← Κύπρος

Παντελής Πατσαλίδης ν. Λοΐζος Παπαϊωάννου, Αρ. Αγωγής: 11419/2007, 23 Δεκεμβρίου, 2009

Παντελής Πατσαλίδης ν. Λοΐζος Παπαϊωάννου, Αρ. Αγωγής: 11419/2007, 23 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11419/2007 Μεταξύ: Παντελής Πατσαλίδης Ενάγων και Λοΐζος Παπαϊωάννου Εναγόμενος --------------------- Αίτηση ημερ. 18.9.2009 για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2009 Για αιτητή - εναγόμενο: κ. Γ. Μούντης Για καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα: κα Α. Κοζάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο εναγόμενος επιζητεί διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισής του. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση. Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για Λ.Κ. 8250 πλέον νόμιμο τόκο δυνάμει επιταγής που εξέδωσε στις 16.10.2007 ο εναγόμενος προς όφελος του ενάγοντα έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, η οποία δεν εξαργυρώθηκε λόγω έλλειψης αναγκαίων κεφαλαίων και λόγω του ότι ο λογαριασμός του είχε κλείσει. Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 30.6.2008, στις 4.6.2009 καταχωρίστηκε ειδοποίηση αλλαγής των δικηγόρων του εναγομένου και η υπό κρίση Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης καταχωρίστηκε στις 18.9.2009. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ. 1-3 και Δ.48 θ. 2 και 3. Ο αιτητής επιζητεί την προσθήκη δύο νέων παραγράφων στην Έκθεση Υπεράσπισης ως εξής : «

(1)Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης, κατά σειρά, των παρακάτω παραγράφων:
  1. O Εναγόμενος δεν έλαβε οποιαδήποτε αντιπαροχή ή/και νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της εν λόγω επιταγής και περαιτέρω αναφέρει ότι η έκδοση της εν λόγω επιταγής από αυτόν έγινε κατόπιν αθέμιτης πίεσης ή/και εξαναγκασμού ή/και ψυχικής πίεσης (duress and/or undue influence) από τον Ενάγοντα ή/και τους Συνεργάτες ή/και τους αντιπροσώπους του.
  2. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αναφέρει ότι κατά ή περί τον Ιούλιο του 2005 είχε δανειστεί από τον Ενάγοντα ή/και τους αντιπροσώπους του συγκεκριμένο ποσό το οποίο ο Εναγόμενος είχε αποπληρώσει πλήρως μερικούς μήνες μετά και κατέβαλε το εν λόγω ποσό συμπεριλαμβανομένων τόκων, με την καταβολή μετρητών, τραπεζικών επιταγών και/ή εμβασμάτων στον τραπεζικό λογαριασμό των αντιπροσώπων και/ή συνεργατών του Ενάγοντα κ.κ. Κυριάκου Καραντώκη ή/και Κωνσταντίνου Αντωνιάδη ή/και άλλων προσώπων, οι οποίοι ήταν αντιπρόσωποι του ενάγοντα ή/και εισέπρατταν εκ μέρους και/ή κατ΄ εντολή του Ενάγοντα και του συνεργάτη του Ενάγοντα κ. Χρίστου Φυλακτού. Ακολούθως ο Ενάγοντας και οι συνεργάτες ή/και οι αντιπρόσωποι του οι οποίοι ενεργούσαν εκ μέρους του και κατ΄ εντολή του κκ. Κωνσταντίνος Αντωνιάδης και/ή κ. Κώστας Αμερικάνος και/ή κ. Χρίστος Φυλακτού εξανάγκασαν τον Εναγόμενο να υπογράψει την εν λόγω επιταγή αφού ο Εναγόμενος ή/και οι προαναφερόμενοι συνεργάτες του ή/και αντιπρόσωποι του τον απείλησαν ή/και τον εξανάγκασαν ή/και άσκησαν εναντίον του αθέμιτη πίεση (Duress and/or undue influence). Ο Ενάγοντας ή/και οι προαναφερόμενοι συνεργάτες του ισχυρίζονταν ότι ο Εναγόμενος όφειλε να πληρώνει τόκο για το ποσό που είχε δανειστεί ίσο με 120% ετησίως. Ο Εναγόμενος ουδέποτε είχε συμφωνήσει να πληρώσει τόκο ίσο με 120% ετησίως και οποιοδήποτε ποσό είχε δανειστεί το είχε εξοφλήσει πλήρως συμπεριλαμβανομένων τόκων. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΕΜΙΤΗΣ ΠΙΕΣΗΣ Α. Ο Ενάγοντας ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και οι συνεργάτες του τον απείλησαν ότι αν δεν υπέγραφε την επίδικη επιταγή θα του κατέστρεφαν το μαγαζί που διατηρούσε στην Πάφο. Β. Ο Ενάγοντας ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και οι συνεργάτες απείλησαν την σωματική ακεραιότητα του Εναγομένου αν δεν υπέγραφε την επίδικη επιταγή.
(2)Δια της αναρίθμησης της παραγράφου 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης σε παράγραφο 4. » Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Γεωργίου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του εναγομένου, η οποία αναφέρει ότι με την ανάληψη της υπόθεσης, διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής και κακής συνεννόησης με τον εναγόμενο, ο δικηγόρος που είχε καταχωρίσει την Υπεράσπιση παρέλειψε να συμπεριλάβει σε αυτή τις προτεινόμενες παραγράφους, οι οποίες είναι διευκρινιστικές ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι έχει εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Αναφέρει επιπλέον ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να τεθούν όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν στα επίδικα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου, για σκοπούς πλήρους διευκρίνισης των θέσεων του εναγομένου και για τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των μερών, ώστε να είναι δυνατή η αποτελεσματική επίλυση της διαφοράς. Επισημαίνει δε ότι η Αίτηση γίνεται καλόπιστα και σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, πριν την έναρξη της ακρόασης, και ότι δεν επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα του ενάγοντα. Η Αίτηση συνάντησε την αντίθεση του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, ο οποίος στις 3.11.2009 καταχώρισε ένσταση, η οποία στηρίζεται στις Δ.25 θ. 1,2 και Δ.48 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: (α) με την Αίτηση επιδιώκεται η αναδόμηση από την αρχή της Υπεράσπισης (β) ο εναγόμενος επιχειρεί μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, και αφού η αγωγή είχε οριστεί επανειλημμένα για ακρόαση, να υποβάλει νέα Υπεράσπιση (γ) υποβάλλεται εντελώς νέα υπερασπιστική γραμμή (δ) με την αιτούμενη τροποποίηση διαγράφεται ουσιαστικά ολόκληρη η Υπεράσπιση και επιδιώκεται η αντικατάστασή της με νέα, με την προβολή νέων ισχυρισμών εντελώς αντίθετων από την υπάρχουσα Υπεράσπιση (ε) η Αίτηση είναι καταχρηστική, καθότι γίνεται πολύ αργά, χωρίς επεξήγηση των λόγων της καθυστέρησης. Ανεξάρτητα από την αλλαγή δικηγόρου, ο εναγόμενος γνώριζε την υπόθεσή του από την αρχή και δεν νοείται να έδωσε διαφορετικές οδηγίες στον πρώτο δικηγόρο του και άλλες στον δεύτερο. (στ) οι νέοι δικηγόροι του εναγομένου εμφανίστηκαν και στο παρελθόν στο δικαστήριο εκ μέρους του προηγούμενου δικηγόρου, χωρίς να εκφράσουν αντίθετη άποψη για την Υπεράσπιση (ζ) Ο αιτητής υποβάλλει την Αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα (η) οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αποτελούν νέα βάση υπεράσπισης κακόπιστης και είναι αποτέλεσμα επινοημένων ισχυρισμών (θ) η ένορκη δήλωση υποβάλλεται από δικηγόρο που δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τα γεγονότα (ι) ο εναγόμενος αποφάσισε να προβάλει νέους ισχυρισμούς και νέα γραμμή υπεράσπισης 2 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και 1 ½ χρόνο μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης (κ) η Αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου (λ) η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει την πηγή των πληροφοριών της. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος επαναλαμβάνει και επεκτείνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Τονίζει δε ότι ο εναγόμενος γνώριζε τα γεγονότα από την αρχή όταν έδωσε οδηγίες για σύνταξη της Υπεράσπισης και δεν νοείται να είπε στον πρώτο δικηγόρο ότι εξόφλησε και αν χρωστά είναι λιγότερα, και στον δεύτερο να έδωσε αντίθετες οδηγίες. Γίνεται κακόπιστη προσπάθεια αντικατάστασης της Υπεράσπισης με γεγονότα τα οποία υποτίθεται ότι γνώριζε ο εναγόμενος από την αρχή με αποτέλεσμα να θίγεται το Συνταγματικό του δικαίωμα για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25, θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. » Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τα πιο κάτω λεχθέντα του Λόρδου Denning M.R. στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε ότι η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Μελετώντας την υπό κρίση Αίτηση, σημειώνω ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα. Αντίθετα, αφορούν ισχυρισμούς του εναγομένου σε σχέση με την έκδοση της επιταγής η οποία αποτελεί τη βάση της αγωγής του ενάγοντα. Είναι γεγονός ότι η υφιστάμενη Υπεράσπιση περιέχει μόνο άρνηση των θέσεων του ενάγοντα και ισχυρισμό περί εξόφλησης κάθε οφειλόμενου ποσού, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε σχέση με την έκδοση της επίδικης επιταγής. Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, ο εναγόμενος στην ουσία συγκεκριμενοποιεί και εξειδικεύει τα γεγονότα στα οποία βασίζει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης, αλλά και τα γεγονότα που περιβάλλουν, κατά τη δική του πάντοτε εκδοχή, την έκδοση της επιταγής. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί παντελώς αντίθετοι με την υφιστάμενη Υπεράσπιση. Η αγωγή παραμένει στα ίδια πλαίσια και δεν υπάρχει ριζική αλλοίωση των θέσεων σε βαθμό που να καθίσταται ανεπίτρεπτη η τροποποίηση. Εξάλλου, είναι ορθό και δίκαιο για τον ίδιο τον ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση να γνωρίζει με επαρκή λεπτομέρεια την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει, ώστε να είναι σε θέση να αντικρούσει τις θέσεις του αντιδίκου του και να προετοιμάσει τα δικά του επιχειρήματα. Είναι βεβαίως γεγονός ότι ο εναγόμενος γνώριζε την υπόθεσή του από την αρχή και θα έπρεπε να ετίθεντο όλοι οι ισχυρισμοί του για τα γεγονότα που αφορούν στα επίδικα θέματα στην Υπεράσπισή του. Εν τούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στον εναγόμενο να προβάλει τις θέσεις του με ολοκληρωμένο τρόπο λόγω αυτού του αρχικού σφάλματος. Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας, φρονώ ότι δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη, η κακοπιστία θα πρέπει να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα δεν δικαιολογούν διαπίστωση για κακοπιστία ή πρόθεση κωλυσιεργίας εκ μέρους του αιτητή, αφού η κακοπιστία δεν μπορεί να αποδειχθεί απλώς και μόνο λόγω της ύπαρξης κάποιας καθυστέρησης, παραδρομής ή κακής συνεννόησης. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η θέση της πλευράς του εναγομένου είναι ότι εκ παραδρομής και λόγω κακής συνενόησης μεταξύ εναγομένου και δικηγόρου δεν δικογραφήθηκαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στην αρχική Υπεράσπιση, καθώς και το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να ήταν έγκαιρα εν γνώσει του εναγομένου. Εν τούτοις, επαναλαμβάνω ότι δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της αγωγής και δεν έχει διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω), «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .» (βλ. επίσης Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω)). Ως προς το θέμα της καθυστέρησης και του Συνταγματικού δικαιώματος του ενάγοντα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, παρατηρώ από τον φάκελο της υπόθεσης ότι η αγωγή ορίσθη κατ' επανάληψη για οδηγίες, κατόπιν από κοινού παράκλησης των συνηγόρων των δύο πλευρών, με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση. Ουδέποτε ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση ως εσφαλμένα αναφέρεται στον λόγο ένστασης (β). Σημειώνω επίσης ότι η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του εναγομένου δίδει επαρκείς εξηγήσεις σε σχέση με την παράλειψη συμπερίληψης των προτεινόμενων νέων παραγράφων στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, και ειδικότερα την κακή συννενόηση μεταξύ του εναγομένου και του πρώτου του δικηγόρου. Η ανάληψη της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους έγινε στις 4.6.2009 και η Αίτηση καταχωρίστηκε αμέσως μετά τις θερινές διακοπές, ήτοι στις 18.9.2009. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει υπερβολική καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Ως προς την αναφορά της πλευράς του ενάγοντα ότι και στο παρελθόν εμφανίζονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι νέοι δικηγόροι του εναγομένου εκ μέρους του παλαιού, σημειώνω ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναμένεται από δικηγόρο, ο οποίος εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους συναδέλφου του από άλλη επαρχία και δεν έχει αναλάβει την υπόθεση ούτε και έχει παραλάβει τον φάκελο, να είναι σε θέση να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση. Μόνο μετά την υπογραφή διορισμού (retainer) και την καταχώριση σημειώματος αλλαγής δικηγόρου θα μπορούσαν οι νέοι δικηγόροι να προβούν σε οποιαδήποτε δικονομικά μέτρα στην υπόθεση. Υπενθυμίζω επιπλέον ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Ως εκ τούτου, χωρίς να παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το Συνταγματικό δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, στο σύνολο των δεδομένων δεν υπάρχει τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο αποφασιστικής σημασίας που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί αδικία στον ενάγοντα από τη σκοπούμενη τροποποίηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης. Εξάλλου, επαναλαμβάνω ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει και ο ενάγων θα έχει το δικαίωμα να απαντήσει σε όλα τα σημεία της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης που αφορούν την ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του εναγομένου, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, καθότι η κα Γεωργίου αναφέρει ρητά τις πηγές πληροφόρησής της στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσής της και με ποιο τρόπο γνωρίζει τα γεγονότα, αλλά και το γεγονός ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο να προβεί στην ένορκη δήλωση. Βεβαίως, οφείλω να επισημάνω ότι η πρακτική της υποστήριξης αιτήσεων με ένορκη δήλωση δικηγόρου αντί του ιδίου του αιτητή έχει κατ' επανάληψη χαρακτηριστεί από τα Δικαστήρια ως ανεπιθύμητη, εν όψει του ασυμβίβαστου της παρουσίας ενός δικηγόρου και ως μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη του. Εν τούτοις, δεν θεωρώ ότι αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο για απόρριψη της Αίτησης, εάν και εφόσον δικαιολογείται η Αίτηση επί της ουσίας. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης που αφορά στο ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι αποτέλεσμα επινοημένων ισχυρισμών, σημειώνω ότι το κατά πόσο οι ισχυρισμοί του εναγομένου ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι, είναι θέμα που αφορά την ουσία της υπόθεσης και την αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και δεν είναι του παρόντος. Καταληκτικά, θεωρώ ότι η τροποποίηση που επιδιώκεται αφορά γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για τη διατύπωση των θέσεων του εναγομένου και είναι δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιόν του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να προστεθούν είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την αιτία αγωγής, αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προέκυψαν σε σχέση με την επίδικη επιταγή και δεν μπορούν να εκδικαστούν σε άλλη διαδικασία, όπως στις περιπτώσεις εισαγωγής νέας βάσης αγωγής. Είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, και του γεγονότος ότι δεν διαπιστώνεται ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στον αιτητή - εναγόμενο η ευκαιρία να παρουσιάσει την Υπεράσπισή του όπως ο ίδιος θεωρεί, ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α
(1)και
(2)της Αίτησης. Εν όψει των εορτών των Χριστουγέννων, θα δώσω αρκετό χρόνο για καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 21 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους του ενάγοντα. Εάν θα καταχωριστεί Απάντηση, να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 21 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο , επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα και εναντίον του αιτητή-εναγομένου . (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.