← Κύπρος

Tράπεζας Κύπρου Λτδ ν. TODAY'S WOMAN COSMETICS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 3607/04, 15/1/2009

Tράπεζας Κύπρου Λτδ ν. TODAY'S WOMAN COSMETICS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 3607/04, 15/1/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3607/04 Μεταξύ: Tράπεζας Κύπρου Λτδ Εναγόντων - και - TODAY'S WOMAN COSMETICS LTD

  1. Χριστάκη Κέστα
  2. Ειρήνης Χριστάκη Κέστα το γένος Λύσανδρου Λοίζου
  3. Μαρίας Δημήτρη Βότση το γένος Λύσανδρου Λοϊζου
  4. Δημήτρη Βότση Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 15/1/2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές-Εναγομένους 2-5: Koς Μαθηκολώνης Για τους Καθ'ων η Αίτηση-Ενάγοντες: Κα Πολυβίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του μάρτυρα των Εναγόντων 5 Παναγιώτη Μαρτούδη ζητήθηκε αναβολή για να καταχωριστεί η επίδικη αίτηση με την οποία αίτηση οι Αιτητές-Εναγόμενοι 2-5 ζητούν από το Δικαστήριο όπως τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους ως ακολούθως: Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την τροποποίηση της Εκθέσεως Υπερασπίσεως, δια της διαγραφής της παραγράφου 14.4 της εκθέσεως υπερασπίσεως, και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 14.4:- «14.4 Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι εναγόμενοι λέγουν ότι οι ενάγοντες αυθαίρετα και παράνομα αλλά και κατά παράβαση γραπτής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αρ. 1 Εταιρείας ημερομηνίας 30.7.2001 παρέλειπαν να χρεωπιστώνουν τον εν λόγο λογαριασμό με βάση την εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας που οι ενάγοντες εγνώριζαν και είχαν την κατοχή τους ή και οι εναγόμενοι λέγουν ότι οι ενάγοντες εχρεωπίστωναν τον επίδικο λογαριασμό αντίθετα με την λόγω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας. Περαιτέρω και συναφώς οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εχρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με επιταγές της Εταιρείας ή και επλήρωναν επιταγές της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, οι οποίες δεν έφεραν τις δέουσες υπογραφές ή και τις ελάχιστες υπογραφές σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας εν' όσο η εν λόγω απόφαση ίσχυε, επίσης δε οι ενάγοντες παρέλειπαν να πιστώνουν τον επίδικο λογαριασμό με εμβάσματα που εγίνοντο στον λογαριασμό αυτό, γεγονός που ήταν αντίθετο με την ως άνω αναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αρ. 1 Εταιρείας εν' όσο αυτή ίσχυε. Τέλος οι εναγόμενοι λέγουν ότι οι ενάγοντες εκτελούσαν εμβάσματα ή και διενεργούσαν πληρωμές από τον λογαριασμό της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας κατά παράβαση των προνοιών της εν λόγω απόφασης της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας εν' όσο αυτή ίσχυε. Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες των εναγόντων εγίνοντο χωρίς τις οδηγίες ή και τις δέουσες ή και τις αναγκαίες ή και ελάχιστες υπογραφές που απαιτούντο με βάση την πιο πάνω απόφαση της Εταιρείας για να δεσμεύεται η Εταιρεία, γεγονός που οι ενάγοντες εγνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν ήτοι οι ενάγοντες ενεργούσαν με τις οδηγίες ενός εκ των διοικητικών συμβούλων της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας ενώ με βάση την εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 30.7.2001 και εν' όσο η εν λόγω απόφαση ίσχυε και δεν είχε καταργηθεί, οι ενάγοντες όφειλαν να ενεργούν ή και να χρεωπιστώνουν τον επίδικο λογαριασμό με οδηγίες ή και υπογραφές του Ρολάνδου Λοϊζου, Προέδρου της Εταιρείας, μαζί με τουλάχιστο ένα εκ των Μαρίας Βότση, Ειρήνης Κέστα και Αλέξανδρου Κέστα.» Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την τροποποίηση της Εκθέσεως Υπερασπίσεως, δια της διαγραφής της παραγράφου 14.5 της εκθέσεως υπερασπίσεως, και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο ως παράγραφο 14.5:- "14.5 Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ως άνω ενέργειες των Εναγόντων, ήσαν αντίθετες με ρητούς ή και εξυπακουόμενους όρους της επίδικης συμφωνίας της παραγράφου 2 της εκθέσεως απαιτήσεως με βάση τους οποίους οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να χρεωπιστώνουν τον επίδικο λογαριασμό πάντοτε με βάση τις εκάστοτε αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας.» Γ. Δια της προσθήκης μιας νέας υποπαραγράφου 14.6 ως ακολούθως: "14.6 Πέραν των ανωτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ανεξάρτητα από την απόφαση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας ημερομηνίας 30.7.2001, οι ενάγοντες δυνάμει ρητών ή και εξυπακουόμενων όρων της επίδικης συμφωνίας, είχαν υποχρέωση να πιστώνουν στον επίδικο λογαριασμό όλα τα εμβάσματα που εγίνοντο στον εν λόγω λογαριασμό μετά την κατάργηση του ορίου του με σχετική επιστολή των εναγόντων προς την εναγομένη αρ. 1 εταιρεία ημερ. 27.11.
  5. Δ. Δια της προσθήκης μιας νέας υποπαραγράφου 14.7 ως ακολούθως: "14.7 Συνεπεία των πιο πάνω ενεργειών των εναγόντων που εγίνοντο χωρίς τη γνώση ή και την συγκατάθεση των εναγομένων, τα δικαιώματα ή και τα συμφέροντα των εναγομένων ως εγγυητών ή και ενυποθήκων οφειλετών, παραβιάζοντο ή και οι εν λόγω ενέργειες των εναγόντων ήσαν ζημιογόνες ή και βλαπτικές για τα συμφέροντα των εν λόγω εναγομένων ή και λέγουν ότι οι ως άνω ενέργειες των εναγόντων που εγίνοντο χωρίς τη συναίνεση ή και γνώση των εναγομένων αποτελούσαν ή και συνιστούσαν μεταβολή των ρητών ή και εξυπακουόμενων όρων της επίδικης συμφωνίας ή και των όρων ως προς τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να απαλλάττονται. Συνεπεία των ανωτέρω, οι εναγόμενοι λέγουν ότι με γραπτές επιστολές των ιδίων ή και εκ μέρους των, διαμαρτυρήθηκαν προς τους ενάγοντες και τελικώς με επιστολή τους ημερ. 26/11/2002 ζήτησαν την απαλλαγή τους από τις εγγυήσεις που παραχώρησαν προς τους ενάγοντες, αξίωση την οποία οι τελευταίοι απέρριψαν.» Ε. Δια της αναρίθμησης των υπόλοιπων υποπαραγράφων ως νέων υποπαραγράφων με αριθμούς 14.8 & 14.9.» Στηρίζουν την αίτηση τους στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1, Δ.48 θ.5-9 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση τους υποστηρίζεται από τα γεγονότα που εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Ειρήνης Κέστα, Εναγομένης 3 στην αγωγή. Αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά όλα τα επίδικα θέματα και όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα αγωγή. Είναι δε εξουσιοδοτημένη από τους Εναγομένους 2, 4 και 5 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής στις 6.6.07 και κατά τη διάρκεια αντεξέτασης του μάρτυρα των Εναγόντων Γιώτη Μαρτούδη υπεβλήθη ένσταση από την συνήγορο των Εναγόντων σε ερώτηση που υπεβλήθη στον εν λόγω μάρτυρα σε σχέση και με αναφορά σε δύο εμβάσματα που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1 εταιρείας και τα οποία οι Ενάγοντες παρέλειψαν να πιστώσουν στον εν λόγω λογαριασμό. Η ένσταση στηρίζετο στο ότι το θέμα δεν καλύπτετο από την Έκθεση Υπεράσπισης και σαν αποτέλεσμα της ένστασης το Δικαστήριο αποφάσισε και δεν επέτρεψε τη σχετική ερώτηση και την περαιτέρω αντεξέταση του μάρτυρα σε σχέση με το ως άνω θέμα. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη διεφάνη η ανάγκη τροποποίησης της 'Εκθεσης Υπεράσπισης ως η αίτηση τους. Υποστηρίζει ότι η πιο πάνω τροποποίηση είναι απόλυτα αναγκαία και δικαιολογημένη για τους ακόλουθους λόγους: Α. Οι τροποποιήσεις ζητούνται εντελώς καλόπιστα και ευθύς μόλις έχει διαπιστωθεί η ανάγκη για τις τροποποιήσεις αυτές. Β. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις κατέστησαν αναγκαίες συνεπεία του ότι από καλόπιστο λάθος ή και αβλεψία οι σχετικές παράγραφοι της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν διατυπώθηκαν με πληρότητα ή και σαφήνεια ή και ακρίβεια παρόλο που όπως προκύπτει από τη διατύπωση της Υπεράσπισης είναι φανερό ότι οι Εναγόμενοι εγείρουν το όλο ζήτημα που ηγέρθηκε και κατέστησε τελικώς αναγκαία την τροποποίηση πλην όμως το εγείρουν ανεπιτυχώς και όχι με την απαραίτητη σαφήνεια και ακρίβεια. Γ. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δημιουργούν οποιοδήποτε πρόβλημα στους Ενάγοντες, ούτε επηρεάζονται τα δικαιώματα τους αφού όλα τα θέματα που εγείρονται με σαφήνεια πλέον με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι θέματα τα οποία προκύπτουν από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που οι ίδιοι οι Ενάγοντες έχουν καταθέσει αλλά και από το περιεχόμενο της μέχρι στιγμής αντεξέτασης των μαρτύρων των Εναγόντων και ιδιαίτερα του τελευταίου μάρτυρα του Γιώτη Μαρτούδη. Δ. Υποστηρίζουν η αιτούμενη τροποποίηση στη ουσία είναι τυπική και όχι σε τέτοια έκταση που να επηρεάζουν τα δικαιώματα των Εναγόντων ή και η ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης και κατά συνέπεια δεν θα επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα τους. Οι Ενάγοντες-Καθ'ων η Αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση περί προθέσεως τους καταχώρισης ένστασης η οποία στηρίζεται επί του ιδίου θεσμικού βάθρου της αίτησης. Οι λόγοι δε ένστασης τους όπως παρατίθενται είναι οι ακόλουθοι: (α) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική καθότι η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης ήρχισε την 1.11.06, συνέχισε στις 14.11.06, 6.12.06, 15.1.07, 5.2.07, 15.2.07, 21.3.07, 19.4.07, 24.5.07, 6.6.07 και έχουν δώσει μαρτυρία 5 μέχρι στιγμής μάρτυρες εκ μέρους των εναγόντων /καθ'ων η αίτηση. (β) Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.6.07 είναι ανεπαρκές και δεν διαφαίνεται η αναγκαιότητα της αιτουμένης τροποποίησης. (γ) Η καθυστέρηση (latches) και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις στην υποβολή της παρούσας αίτησης, για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για γεγονότα που είναι γνωστά στους εναγομένους από το έτος 2000, και εν πάση περιπτώσει, πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής που καταχωρήθηκε στις 16.6.04 και πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (δ) Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση, είναι αντινομική και εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της, καθότι οι εναγόμενοι 2, 3, 4 & 5/αιτητές εισαγάγουν, τροποποιούν την υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης γεγονός που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court), αλλά και των δικαιωμάτων των εναγόντων και αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των εναγομένων. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης όπως εμφαίνεται στο αιτητικό της αίτησης αποτελεί πλήρη διαμόρφωση του δικογράφου των εναγομένων. (στ) Δεν αιτιολογείται καθόλου και/ή επαρκώς η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της παρούσας αίτησης. (ζ) Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί σε στάδιο που επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα των εναγόντων καθότι θα έχουν τώρα να αντιμετωπίσουν μια τελείως διαφορετική υπόθεση από αυτή η οποία μέχρι τώρα δικογραφήθηκε με βάση την υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερ. 14.1.05 και τα οποία δεν αποζημιώνονται με έξοδα ενόψει τόσον του ύψους της Ανταπαίτησης όσον και του χρόνου στον οποίο οι εναγόμενοι επέλεξαν να υποβάλουν την παρούσα αίτηση. Υποστηρίζεται δε από γεγονότα που εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού που είναι υπάλληλος των Εναγόντων στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών όπου περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Έδωσε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ως ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων και έχει καταθέσει δήλωση (Τεκ.Ω) την 1.11.06 μαζί με 13 άλλα τεκμήρια. Αντεξετάστηκε από το δικηγόρο των Εναγομένων-Αιτητών και έχουν κατατεθεί κατά την αντεξέταση τα Τεκ.14-
  6. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρεται στην πορεία της εν λόγω υπόθεσης όπως φαίνεται από το φάκελο της μέχρι την καταχώριση της εν λόγω αίτησης. Υποστηρίζει ότι από νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους των Εναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση, η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 7.6.07 είναι ανεπαρκής και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αναφορικά με την παράγραφο 4(Γ) της εν λόγω ένορκης δήλωσης υποστηρίζει ότι το Τεκ.1 το οποίο είναι η συμφωνία παροχής τρεχούμενου λογαριασμού κατατέθηκε από τον ίδιο την 1.11.06 και ως εκ τούτου η πλευρά των Εναγομένων είχε την ευκαιρία να το μελετήσει και να υποβάλει την αίτηση τροποποίησης ενωρίτερα. Τα εμβάσματα δε για τα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης, τα οποία είναι το Τεκ.19, κατατέθησαν κατά την αντεξέταση του την 1.11.06 από τον ίδιο τον κ. Μαθηκολώνη. Ως εκ τούτου το περιεχόμενο της παραγράφου 4 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης για γεγονότα που είναι γνωστά στους Εναγομένους από το έτος 2000 όταν υπεγράφη το Τεκ.1, πολύ πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής που καταχωρήθηκε στις 16.6.04 προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Έχουν ήδη δώσει μαρτυρία 4 μάρτυρες εκ μέρους των Εναγόντων. Οι Μ.Ε.1 και 2 έδωσαν μαρτυρία επί του περιεχομένου του Τεκ.1 και του Τεκ.
  7. Σε καμιά δε περίπτωση, σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης δεν τίθεται ο λόγος για τον οποίο η αίτηση για τροποποίηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα. Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός και καμιά επεξήγηση για την αναγκαιότητα της καταχώρισης της παρούσας αίτησης, ούτε υπάρχει εξήγηση για το λόγο που η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε αυτό το στάδιο, ενώ τα αναφερόμενα γεγονότα ήταν εις γνώση των Εναγομένων από το 2000 (υπογραφή του Τεκ.1) ή τουλάχιστον από το 2002 και 2003 όταν ηγέρθη θέμα εμβασμάτων του Τεκ.
  8. Περαιτέρω η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα δεν αιτιολογεί με αναφορά σε γεγονότα που να δικαιολογούν την καταχώριση της παρούσας αίτησης στο παρόν στάδιο. Υποστηρίζει επίσης ότι με τις επιζητούμενες τροποποιήσεις διαφοροποιούν την ουσία της όλης προτεραίας υπεράσπισης των Εναγομένων γεγονός που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αλλά και των δικαιωμάτων των Εναγόντων, που θα τους προκαλέσει αδικία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με την πλευρά των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση να την υποβάλλει και γραπτώς. Και οι δύο πλευρές δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχει η Δ.48, Θ4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων όπως προνοείται από τη Δ.39. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Η σύγχρονη τάση είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Α§ Στην υπόθεση Περικτιώνη Χρίστου v. Αντρέα Αζά
(1992)1 A.A.Δ. 704, επιβεβαιώθηκε η θεμελιακή αρχή ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή οπότε κρίνεται αναγκαίο για τον βέβαιο προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών, αποκλείεται όμως όπου η περίπτωση της εισαγωγής της τροποποίησης δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Τονίστηκε επίσης η επιτυχία μιας αίτησης τροποποίησης εξαρτάται και από τον παράγοντα της καθυστέρησης ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Ενώ αναμφίβολα η Δ.25 δίνει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η νομολογία αποκαλύπτει ότι εάν η αίτηση τροποποίησης εισάγεται στο αρχικό στάδιο της υπόθεσης και πριν την έναρξη της ακρόασης, τότε εγκρίνεται με μεγαλύτερη ευχέρεια και ευκολία, ενώ αν η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει (και ανάλογα με το προχωρημένο στάδιο της), η έγκριση του αιτήματος γίνεται με μεγαλύτερη δυσχέρεια, ιδιαίτερα όπου διαφαίνεται ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης υπήρχε από πριν αλλά καθυστέρησε χωρίς να προσφερθεί εξήγηση. Όσο πιο καθυστερημένο το στάδιο της σκοπούμενης τροποποίησης, τόσο περισσότερο ο Αιτητής θα πρέπει να αποσείσει το βάρος που έχει για να γίνει δεκτή. Υποθέσεις όπως οι Γραμμές Στρίντζη v. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 A.A.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501, 510, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223, θεμελιώνουν τον κανόνα ότι η αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, βρισκόταν με τον αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρθει στην επιφάνεια έγκαιρα και πριν την υποβολή της αίτησης. Οι υποθέσεις αυτές, καθώς και άλλες, δείχνουν επίσης την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια μετά την έναρξη της δίκης, όταν πια το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης, καθώς επίσης και τις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου (πιο πάνω), το Εφετείο υιοθέτησε την πρωτόδικη προσέγγιση όπου το Δικαστήριο «Επεσήμανε, με αναφορά, στην πρόσφατη Federal Bank of Levanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, τη σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής από τον Π. Αρτέμη, Δ. στη σελίδα 228: « Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P) N. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο τω περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726).». Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις και την επιχειρηματολογία των δύο δικηγόρων. Επίσης έχει συγκρίνει την υφιστάμενη Υπεράσπιση των Αιτητών και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κρίνεται ότι η αίτηση για τροποποίηση δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία για τους εξής λόγους: Η αίτηση εισάγεται καθυστερημένα και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  1. Η ακρόαση της υπόθεσης έχει αρχίσει, κατέθεσαν 5 μάρτυρες των Εναγόντων και έχει κατατεθεί μεγάλος αριθμός τεκμηρίων και έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί, τουλάχιστον μέχρι σε αυτό το σημείο, οι θέσεις των Εναγόντων. Έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι όσο πιο καθυστερημένη είναι η αίτηση τροποποίησης τόσο το βάρος του αιτούμενου την τροποποίηση να δείξει ότι αυτή είναι αναγκαία και δεν θα επηρεάσει αρνητικά τον αντίδικο του είναι αυξημένο. Η θέση που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η αίτηση διεφάνη κατά την διάρκεια αντεξέτασης του Μ.Ε.5 Γιώτη Μαρτούδη μετά την επιτυχία ένστασης από την συνήγορο των Εναγόντων σε ερώτηση που υπεβλήθη στον εν λόγω μάρτυρα σχετικά με την πίστωση δύο εμβασμάτων στον επίδικο λογαριασμό. Η πιο πάνω θέση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως και η δικηγόρος των Αιτητών δέχθηκε εκείνο το οποίο επιχειρήθηκε να εισαχθεί κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.5 αφορά τον ισχυρισμό που προτείνουν να εισάξουν με την παράγραφο Γ του παρακλητικού της αίτησης τους ως παράγραφο 14.
  2. Οι άλλες προτεινόμενες τροποποιήσεις, υπό τις παραγράφους Α, Β, Δ και Ε της αίτησης τους σύμφωνα με την δικηγόρο τους, σκοπόν έχουν να διασαφηνίσουν την υφιστάμενη Υπεράσπιση, ότι είναι τυπικές τροποποιήσεις χωρίς να παραθέτουν κάτι το καινούργιο. Μια προσεκτική όμως σύγκριση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και των προτεινόμενων τροποποιήσεων υπό τις παραγράφους Α, Β, Δ και Ε της αίτησης αποκαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα εισηγήθηκε η δικηγόρος των Αιτητών. Με την προτεινόμενη τροποποίηση της παραγράφου Α της αίτησης, η αντικατάσταση της παραγράφου 14.4 της Υπεράσπισης με την προτεινόμενη, επιχειρείται η διεύρυνση των υφιστάμενων ισχυρισμών με την προσθήκη ότι οι Ενάγοντες εγνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν και ή είχαν στην κατοχή τους την ισχυριζόμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης αρ. 1 ημερομηνίας 30/7/
  3. Με την προτεινόμενη τροποποίηση της παραγράφου Β της αίτησης, η αντικατάσταση της παραγράφου 14.5 της Υπεράσπισης με την προτεινόμενη, επιχειρείται η διαφοροποίηση της θέσης των Αιτητών ότι ο επίδικος λογαριασμός θα χρεωπιστώνετο σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας κατά ή περί τις 30/7/2001, με την θέση ότι τούτος θα χρεωπιστώνετο με τις εκάστοτε αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης
  4. Η προσθήκη των προτεινόμενων τροποποιήσεων των παραγράφων Δ και Ε αναφέρονται ως οι συνέπειες των προτεινόμενων τροποποιήσεων εφ' όσον τούτες εγκριθούν. Αναφορικά με τις παραγράφους Α, Β και Γ του παρακλητικού της αίτησης, η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές πουθενά δεν αιτιολογεί στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση τους λόγους για την καταχώριση της επίδικης αίτησης, ούτε δικαιολογεί την καθυστερημένη υποβολή της αίτησης. Στην επίδικη αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει καμία εξήγηση δεν δίδεται γιατί δεν αποτάθηκαν σε προγενέστερο στάδιο να συμπεριλάβουν τους ισχυρισμούς που θέλουν να περιλάβουν στο προτεινόμενο τροποποιημένο δικόγραφο τους. Η παρούσα αίτηση αφορά γεγονότα που ήταν γνωστά στους Εναγόμενους από το έτος 2000 όταν υπογράφηκε το Τεκμήριο 1 η επίδικη συμφωνία, και τα δύο εμβάσματα, Τεκμήριο 19, από το 2002 και 2003 αντίστοιχα ή από τις 5/2/07 όταν κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  5. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε κατά τη διάρκεια αντεξέτασης του Μ.Ε.5 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι Αιτητές που είχαν στους ώμους τους το βάρος να δείξουν την καλοπιστία τους, όσον αφορά για το τι έγινε μέχρι τώρα και να δικαιολογήσουν την αδράνεια τους, δεν το έπραξαν. Αντίθετα από την πιο πάνω διάσταση που υπάρχει στις θέσεις της δικηγόρου τους ως προς το αίτημα και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα με την πραγματικότητα, φαίνεται η κακοπιστία τους. Το υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί βρισκόταν με τους Αιτητές πολύ πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης και καμία εξήγηση δεν δίδεται για την παράλειψη τους να αιτηθούν την συμπερίληψη του σε προγενέστερο στάδιο. Η αγωγή καταχωρίστηκε το 2004 και η υπεράσπιση στις 24/1/
  6. Αφού το υλικό βρισκόταν με τους Αιτητές πολύ ενωρίτερα όπως αναφέρεται πιο πάνω γιατί αδράνησαν τόσον καιρό. Δεν δίδεται καμία εξήγηση για την παράλειψη τους. Περαιτέρω, με την εισαγωγή σε αυτό το στάδιο των προτεινόμενων ισχυρισμών, πιθανώς να χρειάζεται από πλευράς των Εναγόντων νέα μαρτυρία και πιθανώς και επανακλήτευση μαρτύρων ώστε να μπορέσουν να απαντήσουν στις νέες θέσεις. Αυτό θα σήμαινε εκτροχιασμό της δίκης με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα να μην είναι ικανοποιητική αποζημίωση υπό τις περιστάσεις. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί εναντίον της αποδοχής της αίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2-5 Αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να ορίσει νέα ημερομηνία για συνέχιση της ακρόασης. (Υπ.) ............. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.