Sami ASaydam κ.α. ν. Omnivest Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 9831/07, 15 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ο.Α.Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9831/07 Μεταξύ: 1.Sami A.Saydam 2.Issa R.I.Yassin 3.Ahmed Issa Y.Al Husennan Εναγόντων και 1.Omnivest Ltd. 2.Yasser Mahmoud Ahmad Omar Εναγομένων Αίτηση ημερ. 18.06.2009 Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Διά τους Αιτητές/Εναγομένους 1 και 2: κ. Γεωργίου Διά τον Καθ'ου η Αίτηση/Ενάγοντα 1: κα. Χάματσου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές με την υπό κρίση Αίτηση αιτούνται Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο «να διατάζεται η διαγραφή των παραγράφων 8, 9, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και Α και Δ του παρακλητικού, ή/και μέρος αυτών, της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 25.9.2008, η οποία αφορά τους Ενάγοντες 2 και 3 για τους οποίους η αγωγή έχει απορριφθεί βάσει αποφάσεως ή/και διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 14.11.2008». Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Κ. 4, 13, 14 και 26, και Δ.27, Κ. 3, Δ.48, Κ. 2, 3, 7, 9(
- j)και 11, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση σύμφωνα με τους Αιτητές εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και είναι τα ακόλουθα: Την 9.5.2008 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εναντίον των Εναγόντων αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 14.11.2008 εξέδωσε διαταγή με την οποία διατάσσονταν οι Ενάγοντες 2 και 3 να παράσχουν προς όφελος των Εναγομένων ασφάλεια ύψους €10.000 υπό μορφή κατάθεσης σε μετρητά ή τραπεζική εγγύηση. Η ασφάλεια εξόδων έπρεπε να παρασχεθεί εντός 45 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως, διαφορετικά η αγωγή σε σχέση με τους Ενάγοντες 2 και 3 αυτόματα απορρίπτεται. Οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα ενώπιον του Πρωτοκολλητή την πιο πάνω αναφερόμενη ασφάλεια εξόδων. Ως εκ τούτου, η αγωγή σε σχέση με τους Ενάγοντες 2 και 3 έχει απορριφθεί και οι εν λόγω παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης δέον όπως διαγραφούν. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης στις επίδικες παραγράφους 8, 9, 11, 12, 13, 14 και 15 οι Ενάγοντες ισχυρίζονται τα εξής: «8. Οι Ενάγοντες υπ' αρ. 2 και 3 ήταν επενδυτές και πελάτες των εταιρειών του Ενάγοντα υπ' αρ. 1 στη Δανία και στη Σαουδική Αραβία, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για διάφορες επενδύσεις, ως εκ τούτου ο Ενάγοντας υπ' αρ. 1 τους έφερε σε επαφή με τον Εναγόμενο υπ' αρ. 2, με αποτέλεσμα να ανοίξουν λογαριασμό στην Εναγόμενη υπ' αρ. 1. 9. Βάσει των πιο πάνω παραστάσεων κατά ή περί τις 25.4.07 οι Ενάγοντες υπ' αρ. 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία με την Εναγόμενη υπ' αρ. 1, με την οποία τους παρεχόταν το δικαίωμα να επενδύουν στο Διαδίκτυο δια μέσω της Εναγόμενης εταιρείας σε μετοχές, πολύτιμα μέταλλα, ξένο συνάλλαγμα και άλλες αξίες. Στις 3.5.2007 οι Ενάγοντες υπ' αρ. 2 και 3 μετέφεραν το ποσό των Δολαρίων Αμερικής 200.000 στον λογαριασμό της Εναγόμενης υπ' αρ. 1. Η Εναγόμενη 1 άνοιξε δύο λογαριασμούς στο όνομα των Εναγόντων υπ' αρ. 2 και 3, τον λογαριασμό με αριθμό 1451 για τις συναλλαγές τους και τον 1452 όπου πιστώνονταν οι προμήθειες από τις συναλλαγές τους. 11. Οι πιο πάνω παραστάσεις ήταν ψευδείς εφόσον, κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2007, ο Ενάγοντας υπ' αρ. 1 ανακάλυψε ότι η εν λόγω εταιρεία δεν κατείχε τις σχετικές άδειες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου ή/και από την Κεντρική Τράπεζα ή/και από τις αρμόδιες αρχές ώστε να μπορεί νόμιμα να προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος (Forex). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ Ή/ΚΑΙ ΔΟΛΟΥ Ή/ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΣ Ή/ΚΑΙ ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΥΠ' ΑΡ. 1 Ή/ΚΑΙ 2 (ι) Η Εναγόμενη 1 ενώ δεν ήταν εγκεκριμένη ΕΠΕΥ και δεν κατείχε τις σχετικές άδειες για να προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος (Forex) παρίστανε ότι ήταν, και ότι κατείχε όλες τις απαραίτητες άδειες και εγκρίσεις. (ιι) Οι συναλλαγές γίνονταν εσωτερικά και η Εναγόμενη 1 παράνομα διαπραγματευόταν εικονικά τις αξίες που φαίνονταν στην πλατφόρμα που είχε ιδρύσει παράνομα η ίδια, ενώ παρίστανε στους Ενάγοντες ότι αυτοί είχαν πρόσβαση μέσω του λογισμικού της σε ρυθμιζόμενες αγορές του εξωτερικού ή/και πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης εξουσιοδοτημένους και εγκριμένους από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές. (iii) Η Εναγόμενη 1 ενώ παρίστανε ότι ήταν, δεν ήταν συνδεδεμένη με καμιά εγγεγραμμένη πλατφόρμα διαπραγμάτευσης αξιών ή/και ξένου συναλλάγματος. 12. Κατά ή περί το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν οι ψευδείς παραστάσεις Ο Εναγόμενος υπ' αρ. 2 γνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν εγγεγραμμένη ΕΠΕΥ και δεν κατείχε τις σχετικές άδειες για να προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες. 13. Ο Εναγόμενος υπ' αρ. 2 προέβηκε στις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις ώστε οι Ενάγοντες να βασιστούν σ' αυτές και να υπογράψουν τις πιο πάνω αναφερόμενες συμφωνίες και να επενδύσουν δια μέσω της πλατφόρμας που διατηρούσε η Εναγόμενη 1. 14. Οι Ενάγοντες βασίστηκαν στις πιο πάνω ψευδής παραστάσεις που αναφέρονται στην παρ. 10 και συνέπεια αυτών υπέγραψαν τις προαναφερόμενες συμφωνίες ή/και προέβησαν στις συναλλαγές που αναφέρονται. 15. Όταν οι Ενάγοντες ανακάλυψαν τα πιο πάνω επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο 2 ακυρώνοντας την μεταξύ τους σχέση και ζήτησαν επιστροφή των Δολαρίων Αμερικής 200.000 τα οποία οι Ενάγοντες 2 και 3 είχαν καταθέσει σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1, όπως και επιστροφή των ποσών που ήταν οι προμήθειες του Ενάγοντα υπ' αρ. 1. Ο Εναγόμενος 2 και/ή η Εναγόμενη 1 αρνούνται να επιστρέψουν οποιοδήποτε ποσό. 16. Οι συμφωνίες ή/και οι συναλλαγές που έγιναν από μέρους των Εναγόμενων ήταν παράνομες ή/και άκυρες». Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε στις 16.11.2009 ένσταση. Νομική βάση της ένστασης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.19 Κ. 4, 13, 14 και 26, Δ.27 Κ. 3, Δ.48 Κ. 2, 3, 4, 7, 9(
- j)και 11, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, ως επίσης και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι δε λόγοι της ένστασης του είναι οι εξής: 1. Η αίτηση των Εναγομένων είναι νομικά αβάσιμη και/ή δικονομικά λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, στο Νόμο και στην πρακτική των Δικαστηρίων. 2. Η αίτηση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. 3. Δεν ικανοποιούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, τις οποίες θέτουν οι Διατάξεις των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η Νομολογία για τη διαγραφή των παραγράφων 8, 9, 11, 12, 13, 14, 15, 16 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και των Α και Δ του Παρακλητικού. 4. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν εξειδικεύουν κανένα στοιχείο στην αίτηση τους το οποίο να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη διαγραφή των παραγράφων του Αιτητικού και Παρακλητικού της Εκθέσεως Απαιτήσεως. 5. Η αιτούμενη διαγραφή των παραγράφων της Εκθέσεως Απαιτήσεως των Εναγόντων είναι αντιδεοντολογική και/ή αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των Εναγομένων/Αιτητών. 6. Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή την αναγκαιότητα της αιτούμενης διαγραφής. 7. Σε κάθε περίπτωση δεν εξειδικεύεται στην Αίτηση και/ή δεν προκύπτουν από το δικαστικό φάκελο οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές επιδιώκουν να διαγραφούν. Οι συγκεκριμένες παράγραφοι, δεν περιγράφουν γεγονότα τα οποία αφορούν μόνο τους Ενάγοντες 2 και 3, αλλά αναφέρονται και στον Ενάγοντα 1 /Καθ' ου η Αίτηση και είναι αναγκαία για την υποστήριξη του αγώγιμου δικαιώματος του. 8. Η παρούσα αίτηση δεν γίνεται καλή τη πίστη και έχει ως μοναδικό σκοπό να δυσχεράνει την προσπάθεια του Ενάγοντα 1 /Καθ' ου η Αίτηση να εξασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. 9. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και επιδιώκει να εκτροχιάσει την όλη διαδικασία και την απονομή δικαιοσύνης. Οι δικηγόροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας εκατέρωθεν τις θέσεις των. Θα προχωρήσω στο στάδιο αυτό να εξετάσω, με βάση τη Διαταγή 19 Κ. 26, το αίτημα για διαγραφή των παραγράφων 8, 9, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και τα παρακλητικά Α και Δ. Σύμφωνα με τη Διαταγή 19 Κ. 26 (σε ελεύθερη μετάφραση) «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι ο O. 19 R. 27. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1959 στις σελ. 477-479 επεξηγείται, ότι ο κύριος σκοπός του θεσμού αυτού είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, λαμβάνοντας υπόψη τον ιερό κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να διατυπώνουν τα δικόγραφά των (Knowles v. Roberts 38 Ch D. 270). Αν κάποιος διάδικος εισάγει δικόγραφο, το οποίο είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς την εκδίκαση της αγωγής τότε, αφού το δικόγραφο αυτό παραβιάζει τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, ενεργεί εκτός των δικαιωμάτων του. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι δεν είναι ο κάθε αχρείαστος, ενώ κατά τα άλλα αβλαβής, ισχυρισμός ο οποίος προκαλεί την επέμβαση του Δικαστηρίου (Annual Practice 1959 στη σελ. 477). Αντικείμενο της παρούσας αγωγής ως η Έκθεση Απαίτησης είναι η αξίωση των Εναγόντων δια χρήματα εισπραχθέντα (money had and received), βάση ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης εις βάρος των σε σχέση με χρήματα που είχαν καταβληθεί ή/και εμβασθεί σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 βάση γραπτής συμφωνίας ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και ως αποζημιώσεις καθώς και για παράβαση συμφωνίας. Επίσης οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα $47.200 ή/και το ισάξιο σε Κυπριακό νόμισμα ως δεδουλευμένα και/ή οφειλόμενα βάση γραπτής συμφωνίας ή/και σαν αποζημιώσεις για ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω αξιώνει δήλωση και/ή απόφαση Δικαστηρίου ότι η γραπτή συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγομένης 1 ημερ. 12.5.2007 είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή άνευ νομικού αποτελέσματος, όπως επίσης και δήλωση και/ή απόφαση Δικαστηρίου ότι η γραπτή συμφωνία ημερ. 25.4.2007 μεταξύ των Εναγόντων 2 και 3 και της Εναγομένης 1 είναι άκυρη εξ υπ' αρχής και/ή άνευ νομικού αποτελέσματος. Διαζευκτικά ή/και επιπρόσθετα ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για απάτη και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή παράβαση συμφωνίας, όπως και τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις για απάτη και δόλο και/ή παράβαση γραπτής σύμβασης. Αδιαμφισβήτητα με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 14.11.2008, με την οποία διατάσσονταν οι Ενάγοντες 2 και 3 να παράσχουν προς όφελος των Εναγομένων ασφάλεια εξόδων ύψους €10000 υπό μορφή κατάθεσης σε μετρητά ή τραπεζική εγγύηση εντός 45 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως, η μη συμμόρφωση των Εναγόντων 2 και 3 είχε ως αποτέλεσμα την αυτόματη απόρριψη της αγωγής των. Να σημειώσω ότι η δικηγόρος των Εναγόντων με επιστολή της στο Πρωτοκολλητείο περιόρισε και την κλίμακα της αγωγής στις €50000-€100000. Το γεγονός ότι η αγωγή των Εναγόντων 2 και 3 δεν θα προωθηθεί πλέον δεν επηρεάζει και την απαίτηση του Ενάγοντος 1. Δεν διαπιστώνω ότι οι υπό κρίση παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης είναι εμφανώς άσχετες δια να πρέπει να διαγραφούν (Rossage v. Rossage
(1960)All E.R. 600). Ούτε μπορούν να θεωρηθούν σκανδαλώδεις ή ενοχλητικές και ότι τείνουν να προκαταβάλουν, περιπλέξουν και να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής σε μεγαλύτερη έκταση από αυτή που δικαιολογούν οι ανάγκες της. Καταδεικνύουν το ιστορικό των σχέσεων των διαδίκων ως η θέση των. Βρίσκω ότι η συμπερίληψη των επιδίκων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι επιβλαβής, ούτε και μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την πλευρά των Εναγομένων και κατ' επέκταση την εκδίκαση της αγωγής παρά το γεγονός ότι η αγωγή δε μπορεί να προωθηθεί από τους Ενάγοντες 2 και 3. Αναφορικά με τα παρακλητικά Α και Δ της Έκθεσης Απαίτησης το αίτημα διαγραφής των δεν μπορεί να επιτύχει, αφού αυτά αποτελούν την θεραπεία που επιζητεί ένας ενάγων. Δεν αποτελεί μέρος του σώματος της Έκθεσης Απαίτησης και συνεπώς του δικογράφου του. Δι' όλους τους ως άνω λόγους η Αίτηση με βάση τη Διαταγή 19 Κ. 26 δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω τίθεται το ερώτημα αν η υπό κρίση Αίτηση μπορεί να επιτύχει με βάση τη Διαταγή 27 Κ. 3, η οποία σε ελεύθερη μετάφραση λέγει ότι «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια». Η Δ.27 όπως αναφέρει στον τίτλο της ρυθμίζει νομικά σημεία που εγείρονται στα δικόγραφα (points of law raised by pleading) και συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αμφισβητείται το δικόγραφο, ότι στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος και αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το στηρίζει και η επίλυση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.27 Κ.3 όταν η βάση της αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα δεν έχει βάση συζήτησης ή στην περίπτωση που φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση (Σιακόλας (ανωτέρω), Βιομηχανία Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 990, Δημοκρατία ν. Γεωργίου 2003) 1 Α.Α.Δ. 704). Καθοδηγούμενη από τις ως άνω αρχές βρίσκω ότι δεν φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν έχει βάση συζήτησης ή ότι το δικόγραφο αυτό ξεκάθαρα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Συνεπώς η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε και με βάση τη Δ.27 Κ. 3. Συνεπώς δι όλους τους ως άνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Εφόσον η Αίτηση απέτυχε, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, και εγκριθούν από το Δικαστήριο αφού δεν βλέπω, οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ο. Α. Λοϊζου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο