← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. Α. PANAGIDES CONTRACTING LTD, Αρ. Αγωγής: 1892/02, 15/1/2009

ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. Α. PANAGIDES CONTRACTING LTD, Αρ. Αγωγής: 1892/02, 15/1/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1892/02 Μεταξύ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγοντος και Α. PANAGIDES CONTRACTING LTD Eναγομένων ------------ Ημερομηνία: 15/1/2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: Κος. Κ. Χατζηπιέρας Για Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση: κ. Ν. Αβρααμίδης ------------- Ε Ν Δ Ι Α M Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά τις τελικές αγορεύσεις και μετά το πέρας της αγόρευσης του δικηγόρου των Εναγομένων ο δικηγόρος του Ενάγοντος ζήτησε αναβολή για να υποβάλει την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά όπως τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης του ως ακολούθως:

  1. Διά της προσθήκης στην παράγραφο 6 των Λεπτομερειών, των ακόλουθων υποπαραγράφων ε και στ: (ε) Παρέλειψαν να προειδοποιήσουν τον Ενάγοντα για τον κίνδυνο από τον ως άνω πόττι. (στ) Παρέλειψαν να παράσχουν στον Ενάγοντα , ασφαλή πρόσβαση στο μέρος που ετραυματίσθη και/ή από και/ή προς την πλάκα του υπογείου.
  2. Να προστεθεί στο τέλος της παραγράφου 2 και προ της τελείας, η φράση «και ήτο συνεπώς ο κάτοχος του ακινήτου αυτού».
  3. Διάταγμα όπως η τροποποιημένη Ε/Απαίτησης καταχωρηθεί εντός 190 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Η αίτηση του βασίζεται επί των θεσμών Πολ. Δικονομίας Δ.25 Θ1 και Δ.48 Θ2 . Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της Φρόσως Βερεσιέ ασκούμενης δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο του δικηγόρου του Ενάγοντος η οποία αναφέρει ότι έχει παρακολουθήσει όλες τις ακροάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης και κρατούσε πρακτικά της μαρτυρίας, τα οποία κατά το δυνατόν είναι ακριβή. Υποστηρίζει ότι κύριο επίδικο θέμα κατά τη διαδικασία εκδίκασης υπήρξε το κατά πόσο, πέραν του πόττι ή μορίνας, υπήρχε στο εργοτάξιο άλλο ασφαλές μέσο προσπέλασης προς και από την πλάκα του υπογείου. Και οι δύο πλευρές παρουσίασαν μαρτυρία επί του θέματος αυτού και αντεξέτασαν επί μακρόν τους μάρτυρες της άλλης πλευράς. Υποστηρίζει ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντος ρώτησε τον Ενάγοντα στην κυρίως εξέταση χωρίς ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης αν τον προειδοποίησε κανείς ότι ο πόττις ήτο επικίνδυνος. Συγκεκριμένα τον ρώτησε αν του είπε κανένας να προσέχει γιατί ο πόττις εκείνος δεν είναι καλός και ο Ενάγων απάντησε όχι. Ρώτησε επίσης τον Ενάγοντα και πάλι χωρίς ένσταση της άλλης πλευράς ποιος είχε τον έλεγχο των εργασιών στο Μιραμάρε και ο Ενάγων απάντησε «Α:. Παναγίδης, η Εναγόμενη Εταιρεία». Κατά την αντεξέταση του επίσης ο Ενάγων ρώτησε από την άλλη πλευρά «ποιος ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια των υπαλλήλων του» και ο Ενάγων απάντησε ότι ήτο η Εναγόμενη Εταιρεία. Κατά την αντεξέταση του επίσης ο Ενάγων ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι η μορίνα ήτο των καλουψιήδων. Απάντησε δεν ξέρει αλλά ήταν μέσα στη δουλειά του Παναγίδη, ήτοι της Εναγόμενης. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα Μ.Ε.
  4. Γιαννάκη Ιωάννου που ήτο επιστάτης της Εναγομένης, η άλλη πλευρά τον ρώτησε ποια ήταν τα καθήκοντα του. Ο μάρτυρας απάντησε ότι έβλεπε το προσωπικό, τους υπεργολάβους, του καλουψιήδες, την ασφάλεια γενικά, για να μην κτυπήσει κανένας. Ο Μ.Ε.2 Γ. Αντωνίου, υπάλληλος της Εναγομένης, οδηγός γερανού ανέφερε στην κυρίως εξέταση αλλά και στην αντεξέταση του ότι υπήρχαν τρεις προσβάσεις και ότι ήταν μέσα στα καθήκοντα του να εξυπηρετεί τους υπεργολάβους και ότι η μορίνα εκείνη που είδε σπασμένη μετά το δυστύχημα ήταν επικίνδυνη για να πατά κάποιος πάνω. Μάλιστα στην κυρίως εξέταση του έδωσε και λεπτομέρειες γιατί ήτο επικίνδυνη, λέγοντας ότι δεν είχε ευλυγισία αφού μπήκε στο φούρνο και αποξηράνθηκε. Όπως την πληροφορεί ο δικηγόρος του Ενάγοντος οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να ευθυγραμμιστεί η δοθείσα ήδη μαρτυρία με τις έγγραφες προτάσεις. Επίσης την πληροφορεί ο δικηγόρος του Ενάγοντος ότι, διά των ως άνω τροποποιήσεων η πλευρά της Εναγομένης ουδεμία ζημιά θα υποστεί αφού: (α) Η σχετική με τις ως άνω ζητούμενες τροποποιήσεις μαρτυρία που εδόθη, εδόθη χωρίς καμία ένσταση είτε από την πλευρά του Ενάγοντα, είτε από την πλευρά του Εναγομένου. (β) Όπως την πληροφορεί ο κ. Χατζηπιέρας, υπάρχουν ακόμα και από την πλευρά της Εναγομένης Δικογραφημένοι ισχυρισμοί που διαπραγματεύονται και/ή αφορούν τις αιτούμενες τροποποιήσεις π.χ.: - στην παράγραφο 6 στ, ότι η μορίνα ή πόττις «ήτο ανασφαλής και/ή επικίνδυνος και/ή ακατάλληλος». - στην παράγραφο 6 στ, γενικός ισχυρισμός ότι «υπήρχε ασφαλής πρόσβαση και/ή μέσο προσπέλασης .... στην πλάκα επί της οποίας επεχείρησε να ανέβει και/ή εργαστεί ...» (γ) Ακόμα και ο δικηγόρος της Εναγομένης, στην αγόρευση του, κάλυψε και τα θέματα που άπτονται των αιτούμενων τροποποιήσεων. Παρά ταύτα ως την πληροφορεί ο κ. Χατζηπιέρας, μπορεί, αν θέλει, να προσθέσει στην αγόρευση του οτιδήποτε επιθυμεί περαιτέρω, αφού η αγόρευση του Ενάγοντα δεν άρχισε. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι, όπως την πληροφορεί ο δικηγόρος του Ενάγοντος εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης δεν συμπεριλήφθησαν οι αιτούμενες τροποποιήσεις και μόλις προχθές προέκυψε μετά την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης όστις πρόβαλε ισχυρισμούς για μη δικογράφηση αυτών των ισχυρισμών. Επίσης όπως την πληροφορεί η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με καλή πίστη και ότι αν το Δικαστήριο δεν επιτρέψει την τροποποίηση ο Ενάγων θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί το Δικαστήριο δυνατόν να αποφασίσει ότι από την ενώπιον του μαρτυρία απεδείχθη η αμέλεια της Εναγομένης ή να αποφασίσει ότι η μαρτυρία αυτή, αποτελούσε και κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, εισήχθη χωρίς ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης ή του Ενάγοντος πλην όμως να απορριφθεί η απαίτηση του Ενάγοντος για εντελώς τεχνικούς, τυπικούς λόγους, ότι τέτοιοι ισχυρισμοί για αμέλεια της Εναγομένης δεν δικογραφούνται. Μια τέτοια κατάληξη θα είναι άδικη και σίγουρα δεν θα εξυπηρετεί το δίκαιο και την απονομή της δικαιοσύνης. Η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία για να εξεταστούν και συνυπολογιστούν τα επίδικα θέματα μέσα στο σωστό πλαίσιο γεγονότων όπως αυτά κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την δοθείσα μαρτυρία. Στο αίτημα του Ενάγοντος καταχωρίστηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως εκ μέρους της Εναγομένης η οποία στηρίζεται επί της Δ.48 Θ2-4 και 7, Δ.25 Θ1, Δ.19 Θ4 και 13 Δ.39 Θ1-3 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Η αίτηση τροποποίησης είναι κακόπιστη αφού είναι πασιφανές ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγων ή/και ο δικηγόρος του επιχειρεί ελιγμούς για να παρακάμψει ή/και εξουδετερώσει επιχειρήματα ή/και θέσεις που προωθήθηκαν στην τελική αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης. Η αίτηση είναι εμφανώς εμπνευσμένη από τα νομικά επιχειρήματα και θέσεις που ανέπτυξε ο δικηγόρος της Εναγομένης στην τελική του αγόρευση και η απόδοση της μη συμπερίληψης των ισχυρισμών που εκτίθενται στο αιτητικό της αίτησης στην Έκθεση Απαίτησης κατά τον χρόνο της σύνταξης σε «παραδρομή» ή «αβλεψία», αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. (β) Η αίτηση τροποποίησης χρησιμοποιείται ως τέχνασμα για εισαγωγή στην Έκθεση Απαίτησης νέων βάσεων αγωγής ή/και θεμάτων επί των οποίων ουδέποτε βασίστηκε η απαίτηση του Ενάγοντα και ούτε επρόκειτο να βασισθεί εάν δεν εδίδετο στον δικηγόρο του Ενάγοντα η ευκαιρία να ακούσει ή/και μελετήσει τη τελική γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης. (γ) Η αίτηση δεν καταχωρείται για να ευθυγραμμιστούν τα δικόγραφα με τη μαρτυρία αλλά για να καλύψει τις νομικές αδυναμίες της υπόθεσης ή βάσης αγωγής του Ενάγοντα όπως αυτή διαμορφώθηκε, τροχοδρομήθηκε και παρουσιάστηκε τόσο με το κλητήριο ένταλμα όσο και με την Έκθεση Απαίτησης και την μαρτυρία. (δ) Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει εξαιρετικά μεγάλη αδικία στην Εναγόμενη και θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα και συμφέροντα της. (ε) Ο Ενάγων δεν έχει δώσει οποιεσδήποτε ή/και επαρκείς ή/και εύλογες εξηγήσεις για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση ή/και οι εξηγήσεις που δίδονται είναι αντιφατικές ή/και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή/και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να αποτελέσουν καλή ή/και εύλογη δικαιολογία για την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. (στ) Ακόμα και εάν οι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση της Εναγομένης ή η δοθείσα μαρτυρία ήταν το έρεισμα για την υποβολή του αιτήματος τροποποίησης, πράγμα το οποίο η Εναγόμενη δεν δέχεται, ο Ενάγων απέτυχε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του αιτήματος, καθότι η μαρτυρία που επικαλείται, έχει δοθεί αρκετούς μήνες προηγουμένως, η δε Υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 22/12/
  5. (ζ) Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση ήταν γνωστά στον Ενάγοντα ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον Ενάγοντα πριν την έγερση της αγωγής ή εν πάση περιπτώσει πολύ ενωρίτερα από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος. (η) Η αίτηση τροποποίησης σκοπεί στην εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής στην Έκθεση Απαίτησης ή/και νέων θεμάτων. Περαιτέρω, η υπό 1(ε) της Αιτήσεως λεπτομέρεια είναι ασαφής ή/και διφορούμενη ή/και αόριστη και εάν εισαχθεί στην Έκθεση Απαίτησης, θα χρήζει περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. (θ) Με την αίτηση τροποποίησης, η Εναγομένη καταλαμβάνεται εξ' απροόπτου και μάλιστα σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. (ι) Η αίτηση τροποποίησης δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και τυχόν έγκριση της θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό ή/και επανάνοιγμα των επίδικων θεμάτων ή/και σε παραβίαση των δικαιωμάτων της Εναγομένης για σύντομη διάγνωση των συνταγματικών δικαιωμάτων ή/και υποχρεώσεων της. (κ) Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άκυρη ή/και παράτυπη αφού περιλαμβάνει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. (λ) Περαιτέρω η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιλαμβάνει αστήρικτους ή/και αντιφατικούς ισχυρισμούς. (μ) Εν όψει όλων των περιστάσεων της υπόθεσης το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Δώρας Καρή δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Εναγομένης. Αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και από πληροφορίες που έλαβε από το δικηγόρο κ. Νίκο Αβρααμίδη. Υποστηρίζει ότι από το ιστορικό της διαδικασίας και τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση κατά τη γνώμη της η αίτηση καταχωρίστηκε κακή τη πίστη. Έχοντας υπόψη την γραπτή τελική αγόρευση του Νίκου Αβρααμίδη καθώς και την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση υποστηρίζει ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντος μελετώντας τις θέσεις του δικηγόρου της Εναγομένης και διαπιστώνοντας ενδεχομένως την περιορισμένη βάση αγωγής επί της οποίας στηρίζεται η απαίτηση του Ενάγοντος επιχειρεί να διαμορφώσει νέα ή νέες βάσεις αγωγής ή να εισάξει νέα θέματα στην Έκθεση Απαίτησης διευρύνοντας την απαίτηση σε θέματα ή βάσεις αγωγής στις οποίες ουδέποτε βασίστηκε η απαίτηση του Ενάγοντος και ουδέποτε θα βασιζόταν εάν δεν είχε την ευκαιρία να μελετήσει την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης. Υποστηρίζει επίσης ότι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης της Φρόσως Βερεσιέ ότι εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας δεν συμπεριλήφθησαν στην Έκθεση Απαίτησης οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντιφατικοί με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 10 της πιο πάνω ένορκης δήλωσης όπου υποστηρίζεται, ότι μόλις προχθές προέκυψε η αναγκαιότητα συμπερίληψης των αιτούμενων τροποποιήσεων στην Έκθεση Απαίτησης μετά την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης όστις πρόβαλε ισχυρισμούς για μη δικογράφηση αυτών των ισχυρισμών. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η θέση που προβάλλεται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι « η αναγκαιότητα συμπερίληψης των αιτούμενων τροποποιήσεων .. μόλις προχθές προέκυψε μετά την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης.» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί εάν υπήρχε ή διαφάνηκε ανάγκη για τροποποίηση αυτή προέκυψε πολύ ενωρίτερα στη διαδικασία και όχι στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα ήταν γνωστά ή μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν από τον Ενάγοντα από το έτος 2001 και είχε την ευκαιρία να διαμορφώσει την απαίτηση του εκ των προτέρων ή να προβεί σε τέτοιο αίτημα στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Εάν ο Ενάγοντας δεν εντόπισε ή διαπίστωσε την ανάγκη για διεύρυνση της απαίτησης του στην αρχή ή σε πρόωρο στάδιο της διαδικασίας παρά μόνο μετά την μελέτη της τελικής αγόρευσης του δικηγόρου της Εναγομένης αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε στο στάδιο των αγορεύσεων όπως υποστηρίζεται στην αίτηση. Οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με την πλευρά του Ενάγοντα-Αιτητή να την υποβάλλει και γραπτώς. Και οι δύο πλευρές δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχει η Δ.48, Θ4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων όπως προνοείται από τη Δ.39. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Η σύγχρονη τάση είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Στην υπόθεση Περικτιώνη Χρίστου v. Αντρέα Αζά
(1992)1 A.A.Δ. 704, επιβεβαιώθηκε η θεμελιακή αρχή ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή οπότε κρίνεται αναγκαίο για τον βέβαιο προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών, αποκλείεται όμως όπου η περίπτωση της εισαγωγής της τροποποίησης δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Τονίστηκε επίσης η επιτυχία μιας αίτησης τροποποίησης εξαρτάται και από τον παράγοντα της καθυστέρησης ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Ενώ αναμφίβολα η Δ.25 δίνει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η νομολογία αποκαλύπτει ότι εάν η αίτηση τροποποίησης εισάγεται στο αρχικό στάδιο της υπόθεσης και πριν την έναρξη της ακρόασης, τότε εγκρίνεται με μεγαλύτερη ευχέρεια και ευκολία, ενώ αν η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει (και ανάλογα με το προχωρημένο στάδιο της), η έγκριση του αιτήματος γίνεται με μεγαλύτερη δυσχέρεια, ιδιαίτερα όπου διαφαίνεται ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης υπήρχε από πριν αλλά καθυστέρησε χωρίς να προσφερθεί εξήγηση. Όσο πιο καθυστερημένο το στάδιο της σκοπούμενης τροποποίησης, τόσο περισσότερο ο Αιτητής θα πρέπει να αποσείσει το βάρος που έχει για να γίνει δεκτή. Υποθέσεις όπως οι Γραμμές Στρίντζη v. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 A.A.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501, 510, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223, θεμελιώνουν τον κανόνα ότι η αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, βρισκόταν με τον αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρθει στην επιφάνεια έγκαιρα και πριν την υποβολή της αίτησης και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης. Οι υποθέσεις αυτές, καθώς και άλλες, δείχνουν επίσης την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια μετά την έναρξη της δίκης, όταν πια το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης, καθώς επίσης και τις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου (πιο πάνω), το Εφετείο υιοθέτησε την πρωτόδικη προσέγγιση όπου το Δικαστήριο «Επεσήμανε, με αναφορά, στην πρόσφατη Federal Bank of Levanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, τη σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής από τον Π. Αρτέμη, Δ. στη σελίδα 228: « Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P) N. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο τω περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726).». Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις και την επιχειρηματολογία των δύο δικηγόρων. Επίσης έχει συγκρίνει την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κρίνεται ότι η αίτηση για τροποποίηση δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία για τους εξής λόγους: Η αίτηση εισάγεται καθυστερημένα και συγκεκριμένα μετά την τελική αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης Εταιρείας. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν 6 μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντος και 4 μάρτυρες για την Εναγομένη, επίσης, κατατέθηκαν 13 τεκμήρια και έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί, τουλάχιστον μέχρι σε αυτό το σημείο, οι θέσεις των μερών. Έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι όσο πιο καθυστερημένη είναι μια αίτηση τροποποίησης τόσο το βάρος του αιτούμενου την τροποποίηση να δείξει ότι αυτή είναι αναγκαία και δεν θα επηρεάσει αρνητικά τον αντίδικο του, είναι αυξημένο. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα με την επιζητούμενη τροποποίηση επιχειρείται η ευθυγράμμιση της Έκθεσης Απαίτησης με την ήδη δοθείσα μαρτυρία. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση η μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα, τον Μ.Ε.2 και τον Μ.Υ.2. Το καθυστερημένο της αίτησης επιβεβαιώνεται όχι μόνο από το γεγονός ότι υποβάλλεται σ' αυτό το στάδιο, αλλά και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ανάγκη για τροποποίηση ήταν εμφανής, τουλάχιστον, μετά το πέρας της μαρτυρίας των πιο πάνω μαρτύρων. Η θέση, όπως προκύπτει από την υποστηρικτική ένορκη δήλωση της αίτησης, παρ. 10, ότι η ανάγκη τροποποίησης «προέκυψε μετά την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης, όστις πρόβαλε ισχυρισμούς για μη δικογράφηση αυτών των ισχυρισμών» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτή η διάσταση της δικογραφημένης θέσης του Ενάγοντος με την δοθείσα μαρτυρία προέκυψε πολύ ενωρίτερα στη διαδικασία, κατά το χρόνο που εδίδετο η μαρτυρία και όχι στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Περαιτέρω, όπως φαίνεται από την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα, ο δικηγόρος του Ενάγοντος διατείνεται ότι εκ παραδρομής ή αβλεψίας κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης δεν συμπεριλήφθησαν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Συνεπώς κατά τον δικηγόρο του Ενάγοντος η ανάγκη για συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων υπήρχε από τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης και όχι όπως υποστηρίζει στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης, ότι προέκυψε μετά την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης. Εφ' όσον η ανάγκη για την συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων υπήρχε από την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης καμία εξήγηση δεν δίδεται γιατί δεν αποτάθηκε σε προγενέστερο χρόνο να συμπεριλάβει τους ισχυρισμούς που θέλει να περιλάβει στο προτεινόμενο τροποποιημένο δικόγραφο του. Περαιτέρω, όπως αναγράφεται στο Αnnual Practice 1959 σελ 625 στα σχόλια του O.28.r1 κάτω από τον υπότιτλο "At the hearing" όπου η τροποποίηση έχει καταστεί αναγκαία εξαιτίας της διάστασης που έχει επέλθει μεταξύ της έκθεσης απαίτησης και της μαρτυρίας που έχει δοθεί στη δίκη, θα πρέπει να ζητείται κατά το τέλος της υπόθεσης του Ενάγοντος . Είναι κανόνας ότι μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές δεν θα επιτραπεί τροποποίηση δικογράφου. Σχετικές αναφορές γίνονται και στην υπόθεση Χρίστου - v - Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 704 στις σελ. 707, 708. Όσον αφορά την παράγραφο 2 του παρακλητικού της αίτησης, πουθενά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αναφέρονται οι λόγοι συμπερίληψης της φράσης «και ήτο συνεπώς ο κάτοχος του ακινήτου αυτού» στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και βέβαια καμιά δικαιολογία δεν προσφέρεται για την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης. Στην γραπτή αγόρευση του ο δικηγόρος του Ενάγοντος αναφέρει ότι αποτελεί «απλή διευκρίνιση, διασάφηση του αυτονόητου, που ζητά να προσθέσει ο Ενάγων στην Ε/Α.». Όπως αναφέρεται στο Annual Practice (πιο πάνω) κάτω από τον υπότιτλο "Immaterial and Useless Amendments" το Δικαστήριο πάντοτε θα εξετάσει την χρησιμότητα μιας προτεινόμενης τροποποίησης και μια άχρηστη τροποποίηση δεν θα επιτραπεί. Στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο δεν θα σχολιάσει την θέση του Ενάγοντος ότι «η βάση της αγωγής είναι οι Νομικές υποχρεώσεις της Εναγομένης ως κατόχου του ακινήτου». Το ζήτημα τούτο θα αποφασιστεί στην τελική απόφαση μετά που θα τοποθετηθεί κατά την αγόρευση του και ο δικηγόρος του Ενάγοντος. Όσον αφορά τη σημασία των δικογράφων μνημονεύω την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας - v - Στυλιανού κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1718 όπου τα επίδικα θέματα ήταν σχετικά με την παρούσα αγωγή. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί εναντίον της αποδοχής της αίτησης. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντος όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να ορίσει νέα ημερομηνία για να αγορεύσει ο δικηγόρος του Ενάγοντος. (Υπ.) .......................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.