ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΤΣΙΑΚΚΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής : 6939/2006, 18 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 6939/2006 Μεταξύ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και ΕΛΕΝΗΣ ΤΣΙΑΚΚΟΥΡΗ Εναγομένης --------------------- Προδικαστική Ένσταση της Εναγομένης Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου, 2009 Για Ενάγοντες : κα Ν. Παρτασίδου Για Εναγομένη: κ. Α. Κλεάνθους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.11.2009 η πλευρά των Εναγόντων συναίνεσε στην εκδίκαση προδικαστικά του θέματος που εγείρεται στην παράγραφο 1 της αίτησης της Εναγομένης ημερ. 15.9.2009 και στις παραγράφους 1 και 2 της Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο, συμφωνώντας ότι το εν λόγω ζήτημα, από το οποίο προκύπτει θέμα αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να εκδικαστεί προδικαστικά, όρισε το θέμα για ακρόαση πριν από την εκδίκαση της αγωγής επί της ουσίας. Κατατέθηκε δε κατάλογος παραδεκτών γεγονότων, στον οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Η Εναγομένη με τις παραγράφους 1 και 2 της Υπεράσπισής της και την αίτηση ημερ. 15.9.2009 εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο και δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, και ότι αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας. Η Εναγομένη εδράζει τους εν λόγω ισχυρισμούς στο γεγονός ότι η σύμβαση εργοδότησης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων είναι καθορισμένης διάρκειας και η αξίωση των Εναγόντων είναι για επιστροφή μισθών οι οποίο έχουν πληρωθεί στην Εναγομένη, ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης εργοδότησης που δεν ξεπερνούν το σύνολο των ημερομισθίων 2 ετών, ως προνοείται στο άρθρο 30
(2)του Νόμου 24/67, και ότι η απαίτηση των Εναγόντων αποτελεί εργατική διαφορά εντός της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Η αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης είναι για ποσό εκ £4.685,01 ως αποζημίωση για παράβαση συμβολαίου ή ως ποσό που λήφθηκε από την Εναγομένη («money had and received») συνεπεία πλάνης και/ή λάθους, ή ως ποσό που αντιπροσωπεύει αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγομένης εις βάρος των Εναγόντων. Στα πλαίσια της προδικαστικής εκδίκασης της ένστασης της Εναγομένης σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας, κατατέθηκε εκ συμφώνου η επίδικη σύμβαση απασχόλησης ημερ. 5.11.2004 και δηλώθηκαν τα εξής παραδεκτά γεγονότα:
- Οι Ενάγοντες αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και λειτουργούν και ασκούν τις αρμοδιότητες τους δυνάμει του Περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου, Ν.144/89και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων κανονισμών.
- Κατά ή περί την 5 Νοεμβρίου 2004 η Εναγομένη υπέγραψε συμβόλαιο εργοδότησης («το συμβόλαιο») με τους Ενάγοντες για την παροχή υπηρεσιών στο πρόγραμμα EGEE των Εναγόντων - Τεκμήριο
- Ήταν ρητός όρος του συμβολαίου ότι η περίοδος εργοδότησης της Εναγομένης θα ήταν μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2004 και 30ης Σεπτεμβρίου 2005 και ότι οι απολαβές της Εναγομένης θα ανέρχονταν στο ποσό των Λ.Κ.1000 μηνιαίως.
- Ήταν περαιτέρω ρητός όρος του συμβολαίου ότι παραβίαση οποιωνδήποτε εκ των όρων του συμβολαίου θα συνεπάγεται τον αυτόματο τερματισμό του συμβολαίου.
- Κατά ή περί την 27η Ιανουαρίου 2005, η Εναγομένη απέστειλε επιστολή προς τους Ενάγοντες με την οποία ζητούσε την αναστολή του συμβολαίου για την περίοδο 1η Μαρτίου 2005 μέχρι 15η Ιουνίου
- Το αίτημα της Εναγομένης εγκρίθηκε από τους Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 11 Φεβρουαρίου
- Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967, Ν. 8/67, δυνάμει του οποίου καθιδρύθηκε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, αλλά και το άρθρο 2 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν. 24/1967, το οποίο ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν τον τερματισμό απασχόλησης εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, «εργατική διαφορά» σημαίνει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, σε σχέση με την απασχόληση ή τη μη απασχόληση ή τις συνθήκες απασχόλησης ή τους όρους απασχόλησης οποιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότη με τον οποίο εγείρεται ή διαφορά είτε όχι. Τονίζω ότι ο εν λόγω Νόμος 24/1967 ρυθμίζει: (α) θέματα τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου από τον εργοδότη του, και ειδικότερα τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε αποζημίωση ένεκα παράνομου τερματισμού από τον εργοδότη, (β) την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης ή πληρωμής αντί προειδοποίησης σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης, και (γ) θέματα που αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού και το δικαίωμα του εργοδοτουμένου σε πληρωμή από το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό. Το δε άρθρο 30
(1)του Νόμου 24/1967 προνοεί ότι «το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται απολειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος» (δική μου υπογράμμιση). Επιπλέον, το άρθρο 30
(2)του Νόμου 24/1967 προνοεί ότι δεν επηρεάζεται το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο αναφορικά με τον τερματισμό της απασχόλησής του, σε περίπτωση που υπάρχει διαφορά και η αξίωσή του είναι για αποζημιώσεις που υπερβαίνουν αυτές που μπορούν να διεκδικηθούν με βάση τον Νόμο αυτό. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 30 του Ν. 24/1967 στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ 517, ως εξής στη σελίδα 527: «
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ.149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν.14/60)στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος. » Σχετική είναι και η υπόθεση Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd (πιο πάνω), τόνισε ότι η αποκλειστικότητα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που συστάθηκε με τον Ν. 24/67 περιορίζεται στις εργατικές διαφορές που συνεπάγονται προσβολή των δικαιωμάτων που ρητά παρέχει ο Ν. 24/67, και ότι το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, που ρητά διασφαλίζεται από το άρθρο 30
(2), εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλων νόμων ή αρχών δικαίου . Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα είχε αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση με βάση τον Νόμο 24/1967, εάν επρόκειτο για διαφορά μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου σε σχέση με την απασχόληση ή τη μη απασχόληση του τελευταίου, η οποία αφορούσε κάποιο από τα θέματα που πραγματεύεται ο εν λόγω Νόμος, όπως έχουν αναφερθεί περιληπτικά υπό (α), (β) και (γ) στη σελίδα 4 πιο πάνω, ή κάποιου θέματος παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού αυτών. Η αξίωση των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση, όμως, δεν αφορά διαφορά ή διαφωνία μεταξύ του εργοδότη (ενάγοντα) και της εργοδοτουμένης (εναγομένης) σε σχέση με οποιοδήποτε από τα θέματα που πραγματεύεται ο Νόμός 24/
- Δηλαδή δεν εγείρεται αγωγή από εργοδοτούμενο για αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό ή λόγω μη παροχής της απαιτουμένης από τον Νόμο προειδοποίησης ή για πληρωμή ένεκα τερματισμού της απασχόλησης λόγω πλεονασμού, ή σε σχέση με οποιοδήποτε παρεμφερές ή συμπληρωματικό θέμα. Ούτε και αφορά η αγωγή την απασχόληση αυτήν καθ' εαυτήν, τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης της εργοδοτουμένης ή την παραβίαση δικαιωμάτων που της παρέχει ο Νόμος 24/
- Αντίθετα, η αξίωση των Εναγόντων είναι για συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Δηλαδή εγείρεται η αγωγή στη βάση άλλων αρχών και ειδικότερα στη βάση του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και/ή των αρχών της επιείκειας. Ούτε και υπάρχει ισχυρισμός στην παρούσα υπόθεση ότι επήλθε τερματισμός της απασχόλησης, ο οποίος θα παρήγε δικαιώματα στην εργοδοτουμένη για αποζημιώσεις ή άλλως πως, βάσει του Νόμου 24/67, αλλά αντίθετα ότι η Εναγομένη-εργοδοτουμένη παραβίασε τη σύμβαση και/ή πλούτισε αδικαιολόγητα, επειδή δεν παρείχε υπηρεσίες προς τους Ενάγοντες μετά από συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ οι Ενάγοντες της κατέβαλαν το αξιούμενο ποσό συνεπεία πλάνης ή λάθους, θέματα παντελώς εκτός του πεδίου εφαρμογής του Ν. 24/
- Περαιτέρω, το άρθρο 12
(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών Μετ'Απολαβών Νόμου, Ν. 8/67, προνοεί ότι υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών η διάγνωση και απόφαση επί των θεμάτων που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο. Η πλευρά της Εναγομένης επικαλείται ειδικότερα το εδάφιο (ε) του εν λόγω άρθρου, το οποίο προνοεί περί της αποκλειστικής αρμοδιότητας του εν λόγω Δικαστηρίου σε σχέση με θέματα που αφορούν «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.» Η θέση της πλευράς της Εναγομένης είναι ότι, εφόσον η αξίωση των Εναγόντων αφορά την επιστροφή δεδουλευμένων μισθών, εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12(ε) του Ν. 8/67. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι δεν αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό της αξίωσης είναι πράγματι δεδουλευμένοι μισθοί, ώστε να δύναμαι να αποφασίσω προδικαστικά κάτι τέτοιο. Μάλιστα, η Εναγομένη στην Υπεράσπισή της φαίνεται να αποδέχεται ότι τουλάχιστον για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005, για τους οποίους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τις κατέβαλαν κάποια χρήματα, αυτή δεν είχε προσφέρει υπηρεσίες στους Ενάγοντες εφόσον ισχυρίζεται ότι αποχώρησε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου. Εν πάση περιπτώσει, όμως, επισημαίνω ότι το άρθρο 12 (ε) του Νόμου 8/67 αναφέρεται σε απαιτήσεις για δεδουλευμένα ημερομίσθια, δηλαδή για αξιώσεις εργοδοτουμένων οι οποίοι εργάστηκαν κάποια χρονική περίοδο και δεν πληρώθηκαν από τον εργοδότη. Η υπό κρίση περίπτωση αφορά απαίτηση του εργοδότη για χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν στην Εναγομένη συνεπεία πλάνης ή λάθους για περίοδο κατά την οποία δεν εργάστηκε, πάντοτε βέβαια σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Συνεπώς, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι η υπόθεση αφορά αυτοτελή αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας για δεδουλευμένους μισθούς εντός της έννοιας του άρθρου 12(ε). Εφόσον λοιπόν η αγωγή των Εναγόντων εδράζεται σε παράβαση σύμβασης με βάση τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, αλλά και στις αρχές της επιείκειας («money had and received» και αδικαιολόγητο πλουτισμό), και δεν αφορά οποιαδήποτε από τα θέματα που ρυθμίζονται από τον Νόμο 24/1967 (αποζημίωση για παράνομο τερματισμό, πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό και πληρωμή λόγω πλεονασμού) ή αξίωση από εργοδοτούμενο εναντίον εργοδότη για δεδουλευμένους μισθούς ή οποιοδήποτε από τα θέματα για τα οποία προνοεί το άρθρο 12 του Νόμου 8/1967, οι εν λόγω Νόμοι δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Το γεγονός ότι η σχέση Εναγόντων και Εναγομένης ήταν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένης δεν εξυπακούει αυτόματα και αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για οποιαδήποτε μεταξύ τους διαφορά ή αξίωση. Απόλυτα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκος Θεοδώρου, Πολιτική Έφεση αρ. 392/2006, ημερ. 18/04/2008, και ειδικότερα η τελευταία παράγραφος: «Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στα θέματα που εγείρονται με την υπό εξέταση έφεση βρίσκεται στο λεκτικό του προαναφερόμενου άρθρου 12
(1)(ε). Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα .» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ΄ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση το κατ΄ ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πηγάζει από την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας, και επομένως εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου. » Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η απαίτηση των Εναγόντων δεν αποτελεί εργατική διαφορά η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και συνεπώς η προδικαστική ένσταση της Εναγομένης απορρίπτεται. Τα έξοδα εκδίκασης του προδικαστικού σημείου επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο