Ανθούλα Χαριλάου ν. Μαρούλα Νουνάκη, Αρ. Αγωγής: 2369/2007, 16 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2369/2007 Μεταξύ: Ανθούλα Χαριλάου Ενάγουσας και Μαρούλα Νουνάκη Εναγομένης --------------------- Αίτηση Τροποποίησης ημερ. 23.3.2009 Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2009 Για αιτήτρια - ενάγουσα : κ. Κ. Κοκκινόφτας Για καθ΄ ης η αίτηση - εναγομένη: κα Μ. Σκαρπάρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα επιζητεί διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με τη διόρθωση του ονόματος της εναγομένης από Μαρούλα Νουνάκη σε Μαρούλα Νουκάκη. Σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η απαίτηση της ενάγουσας είναι για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστη συνεπεία οδικού ατυχήματος που συνέβηκε στις 30.11.2006 στη Λεωφόρο Στροβόλου στη Λευκωσία, στο οποίο ενεπλάκησαν το αυτοκίνητο της εναγομένης και το όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα. Θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω εν συντομία το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, καθότι είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την ένσταση της εναγομένης στην παρούσα αίτηση. Μέχρι στιγμής δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης, ενώ στις 4.6.2007 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση τροποποίησης του τίτλου, πανομοιότυπη με την παρούσα, η οποία αποσύρθηκε στις 28.6.
- Στις 14.8.2007 καταχωρίστηκε νέα αίτηση τροποποίησης, και πάλιν πανομοιότυπη με την παρούσα, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα τροποποίησης στις 10.10.
- Με το εν λόγω Διάταγμα δόθηκαν οδηγίες όπως καταχωριστεί τροποποιημένο κλητήριο εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος, και όπως ζητηθεί η σύνταξη του Διατάγματος εντός 5 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής του. Τα έξοδα, ως συνηθίζεται, βάρυναν την αιτήτρια. Το εν λόγω Διάταγμα τροποποίησης συντάχθηκε στις 15.10.2007, αλλά το τροποποιημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 23.11.2007, ήτοι εκπρόθεσμα, εφόσον είχαν παρέλθει πέραν των 15 ημερών από τη σύνταξη. Επισημαίνω ότι στον φάκελο υπάρχει και δεύτερο τροποποιημένο κλητήριο, με ημερομηνία καταχώρισης 29.1.2008, το οποίο βεβαίως είναι και αυτό εκπρόθεσμο και χωρίς καμία ισχύ. Στις 12.6.2008 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση απόφασης λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, την οποία και απέσυρε στις 12.9.2008, εφόσον δεν είχε η ίδια καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης, και συνεπώς δεν ετίθετο θέμα να υποχρεούτο η εναγομένη να καταχωρίσει Υπεράσπιση. Στις 9.3.2009, μετά από έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης, οι δικηγόροι της εναγομένης καταχώρισαν επιστολή προς τον Πρωτοκολλητή επισημαίνοντας ότι το τροποποιημένο κλητήριο που βρίσκεται στον φάκελο καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Λίγες μέρες αργότερα, η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση, και τρίτη στη σειρά, αίτηση τροποποίησης πανομοιότυπη με τις πρώτες δύο. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.3, Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θ. 1-3 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κοκκινόφτα, δικηγόρου, ο οποίος συνεργάζεται με τον δικηγόρο της ενάγουσας. Ο κ. Κοκκινόφτας αναφέρει ότι κατά τη σύνταξη της αγωγής εκ παραδρομής τοποθετήθηκε το επώνυμο της εναγομένης ως «Νουνάκη» αντί «Νουκάκη». Θεωρεί ότι η έκδοση του Διατάγματος είναι αναγκαία, ώστε να παρουσιάζεται ορθά η αντιδικία και να μπορέσει να προχωρήσει η αγωγή κανονικά και να αποδοθεί δικαιοσύνη, κάτι το οποίο δεν δύναται να γίνει σήμερα, εφόσον το όνομα της εναγομένης δεν παρουσιάζεται όπως είναι στην πραγματικότητα. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση στις 27.5.2009 και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους, όπως τους συνοψίζω πιο κάτω:
- Η αίτηση τροποποίησης είναι η δεύτερη που καταχωρείται και είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη και/ή αποτελεί δεδικασμένο.
- Η καταχώριση της αίτησης αποτελεί κατάχρηση του δικαστικού χρόνου
- Η ενάγουσα σκόπιμα απέφυγε να δηλώσει ενόρκως ότι καταχώρισε στις 14.8.2007 την ίδια αίτηση, ότι εκδόθηκε Διάταγμα τροποποίησης στις 10.10.2007 και ότι καταχώρισε τροποποιημένο κλητήριο μετά την εκπνοή του Διατάγματος.
- Η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται κακόπιστα, λόγω του ότι η αιτήτρια γνωρίζει ότι το Διάταγμα 10.10.2007 εξέπνευσε στις 30.10.
- Η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα χωρίς καμία δικαιολόγηση σε σχέση με γεγονότα τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει η αιτήτρια. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Σκαρπάρη, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου της εναγομένης, η οποία επισυνάπτει την αίτηση τροποποίησης ημερ. 14.8.2007 και το Διάταγμα τροποποίησης ημερ. 10.10.2007 ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα, για να στηρίξει τη θέση της ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί δεδικασμένο. Αναφέρει επιπλέον ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές δικονομικές διατάξεις. Σύμφωνα με την κα Σκαρπάρη, η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, επειδή η αιτήτρια γνώριζε ότι εκδόθηκε στο παρελθόν Διάταγμα τροποποίησης, με τους όρους του οποίου δεν συμμορφώθηκε, και ότι καταχώρισε τροποποιημένο κλητήριο εκπρόθεσμα στις 23.11.2007 (Τεκμήριο Γ), γεγονότα τα οποία απέφυγε να δηλώσει. Επισυνάπτεται επιπλέον ως Τεκμήριο Δ τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε στους δικηγόρους της εναγομένης στις 12.2.2008, το οποίο αναγράφει ως ημερομηνία καταχώρισης 23.10.2007, σε μία προσπάθεια διόρθωσης της παρατυπίας. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα, χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ή εξήγηση. Ο κ. Κοκκινόφτας καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου και χωρίς ένσταση από την πλευρά της εναγομένης, με την οποία προσθέτει ότι ο λόγος για τον οποίο καταχωρίστηκε το επίθετο της εναγομένης λανθασμένα είναι επειδή το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων τους είχε ενημερώσει ότι το επώνυμο της εναγομένης, η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη κατά τον χρόνο του επίδικου δυστυχήματος, είναι Νουνάκη και όχι Νουκάκη. Αναφέρει επίσης το γεγονός της καταχώρισης αίτησης τροποποίησης στις 14.8.2007 και της έκδοσης του Διατάγματος στις 10.10.2007 και ότι εκ παραδρομής ο υπάλληλος του γραφείου τους καταχώρισε τροποποιημένο κλητήριο στις 23.11.2007, δηλαδή μετά την παρέλευση του χρόνου που διέταξε το Δικαστήριο. Ως προς τον λόγο καθυστέρησης στην καταχώριση νέας αίτησης για τροποποίηση, ο κ. Κοκκινόφτας αναφέρει ότι οφειλόταν στις προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης με τον δικηγόρο της εναγομένης, αλλά και λόγω της αναμονής της αστυνομικής έκθεσης για το δυστύχημα. Αναφέρει επιπλέον ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η άλλη πλευρά ουδεμία ζημιά θα υποστεί μη θεραπεύσιμη με την καταβολή εξόδων. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25, θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ανδρέας Ευριπίδου & Άλλος ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τα πιο κάτω λεχθέντα του Λόρδου Denning M.R. στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Σχετικό είναι και το White Book (του 1958, σελ. 624 κ.ε.) αναφορικά με τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, που αντιστοιχούν με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε ότι η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Δηλαδή είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός, αλλά δεν είναι απαρέγκλιτα καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Η Δ.9 θ. 3, την οποία επικαλείται η αιτήτρια στη νομική βάση της αίτησης, αφορά περιπτώσεις όπου έχει ενωθεί αντικανονικά κάποιο πρόσωπο ως συνενάγων και ο εναγόμενος έχει εγείρει ανταπαίτηση. Συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την αιτούμενη τροποποίηση, εφόσον ουδεμία σχέση έχει με τα υπό εξέταση ζητήματα. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι γεγονός ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνίσταται ουσιαστικά στην αντικατάσταση μόνο ενός γράμματος από το επώνυμο της εναγομένης, ώστε να εμφανίζεται το ορθό της επώνυμο στη δικογραφία. Από την άλλη, όμως, δεν μπορούν να παραγνωριστούν οι σοβαρές παραλείψεις, καθυστερήσεις και τα σφάλματα της πλευράς της ενάγουσας. Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου και όχι της ίδιας της ενάγουσας, μια πρακτική η οποία έχει κατ'επανάληψη χαρακτηριστεί από τα Δικαστήρια ως ανεπιθύμητη, εν όψει του ασυμβίβαστου της παρουσίας ενός δικηγόρου και ως μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη του. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τον ίδιο τον δικηγόρο ο οποίος αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αίτησης. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που θα αναμενόταν από τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της ενάγουσας-αιτήτριας, θα ήταν να αναφέρει όλα τα σχετικά γεγονότα, και όχι να αποφύγει ή να παραλείψει παντελώς να αναφερθεί στο γεγονός ότι η παρούσα αίτηση είναι η τρίτη στη σειρά πανομοιότυπη αίτηση τροποποίησης, και ότι στα πλαίσια της δεύτερης εκδόθηκε Διάταγμα εκ συμφώνου, με το οποίο όχι μόνο παρέλειψαν να συμμορφωθούν, αλλά επιχείρησαν να παρακάμψουν με την εκπρόθεσμη καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου δύο φορές (23.11.2007 και 29.1.2008). Βεβαίως, όταν τα σχετικά γεγονότα επισημάνθηκαν από την άλλη πλευρά στην ένσταση, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εν τούτοις, ακόμη και με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν διδονται εξηγήσεις για ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν το θέμα της καθυστέρησης . Ειδικότερα, ο ενόρκως δηλών δίδει ως λόγο για την ανακρίβεια στον τίτλο της αγωγής, η οποία επιχειρείται να διορθωθεί με την αιτούμενη τροποποίηση, τη λανθασμένη πληροφόρηση που είχε η πλευρά της ενάγουσας από το Ταμείο Ασφαλιστών σχετικά με το ορθό όνομα της εναγομένης. Όμως, παραλείπει παντελώς να αναφερθεί στο χρονικό σημείο κατά το οποίο εν τέλει πληροφορήθηκε για το ορθό όνομα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι καταχωρίστηκε αίτηση τροποποίησης πανομοιότυπη με την παρούσα στις 4.6.2007 (απεσύρθη για άγνωστο λόγο στις 28.6.2007), ενώ καταχωρίστηκε εκ νέου στις 14.8.2007, είναι απόλυτα ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι η πλευρά της ενάγουσας γνώριζε το ορθό όνομα της εναγομένης και την αναγκαιότητα τροποποίησης του τίτλου τουλάχιστον από τον Ιούνιο
- Οι όποιες προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης και η αναμονή της αστυνομικής έκθεσης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να κριθούν ως ικανοποιητική εξήγηση για την αδράνεια της πλευράς της ενάγουσας για πέραν των 17 μηνών μετά την εκπνοή των χρονικών προθεσμιών του Διατάγματος τροποποίησης ημερ. 10.10.
- Αυτό όμως που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας δεν δίδει την παραμικρή εξήγηση για την ύπαρξη στον φάκελο δεύτερου τροποποιημένου κλητηρίου, με ημερομηνία καταχώρισης 29.1.
- Δίδεται μεν κάποια εξήγηση για την εκπρόθεσμη και συνεπώς άκυρη καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου στις 23.11.2007 (ότι επρόκειτο για λάθος υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου), αλλά αποφεύγει παντελώς να αναφερθεί ή να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με την εκ νέου καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου, στις 29.1.2008, η οποία και πάλιν βεβαίως είναι άκυρη. Επιπρόσθετα, δεν επεξηγεί με οποιοδήποτε τρόπο την επίδοση στις 12.2.2008 τροποποιημένου κλητηρίου στους δικηγόρους της εναγομένης, στο οποίο καταγράφεται ως δήθεν ημερομηνία καταχώρισης του τροποποιημένου κλητηρίου η 23.10.2007 (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Σκαρπάρη), ήτοι εντός των χρονικών πλαισίων του Διατάγματος ημερ. 10.10.2007, κάτι που στην πραγματικότητα δεν είχε συμβεί ποτέ. Η πιο πάνω συμπεριφορά των δικηγόρων της ενάγουσας και η απουσία έστω και της παραμικρής δικαιολόγησης δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ως ατυχής προσπάθεια παράκαμψης ή κάλυψης της δικής τους παράλειψης να καταχωρίσουν εμπρόθεσμα το τροποποιημένο δικόγραφο, και θα μπορούσαν ενδεχομένως αφ' εαυτών να αποτελούσαν καλό λόγο για απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ταυτόχρονα, όμως, έχοντας επίγνωση της φύσης της απαίτησης και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων για χρονική περίοδο παραγραφής αναφορικά με την έγερση αγωγής για αστικό αδίκημα, και των δικαιωμάτων της ενάγουσας, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι τυχόν απόρριψη του παρόντος αιτήματος στην ουσία θα είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον της εναγομένης με το ορθό επώνυμο της τελευταίας και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι επίδικες διαφορές, λόγω παραλείψεων και σφαλμάτων των δικηγόρων της, για τα οποία δεν φαίνεται να φέρει καμία ευθύνη η ίδια προσωπικά. Υπέρ της έγκρισης της αίτησης συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία (δεν έχει καν καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης) και ότι η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Συναφώς, σημειώνω τη γενικότερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Επιπλέον, θεωρώ αυτονόητο ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εμφανίζεται ορθά αναγραμμένο το επώνυμο ενός διαδίκου στον τίτλο της αγωγής, ώστε να μην υπάρχει οποιαδήποτε σύγχυση σε σχέση με την ταυτότητά του σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνω ότι η πλευρά της εναγομένης δεν έχει παραθέσει οποιοδήποτε λόγο ένστασης που να αφορά την ουσία της αιτούμενης τροποποίησης, παρά μόνο σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης και του δεδικασμένου λόγω του Διατάγματος ημερ. 10.10.
- Μάλιστα, το Σημείωμα Εμφάνισης του δικηγόρου της εναγομένης καταχωρίστηκε υπό διαμαρτυρία στις 27.4.2007, προφανώς ακριβώς λόγω του ότι το επώνυμο της πελάτιδάς του αναγράφεται στο κλητήριο ως Νουνάκη, ενώ το πραγματικό όνομα της εναγομένης, σύμφωνα με το εν λόγω Σημείωμα Εμφάνισης, είναι Νουκάκη. Συνεπώς, η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα απλώς να αναγράφεται το ορθό επώνυμο, όπως το έχει επισημάνει η ίδια η πλευρά της εναγομένης στο Σημείωμα Εμφάνισής της. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης που αφορούν στο ότι το ζήτημα αποτελεί δεδικασμένο μετά την έκδοση του Διατάγματος τροποποίησης ημερ. 10.10.2007, το οποίο επισημαίνω εκδόθηκε εκ συμφώνου και συνεπώς δεν υπάρχουν «ευρήματα του Δικαστηρίου επί γεγονότων και νομικών θεμάτων», ως η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης κατά την αγόρευσή της, σημειώνω ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα παρέλειψε να τροποποιήσει τον τίτλο της αγωγής εντός των χρονικών πλαισίων που έθετε το Διάταγμα, και δεν δόθηκε οποιαδήποτε διαταγή για την έγκαιρη θεραπεία της παράλειψης αυτής, το εν λόγω Διάταγμα είναι άκυρο ipso facto, και πρέπει να θεωρείται ότι η τροποποίηση δεν έγινε ποτέ. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου. Όπως διευκρινίζεται στο The Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 632, παρ. 7: «If a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order.such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid. become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge» . Έχοντας λοιπόν ζυγίσει όλα τα πιο πάνω, και έχοντας κατά νουν ότι ο πρωταρχικός στόχος του Δικαστηρίου είναι η ορθή και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης, ο οποίος ενδεχομένως να μην μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν εμφανίζεται ορθά το όνομα της εναγομένης, καταλήγω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.1) να καταχωριστεί εντός 14 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να επιδοθεί στους συνηγόρους της εναγομένης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο