Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας ν. Βάσου Αργυρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 5202/04, 13.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5202/04 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Ενάγουσας - και -
- Βάσου Αργυρίδη, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχάλη Τάκη Χατζηπαύλου
- Τάκη Μιχάλη Χατζηπαύλου, από τη Λεμεσό
- Χριστόδουλου Τάκη Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό
- Ανδρέα Τάκη Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - (Αίτηση ημερομηνίας 5.12.2008) 13.1.2009 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χρ. Πουργουρίδης (κ. Χρ. Τιμοθέου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γ. Νικολάου (κα Ε. Χριστοφόρου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 3 και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Κακουλλή (κα Σ. Παπαβασιλείου για ν΄ ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να της επιτρέπει: «. να προσκομίσει μαρτυρία που να αντικρούει τη μαρτυρία που δόθηκε από το μάρτυρα Τάκη Χατζηπαύλου ότι δεν έδωσε πληρεξούσιο στον αποβιώσαντα πατέρα του και ότι δεν έστειλε μέσω της δικηγόρου Λίας Πετρίδου επιστολή ανάκλησης του εν λόγω πληρεξουσίου στον αποβιώσαντα πατέρα του.» Η Αίτηση βασίζεται σε ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Χρίστου Χατζηλοϊζου ημερομηνίας 5.12.2008, του μάρτυρα τον οποίο προτίθεται να καλέσει η Ενάγουσα σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα. Τόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 όσο και οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Οι ενστάσεις ουσιαστικά εδράζονται σε νομική επιχειρηματολογία στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης. Θεωρώ σκόπιμο να αποκρυσταλλώσω την πραγματική βάση του εγειρόμενου ζητήματος, ώστε να επικεντρωθώ στη συνέχεια στη νομική πτυχή που αγγίζει το ενώπιον μου ζήτημα. Η Αιτήτρια - Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης της που καταχώρησε στις 16.1.2008 αξιώνει την ακύρωση της μεταβίβασης 880 και 786 μετοχών της Haggipavlou Distributors Ltd που την 14.8.2002 μεταβιβάστηκαν από τον Εναγόμενο 2 στους Εναγόμενους 3 και 4 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ακύρωση της μεταβίβασης του συνόλου των πιο πάνω μετοχών
(1660)που την 11.12.1993 μεταβιβάστηκαν από τον Μιχάλη Τάκη Χατζηπαύλου, αποβιώσαντα, στον Εναγόμενο 2 Τάκη Χατζηπαύλου. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως οι πιο πάνω μεταβιβάσεις ήταν δόλιες, παράνομες και ακυρωτέες (παράγραφος 14 της Έκθεσης Απαίτησης). Η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομισθεί αφορά στην περίπτωση της πρώτης χρονικά μεταβίβασης, έτσι μπορούμε να επικεντρωθούμε σ΄ αυτή. Διατείνεται λοιπόν η Ενάγουσα στην αξίωση της πως η μεταβίβαση της 11.12.1993 ήταν δόλια, παράνομη και ακυρωτέα γιατί ο διαθέτης αποβιώσας είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης οφειλές προς την Ενάγουσα στις οποίες δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί χωρίς τη βοήθεια ή συνδρομή των μετοχών αυτών. Ότι ουσιαστικά μεταβίβασε τις μετοχές στον Εναγόμενο 2, γιο του, ώστε να καταδολιεύσει την Ενάγουσα και να καταστήσει οιαδήποτε διαδικασία εναντίον του για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού ατελέσφορη. Οι Εναγόμενοι με τις ξεχωριστές Υπερασπίσεις τους (οι Εναγόμενοι 1 και 2 αφενός και οι Εναγόμενοι 3 και 4 αφετέρου) προβάλλουν τη θέση πως η μεταβίβαση της 11.12.1993 έγινε χωρίς κακή πίστη και ότι για οικογενειακούς επιχειρηματικούς λόγους, που επί του παρόντος δεν απαιτείται να αναπτυχθούν, ο αποβιώσας μεταβίβασε τις 1660 μετοχές στον Εναγόμενο 2, γιο του. Κατά την ακροαματική διαδικασία υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 2 (Μ.Υ.2) κατά την αντεξέταση του από το δικηγόρο της Ενάγουσας, πως είχε δώσει γενικό πληρεξούσιο στον πατέρα του το οποίο ο ίδιος (ο Εναγόμενος 2) ακύρωσε με οδηγίες του προς τη δικηγόρο κα Λία Πετρίδου όταν έμαθε πως ο πατέρας του διαπραγματευόταν με κάποιον Αντώνη Χ"Παύλο για να πωλήσει τις επίδικες μετοχές. Ο Εναγόμενος 2 ήταν κατηγορηματικός ότι κανένα πληρεξούσιο δεν έδωσε στον πατέρα του. Η μόνη περίπτωση να έδωσε πληρεξούσιο και χωρίς να θυμάται τούτο θετικά, ήταν το 1996 όταν εγκατέλειψε την Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, τέτοιο δε πληρεξούσιο, εάν δόθηκε, ήταν προς τη μητέρα του και όχι τον πατέρα του. Επιχειρηματολόγησε ο δικηγόρος της Ενάγουσας με παραπομπή στην Twyne's case 3 Co.Rep.80 b, Moore, K.B.638, 76 E.R.809, πως η ύπαρξη πληρεξουσίου από τον Εναγόμενο 2 που πληρεξουσιοδοτούσε τον διαθέτη πατέρα του να διαχειρίζεται τις επίδικες μετοχές είναι στοιχείο που καταδεικνύει πως η μεταβίβαση της 11.12.1993 δεν έγινε καλή τη πίστει αλλά κακόπιστα προς καταδολίευση της Ενάγουσας. Στην Twyne's case (πιο πάνω) ο διαθέτης αποξένωσε όλη του την περιουσία, συνέχισε όμως να κατέχει τα αγαθά που είχε μεταβιβάσει. Ο ιδιοκτήτης μιας περιουσίας που έχει χρεώστες τους οποίους επιδιώκει να καταδολιεύσει τυγχάνει να μην νοιάζεται να διατηρήσει τον έλεγχο στην περιουσία του, ιδιαίτερα από τη στιγμή που την μεταβιβάζει σε συγγενικά πρόσωπα ιδίως τέκνα. Μπορεί όμως να επιθυμεί να διατηρήσει τον έλεγχο ιδίως όταν δεν είχε πρόθεση να διαθέσει την περιουσία, έστω στα τέκνα του, αν δεν επικρεμμόταν πάνω από το κεφάλι του η σπάθη του χρέους προς τους χρεώστες του. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μεταβίβαση της περιουσίας και η κατοχή ενός σχετικού πληρεξουσίου, μιας εν λευκώ μεταβίβασης κλπ αναλόγως της περίστασης, για την οποία ο χρεώστης δεν γνωρίζει, εξυπηρετεί ώστε ο διαθέτης να διατηρεί ουσιαστικά τον έλεγχο ενώ να φαίνεται πως η περιουσία ανήκει σε άλλον (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ., τόμος 18, παραγρ.366, σελ.171-172). Να σημειωθεί πως η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί δεν συνίσταται στο ότι ο Εναγόμενος 2 έδωσε πληρεξούσιο στον πατέρα του κατά το χρόνο της μεταβίβασης των μετοχών. Περιορίζεται η μαρτυρία στο ότι μέσα του 1996 ο αποβιώσας είχε πληρεξούσιο που του επέτρεπε να πωλήσει τις επίδικες μετοχές. Ρητά αναφέρει ο κ. Χρ. Χ"Λοϊζου στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης πως δεν γνωρίζει τις συνθήκες και την ημερομηνία που είχε καταρτιστεί το εν λόγω πληρεξούσιο. Μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 2 είχε δώσει πληρεξούσιο στον πατέρα του διαθέτη που του επέτρεπε να διαχειρίζεται τις επίδικες μετοχές θα ήταν αποδεκτή μαρτυρία σχετική με το επίδικο ζήτημα που θα συνεκτιμάτο με το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν την υπόψη μεταβίβαση. Εάν η μαρτυρία επιχειρείτο να προσκομιστεί κατά το στάδιο που η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίαζε την υπόθεση της δεν θα υπήρχε λόγος να μην γίνει αποδεκτή (admissible) ώστε να ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό. Το ζήτημα είναι αν πρέπει ή δικαιολογείται να επιτραπεί η προσκόμιση της στο στάδιο τούτο της διαδικασίας. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.33 Θ.7 (ii)(b), η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, οποτεδήποτε κρίνει αναγκαίο, να επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας από πλευράς του ενάγοντα σε αντίκρουση ισχυρισμών που έχουν κατατεθεί από πλευράς του Εναγόμενου. Όπως προδιαγράφεται, τέτοια αίτηση για άδεια προσαγωγής τέτοιας μαρτυρίας πρέπει να γίνεται αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Εναγόμενου. Η εμβέλεια της διαταγής αυτής έχει επισημανθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Τσιάρτας ν. Ταλιώτη
(1989)1 ΑΑΔ 216, όπου γίνεται εκτενής ανάλυση της Αγγλικής νομολογίας πάνω στο θέμα και συνοψίζονται οι αρχές πάνω στις οποίες το Δικαστήριο δικαιούται, στα πλαίσια άσκησης αυτής της διακριτικής ευχέρειας, να επιτρέψει την επιπρόσθετη αυτή μαρτυρία. Γίνεται αναφορά στο αντίστοιχο 0.37 r.1 των Αγγλικών Θεσμών, όπως ήταν τότε και στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1960, όπου αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας σε δύο βασικά περιπτώσεις, όταν (
- i)χρειάζεται να απαντηθεί μαρτυρία που προσαγάγει η άλλη πλευρά για ζήτημα το βάρος απόδειξης του οποίου έγκειται με τον εναγόμενο και (
- ii)όταν ο ενάγων κατελήφθη εξαπίνης ή η μαρτυρία που έχει ήδη προσαχθεί ήταν αντιφατική. Αναφέρεται επίσης απόσπασμα από το σύγγραμμα του Phipson on Evidence, 13η Έκδ., κάτω από τον τίτλο «Evidence in Rebuttal», όπου στις σελ. 824-5 αναγράφεται ότι ως γενικός κανόνας η μαρτυρία σε αντίκρουση θα πρέπει να περιορίζεται αυστηρά σε μαρτυρία που στόχο έχει να αντικρούσει την υπόθεση του Εναγόμενου και δεν θα πρέπει να είναι απλώς επιβεβαιωτική αυτής του ενάγοντα. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για τη δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου. (βλ. ακόμη Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081). Το άρθρο 3
(1)του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει προνοεί πως: 3.-
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών.» Δηλαδή για να θεωρηθεί η πράξη δόλια και άκυρη σύμφωνα με το πιο πάνω νομοθέτημα πρέπει ο διαθέτης να είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν τις προς αυτούς οφειλές του. Το εδάφιο
(2)που ακολουθεί αφορά στο βάρος απόδειξης στην περίπτωση που η μεταβίβαση είναι προς πρόσωπο συγγενικό του διαθέτη και χωρίς καλή αντιπαροχή. Προνοεί πως: «Σε οποιαδήποτε αίτηση, βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης οποιασδήποτε περιουσίας που έγινε σε οποιοδήποτε γονιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιοπάροχου ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε καλή τη πίστη και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.» Η υπό εκδίκαση αγωγή δεν είναι διαδικασία αίτησης ακύρωσης μεταβίβασης όπως προνοείται στο άρθρο 4 του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου. Το άρθρο 4 (πιο πάνω) προνοεί πως: «4. Οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.» Ως εκ τούτου οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)(πιο πάνω) δεν έχουν εφαρμογή. Άλλη περίπτωση όπου το βάρος εναποτίθεται στην πλευρά του δικαιοπαρόχου ή εκχωρητή και του προσώπου στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση είναι όταν ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής πτωχεύσει μέσα σε 10 χρόνια από τη διάθεση ή εκχώρηση. Προνοείται στο σχετικό άρθρο 46
(1)του Περί Πτωχεύσεων Νόμου Κεφ. 5 πως: «Διάθεση περιουσίας, η οποία δεν συνιστά διάθεση που γίνεται πριν και ως αντιπαροχή γάμου, ή που γίνεται προς όφελος αγοραστή ή ενυπόθηκου δανειστή καλή τη πίστει και έναντι αξιόλογης αντιπαροχής, ή που γίνεται στη σύζυγο ή τα τέκνα ή υπέρ της συζύγου ή των τέκνων του διαθέτη της περιουσίας η οποία περιήλθε σε αυτόν μετά το γάμο ως δικαίωμα της συζύγου του, είναι άκυρη, έναντι του διαχειριστή της πτώχευσης, αν ο διαθέτης πτωχεύσει μέσα σε δύο χρόνια από την ημερομηνία της διάθεσης, και αν ο διαθέτης πτωχεύσει σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο μέσα σε δέκα χρόνια από την ημερομηνία της διάθεσης, η διάθεση είναι άκυρη έναντι του διαχειριστή της πτώχευσης, εκτός αν τα μέρη που προβάλλουν αξίωση με βάση τη διάθεση δυνηθούν να αποδείξουν ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο που έκαμε τη διάθεση, ήταν ικανός να πληρώσει όλα τα χρέη του χωρίς τη συνδρομή της περιουσίας, που διατέθηκε και ότι το συμφέρον του διαθέτη στην περιουσία αυτή μεταβιβάστηκε στο διαχειριστή τέτοιας περιουσίας που διατέθηκε με την εκτέλεση της.» Ούτε τέτοια είναι η υπό εκδίκαση περίπτωση. Ως εκ τούτου η περίπτωση δεν εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση που αναφέρεται στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1960. Η Ενάγουσα που διατείνεται πως οι Εναγόμενοι ενήργησαν δόλια και/ή παράνομα έχει το βάρος, όπως κάθε Ενάγοντας που προβάλλει θέσεις επί των οποίων εδράζει την αξίωσή του, να τις αποδείξει. Η υπό εκδίκαση περίπτωση δεν αφορά ούτε περίσταση όπου η πλευρά της Ενάγουσας ελήφθηκε εξ απίνης από μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση. Κατ΄ αρχάς η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 επί του προκειμένου ήταν αρνητικής μορφής, υπό την έννοια ότι δεν μαρτύρησε για κάποιο γεγονός, δεν πρόσθεσε κανένα στοιχείο στην υπόθεση της υπεράσπισης, απλά αρνήθηκε ότι ενήργησε όπως του υπέβαλε ο δικηγόρος της Ενάγουσας. Το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι πληρεξουσίου δεν ηγέρθηκε από την υπεράσπιση. Απάντησε μεν ο μάρτυρας υπεράσπισης αλλά κατόπιν σχετικών υποβολών και ερωτήσεων του δικηγόρου της Ενάγουσας. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης του δικηγόρου κ. Χρ. Χ"Λοϊζου, οι πληροφορίες περί ύπαρξης πληρεξουσίου δόθηκαν στο δικηγόρο της Ενάγουσας από τον κ. Χρ. Χ"Λοϊζου. Δεν ήταν ζήτημα που περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου της Ενάγουσας από μαρτυρία που προσκόμισε η υπεράσπιση. Αναφέρεται στην παράγραφο 11 πιο πάνω πως η σχετική πληροφόρηση δόθηκε την 27.11.2008 πριν ο Εναγόμενος 2 κληθεί στο εδώλιο του μάρτυρα, αφού όμως η Ενάγουσα είχε ήδη κλείσει την υπόθεση της και είχε μαρτυρήσει και ένας μάρτυρας για την υπεράσπιση. Ετέθηκε υπόψη της πλευράς της Ενάγουσας μια πληροφορία - μαρτυρία την οποία η Ενάγουσα επιθυμούσε να παρουσιάσει κατά τη δίκη. Όμως η πληροφορία - μαρτυρία ήρθε αργά, αφότου η Ενάγουσα είχε κλείσει την υπόθεση της. Νομίζω πως δεν μπορεί η πλευρά της Ενάγουσας εγείροντας το ζήτημα με δική της πρωτοβουλία, ένα ζήτημα για το οποίο τίποτε δεν είχε προηγουμένως ακουστεί να επικαλείται ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να της επιτραπεί η προσκόμιση απαντητικής - αντικρουστικής μαρτυρίας. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και Εναγομένων 3 και 4 και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Απαντητική - Αντικρουστική μαρτυρία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο