← Κύπρος

Ιωάννης Ερωτοκρίτου ν. Χρίστος Κιτρομιλίδης κ.α., Αγωγή αριθ. 4687/09, 8.12.2009

Ιωάννης Ερωτοκρίτου ν. Χρίστος Κιτρομιλίδης κ.α., Αγωγή αριθ. 4687/09, 8.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Αγωγή αριθ. 4687/09 Μεταξύ: Ιωάννης Ερωτοκρίτου Ενάγοντα και

  1. Χρίστος Κιτρομιλίδης
  2. Θεράπων Θεοδούλου Εναγομένων -------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.8.09 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.12.2009 Για ενάγοντα-αιτητή: κα Ερωτοκρίτου Για εναγόμενο 1-καθ΄ ού η αίτηση: κ. Πέτσας, κ. Γ. Χ"Πέτρου για να ακούσει απόφαση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε αγωγή για παράβαση συμφωνίας πώλησης κτημάτων ο ενάγων-αιτητής καταχώρησε επίσης παράλληλα στις 3.8.09 την παρούσα υπό εκδίκαση αίτηση, με την οποία σκοπείται ουσιαστικά η απαγόρευση στον εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει τρία ακίνητα του στην επαρχία Πάφου, να τα πωλήσει, να τα αποξενώσει της κατοχής του ή να τα επιβαρύνει με οποιονδήποτε τρόπο. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση προς όφελος του ενάγοντα. Η αίτηση συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, σε αυτή καταχωρήθηκε ένσταση η οποία επίσης συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, όπου αμφισβητούνται στην πλειονότητα τους τα γεγονότα όπως τα αποκαλύπτει ο ενάγων-αιτητής με αποτέλεσμα με νέα αίτηση του ο ενάγων-αιτητής να αιτηθεί και να επιτύχει από το δικαστήριο να καταχωρήσει δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Δεν θα ενδιατρίψω στα γεγονότα ούτε θα αξιολογήσω στο παρόν στάδιο τις εκατέρωθεν προαναφερόμενες αντιφατικές θέσεις. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου η οποία πάντοτε ασκείται δικαστικά όσον αφορά την έκδοση ή την απόρριψη έκδοσης ενός ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, βασίζεται στις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4-9 του Κεφ.6 και τη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχουν εξεταστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι τρεις: 1) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση 2) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πρέπει παράλληλα να αποφασίσει τη ζημιά που επιβαρύνεται ένας διάδικος σε σχέση με το όφελος που προσπορίζεται ο αντίδικος του. Βλέπε Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 και Acropol Shipping Company Ltd & Others v. Petros Rossis
(1970)1 A.A.Δ.
  1. Έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους του εναγομένου 1-καθ΄ ου η αίτηση η ύπαρξη της ουσιωδέστερης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, δηλαδή ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε στην ενώπιον μου αγόρευση του ότι ο αιτητής δεν έχει βάση αγωγής με την έννοια ότι εάν η βάση αγωγής είναι η εκχώρηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα στην αγωγή 2661/82 η συμφωνία εκείνη έχει ακυρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 22.2.84 και ουδείς είναι δυνατό να αντλεί δικαιώματα από μια ακυρωθείσα συμφωνία. Εάν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Πέτσα η βάση της αγωγής είναι μια νέα συμφωνία η οποία επιτεύχθηκε στις 22.2.84, αυτή η ισχυριζόμενη συμφωνία δεν είναι δικογραφημένη, η αγωγή δεν βασίζεται επί αυτής της συμφωνίας και ως εκ τούτου σύμφωνα με τον κ. Πέτσα δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που σημαίνει ότι ο ενάγων-αιτητής δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και βεβαίως δεν συντρέχει ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Έχω ακούσει με πολλή προσοχή την επιχειρηματολογία αμφοτέρων των δικηγόρων ενώπιον μου και θα διαφωνήσω κάθετα με τον κ. Πέτσα. Η βάση της αγωγής είναι συμφωνία επιτευχθείσα μεταξύ ενάγοντος και εναγομένων και θα έλεγα ότι ήταν αρκετό στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Order 2 rule 1) να αναφέρεται ως μία συμφωνία επιτευχθείσα την 22.2.84, μεταξύ ενάγοντος και εναγομένων, στο πλαίσιο της αγωγής ή κατά το συμβιβασμό της αγωγής 2261/82 και τίποτε άλλο, εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα έκθεση απαίτησης, και δεν χρειάζονται περαιτέρω λεπτομέρειες στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Πέραν τούτου, ο ενάγων-αιτητής διευκρινίζει ότι το μόνο στοιχείο που είχε μετά την επιτευχθείσα συμφωνία ήταν αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο καταθέτει στην αίτηση και την ένορκη δήλωση του. Στις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του καταγράφεται με πολύ λεπτομερή και σαφή τρόπο η συμφωνία που επετεύχθη, στο πλαίσιο της συμβιβαστικής πρότασης και όσων στοιχείων ήταν σε γνώση του ενάγοντα-αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν είναι δυνατό να γίνεται αποδεκτός ένας ισχυρισμός ότι η επιτευχθείσα συμφωνία δεν αποτελεί βάση της αγωγής όπως είναι δικογραφημένη η αγωγή ή εν πάση περιπτώσει το πωλητήριο έγγραφο του οποίου κατ΄ ισχυρισμό ο ενάγων στην αγωγή 2661/82 εκχώρησε τα δικαιώματα προς τον ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, ακυρώθηκε με απόφαση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν μπορεί να αντλεί δικαιώματα εκ του ακυρωθέντος πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 20.12.80 Από το ίδιο το τεκμήριο Α που ο εναγόμενος 1-καθ΄ ου η αίτηση επισυνάπτει στην ένσταση του καταφαίνονται γεγονότα τα οποία δεν δικαιολογούν τη θέση του κ. Πέτσα. 1) Ο ενάγων δεν ήταν παρών στο συμβιβασμό και αγνοεί συνεπώς τι ελέχθη σ΄ αυτόν, 2) η ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου δεν είναι απόφαση του δικαστηρίου και 3) η ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου είναι λέξεις που ειπώθηκαν από το δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο τότε (κ. Ε. Νεοφύτου) και σημερινό εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή και δεν μπορεί κανένας να ισχυρίζεται ότι η ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου είναι απόφαση του δικαστηρίου, του οποίου ούτε καν κανόνας είναι (Rule of Court). Η παράθεση εκ μέρους της κας Ερωτοκρίτου παραδοχών στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1-καθ΄ ου η αίτηση, είναι καταλυτική ούτως ώστε το δικαστήριο να κάνει αποδεκτό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι ο εναγόμενος 1-καθ΄ ου η αίτηση δικαιούται σε θεραπεία. Ο εναγόμενος 1 ουσιαστικά αναγνωρίζει το χρέος του προς τον ενάγοντα. Αναγνωρίζει ότι το χρέος αυτό προέκυψε κατά τη διαδικασία συμβιβασμού της αγωγής 2661/82 και ότι ζήτησε τη μεσολάβηση του ενάγοντα προς τούτο. Ισχυρίζεται επίσης ότι αυτό έγινε με αντάλλαγμα και/ή όρο την αγορά των δύο οικοπέδων που ήταν αντικείμενο της αγωγής 2661/82, όμως σε μεταγενέστερο στάδιο και σε τιμή κόστους σε αντίθεση με τον ενάγοντα που ισχυρίζεται ότι με την καταβολή του συνολικού ποσού των €4600 υποκαθίστατο στη θέση του ενάγοντα στην αγωγή 2661/82 χωρίς κανένα επιπρόσθετο κόστος. Παραδέχεται επίσης ο εναγόμενος ότι πρόσφερε στον ενάγοντα ένα ποσό €50.000 (ο ενάγων ισχυρίζεται £50.000), ότι απεδέχθη σε μεταγενέστερο στάδιο διαιτησία, ότι είχε συναντήσεις με τον ενάγοντα με το σκοπό να βρεθεί συμβιβαστική λύση και ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο ενάγων ήταν παρόντες κατά τη διευθέτηση της αγωγής 2661/82 και κατά συνέπεια ο ενάγων δεν μπορούσε να είναι γνώστης του τι ελέχθη κατά το συμβιβασμό και δεν μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη ως προς τη δικογράφηση της παρούσας αγωγής, όπως επικαλείται ο κ. Πέτσας. Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι από τη μελέτη των ενόρκων δηλώσεων αλλά και από την παραδοχή του εναγομένου 1-καθ΄ ου η αίτηση ότι κατέβαλε την ίδια ημέρα δηλαδή στις 22.2.84 ο ενάγων στην παρούσα αγωγή £4.600 ότι σε μεταγενέστερο στάδιο, το 1985 άλλες £1.000 (σύμφωνα με τον ενάγοντα £1.200) για το διαχωρισμό των οικοπέδων, ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε σχέση με την υπόθεση ουσιαστικά, ότι ο ίδιος πρόσφερε €50.000 (κατά τον ενάγοντα £50.000), ότι αποδέχθηκε την παραπομπή του θέματος σε διαιτησία και έκανε πολλές προσπάθειες μαζί με τον ενάγοντα για διευθέτηση της υπόθεσης, τείνουν να καταδείξουν ότι οι θέσεις του ενάγοντα είναι πολύ πλησιέστερες προς την αλήθεια, ότι δηλαδή μεταξύ τους επιτεύχθηκε μια συμφωνία που δεν είναι έργο του δικαστηρίου στο παρόν στάδιο να την αναλύσει όσον αφορά τα κτήματα, οι δε £4.600 που ο ενάγων κατέβαλε κατά τον ουσιώδη χρόνο στις 24.2.84, δεν ήταν δάνειο το οποίο θα επιστρέφετο ή ήταν ένα χρηματικό ποσό μαζί με τις £1.000 που καταβλήθησαν μεταγενέστερα, και θα εθεωρούντο ως προκαταβολή για την αγορά ενός εκ των δύο οικοπέδων σε τιμή κόστους όπως είναι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1-καθ΄ ου η αίτηση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι ο ενάγων-αιτητής, έχει να επιδείξει ως βάση της αγωγής του μια συμφωνία και έχει αποσείσει το βάρος της απόδειξης ότι έχει θέσει ένα σοβαρό ζήτημα ενώπιον του δικαστηρίου προς εκδίκαση, επί του οποίου υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Παραμένει να αποφασίσει το δικαστήριο κατά πόσο είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Η 3η αυτή προϋπόθεση συναντάται στο πλαίσιο του άρθρου 5
(2)του Κεφ.6 ενώ οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 συναντώνται στο άρθρο 5
(1)του Κεφ.6. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, αποφασίστηκε ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.6 σε συνδυασμό βέβαια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 εφαρμόζονται σε περιπτώσεις χρέους το οποίο είναι πιθανό να μείνει ανικανοποίητο οπότε σε τέτοια περίπτωση ακίνητη περιουσία του οφειλέτη δεσμεύεται προς ικανοποίηση του κατά το στάδιο πριν την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Στην ίδια απόφαση επίσης αποφασίστηκε ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στην υπόθεση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)(ΙΒ) Α.Α.Δ. 1121, έχει αποφασιστεί επίσης ότι «η εισήγηση της εφεσείουσας ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή. Αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Το πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται στέρεα θετική μαρτυρία και απτά στοιχεία για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ορθή. Αλλά στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Στην υπό εκδίκαση αίτηση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση βρίθει από ισχυρισμούς για τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Η κλίμακα της αγωγής που έχει καταχωρήσει ο ενάγων είναι €200.000-€500.
  2. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι από την ιδιοποίηση και την πώληση των δύο οικοπέδων τα οποία κατ΄ ισχυρισμό αγόρασε από τον εναγόμενο 1, η ζημιά που υπέστη είναι της τάξης της αξίας των δύο οικοπέδων που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €500.
  3. Η περιουσία που καλείται το δικαστήριο να δεσμεύσει σύμφωνα με εκτίμηση που έχει κατατεθεί ενώπιον μου δεν υπερβαίνει τις €293.000 στην περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης ή εν πάση περιπτώσει των €391.000 σε περίπτωση πώλησης στην ελεύθερη αγορά. Κατά συνέπεια, από τα στοιχεία που παρατίθενται φαίνεται ότι ακόμα και η δέσμευση αυτής της ακίνητης περιουσίας είναι δυνατό να μην αρκεί προς ικανοποίηση της οποιασδήποτε απόφασης εκδοθεί μελλοντικά προς όφελος του ενάγοντα σύμφωνα με όσα επιβάλλει το άρθρο 5 του Κεφ.6 παράλληλα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  4. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αιτήσεως. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας είναι εις βάρος του εναγομένου 1-καθ΄ ου η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Ο αιτητής να υπογράψει εγγύηση ύψους €10.
  5. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.