Ανδρέα Πασχάλη κ.α. ν. Γιαννάκη Κ. Θωμά κ.α., Αρ. Αγωγής: 6411/05, 15.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6411/05 Μεταξύ:
- Ανδρέα Πασχάλη, από τη Λεμεσό
- A & V Developments (Pera Vasa) Limited, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - Γιαννάκη Κ. Θωμά, από τη Λεμεσό Κώστα Π. Χ"Κωστή, από τη Λεμεσό Βίκτωρα Τουμάζου, από τη Λεμεσό Ανδρέα Τουμάζου, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - 15.1.2009 Για τους Ενάγοντες: κ. Σ. Φασουλιώτης, κ. Χρ. Τιμοθέου για ν΄ ακούσει απόφαση Για τον Εναγόμενο 1: κ. Γ. Θωμά (αυτοπροσώπως), κα Α. Αριστείδου για ν΄ ακούσει απόφαση Για τον Εναγόμενο 2: κ. Γ. Χριστοδούλου, κ. Κ. Μαυρέλλης, για ν΄ ακούσει απόφαση Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες είχαν πωλήσει 180.000 μετοχές και 10.000 Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Δ.Α.Μ.) της εταιρείας Aqua Sol Hotels Ltd, επιχείρησης του αδελφού του Ενάγοντα 1 στους πρώην Εναγόμενους 3 και 4, εν τοις εφεξής οι Τουμάζου, λαμβάνοντας από τους τελευταίους το ποσό των £100.
- Προέκυψε πρόβλημα και προφανώς προς εξασφάλιση των Τουμάζου η Ενάγουσα 2 εταιρεία, εν τοις εφεξής η «Πέρα Βάσα», τη εγγυήσει του Ενάγοντα 1, υπόγραψε γραμμάτιο ημερομηνίας 16.2.2000 (Τεκμήριο 1) ότι χρωστούσε να πληρώσει στους Τουμάζου το ποσό των £100.
- Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο με τους Τουμάζου να καταχωρούν την Αγωγή 1935/01 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον των Εναγόντων. Τους Τουμάζου εκπροσωπούσε ο δικηγόρος κ. Γιαννάκης Θωμά, νυν Εναγόμενος 1, ενώ τους Ενάγοντες ο δικηγόρος κ. Κώστας Χ"Κωστής, νυν Εναγόμενος
- Είναι παραδεκτό από τη δικογραφία (και τούτο έχει σημασία) πως οι Τουμάζου εξασφάλισαν ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 2.4.2001 με το οποίο εμποδίζονταν οι Ενάγοντες από του να πωλήσουν ή μεταβιβάσουν τις πιο πάνω μετοχές και Δ.Α.Μ. (το διάταγμα ημερομηνίας 2.4.2001 που παρουσιάστηκε - Τεκμήριο 2 - αναφέρεται σε περισσότερες μετοχές και Δ.Α.Μ. και αφορά μόνο την Πέρα Βάσα. Δεν μαρτυρήθηκε κατά πόσο το διάταγμα είχε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο καταστεί απόλυτο ή διαφοροποιηθεί). Οι Τουμάζου και οι Ενάγοντες κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό και την 25.2.2002 υπόγραψαν προς τούτο γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 3) ενώ την επόμενη 26.2.2002 οι Ενάγοντες δέχθηκαν απόφαση εναντίον τους και υπέρ των Τουμάζου για το ποσό των £100.000 πλέον τόκους με αναστολή εκτέλεσης μέχρι 30.6.2002 και την κάθε πλευρά να επιβαρύνεται τα έξοδα της. Καταγράφεται στο διατακτικό της απόφασης (Τεκμήριο 4) πως όλες οι διαφορές των μερών είχαν διευθετηθεί με τη συμφωνία της 25.2.
- Αναφορικά με τις 180.000 μετοχές και τα 10.000 Δ.Α.Μ. προνοείτο στη συμφωνία της 25.2.2002 ότι οι Ενάγοντες με την υπογραφή της θα υπόγραφαν έγγραφο με το οποίο θα μεταβίβαζαν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. στους δύο δικηγόρους που θα τις κατείχαν «σαν εγγύηση (Trustees) για την πλήρη είσπραξη του λαβείν» των Τουμάζου. Ακόμη πως αυθημερόν με την έκδοση της απόφασης οι Ενάγοντες θα υπόγραφαν τα αναγκαία έγγραφα και θα έδιδαν οδηγίες στο Χρηματιστηριακό τους γραφείο για τη μεταβίβαση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους. Εάν μέχρι την 30.6.2002 δεν ικανοποιείτο το εξ αποφάσεως χρέος, οι δικηγόροι θα ήταν υπόχρεοι να προβούν αμέσως σε πώληση των μετοχών και Δ.Α.Μ. ή μέρους τους προς ικανοποίηση του χρέους και να αποδώσουν τυχόν πλεόνασμα στους Ενάγοντες. Φαίνεται πως οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. κατέχονταν από την «Πέρα Βάσα» μόνο, παρά το ότι στη συμφωνία της 25.2.2002 εναποτίθεται προσωπική υποχρέωση αναφορικά με αυτά και στον Ενάγοντα
- Προδήλως γι΄ αυτό το προσωρινό διάταγμα της 2.4.2001 που κατατέθηκε αναφερόταν μόνο στην «Πέρα Βάσα». Την 27.3.2002 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ της «Πέρα Βάσα» και των δύο δικηγόρων με την οποία τα τρία εμπλεκόμενα μέρη συμφωνούσαν ότι στην περίπτωση κατά την οποία το εξ αποφάσεως χρέος δεν εξοφλείτο μέχρι την 30.6.2002 αλλά διαφαινόταν ότι η αξία των μετοχών και Δ.Α.Μ. θα είχε άνοδο μετά την 30.6.2002 τα τρία μέρη θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν δάνειο παραχωρώντας τις μετοχές ως εξασφάλιση, να εξοφλήσουν τη δικαστική απόφαση και να πωλήσουν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. σε μεταγενέστερο χρόνο που θα έκριναν κατάλληλο και να διαμοιράσουν το προϊόν της πώλησης μεταξύ τους. Το τι διαδραματίστηκε έκτοτε υπήρξε ζήτημα αντικρουόμενων μαρτυριών του Ενάγοντα 1 αφενός και των δύο δικηγόρων αφετέρου. Συμφωνήθηκε ως παραδεχτό γεγονός ότι από την πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. εισπράχθηκε, αφού κατακρατήθηκε προμήθεια από το Χρηματιστηριακό γραφείο μέσω του οποίου διενεργήθηκαν οι πράξεις, το ποσό των €48.006,36 (£28.096,88) το οποίο και αποδόθηκε στους Τουμάζου έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (τα Τεκμήρια 15, 16 και 19 είναι σχετικά). Οι πωλήσεις, σύμφωνα με κατάσταση που παρουσιάστηκε από κοινού (Τεκμήριο 35), έγιναν μεταξύ 28.11.2003 και 6.4.2004, όπως εκεί αναλυτικά καταγράφεται (τα Τεκμήρια 17 και 33 είναι σχετικά). Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες ενήγαγαν τους δύο δικηγόρους και τους Τουμάζου. Εναντίον των τελευταίων η αγωγή αποσύρθηκε με άδεια του Δικαστηρίου και απορρίφθηκε. Είναι η θέση των Εναγόντων πως στη βάση της συμφωνίας της 25.2.2002 οι δύο δικηγόροι κατείχαν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. υπό μορφή καταπιστεύματος (trust) και πως παρέβησαν τους όρους του. Περαιτέρω καταλογίζεται στον κ. Γ. Θωμά πως δεν ενήργησε για την ακύρωση του διατάγματος της 2.4.2001 και στον κ. Κ. X"Κωστή πως στα πλαίσια της έκδοσης της απόφασης της 26.2.2002 δεν μερίμνησε για να διασφαλίσει την ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος. Οι πιο πάνω θέσεις είναι νομικά ανυπόστατες γιατί το διάταγμα της 2.4.2001 είχε ισχύ «μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως της αγωγής . και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Με την έκδοση απόφασης την 26.2.2002 η αγωγή αποπερατώθηκε και εφόσον στην απόφαση δεν προβλεπόταν οιονδήποτε διάταγμα οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. δεν ήταν δεσμευμένες. Ούτε ο κ. Γ. Θωμά ούτε ο κ. Κ. Χ"Kωστής απαιτείτο να προβούν σε οιανδήποτε ενέργεια. Το διάταγμα της 2.4.2001 αυτόματα έπαψε να ισχύει με την έκδοση της απόφασης στις 26.2.
- Ότι άλλο καταλογίζεται στους δικηγόρους από κοινού είναι πως παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για να καταστεί δυνατή η πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. αμέσως μετά τις 30.6.
- Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων πως εάν οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. πωλούνταν την 1.7.2002 θα εισπράττονταν £62.
- Ακόμη οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως η συμφωνία της 27.3.2002 ήταν δεσμευτική στην περίπτωση που διαφαινόταν πως οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. θα είχαν ανοδική πορεία μετά την 30.6.2002 και θεωρούν τους δικηγόρους υπόλογους να πληρώσουν το 1/3 του εξ αποφάσεως χρέους ο καθένας, δηλαδή £33.333 πλέον τους σχετικούς τόκους. Να σημειωθεί πως με την Απάντηση τους στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 3 και 4 (παραγρ. 4) οι Ενάγοντες αυτοαναιρούνται ισχυριζόμενοι πως η συμφωνία της 27.3.2002 ήταν άκυρη «λόγω πλήρους ανυπαρξίας ανταλλάγματος εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2». Τέλος, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον κ. Γ. Θωμά ποσό £2.000 το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους εισέπραξε χωρίς να του οφείλεται, εξαργυρώνοντας επιταγή τους. Η αξίωση αυτή, (Στ) στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης, εγκαταλείφθηκε με δήλωση του δικηγόρου των Εναγόντων στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Θα πρέπει εκ προοιμίου να επισημανθεί πως οι δύο δικηγόροι δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία της 25.2.2002 και συνεπώς καμιά συμβατική υποχρέωση δεν είχαν αναλάβει. Γι΄ αυτό προφανώς και με την Έκθεση Απαίτησης (παραγρ. 7) δεν καταλογίζεται στους δικηγόρους παράβαση σύμβασης αναφορικά με τη συμφωνία της 25.2.2002, αλλά παράβαση όρων καταπιστεύματος , που είναι η θέση τους (τους Ενάγοντες) ότι δημιουργήθηκε. Τα όσα καταγράφονται στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ., Τομ. 38, παραγρ. 1412, σελ. 840 συνηγορούν πως με τη συμφωνία της 25.2.2002 ετίθετο η προϋπόθεση για τη δημιουργία καταπιστεύματος προς όφελος των Τουμάζου με την επιφύλαξη πως η περιουσία αντικείμενο του καταπιστεύματος θα επιστρέφετο στους Ενάγοντες αν αυτοί εξοφλούσαν μέχρι τις 30.6.2002 το εξ αποφάσεως χρέος. «If the debtor conveys property in trust for the benefit of his creditors who are not parties to the conveyance, and to whom the fact of its execution is not communicated the conveyance merely operates as a power to the trustee to apply the property in satisfying their claims.» Εάν λοιπόν ο δικαιούχος το γνώριζε, και φυσικά εδώ που οι Τουμάζου ήταν μέρος στη συμφωνία της 25.2.2002, θα είχαμε καταπίστευμα. Η μεταβίβαση της κυριότητας της περιουσίας αντικείμενο του καταπιστεύματος στον καταπιστευματοδόχο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία συμπληρωμένου (completely constituted) καταπιστεύματος («The "trust property" . must be vested to the trustee» - Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παράγρ. 1346, σελ. 810). Η όποια λοιπόν υποχρέωση των δικηγόρων θα είχε ως υπόβαθρο την από μέρους τους αποδοχή των μετοχών και των Δ.Α.Μ., δηλαδή την αποδοχή της μεταβίβασης της κυριότητας τους ή του ελέγχου της κυριότητας τους. Και φυσικά η υποχρέωση θα εγείρετο χρονικά στον πιο πάνω χρόνο και όχι πιο πριν. Οι δικηγόροι δεν δεσμεύτηκαν να πράξουν οτιδήποτε με τη συμφωνία της 25.2.2002 στην οποία δεν ήσαν μέρη. Τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή οι Ενάγοντες και οι Τουμάζου, συμφώνησαν όπως οι Ενάγοντες τους αποδώσουν ένα ρόλο τον οποίο οι δικηγόροι προδήλως αποδέχτηκαν, πλην όμως ουδεμία υποχρέωση θα μπορούσαν να έχουν προτού οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. περιέλθουν στην κυριότητα ή έλεγχό τους. Ούτε ο κ. Γ. Θωμά ούτε ο κ. Κ. Χ"Κωστής είχαν τη νομική δυνατότητα να εξαναγκάσουν τους Ενάγοντες ή την «Πέρα Βάσα» να τους μεταβιβάσει την κυριότητα ή τον έλεγχο των μετοχών και των Δ.Α.Μ. Οι δικηγόροι δεν ήταν μέρη στη συμφωνία της 25.2.2002 στη βάση της οποίας δημιουργήθηκε το καταπίστευμα και δεν είχαν δώσει αξία (consideration) γι΄ αυτό, ώστε να μπορούσαν να εξαναγκάσουν τη συμπλήρωση του (βλ. Natham and Marshall, Cases and Commentary on The Law of Trusts, 7η Εκδ. σελ. 161-162 «The Importance of the distinction between Completely and Incompletely Constituted trusts». Και βέβαια οι μόνοι που θα παρέμειναν εκτεθειμένοι μετά την έκδοση της απόφασης και εκπνοή του προσωρινού διατάγματος μέχρι που οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. περιπέσουν στην κυριότητα ή τον έλεγχο των δικηγόρων ήταν οι Τουμάζου που θα είχαν ίσως παράπονο από το δικηγόρο τους τον κ. Γ. Θωμά για τους χειρισμούς του. Οι Τουμάζου ως μέρη στη συμφωνία της 25.2.2002 είχαν ίσως τη δυνατότητα να επιβάλουν τη μεταβίβαση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους. Προφανώς για να μην παραμείνουν οι Τουμάζου εκτεθειμένοι προβλέφθηκε στη συμφωνία της 25.2.2002 πως την ίδια ημέρα, δηλαδή πριν την έκδοση απόφασης και εκπνοής του απαγορευτικού διατάγματος, οι Ενάγοντες θα υπόγραφαν έγγραφο με το οποίο θα μεταβίβαζαν και εκχωρούσαν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους, όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε και οι Τουμάζου πράγματι παρέμειναν εκτεθειμένοι. Νομίζω είναι απλό και ξεκάθαρο πως οι Ενάγοντες κανένα παράπονο δεν νομιμοποιούνται να έχουν από τους δικηγόρους για οιανδήποτε «πράξη» ή «παράλειψη» των τελευταίων αναφορικά με τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. τουλάχιστο πριν το χρονικό στάδιο κατά το οποίο μεταβίβασαν στους δικηγόρους την κυριότητα ή τον έλεγχο των μετοχών και των Δ.Α.Μ. Όταν τον Αύγουστο του 2002 οι Ενάγοντες ή η «Πέρα Βάσα» μεταβίβασαν την κυριότητα των μετοχών και των Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους, η ημερομηνία 30.6.2002 είχε παρέλθει. Οι δικηγόροι δεν είχαν την κυριότητα ή τον έλεγχο των μετοχών και των Δ.Α.Μ. προηγουμένως και εξ αντικειμένου δεν μπορούσαν να τις πωλήσουν την 1.7.2002 που τους καταλογίζεται ότι παρέλειψαν να το πράξουν. Δεν μπορεί, και δεν αποδέχομαι πως δημιουργήθηκε συμπληρωμένο καταπίστευμα με το οποίο εναποτίθετο υποχρέωση στους δύο δικηγόρους να πωλήσουν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. την 1.7.
- Ούτε θα μπορούσα να αποδεχόμουν (κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται) πως τον Αύγουστο του 2002 δημιουργήθηκε καταπίστευμα με το οποίο εναποτίθετο υποχρέωση στους δύο δικηγόρους να πωλήσουν άμεσα τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. Η ημερομηνία της αναστολής είχε εκπνεύσει οπόταν η λογική των όσων προνοούνταν στη συμφωνία της 25.2.2002 είχε ανατραπεί. Η εμπλοκή των δικηγόρων δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό αν πρόθεση των διαθετών - Εναγόντων όταν μεταβίβαζαν τις μετοχές ήταν αυτές να πωληθούν άμεσα. Η μόνη λογική να μεταβιβαστούν οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους, όταν αυτό έγινε τον Αύγουστο του 2002, ήταν για να μην πωληθούν άμεσα αλλά να κρατούνται από τους δικηγόρους ως εγγύηση για την πληρωμή, έστω μερική, του εξ αποφάσεως χρέους. Οι Ενάγοντες ή η «Πέρα Βάσα» μπορούσαν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετά τις 26.2.2002 και μέχρι τον Αύγουστο που μεταβίβασαν τον έλεγχο των μετοχών και των Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους να τις πωλήσουν οι ίδιοι και να χρησιμοποιήσουν το προϊόν της πώλησης έναντι ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους προς τους Τουμάζου. Είναι πρόδηλο πως κατά τους πιο πάνω χρόνους αλλά και όταν κατόπιν πιέσεων μεταβίβασαν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους, δεν επιθυμούσαν την πώληση τους αλλά αντίθετα έκαναν ότι μπορούσαν για να αποτρέψουν τέτοια πώληση. Κατά την τελική του αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγόντων ήγειρε ζήτημα πως η συμπεριφορά που αποδίδεται στον Ενάγοντα 1, εκ μέρους και της «Πέρα Βάσα» δεν μπορεί να εξεταστεί γιατί αναφορικά με τη συμφωνία της 25.2.2002 οι Εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται στις Υπερασπίσεις τους κώλυμα (estoppel). Η αρχή του κωλύματος όταν εφαρμόζεται, δημιουργεί εμπόδιο στο να εμμένει το πρόσωπο εναντίον του οποίου εφαρμόζεται σε κάποια δικαιώματα του. Είναι αρχή του δικαίου της επιείκειας και εφαρμόζεται όπου θα ήταν άδικο να επιτραπεί σε κάποιο πρόσωπο να εμμένει σε κάποια δικαιώματα του λόγω της συμπεριφοράς του. Εφόσον οι δικηγόροι δεν ήταν μέρη στη συμφωνία της 25.2.2002 οι Ενάγοντες και κανένας από αυτούς δεν είχαν συμβατικά δικαιώματα έναντι τους που να εκπηγάζουν από την πιο πάνω συμφωνία. Οι δικαιούχοι (beneficiaries) του καταπιστεύματος θα ήταν οι Τουμάζου. Οι Ενάγοντες ή η «Πέρα Βάσα» θα εδικαιούνταν στην επιστροφή των μετοχών και Δ.Α.Μ. σε αυτούς μόνο εάν είχαν μέχρι 30.6.2002 ή έστω μεταγενέστερα και πριν την πώληση τους εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, κάτι που ουδέποτε έγινε. Το σκηνικό όμως αυτό ανατράπηκε λόγω της μη μεταβίβασης της κυριότητας ή του ελέγχου της κυριότητας των μετοχών και των Δ.Α.Μ. μέχρι την 30.6.
- Δεν κατέστηκε ποτέ υπαρκτό δικαίωμα των Εναγόντων να πωλήσουν οι δικηγόροι τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. την 1.7.2002 ώστε να απαιτείτο να δικογραφηθεί στις Υπερασπίσεις πως οι Ενάγοντες είχαν με τη συμπεριφορά τους απεμπολήσει τέτοιο δικαίωμα ή ότι εμποδίζονταν από του να επιμένουν επ΄ αυτού. Παρενθετικά θα σχολιάσω δύο θέσεις που εγείρονται στη δικογραφία. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση του (παραγρ. 5(α)) πως η συμφωνία της 25.2.2002 τροποποιήθηκε με τη συμφωνία της 27.3.
- Κάτι τέτοιο θα ήταν νομικά ανέφικτο αφού τα μέρη στις δύο συμφωνίες δεν ήταν τα ίδια. Ούτε αυτό που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 3 και 4 (παράγρ. 3(α)) πως η συμφωνία της 27.3.2002 συγκρουόταν με τη συμφωνία της 25.2.2002 είναι απόλυτα ορθό. Οι Τουμάζου μέρη στη συμφωνία της 25.2.2002 είχαν ενδιαφέρον στην εξόφληση της υπέρ τους απόφασης και εν ενάντια περιπτώσει μετά τις 30.6.2002 στο προϊόν της πώλησης των μετοχών και των Δ.Α.Μ. Δεν είχαν δικαιώματα στην κυριότητα των ίδιων των μετοχών ή των Δ.Α.Μ. Κάτι ανάλογο ισχύει για τον Ενάγοντα
- Αυτός δεν ήταν ο ιδιοκτήτης των μετοχών. Στη βάση της συμφωνίας της 25.2.2002 ενδιαφερόταν στο ότι αν δεν πληρωνόταν το εξ αποφάσεως χρέος να πωληθούν οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. ώστε να μην έχει να πληρώσει ή να έχει να πληρώσει λιγότερα ως εξ αποφάσεως χρεώστης. Αν η μεταγενέστερη συμφωνία στην οποία δεν ήταν μέρος υλοποιείτο, αυτός θα ήταν πλήρως ικανοποιημένος. Ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 30) υποστήριξε, χωρίς ίχνος πειστικότητας, πως ο ίδιος επιθυμούσε να πωληθούν οι μετοχές επιρρίπτοντας ευθύνη για την καθυστέρηση στους δικηγόρους. Τα αντικειμενικά δεδομένα καταρρίπτουν και συνθλίβουν τη θέση του. Προς τι οι δικηγόροι να καθυστερούν την πώληση των μετοχών εάν οι Ενάγοντες δεν το ήθελαν και δεν τους πίεζαν προς αυτή την κατεύθυνση. Το πρώτο στοιχείο είναι η εξασφάλιση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Η αναστολή παραχωρείται πάντοτε προς διευκόλυνση του εξ αποφάσεως χρεώστη, δηλαδή των νυν Εναγόντων στην προκειμένη περίπτωση. Δεν ήθελαν να πωληθούν οι επίδικες μετοχές που στις 27.2.2002, την αμέσως επόμενη της απόφασης, στην τιμή των £0,53 όντως εξοφλούσαν μεγάλο μέρος του εξ αποφάσεως χρέους. Πρόδηλος σκοπός της αναστολής ήταν να αποφευχθεί η πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. άμεσα και να παρασχεθεί χρόνος στους Ενάγοντες να εξοφλήσουν διαφορετικά. Ο Ενάγοντας 1 μαρτύρησε ότι συμφώνησε με την εκδοθείσα απόφαση. Και όμως στην αγωγή τους οι Ενάγοντες είχαν το θράσος να αξιώσουν στη βάση του ποσού που θα εισπραττόταν αν οι μετοχές πωλούνταν στις 27.2.2002 ως και εάν να τους είχαν εξαναγκάσει να πάρουν αναστολή εκτέλεσης ενώ οι ίδιοι ήθελαν να εξοφλήσουν άμεσα τους εξ αποφάσεως πιστωτές τους. Σε κάθε περίπτωση η αναστολή είναι δυνητική για τον εξ αποφάσεως χρεώστη που έχει το δικαίωμα να εξοφλήσει ή να πληρώσει έναντι πριν την εκπνοή της περιόδου της αναστολής ακόμα και άμεσα με την έκδοση της απόφασης. Στις 27.2.2002 οι Ενάγοντες κατ΄ ακρίβεια η «Πέρα Βάσα» ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των μετοχών και των Δ.Α.Μ. οι οποίες δεν ήταν δεσμευμένες και μπορούσαν να πωλήσουν τόσο τις μετοχές όσο και τα Δ.Α.Μ. εάν πράγματι το επιθυμούσαν. Αποδέχομαι, χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη, τη θέση των δικηγόρων ότι ήταν διακαής επιθυμία του Ενάγοντα 1, που εκπροσωπούσε φυσικά και την «Πέρα Βάσα», να μην πωληθούν οι μετοχές και πως γινόταν πιεστικός και φορτικός στους δυο δικηγόρους για να εξασφαλίζει σχετικές διαβεβαιώσεις. Παραδέχθηκε ο Ενάγοντας 1 πως δεν έκαμε καμιά ενέργεια όταν διαπίστωσε πως οι δικηγόροι «καθυστερούσαν» και δεν ενήργησε γιατί όχι μόνο δεν εναντιωνόταν στην μη πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. αλλά ο ίδιος την επεδίωκε. Μέρος των μεθοδεύσεων του Ενάγοντα 1 για να μην πωληθούν οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. ήταν και η αργοπορία και αναβλητικότητα που επεδείκνυε στο να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα εκ μέρους της «Πέρα Βάσα» ώστε οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. να περιέλθουν στην κυριότητα και έλεγχο των δύο δικηγόρων. Νομίζει, ανάφερε ο Ενάγοντας 1, πως τον Αύγουστο του 2002 υπόγραψε και επί τούτου πρέπει να είναι ορθός γιατί και τα σχετικά πιστοποιητικά ιδιοκτησίας των μετοχών και των Δ.Α.Μ. επ΄ ονόματι των δικηγόρων (Τεκμήρια 27 και 26 αντίστοιχα) που εκδόθηκαν κατ΄ ακολουθία, φέρουν ημερομηνία 27.8.
- Όμως και αυτό ο Ενάγοντας 1 ηθέλησε να το αποδώσει στους δικηγόρους. Ανάμενε, ανάφερε, από τον κ. Γ. Θωμά να ξεμπλοκάρει τις μετοχές, παραπονείται πως ο κ. Γ. Θωμά δεν του απέστειλε έγγραφα μεταβίβασης ακόμη πως στη δική του ετοιμότητα να υπογράψει ο κ. Γ. Θωμά επικαλείτο φόρτο εργασίας. Αποδίδει τα πιο πάνω στο δικηγόρο ο οποίος άφησε εκτεθειμένους τους πελάτες του, τους Τουμάζου και τον εαυτό του υπόλογο σε αυτούς γιατί νομίζω πως ο κ. Γ. Θωμά θα ήταν φρόνιμο να είχε πάρει στα χέρια του τα έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών και των Δ.Α.Μ. προτού εκδοθεί η απόφαση που, όπως προειπώθηκε, είχε ως αποτέλεσμα την εκπνοή του προσωρινού διατάγματος. Προφανώς ο κ. Γ. Θωμά είχε δείξει εμπιστοσύνη λόγω των διαπροσωπικών σχέσεων του Ενάγοντα 1 με τον κ. Κ. X"Κωστή και του τελευταίου μαζί του. Σε κάθε περίπτωση ο κ. Γ. Θωμά όχι μόνο δεν θα ανέβαλλε αλλά με μεγάλη ανακούφιση θα δεχόταν τη μεταβίβαση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. επ΄ ονόματι του και του κ. Κ. Χ"Kωστή. Αποδέχομαι τη θέση του κ. Γ. Θωμά (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 32) πως εντός του Απριλίου του 2002 ετοίμασε και απέστειλε στον Ενάγοντα 1 μέσω του κ. Κ. X"Κωστή τα σχετικά έγγραφα προς υπογραφή. Ο Νίκος Πέτρου (Μ.Ε.3) ήταν το 2002 ο διευθυντής του καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Αθηνών στη Λεμεσό. Η μαρτυρία του αφορά ζητήματα που άπτονται της συμφωνίας της 27.3.
- Θυμάται ο μάρτυρας συνάντηση που είχε στην Τράπεζα με τον Ενάγοντα 1 και τους δύο δικηγόρους. Το θέμα τους ήταν η παραχώρηση δανείου ύψους £100.000 στα τρία πρόσωπα. 1/3 του ποσού στον καθένα. Επρόκειτο για συζήτηση. Δεν υποβλήθηκε καμιά αίτηση. Η Τράπεζα απαιτούσε συνδυασμό εξασφαλίσεων όπως προσωπικές εγγυήσεις τρίτων πέραν των μετοχών της Aqua Sol Hotels Ltd. Με μόνη εξασφάλιση τις μετοχές δεν θα μπορούσε να δοθεί δάνειο. Ο Ενάγοντας 1 ήταν πελάτης του συγκεκριμένου καταστήματος της Τράπεζας και για το πρόσωπο η Τράπεζα ήταν θετική. Οι περιπτώσεις των δικηγόρων παραπέμφθηκαν για σύσταση σε άλλα καταστήματα. Για τον κ. Κ. Χ"Kωστή υπήρχε εμπόδιο. Ο κ. Κ. X"Κωστής είχε μια σοβαρή εκκρεμότητα με την Τράπεζα σε κατάστημα στη Λάρνακα που θα έπρεπε να διευθετηθεί προτού μπορέσει να του χορηγηθεί δάνειο. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν πότε έγινε η συνάντηση. Μπορεί να ήταν τον Απρίλιο του
- Ο Ν. Πέτρου με την καθόλα αξιόπιστη μαρτυρία του επιβεβαίωσε τα όσα σχετικά με την συνάντηση υποβλήθηκαν στον Ενάγοντα 1 κατά την αντεξέταση του και στη συνέχεια υποστηρίχθηκαν από τους δικηγόρους με τις δικές τους μαρτυρίες. Το βασικότερο είναι ότι η Τράπεζα με κανένα τρόπο δεν θα παραχωρούσε δάνειο με μόνη εξασφάλιση τις επίδικες μετοχές. Ότι δεν έγινε οιαδήποτε αίτηση στην Τράπεζα, αλλά μόνο συζήτηση του ζητήματος της μορφής της βολιδοσκόπησης των προθέσεων της Τράπεζας. Ακόμη πως υπήρχε σοβαρό εμπόδιο για την όποια δανειοδότηση του κ. Κ. X"Κωστή, κώλυμα που δεν φαίνεται να ξεπεράστηκε αφού ο Ν. Πέτρου είπε πως δεν εξέτασαν καν τι επακριβώς αφορούσε το πρόβλημα με τον κ. Κ. Χ"Κωστή. Απορρίπτω κατά συνέπεια τις θέσεις του Ενάγοντα 1 που είναι ασυμβίβαστες με τα πιο πάνω δεδομένα. Απορρίπτω τη θέση του πως γέμισαν έντυπα στην Τράπεζα χωρίς όμως να υπογράψουν και πως τρεις μέρες μετά τη συνάντηση εγκρίθηκε η περίπτωση του ιδίου και του κ. Γ. Θωμά (να σημειωθεί πως στη συμφωνία της 27.3.2002 συμβαλλόμενο μέρος ήταν η «Πέρα Βάσα» και όχι ο Ενάγοντας 1 προσωπικά). Απορρίπτω ακόμη τη θέση πως μετά παρέλευση άλλων τριών ημερών εγκρίθηκε και η περίπτωση του κ. Κ. X"Κωστή. Κάποια κοπέλα του τηλεφώνησε από τη Λαϊκή Τράπεζα, ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας 1, δεν θυμόταν όμως το όνομα της. Δεν μπορεί να συνέβηκε κάτι τέτοιο αφού ο διευθυντής του καταστήματος μαρτυρά περί του αντιθέτου. Στη βάση των πιο πάνω θέσεων του ο Ενάγοντας 1 είχε προσπαθήσει να επιρρίψει ευθύνη στους δικηγόρους ότι αρνήθηκαν να πάρουν το εγκριμένο δάνειο τους. Προσπάθησε ακόμη ο Ενάγοντας 1 να τοποθετήσει χρονικά τη συνάντηση στον Οκτώβριο του 2002 και να συνδέσει τις επαφές των τριών πλευρών με την Τράπεζα με ισχυριζόμενο δάνειο που ο ίδιος πήρε, όπως ισχυρίστηκε, σε μεταγενέστερο χρόνο. Με την εκπνοή της περιόδου της αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης, οι Ενάγοντες δεν εξόφλησαν τους Τουμάζου ούτε και οιονδήποτε ποσό πλήρωσαν έναντι της απόφασης. Όπως προειπώθηκε δεν είχαν καν υπογράψει τα σχετικά έγγραφα για τη μεταβίβαση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους. Αλλά και όταν αυτά υπογράφηκαν, ο Ενάγοντας 1 συνέχισε να πιέζει για να μην πωληθούν. Αποδέχομαι τη θέση του κ. Γ. Θωμά πως στο χρονικό εκείνο στάδιο όταν ο ίδιος άρχισε να οχλεί τον κ. Κ. X"Κωστή για εξόφληση, κάθε επαφή του με τον κ. Χ"Κωστή ακολουθούσε φορτικό τηλεφώνημα ή και επίσκεψη στο γραφείο του από τον Ενάγοντα 1 που ζητούσε επίμονα να μην πωληθούν οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. γιατί θα είχε προβλήματα με τον αδελφό του. Ότι ο Ενάγοντας 1 πίεζε ώστε να μην γίνει πώληση επιβεβαίωσε και ο κ. Κ. Χ"Κωστής (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 34). Με επιστολή του ημερομηνίας 30.12.2002 (Τεκμήριο 7) προς τον κ. Κ. X"Κωστή ως δικηγόρο των Εναγόντων ο κ. Γ. Θωμά σημείωνε πως κανένα ποσό δεν είχε πληρωθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και ανάφερνε: «Η θέση μας για πώληση των μετοχών είναι τελεσίδικη εκτός εάν εν τω μεταξύ δοθούν εγγυήσεις για τη σύντομη πληρωμή της απόφασης, των τόκων και των εξόδων στους ενάγοντες [τους Τουμάζου] εκ μέρους των εναγομένων [των Εναγόντων], οι οποίες εγγυήσεις να γίνουν αποδεκτές από τους ίδιους τους ενάγοντες [τους Τουμάζου]. Περαιτέρω θα λάβουμε μέτρα εκτέλεσης για ολόκληρο το ποσό δεδομένου ότι με τη σημερινή τιμή των μετοχών και τα δικαιώματα είναι εκ των πραγμάτων είναι αδύνατη η κάλυψη της απόφασης και των εξόδων.» Ακολούθησε νέα επιστολή του κ. Γ. Θωμά προς τον κ. Κ. X"Kωστή ημερομηνίας 13.1.2003 (Τεκμήριο 8) με την οποία ζητείτο από τον τελευταίο να μεταβεί στο Χρηματιστηριακό Γραφείο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για την πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. τα οποία ο κ. Γ. Θωμά είχε ήδη υπογράψει. Φαίνεται πως υπό τις πιο πάνω συνθήκες την 15.1.2003 πληρώθηκε μέσω του δικηγορικού γραφείου του κ. Γ. Θωμά το ποσό των £20.000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (Τεκμήριο 25). Προσπάθησε ο Ενάγοντας 1 να παρουσιάσει την πληρωμή αυτή ως προερχόμενη από δανεισμό £33.333 που ο ίδιος έκαμε καταλογίζοντας ασυνέπεια στους δικηγόρους ότι τάχα δεν πήγαν στην Τράπεζα για να πάρουν το δικό τους δάνειο. Το πιο πάνω ποσό των £20.000 δεν προήλθε από λογαριασμό του Ενάγοντα 1 ή της «Πέρα Βάσα». Η σχετική επιταγή (Τεκμήριο 9) εκδόθηκε έναντι λογαριασμού της «A. Paschalis & G. Beros Ergoliptiki Et. Ltd». Εκ πρώτης δεν φαίνεται να προέρχονταν τα χρήματα από δανεισμό των Εναγόντων. Ο Ενάγοντας 1 μαρτύρησε πως αφού δανείστηκε το ποσό, κατάθεσε £25.000 σε λογαριασμό της «A. Paschalis & G. Beros Ergoliptiki Et. Ltd» και έτσι δικαιολογεί την έκδοση της πιο πάνω επιταγής. Δεν αποδέχομαι την πιο πάνω εξήγηση του Ενάγοντα
- Ούτε τη θέση του πως δεν γνώριζε για τις επιστολές του κ. Γ. Θωμά αποδέχομαι. Είπε πως πλήρωσε τις £20.000 γιατί ο κ. Κ. X"Κωστής του είπε πως οι Τουμάζου είχαν πρόβλημα και είχαν ανάγκη τις £20.
- Τι σημαίνει είχαν ανάγκη; Είχαν να λαμβάνουν δυνάμει δικαστικής απόφασης £100.000 πλέον τόκους και προσπαθεί ο Ενάγοντας 1 να παρουσιάσει την εικόνα ότι τους ευεργέτησε γιατί είχαν ανάγκη. Ο Ενάγοντας 1 επινόησε αυτή την αναληθοφανή εξήγηση για να μην παραδεχτεί πως υπό το βάρος της επιστολής του κ. Γ. Θωμά δύο ημέρες πριν για πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. και για να αποφευχθεί η πώληση και να λάβει περαιτέρω παράταση για εξόφληση, πλήρωσε το ποσό των £20.
- Είπε μάλιστα το εντελώς αναληθοφανές ότι τότε δεν γνώριζε αν οι μετοχές είχαν πωληθεί. Οι πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα 1, παρενθετικά σημειώνω, είναι ασυμβίβαστες με τα όσα δικογραφεί στην παράγραφο 6 της Απάντησης του στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 3 και
- Αποδέχομαι τη θέση του κ. Γ. Θωμά πως διευθετήθηκε η πιο πάνω πληρωμή και από μέρους του παραχωρήθηκε περαιτέρω χρόνος προς εξόφληση. Αφού παρήλθαν περί τους τρεις μήνες, ο κ. Γ. Θωμά όχλησε εκ νέου τον κ. Κ. Χ"Κωστή για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για πώληση των μετοχών (βλ. επιστολή ημερομηνίας 21.4.2003 - Τεκμήριο 10) και τους Ενάγοντες για να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. επιστολή ημερομηνίας 6.5.2003 - Τεκμήριο 11). Ο Ενάγοντας 1 είχε μαρτυρήσει πως δεν θυμόταν αυτές τις δύο επιστολές. Προκύπτει πως στη συνέχεια καταχωρίστηκε η αίτηση πτώχευσης 108/03 εναντίον του Ενάγοντα 1 και η αίτηση διάλυσης 212/03 εναντίον της «Πέρα Βάσα». Τότε ήταν που οι Ενάγοντες είχαν διορίσει νέους δικηγόρους, τους κ.κ. Ζ. Κουλίας και Α. Μισός από τη Λάρνακα, όπως ο Ενάγοντας 1 ανάφερε. Ο κ. Γ. Θωμά με επιστολή του ημερομηνίας 8.10.2003 προς τους πιο πάνω δικηγόρους (Τεκμήριο 14) τους πληροφόρησε ότι θα απέσυρνε και τις δύο πιο πάνω αιτήσεις και ότι την 10.10.2003 οι δύο δικηγόροι θα προχωρούσαν στην πώληση των μετοχών και των Δ.Α.Μ. εκτός και αν οι Ενάγοντες εξοφλούσαν το εναπομείναν εξ αποφάσεως χρέος. Απάντησαν οι Ενάγοντες με επιστολή των πιο πάνω δικηγόρων τους προς τον κ. Γ. Θωμά ημερομηνίας 8.10.2003 (Τεκμήριο 13). Εγείρεται για πρώτη φορά παράπονο γιατί οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. δεν πωλήθηκαν «μέχρι την 30.6.2002». Απαίτηση γιατί οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. δεν πωλήθηκαν στις 27.2.2002 ηγέρθηκε για πρώτη φορά με τις επιστολές των νυν δικηγόρων των Εναγόντων προς τους κ. κ. Κ. X"Κωστή και Γ. Θωμά ημερομηνίας 6.10.2005 (Τεκμήρια 23 και 22 αντίστοιχα). Η σχετική αξίωση, με αναφορά στην ημερομηνία 27.2.2002, παράγραφος Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, εγκαταλείφθηκε με δήλωση του δικηγόρου των Εναγόντων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Παρουσιάστηκε από τον Ενάγοντα 1 μια επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 19.9.2005 προς τους δικηγόρους του (Τεκμήριο 21) για να πείσει για τα περί δανεισμού του. Αναφέρεται στη ρηθείσα επιστολή πως: «Με την παρούσα θα θέλαμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι ο κ. Αντωνίου Ανδρέας Πασχάλης με αριθμό ταυτότητας 538211, τον Οκτώβριο του 2002 αποτάθηκε κοντά μας για παραχώρηση Δανείου ύψους £33.333, προσφέροντας ως εξασφάλιση μετοχές της εταιρείας Aquasol Ltd.» Το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής γράφτηκε με μεγάλη προσοχή. Δεν αποκλείω τούτο να έγινε με υπόδειξη της πλευράς των Εναγόντων. Η Τράπεζα ήταν προδήλως πρόθυμη να εξυπηρετήσει με την επιστολή της τους πολύ καλούς της πελάτες τους Ενάγοντες. Η επιστολή δεν αναφέρνει ότι έγινε δάνειο ούτε καν ότι έγινε αίτηση για δάνειο ούτε ότι η Τράπεζα θα ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει τέτοιο δάνειο. Και πώς θα προσφέρονταν ως εξασφάλιση οι μετοχές της Aqua Sol Hotels Ltd αφού αυτές από τον Αύγουστο του 2002 είχαν περιέλθει στην κυριότητα των δικηγόρων. Ίσως να ήταν πριν τον Αύγουστο του
- Ότι αποτάθηκε ο Ενάγοντας 1 για δάνειο από τη Λαϊκή Τράπεζα ακόμα και τον Οκτώβριο του 2002 δεν είναι παράξενο. Αποτάθηκε και στην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών όπως μαρτύρησε ο κ. Κ. X"Κωστής. Είχε μια απόφαση εναντίον του για £100.000 και έψαχνε τρόπους να πληρώσει για να μην πωληθούν οι μετοχές και τα Δ.Α.Μ. Γιατί για £33.333; Υποθέτω πως ο Ενάγοντας 1 με απαιτητικό θράσος επέμενε να εμπλέξει τους δύο δικηγόρους ώστε να επωμιστούν τα 2/3 του εξ αποφάσεως χρέους των Εναγόντων. Μου έδωσε την εικόνα του προσώπου που παράλογα επιμένει να γίνει το δικό του και πιέζει τους άλλους. Ίσως πάλιν να ομιλούμε για πριν τον Αύγουστο του 2002 ίσως τον Απρίλιο όπως μαρτύρησαν και οι δικηγόροι. Σημειώνω πως στη μαρτυρία του ο Ενάγοντας 1 είπε πως για να πάρει δάνειο έβαλε προσωπικές εγγυήσεις ο ίδιος και ο συνέταιρος του και πως δεν πρότεινε εξασφάλιση της Τράπεζας με μετοχές. Ήταν όμως υπόχρεοι οι δικηγόροι να πάρουν τα δάνεια έστω και αν η Τράπεζα ήταν πρόθυμη να τα παραχωρήσει χωρίς άλλες εξασφαλίσεις; Κατά πόσο είχε διαφανεί ότι η αξία των μετοχών και των Δ.Α.Μ. θα είχε άνοδο μετά την 30.6.2002 είναι δύσκολο να διαπιστωθεί. Όπως προκύπτει από επιστολή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου προς τους δικηγόρους των Εναγόντων όπου καταγράφονται οι καθημερινές αξίες της μετοχής της Aqua Sol Hotels Ltd από 2.1.2002 μέχρι 31.12.2002 (Τεκμήριο 24) την περίοδο 2.1.2002 - 30.6.2002 η τιμή της συγκεκριμένης μετοχής είχε πτωτική τάση και από £0,57 έπεσε στα £0,33 χωρίς καθ΄ οιονδήποτε χρόνο να είχε επιδείξει σημεία ανάκαμψης. Ότι προμηνούσαν τα δεδομένα επιβεβαιώθηκαν στην περίοδο που ακολούθησε για να φτάσει η αξία της μετοχής στα £0,26 την 31.12.
- Η πτώση της αξίας της μετοχής συνεχίστηκε και ένα χρόνο μετά η τιμή της ήταν £0,
- Αλλά και στην περίπτωση που διαφαίνετο, που το απορρίπτω, πως θα υπήρχε άνοδος μετά τις 30.6.2002, όπως ο Ενάγοντας 1 υποστήριζε ότι είχε πληροφορίες, η συμφωνία της 27.3.2002 δεν ήταν δεσμευτική στα μέρη. Ο όρος 4 αναφερόταν σε μια δυνητική προοπτική. Θα μπορούσαν η «Πέρα Βάσα» και οι δύο δικηγόροι να κρατήσουν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. δεν ήταν όμως υπόχρεοι να πράξουν τούτο. Αναφερόταν ακόμη στον όρο 4 πως το δάνειο που θα γινόταν για εξόφληση της απόφασης θα εξασφαλιζόταν με την παραχώρηση των μετοχών ως εγγύηση. Αν αυτό σήμαινε πως το δάνειο θα παραχωρείτο χωρίς τα τρία συμβαλλόμενα μέρη να ήταν προσωπικά υπόλογοι στην Τράπεζα, όπως δηλαδή το είχε αντιληφθεί ο κ. Γ. Θωμά ή ότι τα μέρη δεν είχαν υπόψη να παράσχουν άλλες εγγυήσεις π.χ. υποθήκες αλλά θα ήσαν οπωσδήποτε προσωπικά υπόλογοι, δεν θα έχει στο τέλος της ημέρας και ιδιαίτερη σημασία. Δεν μπορώ να φανταστώ περίπτωση κατά την οποία Τράπεζα θα αποδεχόταν να δανείσει £100.000 με μόνη εξασφάλιση τις επίδικες ή οποιεσδήποτε μετοχές χωρίς οι πρωτοφειλέτες να ήσαν προσωπικά υπόλογοι, έτσι που αν η αξία των μετοχών δεν κάλυπτε το χρέος και τους τόκους η Τράπεζα να χάσει τα χρήματά της. Η συμφωνία της 27.3.2002 συντάχθηκε από τον κ. Κ. Χ"Κωστή κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα 1 ο οποίος και είχε την ιδέα. Το παραδέχθηκε ο Ενάγοντας 1 κατά τη μαρτυρία του (παρά τον αντίθετο ισχυρισμό των Εναγόντων στην παράγραφο 3(Ε) της Απάντησης τους στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 3 και 4). Ο Ενάγοντας 1 είχε διαβεβαιώσει τον κ. Κ. Χ"Kωστή πως ήταν πολύ καλός πελάτης της Λαϊκής Τράπεζας η οποία θα ήταν πρόθυμη να παραχωρήσει τα δάνεια με μόνη εξασφάλιση τις μετοχές. Την 27.3.2002 που υπογράφηκε η πιο πάνω συμφωνία, η αξία της μετοχής ήταν £0,52 και οι 180.000 άξιζαν £93.
- Η δε τάση ήταν πτωτική. Κανένας δεν θα παραχωρούσε δάνειο, σίγουρα όχι της μορφής που είχε υπόψη ο κ. Γ. Θωμά. Από την άλλη, και τούτο είναι ίσως πιο σημαντικό, πώς θα μπορούσε να αναμένετο από τους δικηγόρος να επιλέξουν να κρατήσουν τις μετοχές. Ο κ. Κ. X"Κωστής ήταν φίλος του Ενάγοντα 1, διευθυντή της «Πέρα Βάσα» και θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήθελε να βοηθήσει, έστω εις βλάβη των προσωπικών οικονομικών του συμφερόντων, όμως ο κ. Γ. Θωμά, ο αντίδικος δικηγόρος, γιατί να θέλει να χρηματοδοτήσει τους Ενάγοντες για να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος προς τους πελάτες του, γιατί στην ουσία περί αυτού επρόκειτο. Είναι πέραν από κάθε λογική ο κ. Γ. Θωμά να καθίστατο την 27.3.2002 προσωπικά υπόλογος σε Τράπεζα για ποσό πέραν των £33.333 στην πραγματικότητα περίπου £37.500 (αφού το εξ αποφάσεως χρέος με τους τόκους της απόφασης είχε ξεπεράσει τις £112.500 - βλ. παράγρ. 9(α) της Έκθεσης Απαίτησης) για να πάρει 60.000 μετοχές αξίας £31.
- Ακόμα και αν επρόκειτο για μετοχές με τις καλύτερες προοπτικές γιατί ο κ. Γ. Θωμά που ως δικηγόρος και βουλευτής θα μπορούσε να εξασφαλίσει με μεγάλη ευκολία δάνειο από οποιαδήποτε Τράπεζα να μην αγοράσει 60.000 μετοχές της Aqua Sol Hotels Ltd από το Χ.Α.Κ. πληρώνοντας μόνο £31.
- Γιατί να δωρίσει £6.300 στους Ενάγοντες. Και βέβαια μετά την 27.3.2002 τα πράγματα ήταν ακόμη πιο απαγορευτικά για την προοπτική να εμπλακούν οι δικηγόροι. Την 30.6.2002 60.000 μετοχές της Aqua Sol Hotels Ltd άξιζαν £19.800 και το εξ αποφάσεως χρέος πρέπει να είχε ξεπεράσει τις £115.
- Θα δανειζόταν δηλαδή ο κ. Γ. Θωμά και θα ήταν προσωπικά υπόλογος να πληρώσει £38.000 και πλέον για να πάρει μετοχές αξίας £19.800 που είχαν και πτωτική τάση. Ακόμη χειρότερα ήταν τα πράγματα τον Οκτώβριο του 2002 που ο Ενάγοντας 1 τοποθετεί την επαφή των μερών με τη Λαϊκή Τράπεζα. Η αξία 60.000 μετοχών της Aqua Sol Hotels Ltd είχε πέσει στις £17.000 περίπου και το εξ αποφάσεως χρέος με την προσθήκη περαιτέρω τόκων είχε αυξηθεί. Ο κ. Γ. Θωμά αλλά και ο κ. Κ. X"Κωστής πιστεύω δεν θα ήταν ποτέ πρόθυμοι να καταστούν πρωτοφειλέτες στο δάνειο με τα δεδομένα της υπόθεσης. Μόνο εάν η αξία των μετοχών πριν τις 30.6.2002 ξεπερνούσε τις £115.000, δηλαδή το εξ αποφάσεως χρέος πλέον τους τόκους της απόφασης και είχε σοβαρή προοπτική περαιτέρω αύξησης θα ελάμβαναν οι δικηγόροι το ρίσκο να εμπλακούν. Θα πρέπει στο στάδιο τούτο να σημειώσω πως αποδέχομαι τη θέση του κ. Γ. Θωμά πως υπέγραψε τη συμφωνία της 27.3.2002 με τη συγκατάθεση των Τουμάζου στους οποίους θα απέδιδε οιονδήποτε κέρδος. Δεν είχε δηλαδή ο κ. Γ. Θωμά οικονομικό κίνητρο ώστε να καταστεί προσωπικά υπόλογος για οποιοδήποτε ποσό. Η εξουσιοδότηση των Τουμάζου, ημερομηνίας 5.3.2002 (Τεκμήριο 5) είναι σχετική. Αποδέχομαι τη θέση των δύο δικηγόρων πως η επαφή με τη Λαϊκή Τράπεζα έγινε τον Απρίλιο του 2002 και πως κατ΄ ακολουθία των όσων ειπώθηκαν και την απόφαση της Τράπεζας, ο κ. Γ. Θωμά σε πρώτο στάδιο και ο κ. Κ. Χ"Κωστής στη συνέχεια, απέσυραν το ενδιαφέρον τους και γνωστοποίησαν την απόφασή τους στον Ενάγοντα 1 και για την «Πέρα Βάσα». Ηγέρθηκε κατά τη δίκη και το πιο κάτω επιμέρους θέμα. Ο Ενάγοντας 1 υποστήριξε πως μια φορά συνέφαγε με τους δύο δικηγόρους στην ταβέρνα «Φόρσος» στη Μουτταγιάκα. Οι δύο δικηγόροι το αρνήθηκαν. Ο κ. Κ. Χ"Κωστής δεν απέκλεισε ο ίδιος να πήγε με τον Ενάγοντα στο «Φόρσο» όχι όμως μαζί και με τον κ. Γ. Θωμά. Κλήθηκε ως μάρτυρας για να επιβεβαιώσει τον Ενάγοντα 1 κάποιος Γιώργος Ελισαίου (Μ.Ε.2) που έχει ελεγκτικό γραφείο και οι Ενάγοντες είναι πολύ καλοί πελάτες του για 18 - 20 χρόνια, για να πει πως είδε τα τρία πρόσωπα να συντρώγουν στον «Φόρσο» και να μιλούν για κάποιες μετοχές που οι δικηγόροι μπήκαν συνιδιοκτήτες ή trustees και κάποια χρηματοδότηση που θα εξασφάλιζαν. Ήταν, θυμάται, Ιούνιος - Ιούλιος του 2002 ή
- Δεν πιστεύω τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας Γ. Ελισαίου. Πιστεύω ότι μαρτύρησε καθ΄ υπόδειξη του Ενάγοντα 1 και αναφέρθηκε στις συζητήσεις των προσώπων που τάχα άκουσε για να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγόντων ότι δηλαδή τους μήνες εκείνους συζητείτο ακόμη ζήτημα δανεισμού των τριών πλευρών, άρα το ζήτημα δεν είχε λήξει από τον Απρίλιο του 2002 όταν, κατά τους δικηγόρους, εισπράχθηκε η αρνητική προσέγγιση της Λαϊκής Τράπεζας. Στα γεγονότα που αφορούν την αξίωση για £2.000 εναντίον κ. Γ. Θωμά θα αναφερθώ, παρά την εγκατάλειψη της σχετικής αξίωσης, γιατί εγείρονται και εδώ ζητήματα αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ο Ενάγοντας 1 μαρτύρησε πως μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή των Τουμάζου οι δικηγόροι και ο ίδιος κάθισαν στην καφετερία του Δικαστηρίου. Εκεί ο κ. Κ. X"Κωστής του ζήτησε να εκδώσει δύο επιταγές των £2.
- Την μια θα καρπούτο ο κ. Κ. X"Κωστής και την άλλη ο κ. Γ. Θωμά επειδή δούλεψαν γι΄ αυτόν, όπως ο κ. Κ. Χ"Κωστής του εξήγησε. Για κάποιο λόγο που δεν του εξηγήθηκε, ο κ. Κ. X"Κωστής του ζήτησε να εκδώσει και τις δύο επιταγές εις διαταγή του ιδίου. Εκδόθηκαν δύο επιταγές για £2.000 η κάθε μία (Τεκμήρια 28 και 29). Αμφότερες εις διαταγή του κ. Κ. X"Κωστή, η μια με ημερομηνία πληρωμής 1.2.2002 και η άλλη 30.6.
- Είναι κοινό έδαφος πως η επιταγή που ήταν πληρωτέα την 1.2.2002 οπισθογραφήθηκε από τον δικαιούχο κ. Κ. X"Κωστή και εξαργυρώθηκε από κάποια Νίκη Αναγιωτού, υπάλληλο στο δικηγορικό γραφείο του κ. Γ. Θωμά (βλ. και Τεκμήριο 31). Εύκολα κάποιος μπορεί να επιχειρηματολογήσει πως ο κ. Γ. Θωμά δεν θα ήθελε να υπάρχει επιταγή των Εναγόντων εις διαταγή του, μήπως και οι Τουμάζου εκλάβουν ότι λειτούργησε κατά τρόπο μη δεοντολογικό εις βλάβη τους. Ότι δυσκολεύομαι να εξηγήσω είναι γιατί ο κ. Κ. X"Κωστής να ζητήσει όπως η μια επιταγή είναι πληρωτέα 1.2.2002 και η άλλη 30.6.2002, όπως ο Ενάγοντας 1 του αποδίδει ότι απαίτησε. Αυτό θα σήμαινε πως ο ένας δικηγόρος θα πληρωνόταν άμεσα ενώ ο άλλος θα περίμενε άλλους 4 μήνες. Συμβαίνει οι δικηγόροι να διευκολύνουν στην πληρωμή της αμοιβής τους, όμως υποθέτω πως αυτό γίνεται τη παρακλήσει του πελάτη και όχι με πρωτοβουλία του δικηγόρου. Ο Ενάγοντας 1 παρέμεινε εκτεθειμένος. Η εκδοχή του έχει την πιο πάνω εγγενή αδυναμία. Εξήγηση γιατί οι δύο επιταγές δεν ήταν της ίδιας ημερομηνίας έδωσε ο κ. Κ. X"Κωστής. Μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Τουμάζου, ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του για να τον πληρώσει. Μαζί και με άλλες προσφερθείσες υπηρεσίες οι Ενάγοντες όφειλαν να πληρώσουν £4.
- Είναι ο Ενάγοντας 1 που ζήτησε διευκόλυνση χρόνου για να πληρώσει και ο κ. Κ. Χ"Κωστής τον διευκόλυνε. Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι η επιταγή της 1.2.2002 είναι προχρονολογημένη, αλλά τούτο ισχύει σε αμφότερες τις προσφερθείσες εκδοχές. Γιατί η επιταγή της 1.2.2002 να εξαργυρωθεί από υπάλληλο του κ. Γ. Θωμά εξήγησαν οι δύο δικηγόροι. Οι δύο δικηγόροι συστεγάζονταν κατά το παρελθόν. Μεταγενέστερα, όταν ο κ. Κ. X"Κωστής είχε πρόβλημα γραμματέας, ζήτησε εξυπηρέτηση από το γραφείο του κ. Γ. Θωμά, τις υπαλλήλους του οποίου γνώριζε. Ο κ. Γ. Θωμά αποδέχτηκε να τον εξυπηρετήσει. Δύο υπάλληλοι του, η Νίκη Αναγιωτού και η Άντρη Πρόξενου, θα τον εξυπηρετούσαν στον ελεύθερο τους χρόνο και ο κ. Κ. Χ"Κωστής θα διευθετούσε κάποια αμοιβή με τις κοπέλες κατ΄ ευθεία. Οι κοπέλες εξυπηρέτησαν τον κ. Κ. Χ"Κωστή από το Δεκέμβριο του 2000 μέχρι και το Δεκέμβριο του
- Η επιταγή της 1.2.2002 είχε δοθεί από τον κ. Κ. Χ"Κωστή στη ρηθείσα Νίκη Αναγιωτού έναντι της αμοιβής που οι δύο κοπέλες είχαν να λαμβάνουν από αυτόν. Αποδέχομαι την εκδοχή του κ. Κ. Χ"Κωστή ότι το σύνολο των δύο επιταγών αφορούσε δικά του δικηγορικά έξοδα και τις εξηγήσεις που οι δύο δικηγόροι έδωσαν αναφορικά με την εξαργύρωση της επιταγής της 1.2.2002 από την υπάλληλο του κ. Γ. Θωμά. Ότι άλλο παρενθετικά σημειώνω αναφορικά με τη ρηθείσα επιταγή είναι πως εκδότης είναι η εταιρεία «A. Paschalis & G. Beros Ergoliptiki Et. Ltd» και όχι οιοσδήποτε από τους Ενάγοντες. Η επιταγή υπογράφτηκε από τον Ενάγοντα 1 όμως το ποσό εισπράχθηκε από το λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας που δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή. Ο κ. Κ. X"Κωστής με πικρία αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έκανε για να βοηθήσει τους Ενάγοντες πελάτες του και τούτο λόγω της φιλίας του από τα παιδικά του χρόνια με τον Ενάγοντα 1 συγχωριανό του. Έπεισε τους Τουμάζου να μην εκμεταλλευτούν το γραμμάτιο των £100.000 το οποίο θα μπορούσε, έστω κακόπιστα, να θεμελιώσει αξίωση για £100.000 πέραν των £100.000 που οι Τουμάζου είχαν πληρώσει για τις μετοχές και διεκδικούσαν. Πέτυχε αναστολή της δικαστικής απόφασης και να μην καταδικαστούν οι Ενάγοντες στα έξοδα της αγωγής ενώ υπόγραψε ως εγγυητής των υποχρεώσεων τους δυνάμει της συμφωνίας της 25.2.2002 και εγγυήθηκε την εξόφληση της δικαστικής απόφασης. Φαίνεται πως οι φιλικές - συναδελφικές σχέσεις του κ. Κ. X"Κωστή με τον κ. Γ. Θωμά διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην διευθέτηση της αγωγής, πάντα προς όφελος των Εναγόντων γιατί εκδόθηκε απόφαση με αναστολή εκτέλεσης και στο αποτέλεσμα οι Τουμάζου παρέμειναν εκτεθειμένοι γιατί το προσωρινό διάταγμα έπαψε να ισχύει, ενώ οι Ενάγοντες δεν μεταβίβασαν τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. στους δικηγόρους παρά μόνο τον Αύγουστο του
- Οι Ενάγοντες αφού εκμεταλλεύτηκαν τη φιλία του Ενάγοντα 1 με τον κ. Κ. X"Κωστή και τη φιλία του τελευταίου με τον κ. Γ. Θωμά και αφού έλαβαν χρόνο και παρατάσεις για να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, έρχονται εκ των υστέρων συμπεριφερόμενοι με αχαριστία και ψευδολογώντας να απαιτούν εναντίον των δικηγόρων γιατί δεν πώλησαν ενωρίτερα τις μετοχές και τα Δ.Α.Μ. κάτι που όταν ήταν αντικειμενικά δυνατό για τους δικηγόρους να πράξουν, δηλαδή από τον Αύγουστο του 2002 και μετέπειτα δεν το έπραξαν κατόπιν παρακλήσεων και πιέσεων των Εναγόντων και προς διευκόλυνση και υποβοήθησή τους. Όταν βέβαια οι αξίες των μετοχών της Aqua Sol Hotels Ltd κατρακύλησαν, ήγειραν την παρούσα αγωγή ζητώντας και τα ρέστα. Μπορώ να φανταστώ ποια θα ήταν η αντιμετώπιση τους αν οι μετοχές πωλούνταν και έκτοτε ανέβαινε η τιμή τους. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν ξεχωριστή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ξεχωριστά σετ εξόδων. (Υπ.) ................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο