ΘΕΟΧΑΡΗΣ Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής 1267/05, 19.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1267/05 ΘΕΟΧΑΡΗΣ Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντας και ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενος Αίτηση τροποποίησης ημερ. 24.11.2008 Ημερομηνία: 19.1.2009 Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Χριστοδούλου Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Αποστολίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και το πέρας της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα που ήταν ο ίδιος ο ενάγων, στις 24.11.08 ο εναγόμενος (στο εξής ο αιτητής) καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση δια της οποίας εξαιτείται την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης του ως εξής: 1. α. Με την προσθήκη των ακολούθων νέων παραγράφων 4Α και 4Β µετά την παράγραφο 4: 4Α. Μετά που αρχικά ο Εναγόµενος συµφώνησε µε τον Ενάγοντα να καταβάλλει το πιο πάνω ποσό των £7.200, επειδή µε βάση τα σχέδια που ο Ενάγοντας στην συνέχεια ετοίµασε το εµβαδόν της οικίας του Εναγόµενου θ' ανερχόταν σε περίπου 300 τ.µ. αντί 240 τ.µ., η αµοιβή του Ενάγοντα αναπροσαρµόστηκε στο συνολικό ποσό των £9,000, περιλαµβανοµένης και της επίβλεψης των £1.800, δηλαδή 300 τ.µ. προς £30,00/τ.µ. Ο Εναγόµενος ήταν πάντοτε µε την εντύπωση ότι και η πιο πάνω αµοιβή των £9.000 θα πληρωνόταν τμηματικά κατά αναλoγία των όσων είχαν συµφωνηθεί αρχικά και τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 4 πιο πάνω. 4Β. Σε καµία περίπτωση ο Ενάγοντας ζήτησε προς συμμόρφωση προς τον Κανονισµό 4
(2)των Περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστηµονικού Τεχνικού Επιµελητηρίου Κύπρου Κανονισµών του 1996, Κ.Δ.Π.327/96, τον οποίο γνώριζε ως αρχιτέκτονας που ήταν και όφειλε να πληροφορήσει και τον Εναγόµενο, να υπογραφεί η σχετική Έγγραφη Εξουσιοδότηση. Ως εκ τούτου η ανάθεση του έργου συντελέστηκε χωρίς τέτοια Έγγραφη Εξουσιοδότηση από τον Εναγόµενο, πράγµα το οποίο καθιστά την ισχυριζόµενη συµφωνία µε βάση την οποία ο Ενάγων προβάλλει την αξίωση του παράνοµη, άκυρη και άνευ αποτελέσµατος. Ο Εναγόµενος ισχυρίζεται ως εκ τούτου ότι ο Ενάγων δεν νοµιµοποιείται στην αξίωση του. β. Με την αντικατάσταση του αριθµού «7» στην προτελευταία πρόταση της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης µε τον αριθµό «6». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 Θ.1-5 και Δ.48 Θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κ. Α. Χαραλάμπους δικηγόρου και συνέταιρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον εναγόµενο και είναι εξουσιοδοτηµένος από τον εναγόμενο να προβεί στην ένορκη αυτή δήλωση. Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται βασικά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η παράγραφος 4Α κατέστη αναγκαία µετά που διαπιστώθηκε από το δικηγόρο Δηµήτρη Αραούζο που χειρίζεται την υπόθεση ότι θα ήταν πιο σωστό για σκοπούς ορθής δικογράφησης των θέσεων του εναγόμενου να τονιστεί ότι όντως η τελική συµφωνηµένη αµοιβή ήταν £9.000, αντί £7.200 που ήταν η αρχική συµφωνηµένη αµοιβή του ενάγovτα που ανέλαβε να εκπονήσει όλα τα αναγκαία σχέδια που θα χρησιµοποιούνταν για την ανέγερση και αποπεράτωση της κατοικίας του εναγόµενου η οποία θα είχε έκταση τελικά 300 τ.µ. αντί 240 τ.µ. Η παράγραφος 4 της υπεράσπισης, όπως είναι διατυπωµένη και απαντά στις παραγράφους 4 και 5, δεν αντικατοπτρίζει τα πλήρη γεγονότα όπως τα εξέθεσε ο εναγόμενος στο δικηγόρο του και για σκοπούς αποφυγής οποιασδήποτε παρεξήγησης είναι αναγκαίο να προστεθεί η παράγραφος 4Α. Εξάλλου για το ζήτηµα της τελικής αµοιβής δεν υπάρχει διαφωνία µε την άλλη πλευρά. Εκείνο για το οποίο υπάρχει διαφωνία µεταξύ των διαδίκων είναι ποιος ήταν ο συµφωνηµένος τρόπος πληρωµής των £9.000. Καµία δυσµένεια θα προκύψει σε βάρος του ενάγοντος από την τροποποίηση αυτή διότι, κατά την αντεξέταση του, αντεξετάστηκε επί µακρόν επί τούτου του σηµείου και του δόθηκε η ευκαιρία να εκθέσει τις θέσεις του. Σε ότι αφορά την νέα σκοπούµενη παράγραφο 4Β της υπεράσπισης ο λόγος που θεωρήθηκε ορθό από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση να προστεθεί είναι για να διασφαλιστεί το δικαίωµα του εναγόμενου να επιχειρηµατολογήσει στο τέλος της ηµέρας ότι η επίδικη συµφωνία, πάνω στην οποία στηρίζεται ο ενάγοντας για ν' αξιώσει το ποσό των £6.200 είναι παράνοµη και ως εκ τούτου άκυρη και επίσης ότι εµποδίζει τον ενάγοντα από του να ζητά την βοήθεια του Δικαστηρίου. Ήδη έχει δοθεί µαρτυρία από τον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του, δηλαδή παραδέχθηκε, ότι δεν υπεγράφη οποιαδήποτε ανάθεση εξουσιοδότησης σύµφωνα µε τον Κανονισµό 4
(2)των Κ.Δ.Π. 327/96. Είναι δηλαδή ένα αδιαµφισβήτητο γεγονός ακόµα και από τον ίδιο τον ενάγοντα. Ούτε και µ' αυτήν την τροποποίηση προκαλείται οποιαδήποτε δυσµένεια που να µην αποζηµιώνεται µε έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, µε δεδοµένο ότι ήδη δόθηκε µαρτυρία για το θέµα αυτό και µάλιστα από τον ίδιο τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας (στο εξής ο καθ' ου η αίτηση) καταχώρησε στις 3.12.08 ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19 Θ.13-17, Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.3, 4, στα άρθρα 26 και 30
(2)του Συντάγματος, στα άρθρα 3-11 και 13 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της έντασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η ζητούμενη τροποποίηση είναι αντισυνταγματική.
- Η ζητούμενη τροποποίηση είναι ULTRA VIRES των θεσμών του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ 149 .
- Η ζητούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη.
- Η ζητούμενη τροποποίηση υποβάλλεται καθυστερημένα στο στάδιο της ακρόασης.
- Με τη ζητούμενη τροποποίηση θα περιπλέξει την υπόθεση και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της.
- Η ζητούμενη τροποποίηση είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα.
- Με τη ζητούμενη τροποποίηση βλάπτεται η πλευρά του ενάγοντα.
- Με τη ζητούμενη τροποποίηση προσπαθεί ο εναγόμενος να εισάξει μία νέα υπεράσπιση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο και/ή να εισάξει νέα βάση υπεράσπισης.
- Με τη ζητούμενη τροποποίηση δεν εισάγουν πραγματικά γεγονότα.
- Η εμπλοκή των δικηγόρων του γραφείου που χειρίζεται την υπόθεση του εναγομένου στην διαδικασία της αγωγής, θέτει αυτούς εκτός διαδικασίας και θα πρέπει να αποκλειστούν. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενώ για τα νομικά θέματα έχει λάβει σχετική συμβουλή από το δικηγόρο του. Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η πρόνοια του άρθρου 4
(2)των Κ.Δ.Π. 327/96 περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.) και η ζητούμενη τροποποίηση είναι αντισυνταγματική γιατί παραβιάζει το δικαίωμα των πολιτών στο να συμβάλλονται ελευθέρως που προβλέπει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Επίσης η ζητούμενη τροποποίηση είναι ULTRA VIRES γιατί παραβιάζει και τα σχετικά άρθρα του Κεφ. 149 του Νόμου περί των Συμβάσεων, όπου οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται εγγράφως ή δια ζώσης, ή εν μέρει εγγράφως και εν μέρει δια ζώσης ή δύνανται ακόμη να συνάγονται εκ της συμπεριφοράς των μερών. Δεν είναι δυνατό ένας κανονισμός όπως το υπό αναφορά άρθρο 4
(2)να παραβαίνει το σχετικό νόμο. Έτσι ο κανονισμός περί δεοντολογίας των μελών του ΕΤΕΚ δεν μπορεί να είναι αντίθετος με τις πρόνοιες του νόμου περί Συμβάσεων. Η ζητούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη διότι ενώ ο εναγόμενος παραδέχεται το ύψος της αμοιβής που συμφώνησαν, έρχεται εκ των υστέρων να προβάλει ότι το ποσό της αμοιβής θα καταβαλλόταν τμηματικά ανάλογα με την πορεία που θα ακολουθούσε ο εναγόμενος. Άρα ο εναγόμενος θέτει νέα βάσει αγωγής, γεγονός το οποίο είναι απαράδεκτο. Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί πολύ καθυστερημένα στο στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντα, αφού ο εναγόμενος γνώριζε όλα τα στοιχεία βάσει των οποίων οι δικηγόροι του ετοίμασαν την υπεράσπιση του και δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος, είτε εκ λάθους ή οποιοσδήποτε λόγος που θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική εξουσία του υπέρ του αιτητή, ούτε οποιοσδήποτε άλλος λόγος διευκρινιστικός γιατί δεν έχουν τεθεί κατά την σύνταξη της υπεράσπισης. Η ζητούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο, στο στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντα ο οποίος είναι και ο μοναδικός μάρτυρας στην πλευρά του ενάγοντα. Μετά την μαρτυρία του και την εκ μακρόν αντεξέταση του, είναι απαράδεκτο να ισχυρίζεται ο αιτητής ότι η παράγραφος 4 της Υπεράσπισης του δεν αντικατοπτρίζει τα πλήρη γεγονότα όπως τα εξέθεσε στους δικηγόρους τους και για σκοπούς αποφυγής οποιασδήποτε παρεξήγησης. Δεν ευσταθεί σε αίτηση τροποποίησης να προβάλλεται ως λόγος «για αποφυγή παρεξήγησης και καλύτερης διευκρίνησης». Με τις ζητούμενες τροποποιήσεις δεν προβάλλονται γεγονότα που έχουν παραληφθεί, αλλά προσπαθεί η άλλη πλευρά να θέση νέες βάσεις υπεράσπισης γεγονός ανεπίτρεπτο. Επίσης η ζητούμενη τροποποίηση είναι άσχετη με τη φύση της υπόθεσης. Ο εναγόμενος προσπαθεί να εισάξει άλλα στοιχεία άσχετα και δυσμενώς επηρεάζοντα τον ενάγοντα και βλάπτει σοβαρά την πλευρά και την υπόθεση του. Το εκδικάζον δικαστήριο έχει δικαστική γνώση επί νομικών θεμάτων και διαδικασιών και άρα γνωρίζει και τη Κ.Δ.Π 327/96 και δεν χρειάζεται η τροποποίηση της υπεράσπισης με την προσθήκη τέτοιου θέματος. Ακόμη οι διαδικαστικοί κανονισμοί για την σύνταξη των δικογράφων προβλέπουν μόνο ουσιώδη γεγονότα πρέπει να περιλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις και όχι μαρτυρία, ούτε ο νόμος ενώ με τη ζητούμενη τροποποίηση οι προϋποθέσεις αυτές παραβιάζονται και αυτό θα περιπλέξει και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Ο ενόρκως δηλών Ανδρέας Χαραλάμπους δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων από τον Εναγόμενο αλλά από τον συνάδελφο του δικηγόρο στο ίδιο γραφείο όπου εργάζονται και οι δύο δικηγόροι. Τέλος η ενέργεια των δικηγόρων του εναγομένου να εμπλακούν οι ίδιοι στη διαμάχη και στη διαδικασία της αγωγής του είναι ανεπίτρεπτη και εφόσον ο δικηγόρος εμπλέκεται στην υπόθεση και ως μάρτυρας, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση τότε οι δικηγόροι αυτοί θα πρέπει να αποκλειστούν από του να είναι δικηγόροι του Εναγομένου. Με βάση τα πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ του. Κατά την ακρόαση της αίτησης που περιορίσθηκε σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες, οι συνήγοροι των διαδίκων ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους, όπως προβάλλονται από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Εξετάζοντας τη νομική πτυχή της υπό εξέταση αίτησης σημειώνονται τα ακόλουθα: Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την προσέγγιση θεμάτων τροποποίησης δικογράφων είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Θ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Η τροποποίηση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών της τροποποίησης (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714). Άρνηση στην άσκηση της δυνατότητας τροποποίησης μπορεί να προβληθεί όταν προκαλείται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Δεν μπορούν να προδιαγράφουν άκαμπτοι κανόνες γενικής εφαρμογής, σε σχέση την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως πχ. η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης σαν λογική απόρροια των διατάξεων του ΄Αρθρου 30
(2)του Συντάγματος, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά την αιτούμενη τροποποίηση με την παράγραφο 1 (β) της αίτησης, ο καθ' ου η αίτηση δεν έφερε στην ουσία ένσταση. Ανεξάρτητα όμως από αυτό η τροποποίηση αυτή εμφανώς σκοπεί στο να διορθώσει ένα τυπικό λάθος στον αριθμό της παραγράφου, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 7 και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση. Όσον αφορά την αιτούμενη τροποποίηση με την παράγραφο 1 (α) της αίτησης προτού εξετάσω την ουσία αυτής θα ασχοληθώ με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι οι δικηγόροι του εναγόμενου - αιτητή θα πρέπει να αποκλειστούν από δικηγόροι του αφού εμπλέκονται στην υπόθεση και ως μάρτυρες. Όσον αφορά το θέμα αυτό είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στη Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Κάτι τέτοιο προφανώς δεν ισχύει στην παρούσα αίτηση. Ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την αγωγή για τον εναγόμενο, ο οποίος είναι αιτητής στην παρούσα, είναι ο κ. Δημήτρης Αραούζος. Ο κ. Χαραλάμπους δεν χειρίζεται την αγωγή ούτε και την παρούσα αίτηση αλλά απλά προβαίνει σε ένορκη δήλωση για να αναφέρει γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης. Ως εκ των άνω η πιο πάνω θέση του καθ' ου η αίτηση δεν ευσταθεί και δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καθ' ού η αίτηση ότι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων τα οποία αναφέρει, πρέπει να αναφερθεί ότι αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης όπως η παρούσα πρέπει να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά είναι επιτρεπτό για τον ενόρκως δηλούντα να αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του (βλ. Δ.39 Θ.2 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Στην παρούσα υπόθεση ο ενόρκως δηλών αναφέρει σε σχέση με τα γεγονότα εκείνα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση την πηγή αυτών και συγκεκριμένα ότι αυτά τα πληροφορήθηκε από το συνάδελφο του κ. Αραούζο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.
- Εξετάζοντας στη συνέχεια τους δύο πρώτους λόγους ένστασης πρέπει να λεχθεί ότι στα πλαίσια αιτήσεων όπως η παρούσα αυτό που εξετάζεται είναι αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία ούτως ώστε να κρίνει τελικά το Δικαστήριο κατά πόσο θα ασκήσει τη σχετική του διακριτική ευχέρεια υπέρ της έγκρισης ή απόρριψης της αίτησης. Θέματα αντισυνταγματικότητας ή αντίθεσης με το νόμο κάποιας νομικής διάταξης, όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η αιτούμενη τροποποίηση υπό παράγραφο 4Β, για να προσδιορίσει σε τι συνίσταται η ισχυριζόμενη μέσω της τροποποίησης παρανομία, αφορούν την ουσία της αγωγής και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αλλά εφόσον τεθούν θα εξετασθούν και θα κριθούν μετά από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Όσον αφορά τη θέση του καθ' ου η αίτηση περί κακοπιστίας πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι είναι γνωστό ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο έχει και το βάρος απόδειξης του. Αναφορικά προς το ειδικό αυτό στοιχείο, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 624, παρά το ότι γενικά τροποποιήσεις εγκρίνονται µε σχετική ευκολία, εγείρεται δυσχέρεια εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχει καταδειχθεί τέτοια βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία. Όπως και ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει, με την αιτούμενη προσθήκη της παραγράφου 4Α, ο εναγόμενος δέχεται στην ουσία τη θέση του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση ότι το ποσό της αμοιβής ανήλθε στις Λ.Κ.9,
- Επίσης είναι εμφανές ότι με την ίδια προσθήκη ο εναγόμενος δεν εγείρει νέο τρόπο καταβολής του ποσού της αμοιβής, διαφορετικό από αυτόν που είναι ήδη δικογραφημένος στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης του. Συνεπώς δεν ευσταθεί ούτε η θέση του καθ' ου η αίτηση περί νέας υπεράσπισης όσον αφορά το μέρος αυτό. Όσον δε αφορά την προσθήκη της παραγράφου 4Β αναφέρεται ως λόγος ότι στην ουσία το θέμα αυτό προέκυψε από τη μαρτυρία του ενάγοντα κατά την αντεξέταση του και η παρούσα αίτηση έγινε αμέσως μετά. Στην υπόθεση Περικτιόνη ανωτέρω αναφέρθηκε ότι δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου και ότι ακόμη και η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης τροποποίησης. Στην υπόθεση Βασιλαράς κ.α. ν. Α/φων Θράσου και Συνεργατών
(2003)1 Α.Α.Δ. 1754 αναφέρθηκε δε ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία ο διάδικος ο οποίος θέλει να εγείρει θέμα παρανομίας ως υπεράσπιση, οφείλει να εκθέσει στις γραπτές προτάσεις του τα γεγονότα που συνιστούν την κατ' ισχυρισμό παρανομία. Από τα πιο πάνω καθώς και από το ίδιο το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι εμφανές επίσης ότι δεν ευσταθεί η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προβάλλονται γεγονότα που έχουν παραληφθεί και ότι γίνεται προσπάθεια να τεθούν ανεπίτρεπτα νέες βάσεις υπεράσπισης. Είναι περαιτέρω φανερό ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι άσχετες με τη φύση της υπόθεσης ως εισηγείται ο καθ' ου η αίτηση. Ούτε όμως και η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις παραβιάζονται οι διαδικαστικοί κανονισμοί για τη σύνταξη των δικογράφων μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτό γιατί από το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων φαίνεται ότι με αυτές δεν επιχειρείται η παράθεση μαρτυρίας αλλά ουσιωδών και σχετικών γεγονότων. Η δε αναφορά του άρθρου 4
(2)της Κ.Δ.Π 327/96 στην αιτούμενη προσθήκη της παραγράφου 4Β προφανώς δεν τίθεται για παράθεση του νόμου στην υπεράσπιση αλλά έχει να κάνει με τον προσδιορισμό των γεγονότων ως προς το σε τι ακριβώς συνίσταται η ισχυριζόμενη παρανομία. Όσον δε αφορά τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί πολύ καθυστερημένα στο πολύ προχωρημένο στάδιο αφού κατάθεσε ήδη ο ενάγοντας και δεν δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 αναφέρθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 λέχθηκε ότι η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση, όπως συνάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσµα αµέλειας ή καθυστέρησης νοουµένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα µπορούσε να αποζηµιωθεί µε χρήµα. Ο λόγος που δίδεται από τον αιτητή στην παρούσα ως προς την αιτιολόγηση της καθυστέρησης είναι ότι όσον αφορά την προσθήκη της παραγράφου 4Α η παράγραφος 4 δεν αντικατοπτρίζει τα πλήρη γεγονότα όπως τα εξέθεσε ο εναγόμενος στο δικηγόρο του. Είναι λοιπόν εμφανές ότι δίδεται στην ουσία δικαιολογία αβλεψίας ή παραδρομής στην πλήρη δικογράφηση των θέσεων του εναγομένου από το δικηγόρο του. Στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην παρούσα, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, δεν έχει καταδειχθεί βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης και τέτοια κακοπιστία δεν μπορεί να αποδειχθεί απλά και μόνο λόγω της ύπαρξης καθυστέρησης. Όσον αφορά τη θέση του καθ' ου η αίτηση για δυσμενή επηρεασμό του και βλάβη στην υπόθεση του από την αιτούμενη τροποποίηση, ως έχει επίσης ήδη αναφερθεί, η τροποποίηση με την εισαγωγή της παραγράφου 4Α συνάδει με τη θέση του ως προς το ύψος της αμοιβής ενώ το θέμα του τρόπου πληρωμής ήταν εξ αρχής το ίδιο και του δόθηκε η ευκαιρία κατά τη μαρτυρία του να προβάλει τις σχετικές θέσεις του. Αναφορικά δε με την προσθήκη της παραγράφου 4Β αυτό προέκυψε από τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση του. Πρέπει επίσης να σημειωθεί σε σχέση με τη θέση του καθ' ου η αίτηση για μεγάλη καθυστέρηση λόγω του ότι κατέθεσε ήδη ο μοναδικός τους μάρτυρας, ήτοι ο ίδιος ως ενάγων, ότι αυτό δεν αποτελεί σύμφωνα με τη νομολογία από μόνο του παράγοντα που εμποδίζει την έγκριση τροποποίησης σε αυτό το στάδιο καθώς υπήρξαν περιπτώσεις στη νομολογία όπου η τροποποίηση επετράπη σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, μετά που ακούστηκε και μεγάλος αριθμός μαρτύρων (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ανωτέρω). Περαιτέρω σε περίπτωση που επιτραπούν οι υπό αναφορά τροποποιήσεις ο καθ' ου η αίτηση έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα των τροποποιήσεων. Τέλος και ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις πέραν της λογικής καθυστέρησης που εκ της νομικής φύσης τους προκαλούν δεν περιπλέκουν την εκδίκαση της αγωγής. Επανερχόμενος στο θέμα της καθυστέρησης κρίνω, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας στην αίτηση και ότι η τροποποίηση γίνεται προς κάλυψη πραγματικής ανάγκης, ότι η καθυστέρηση που πράγματι υπήρξε στην υποβολή της αίτησης όσον αφορά την αιτούμενη προσθήκη της παραγράφου 4Α έστω και αν οφείλεται σε αβλεψία ή παραδρομή και υποβάλλεται στο στάδιο μετά την έναρξη της ακρόασης και το πέρας της μαρτυρίας του ενάγοντα, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί από μόνη της ως αποφασιστικής σημασίας. Όσον δε αφορά την προσθήκη της παραγράφου 4Β ως προαναφέρθηκε η ανάγκη για αυτή προέκυψε από τη μαρτυρία του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση. Η δε αίτηση για τροποποίηση έγινε αμέσως μετά το πέρας της μαρτυρίας του ενάγοντα για να συνάδει με αυτή. Συνεπώς για αυτό το μέρος της αίτησης δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση. Περαιτέρω με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον καθ' ου η αίτηση, εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορεί να αποζημιωθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και χωρίς να μου διαφεύγει το στάδιο στο οποίο έγινε η αίτηση αλλά λαμβάνοντας υπόψην και το ότι είναι προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η παράγραφος 1 (α) (β) της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί την ίδια μέρα στο δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα. Στη συνέχεια τυχόν Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την παράδοση στο δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης να είναι σε βάρος του εναγόμενου - αιτητή και υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα πληρωθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action/Interim Judgment Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο