ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΙΔΗ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1138/2009, 10 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1138/2009 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΙΔΗ Ενάγοντα και
- ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ
- HELLENIC DISTRIBUTION AGENCY (CYPRUS) LTD Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 30.6.2009 για διαγραφή μέρους της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2009 Για αιτητές- εναγομένους 1,2 και 3 : κα Κ. Γεωργίου, κ. Μ. Παναγίδης Για καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα : κ. Γ. Παγιάσης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή του ενάγοντα αφορά αξίωση για αποζημιώσεις για δυσφήμηση και/ή λίβελο που προήλθε από δημοσίευμα της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ στις 31.12.2008 με τίτλο «Όταν οι ακαδημαϊκοί δεν ανέχονται να ακούσουν την άλλη άποψη». Η εναγομένη 1 είναι η ιδιοκτήτρια και/ή εκδότρια της εφημερίδας, ο εναγόμενος 2 ο συγγραφέας του δημοσιεύματος και η εναγομένη 3 η εταιρεία/πρακτορείο διανομής. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι επιζητούν τη διαγραφή είτε ολόκληρης της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης είτε τη διαγραφή μέρους της παραγράφου 6 από την 5η γραμμή μέχρι τέλους, καθώς και τη διαγραφή μέρους της παραγράφου 7, ήτοι της φράσης «ή/και υπό την νομική ή και πραγματική έννοια υπαινιγμοί», ως μη αναγκαίες και/ή σκανδαλώδεις και/ή για τον λόγο ότι τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής και/ή ως καταχρηστικές. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.19 θ. 4 και 26 και Δ.48 θ. 1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Δημήτρη Γεωργιάδη, διευθυντή της εναγομένης 1, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η παράγραφος 6 και το μέρος της παραγράφου 7 του οποίου ζητείται η διαγραφή περιέχουν τον ισχυρισμό ότι θα προωθηθεί ως διαζευκτική αιτία αγωγής το νομικό ή πραγματικό υπονοούμενο (legal or true innuendo), το οποίο συνιστά αυτοτελή και ξεχωριστή αιτία αγωγής και θα πρέπει να συντάσσεται με πολύ συγκεκριμένους κανόνες και να καταγράφονται οι λεπτομέρειες των εξωγενών γεγονότων επί των οποίων βασίζεται, κάτι το οποίο δεν έχει τηρηθεί στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι η θέση του κ. Γεωργιάδη ότι αν παραμείνουν οι παράγραφοι αυτές σε σχέση με τον νομικό υπαινιγμό, θα αναγκαστούν οι εναγόμενοι να πάρουν θέση επ' αυτών στην Υπεράσπισή τους και ενδεχομένως ο ενάγων να απαντήσει στην Απάντησή του και θα περιπλακεί η διαδικασία χωρίς λόγο, εφόσον η αιτία αγωγής αυτή δεν θα μπορεί να προωθηθεί λόγω της ελαττωματικότητας του δικογράφου. Ο ενάγων καταχώρισε Ένσταση στις 29.9.2009 και προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης: Α. Η αίτηση στερείται νομικής βάσης και/ή της αναγκαίας νομικής βάσης και/ή δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Β. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή δεν συμμορφώνεται με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Γ. Δεν πληρούνται τεθείσες από τον νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δ. Η αίτηση συνιστά λανθασμένο δικονομικό μέτρο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από αυτή σκοπούς. Ε. Η αίτηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Στ. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί στο συμφέρον της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Νικολέττας Παπαμιχαήλ, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, στην οποία επαναλαμβάνει και επεκτείνει τους λόγους ένστασης. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των εναγομένων δεν αναφέρεται σε γεγονότα, αλλά σε αμιγώς νομικά ζητήματα και συμπεράσματα επ' αυτών, χωρίς να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τα όσα ισχυρίζεται. Είναι δε η θέση της ότι τα μέρη της Ε/Α για τα οποία ζητείται η διαγραφή αποτελούν ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένη βάση αγωγής. Θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος διαγραφής και ότι η αίτηση συνιστά λανθασμένο δικονομικό μέτρο, αφού ακόμη και αν οι εναγόμενοι δικαιούνται να αξιώσουν λεπτομέρειες επί γενικών ισχυρισμών, δεν νομιμοποιούνται να αξιώσουν διαγραφή μέρους της Ε/Α. Επισημαίνει αντιφάσεις στην ένορκη δήλωση του κ. Γεωργιάδη και αναφέρει επιπλέον ότι ακόμη και αν ο ενάγων δεν θα μπορεί κατά την ακρόαση να προωθήσει οποιαδήποτε βάση αγωγής, είναι ζήτημα που επηρεάζει αρνητικά μόνο τον ίδιο και όχι τους εναγομένους. Θεωρεί επίσης ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και αποδοχή της θα απολήξει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος για τροποποίηση συγκεκριμένης βάσης αγωγής. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων ανάλογα με το ποιον εκπροσωπούσαν, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή σε Σχέση με τη Δ.19 και τη Διαγραφή Σύμφωνα με τη Διαταγή 19 θ.4, κάθε δικόγραφο θα περιέχει, και θα περιέχει μόνο, μια έκθεση σε συνοπτική μορφή των ουσιαστικών (material) γεγονότων στα οποία ο διάδικος βασίζεται για την υποστήριξη της υπόθεσής του, αλλά όχι τη μαρτυρία με την οποία σκοπεύει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του[1]. Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο (βλ. Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697, 712). Ο θεσμός 26 της Διαταγής 19 προσθέτει ότι το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής[2]. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η αίτηση βασίζεται στο ορθό νομικό πλαίσιο, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι ένστασης και εισηγήσεις του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Κατά κανόνα δεν πρέπει το Δικαστήριο να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να διατυπώνουν τα δικόγραφά τους. Ο κανόνας αυτός όμως υπόκειται στον περιορισμό ότι οι διάδικοι δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Όπως αποφασίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Knowles v. Roberts, 38 Ch.D.263, αν κάποιος διάδικος εισαγάγει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο και τείνει να παραβλάψει, να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε είναι δικόγραφο πέραν των δικαιωμάτων του. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή δικογράφων αναμφίβολα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και επέμβαση γίνεται μόνο όπου υπάρχει πρόδηλη παράβαση των κανόνων δικογράφησης. Οι νομικές αρχές που διέπουν την ουσία του υπό κρίση θέματος διατυπώνονται με σαφήνεια στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685. Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Η πεμπτουσία, όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Περαιτέρω, τονίστηκε ότι η μαρτυρία, με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί[3]. Πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο πρέπει να υιοθετείται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, διαφορετικά η διαγραφή θα επηρέαζε την ευχέρεια πρόσβασης στο Δικαστήριο και τα Συνταγματικά δικαιώματα διαδίκου (βλ. In Re Pelmako Development
(1991)1 A.A.Δ. 246). Σημειώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση το υπό εξέταση δικόγραφο είναι μεν Έκθεση Απαίτησης, αλλά ζητείται η διαγραφή μόνο του μέρους της το οποίο αναφέρεται σε ισχυρισμούς ότι το επίδικο δημοσίευμα εμπεριέχει νομικούς και/ή πραγματικούς υπαινιγμούς, οι οποίο τίθενται επιπρόσθετα ή διαζευκτικά άλλων ισχυρισμών και αιτιών αγωγής. Ως εκ τούτου οι συνέπειες τυχόν διαγραφής δεν θα είναι τόσο δραστικές. Δεν είναι ο κάθε αχρείαστος ισχυρισμός που θα προκαλέσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ένας ισχυρισμός, ο οποίος είναι μεν αχρείαστος, αλλά κατά τα άλλα είναι αβλαβής, δεν θα διαγραφεί. Αν, όμως, εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και προκαλούνται έτσι έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε δικαιολογείται η διαγραφή των ισχυρισμών (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 477 και 478). Παρόμοια είναι η θέση όσον αφορά την απλή πολυλογία, όσον αφορά το γεγονός και μόνο ότι μια Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής ή αξίωση για διαζευκτική θεραπεία, και όσον αφορά το γεγονός και μόνο ότι μια Έκθεση Υπεράσπισης περιλαμβάνει ασυμβίβαστες υπερασπίσεις. Αυτά τα γεγονότα δεν προκαλούν αφ' εαυτών αμηχανία ή δυσχέρεια (βλ. Athina Leathergoods Ltd κ.α. ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να ενθαρρύνεται η περιττολογία. Η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ' ό,τι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garrett [1878] 7 Ch.D. 473 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη, πιο πάνω). Περαιτέρω, η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner a.o. [1969] 3 All ER 697, Fasili v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679). Πέραν της εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, όταν ένα δικόγραφο είναι υπερβολικά μακροσκελές χωρίς να δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης και με τον τρόπο αυτό ή με κάποιο άλλο τρόπο προκαλεί σύγχυση και δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία θα πρέπει να απαντήσει και αναπόφευκτα θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η καταχώριση του εν λόγω δικογράφου μπορεί να προσλάβει μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει, σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφυτη εξουσία να παρέμβει (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 448, 477 και Hill v. Hart-Davis 26 Ch.D. 470). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι ενοχλητικό και καταπιεστικό (vexatious and oppressive- βλ. Charles Oxford Ltd v. Gonshaw Ltd [1948] 2 All E.R. 229). Νομική Πτυχή σε Σχέση με τη Δικογράφηση Ισχυρισμών περί Νομικών και/ή Πραγματικών Υπαινιγμών Στην υπό κρίση περίπτωση, τα μέρη της Έκθεσης Απαίτησης, τα οποία ζητούν οι εναγόμενοι να διαγραφούν, στην ουσία είναι μόνο αυτά που αναφέρονται σε ισχυρισμούς ότι το επίδικο δημοσίευμα εμπεριέχει νομικούς και/ή πραγματικούς υπαινιγμούς (true or legal innuendo), λόγω του ότι παραβιάζουν τους σχετικούς κανόνες σύνταξης δικογράφων. Με το μέρος των παραγράφων 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1Β και Γ της παρούσα αίτησης, ο ενάγων εισάγει μια δευτερεύουσα δυσφημιστική έννοια, ένα δυσφημιστικό υπαινιγμό. Ένας τέτοιος υπαινιγμός, όμως, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι δημιουργείται από τον συσχετισμό ή τη σύνδεση εξωγενών γεγονότων, τα οποία γνωρίζει ο αναγνώστης, με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στο επίδικο δημοσίευμα. Αυτά τα γεγονότα θα πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως διευκρινίζεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings and Practice, 14η έκδοση, στη σελίδα 513: «True innuendoes arise where words bear a special defamatory meaning arising from facts or circumstances extrinsic to the words themselves and known to some or all of those who read the words. They must be supported by particulars setting out the extrinsic facts and matters relied on... For a legal innuendo, particulars are mandatory and the innuendo cannot be proved without them (Lewis v. Daily Telegraph Ltd [1964] A.C. 234).» (υπογράμμιση δική μου). Στην Αγγλική υπόθεση Slim v. Daily Telegraph Ltd [1968] 1 All E.R. 497, στη σελ. 511 αναφέρονται τα ακόλουθα: «... Words may be defamatory in their ordinary and natural meaning. They may also, or in the alternative, bear a defamatory innuendo. A 'true' or 'legal' innuendo is a meaning which is different from the ordinary and natural meaning of the words, and defamatory because of special facts and circumstances known to those to whom the words are published. The ordinary meaning and the innuendo give rise to different causes of action, and, accordingly, must be separately pleaded.» Παρομοίως, στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, στη σελίδα 822 (παράγραφος 26.22) αναφέρονται τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν στην παρούσα περίπτωση: «Pleading innuendoes. Where the claimant relies on an innuendo meaning, he must plead particulars of the facts and matters on which he relies in support of such sense. These facts or matters will generally incorporate either a special definition of the words only known to a limited class of persons. or facts extrinsic to the libel which, if known about, affect the way the words complained of are understood. In either case, the claimant must identify the person or persons to whom the words were published and who are alleged to have had knowledge of the special meaning or the extrinsic facts. In default of compliance with the requirements for pleading innuendo meanings, the pleaded meaning may be struck out. » (δική μου υπογράμμιση). Όπως προκύπτει έκδηλα από τα πιο πάνω, όταν ένας ενάγων επικαλείται νομικό ή πραγματικό υπαινιγμό σε τέτοιας φύσεως αγωγή, θα πρέπει απαραίτητα να αναφέρονται με λεπτομέρεια τα γεγονότα και ζητήματα στα οποία στηρίζεται προς υποστήριξη τέτοιας έννοιας. Στον Gatley υπάρχει και ένα δείγμα ορθής δικογράφησης τέτοιων υπαινιγμών (σελ. 1103), όπου υποδεικνύεται ότι πρέπει να καταγράφεται σε χωριστή παράγραφο η υπονοούμενη έννοια των λέξεων και σε χωριστές υποπαραγράφους οι λεπτομέρειες των γεγονότων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Μηνά Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244, στην Αγγλία η πρακτική που ακολουθείται, όσον αφορά τον τρόπο που πρέπει να διατυπώνεται στα δικόγραφα η εννοιολογία των λέξεων που στοιχειοθετούν τη δυσφήμηση, σχολιάστηκε σε αριθμό υποθέσεων οι οποίες είναι καθοδηγητικές και συνάδουν με την πρακτική που ακολουθείται από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Λέχθηκε περαιτέρω στη σελίδα 251: « Η θέσπιση στην Αγγλία το 1949 του Δ.19, θ.6
(2)(τώρα Δ.82 θ.3
(1)) των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, που καθιστά αναγκαία την αναφορά λεπτομερειών σε περίπτωση που γίνεται ισχυρισμός από τον ενάγοντα ότι δυσφημιστικές λέξεις χρησιμοποιήθηκαν υπό άλλη έννοια από τη συνήθη, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση, αν λάβουμε υπόψη πως στην Κύπρο ισχύουν οι πρόνοιες του Δ.19 θ.4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, διά των οποίων καθίσταται αναγκαία η αναφορά στα δικόγραφα σύνοψης των ουσιωδών γεγονότων, επί των οποίων ένας διάδικος στηρίζει την αξίωσή του.» Επιπλέον, λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 255, τα οποία είναι απόλυτα σχετικά με την παρούσα περίπτωση: «Τέλος αναφέρουμε πως ένα νομικό ή αληθινό innuendo αποτελεί μια αυτοτελή αιτία αγωγής και τα εξωγενή γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν θεωρούνται ουσιώδη γεγονότα τα οποία ο εφεσίβλητος στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να τα αναφέρει κατά την ακρόαση χωρίς να επιτύχει τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, αφού σε αυτή δεν αναφέρονται τέτοια γεγονότα.» Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι σαφές ότι ο ενάγων δεν έχει συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησής του τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία θεωρεί ότι στοιχειοθετούν τον νομικό ή αληθινό υπαινιγμό. Αναφέρει μόνο τα εξής στην παράγραφο 6: «Περαιτέρω ή και διαζευκτικά ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το επίδικο δημοσίευμα εμπεριέχει νομικούς και/ή πραγματικούς δυσφημιστικούς υπαινιγμούς οι οποίοι, μεταξύ άλλων, συναρτώνται με τα διαδραματισθέντα κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος του Απριλίου του 2004 γεγονότα ή/και τις πολιτικές απόψεις του Ενάγοντα σε σχέση με το ''Σχέδιο Ανάν'. Περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τα προαναφερόμενα, θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.» Το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι αποτελεί την απαιτούμενη λεπτομερή παράθεση των σχετικών γεγονότων που στοιχειοθετούν νομικό ή πραγματικό υπαινιγμό, ειδικότερα όταν αναφέρεται ρητά στο δικόγραφο ότι οι εν λόγω υπαινιγμοί συναρτώνται «μεταξύ άλλων» με αυτά που αναφέρονται. Δηλαδή υπάρχουν και άλλα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύπτονται καθόλου, ενώ ο ενάγων επιφυλάσσεται να δώσει λεπτομέρειες κατά την ακρόαση, πράγμα παντελώς ανεπίτρεπτο, όπως αναφέρεται ρητώς στο πιο πάνω απόσπασμα που έχω παραθέσει από την απόφαση Δίας. Για να είναι εφικτή η απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το innuendo κατά την ακρόαση, θα πρέπει απαρέγκλιτα να έχει τεθεί από προηγουμένως το δικογραφικό υπόβαθρο. Η εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα κατά το στάδιο των αγορεύσεων, με αναφορά στην υπόθεση Fasili v. Sun Boat (πιο πάνω), είναι ότι, εφόσον το παράπονο των εναγομένων είναι ότι δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής, θα μπορούν να ζητηθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, με βάση τη Διαταγή 19 θ. 7, και όχι να διαγραφεί η συγκεκριμένη αιτία αγωγής. Εν τούτοις, επισημαίνω ότι το υπό εξέταση ζήτημα δεν αφορά στο να αποκαλυφθούν τώρα οι λεπτομέρειες ή στο να περιγραφεί ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων θα παρουσιάσει την υπόθεσή του κατά την ακρόαση της αγωγής. Αφορά καθαρά τους κανόνες σύνταξης δικογράφων σε αγωγές λιβέλου και δυσφήμισης . Ο ενάγων έχει καταχωρίσει ένα δικόγραφο από το οποίο απουσιάζουν οι αναγκαίες λεπτομέρειες γεγονότων που ήταν υπόχρεος, με βάση τους πιο πάνω αναφερόμενους κανόνες, να συμπεριλάβει, εφόσον επικαλείται τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής. Επαναλαμβάνω ότι ο ενάγων δεν μπορεί να προωθήσει ως αιτία αγωγής το αληθές ή νομικό υπονοούμενο χωρίς να δίδει στο δικόγραφό του επαρκείς λεπτομέρειες των εξωγενών γεγονότων, από τα οποία θα μπορεί να κριθεί αν όντως υπάρχει τέτοιο υπονοούμενο. Θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή δεν διασώζεται με την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών με βάση τη Διαταγή 19, καθότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Δίας (πιο πάνω), πρόκειται για ουσιώδη γεγονότα, τα οποία, εάν επιθυμεί να επικαλεστεί στην ακρόαση, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην ίδια την Έκθεση Απαίτησης. Κάτι τέτοιο, όπως και πάλιν επισημάνθηκε στη Δίας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αίτηση τροποποίησης και όχι με την παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών. Εν όψει της πιο πάνω διαπιστωθείσας εμφανούς παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων, θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει σε ότι αφορά τη διαγραφή των μερών των παραγράφων 6 και 7 που αναφέρονται σε νομικούς και πραγματικούς υπαινιγμούς. Όσον αφορά τη θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν επηρεάζονται αρνητικά από τη συμπερίληψη στην Έκθεση Απαίτησης συγκεκριμένης βάσης αγωγής η οποία δεν θα μπορεί να προωθηθεί κατά την ακρόαση, θεωρώ ότι η παραμονή ως μέρους της απαίτησης μιας αιτίας αγωγής, η οποία είναι συνταγμένη με τρόπο που να μην επιτρέπει την προώθησή της, προκαλεί σύγχυση και δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία θα πρέπει να απαντήσει με την Υπεράσπισή της, χωρίς να γνωρίζει όλα τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία βασίζει την απαίτησή του ο ενάγων και αναπόφευκτα θα προκαλέσει καθυστέρηση στην υπόθεση. Συνεπώς τα επίμαχα μέρη της Έκθεσης Απαίτησης, πέραν του ότι είναι ελαττωματικά για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν και ως ενοχλητικά για τους εναγομένους. Σχετικά με τον λόγο ένστασης που αναφέρεται σε παρατυπία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των εναγομένων αναφέρει ρητά ότι πηγή πληροφόρησής του για τα νομικά ζητήματα που εγείρει είναι οι δικηγόροι των εναγομένων. Δεν επικαλείται δικές του γνώσεις για νομικά ζητήματα, εφόσον δεν είναι δικηγόρος. Εξάλλου, τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αίτηση είναι, εν πάση περιπτώσει, κυρίως νομικά ζητήματα και συνεπώς είναι φυσικό να επικαλείται τα όσα τον έχουν πληροφορήσει οι δικηγόροι του. Παρατηρώ περαιτέρω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της πλευράς του ενάγοντα είναι από δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον ενάγοντα. Αυτή η πρακτική, ως γνωστόν, είναι ανεπιθύμητη, εν όψει του ασυμβίβαστου του να μετατρέπεται ένας δικηγόρος σε μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, διατάσσεται η διαγραφή μέρους της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι από την 5η γραμμή μέχρι τέλους, και η διαγραφή μέρους της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι της φράσης «ή/και υπό τη νομική ή και πραγματική έννοια υπαινιγμοί». Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] '19
(4). Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved.' [2] '19
(26). The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.' [3] Βλ. Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο