Ακολουθεί ενδεικτική αναφορά σε μερικές εξ αυτών. Στην Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, αναφέρθηκαν τα εξής: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ'αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Στην Bush κ.α ν Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 αναφέρονται στις σελ. 1345-1346 τα ακόλουθα: "Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17, θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae us sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση." Σε σχέση ειδικά με το θέμα της υπεράσπισης αναφέρθηκαν στην Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ 26, τα ακόλουθα: "Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά την λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C (ανωτέρω), πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης." Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η Χρυσάνθου v. Mariala Construction Ltd
(1996)1 (A) Α.Α.Δ 1129, όπου τονίστηκε, ότι, το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Πατούρης [ανωτέρω]). Σε σχέση ειδικά με την δικαιολόγηση της μη εμφάνισης σχετική είναι η Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 όπου λέχθηκε ότι αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία να ισοδυναμεί με τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (ανωτέρω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α, Πολιτική Έφεση 10552 ημερ.11.4.2000 και Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Παρομοίως στην Πεγιώτης ν Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601, 1606 λέχθηκαν τα εξής: "Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται η αιτιολόγηση οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του (βλ. μεταξύ άλλων, Mine and Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26). Δε συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ' εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας, προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της". Σχετικές με το θέμα είναι και οι Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R 204, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 Α.Α.Δ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Λευκίδου v. Κανναουρίδου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd Πολιτική Έφεση 10720 ημερ. 23.3.2001 και Κωνσταντινίδης v. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774. Επανέρχομαι στα ειδικά γεγονότα της παρούσας αίτησης κάνοντας αρχή από το κεφαλαιώδες ζήτημα της μη εμφάνισης του αιτητή. Ο αιτητής υπενθυμίζω παραδέχεται ότι έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής από το τέλος Ιανουαρίου που του επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν εμφανίστηκε διότι ήταν σε επικοινωνία με τον καθ'ου η αίτηση και έλαβε διαβεβαιώσεις ότι επρόκειτο περί λάθους και ότι η αγωγή θα αποσυρόταν. Αργότερα μάλιστα ο καθ'ου η αίτηση τον καθησύχασε ακόμα περισσότερο λέγοντας του ότι όντως είχε αποσυρθεί. Τους ισχυρισμούς αυτούς τους απορρίπτει κατηγορηματικά ο καθ'ου η αίτηση, αρνούμενος όχι μόνο τις διαβεβαιώσεις αλλά ακόμα και την όποια επικοινωνία μεταξύ τους. Συνεπώς ο αιτητής, ο οποίος είχε και το απόλυτο βάρος απόδειξης, είχε την ελάχιστη υποχρέωση να ζητήσει την αντεξέταση του καθ'ου η αίτηση, να αμφισβητήσει εμπράκτως τους αντίθετους του ισχυρισμούς και βεβαίως να του υποβάλει για σχολιασμό την ορθότητα και το αληθές των δικών του θέσεων. Έτσι μόνο θα αποκτούσαν αποδεικτική βαρύτητα και υπόσταση οι θέσεις του. Εναλλακτικά θα μπορούσε μετά την καταχώρηση της Ένστασης να ζητούσε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε τα πράγματα να επανατοποθετούντο στην ορθή και πραγματική (κατά τον ίδιο) τους διάσταση (βλ EDITC LTD ν. MAKIS MICHAELIDES & ASSOCIATES κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1887 και IRENA KNITTING LTD κ.α v. ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 816, στην οποία μάλιστα οι τεθέντες ισχυρισμοί για τη μη εμφάνιση ήταν πολύ παρόμοιοι με τους ισχυρισμούς που θέτει εδώ ο αιτητής). Τελικώς θεωρώ ότι ο αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος το οποίο είχε για να δικαιολογήσει τη μη εμφάνιση του. Ακόμα όμως και αν ήταν αλλιώς τα πράγματα και οι ισχυρισμοί του αιτητή σ΄αυτό το πλαίσιο γινόντουσαν δεκτοί, πάλι, κατά την κρίση μου, η μη εμφάνιση του δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση του Κλητηρίου Εντάλματος, θα έπρεπε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και όχι να αρκεστεί στις όποιες διαβεβαιώσεις του καθ' ου η αίτηση. Αυτή η ανάγκη ήταν ιδιαιτέρως επιτακτική ενόψει του γεγονότος ότι η αγωγή (ως ισχυρίζεται) δεν αντικατόπτριζε την πραγματική εικόνα των πραγμάτων. Με άλλα λόγια η παραλαβή "παραπλανητικής αγωγής" θα έπρεπε αμέσως να του κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Ακόμα όμως και αν ήταν συγχωρητέα ή αρχική αδράνεια, είναι αδύνατο να συγχωρεθεί η μετέπειτα, όταν δηλαδή για 25 ολόκληρες ημέρες ο καθ' ου η αίτηση δεν τον προσέγγισε για να εισπράξει τα οφειλόμενα ενοίκια Εδώ να σημειωθεί πως αν καταχωρούσε εμφάνιση έστω και σ' αυτό το χρονικό σημείο, το οποίο προσδιορίζεται γύρω στο τέλος Φεβρουαρίου, θα προλάβαινε κατά πάσα πιθανότητα την έκδοση της απόφασης στις 11.3.2009. Επ' αυτού υποδεικνύω ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έσπευσε να καταχωρήσει αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης, το έπραξε μόλις στις 4.3.2009 (ένα και πλέον μήνα δηλαδή μετά την επίδοση της αγωγής), στοιχείο που είναι και ασυμβίβαστο με τα περί δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Ένα άλλο στοιχείο που είναι ασυμβίβαστο με τους εν γένει ισχυρισμούς του αιτητή και το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί, είναι η προθυμία του να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα της καταχωρηθείσας αγωγής (€600). Αν η αγωγή καταχωρήθηκε εκ λάθους ως υποτίθεται αναγνώρισε ο καθ'ου η αίτηση, γιατί συμφώνησε να του καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα; Αυτό το ερώτημα έμεινε αναπάντητο, αποδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη αδύνατη θέση του αιτητή. Αξιοπερίεργο και αναπάντητο παραμένει και το ερώτημα, γιατί δεν αναζήτησε ο ίδιος (ως εξάλλου όφειλε) τον καθ'ου η αίτηση για να του καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια και να του αφαιρέσει έτσι τα όποια επιχειρήματα και παράπονα ; Τελικώς εκείνο το οποίο αναμφίβολα προκύπτει είναι, ότι, όπως επισκέφθηκε τον δικηγόρο του στις 29.4.2009 ο αιτητής, θα μπορούσε να το έπραττε δύο και τρεις μήνες νωρίτερα. Η δε παράλειψη του να το πράξει, γνωρίζοντας για την καταχώρηση της αγωγής, ισοδυναμεί με έκδηλη καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό ανενδοίαστα δικαιολογεί την χωρίς άλλο απόρριψη της Αίτησης του για παραμερισμό της απόφασης. Εκ του περισσού να επισημάνω ότι ο αιτητής δεν απέσεισε ούτε το βάρος να καταδείξει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπήρξε και επ' αυτού αμφισβήτηση από μέρους του καθ' ου η αίτηση, χωρίς όμως και πάλι να αντεξεταστεί και χωρίς να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έτσι κι αλλιώς, ως σωστά υπέδειξε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση, τα ζητήματα που εγείρει ο αίτησης δεν άπτονται της ουσίας του αγώγιμου δικαιώματος ή της βάσης της αγωγής, ούτε και πλήττουν την ουσιώδη κατάληξη για παράδοση ελευθέρας κατοχής του καταστήματος. Αφορούν απλώς το ύψους των καθυστερημένων ενοικίων, τα οποία έτσι κι αλλιώς κυμαίνονται και διαφέρουν από μήνα σε μήνα ανάλογα με τις εκάστοτε πληρωμές. Η ουσία της απαίτησης ήταν η διάρρηξη της συμφωνίας ενοικίασης με την συστηματική καθυστέρηση που υπήρξε από πλευράς αιτητή στην καταβολή των μηνιαίων ενοικίων. Αυτή η διάρρηξη ουδόλως έχει αμφισβητηθεί. Νοείται βέβαια (και αυτό ας το έχει υπόψη ο καθ'ου η αίτηση), εισπρακτέα βάσει της εκδοθείσας απόφασης είναι μόνο τα ποσά που δεν έχουν ήδη καταβληθεί. Η όποια προσπάθεια προσπορισμού χρημάτων πέραν των οφειλομένων είναι άκρως αντικανονική και παράνομη. Κλείνοντας, αφού το θέμα έχει τεθεί, να σημειώσω ότι κανένα νομικό κώλυμα δεν δημιουργείται από την είσπραξη ενοικίων μετά τον τερματισμό συμφωνίας ενοικίασης. Αντίθετα αυτό αποτελεί φυσιολογική και αναμενόμενη ενέργεια στην προσπάθεια του ιδιοκτήτη να μειώσει την επαπειλούμενη χρηματική του ζημιά. Για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος-καθ' ου η αίτηση και εναντίον του εναγομένου-αιτητή. (Υπ.) .......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο