← Κύπρος

Ανδρέα Α. Λεωνίδα ν. Α. Messios Sons Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 5770/97, 21.1.2009

Ανδρέα Α. Λεωνίδα ν. Α. Messios Sons Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 5770/97, 21.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5770/97 Μεταξύ: Ανδρέα Α. Λεωνίδα, από το Πισσούρι Ενάγοντα και

  1. Α. Messios & Sons Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Γεώργιου Μέσσιου, από τη Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ Αρ. Αγωγής 5126/98 Μεταξύ: Messios & Sons Ltd, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - Ανδρέα Α. Λεωνίδα, από το Πισσούρι Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2008 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης 21.1.2009 Για τους Εναγόμενους 1 και 2/αιτητές: κ. Λ. Κολατσής Για τον Ενάγοντα/καθ'ου η αίτηση: κ. Π. Κλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από ακρόαση της πιο πάνω αγωγής, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 29.8.2007, με την οποία επεδίκασε στον Ενάγοντα, μεταξύ άλλων, διάφορα κονδύλια ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των ΛΚ235.651, πλέον τόκους 8% ετησίως από την ημέρα έκδοσης της απόφασης - Τεκμήριο 1 στην αίτηση -. Το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ, με βάση την ισχύουσα ισοτιμία, είναι €402.633,
  3. Η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε από τους Εναγόμενους στις 9.10.2007 με την ειδοποίηση έφεσης αρ. 277/2007, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην αίτηση. Στις 5.2.2008, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση για αναστολή της απόφασης, στο μέρος που αφορά τα ανωτέρω κονδύλια, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Προς εξασφάλιση του Ενάγοντα, είχαν προτείνει ακίνητη περιουσία τους στο Πισσούρι και Λεμεσό. Εκκρεμούσης της εκδίκασης της αίτησης εξασφάλισαν, κατόπιν μονομερούς αίτησης, διάταγμα προσωρινής αναστολής της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης. Η αναφερθείσα αίτηση, εκδικάστηκε από άλλο Δικαστήριο της ίδιας δικαιοδοσίας και στις 13.6.2008, εκδόθηκε απόφαση με την οποία διατάχθηκε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αναφορικά με το ποσό των €332.664,70 με τους τόκους καθώς και τα επιδικασθέντα έξοδα, υπό τον όρο ότι οι Εναγόμενοι θα κατέθεταν στο Δικαστήριο το ισάξιο ποσό σε μετρητά ή με τη μορφή τραπεζικής εγγύησης μέσα σε διάστημα 30 ημερών. Αντίγραφο της αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.6.2008, καθώς και του σχετικού διατάγματος, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τον πιο πάνω όρο της απόφασης. Με την εξεταζόμενη αίτηση, επιδιώκουν τη διαφοροποίηση των όρων του διατάγματος ώστε να συνεχίσει η αναστολή της απόφασης μέχρι να εκδικασθεί η έφεση. Εκείνο που στην ουσία εισηγούνται, είναι την τροποποίηση του όρου για καταβολή μετρητών ή τραπεζικής εγγύησης για τα ποσά που αναφέρονται στο διάταγμα, Τεκμήριο 4, προτείνοντας ως εξασφάλιση την ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης 1 στο Πισσούρι, καθώς και τριών άλλων ακινήτων τα οποία βρίσκονται στη Λεμεσό και περιγράφονται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2, που συνοδεύει την αίτηση. Ο λόγος που δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν με τον όρο της απόφασης για αναστολή, όπως εξηγεί ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση (παρ. 10), είναι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Η συνολική αξία των ακινήτων που προσφέρονται για δέσμευση και εξασφάλιση του Ενάγοντα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση (Τεκμήρια 5 και 6) υπερβαίνουν κατά πολύ το μέρος της απόφασης για το οποίο ζητείται αναστολή και διασφαλίζει πλήρως τον Ενάγοντα. Ειδικότερα, με βάση την εκτίμηση, Τεκμήριο 5, η αξία της ακίνητης περιουσίας στο Πισσούρι υπολογίζεται στο ποσό των €418.707, ενώ η αξία των άλλων ακινήτων στη Λεμεσό, με βάση το Τεκμήριο 6, ανέρχεται στις €620.
  4. Επί των ανωτέρω ακινήτων, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, έχει καταχωρηθεί memo από τον Ενάγοντα. Σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης, αναφέρει περαιτέρω ο Εναγόμενος 2, η Εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των οικοδομικών επιχειρήσεων, θα υποστεί τεράστιες οικονομικές ζημιές, γιατί θα υποχρεωθεί να αποξενώσει την περιουσία της με αποτέλεσμα την πλήρη παγοποίηση των εργασιών και ενδεχόμενα τη διάλυση της. Το διαφοροποιητικό στοιχείο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 που περιέχεται στην ένορκη του δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση, συνίσταται στο ότι μετά την πρώτη αίτηση και την έκδοση της απόφασης από το Δικαστήριο, εξαλείφθηκαν οι υποθήκες με τις οποίες ήταν δεσμευμένα ακίνητα της Εναγόμενης 1 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, όπως συνάγεται από τα πιστοποιητικά έρευνας, Τεκμήρια 7 και
  5. Αναφέρει, τέλος, πως ο Ενάγων έχει ήδη προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης, συμπεριλαμβανομένων ενταλμάτων εκποίησης κινητής περιουσίας και ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του, αντίγραφο της οποίας επεσύναψε ως Τεκμήριο
  6. Ο Ενάγων καταχώρισε γραπτή ένσταση στην οποία πρόβαλε διάφορους λόγους, υποστηρίζοντας το αβάσιμο και αδικαιολόγητο του αιτήματος. Οι βασικοί λόγοι της ένστασης είναι, αφ' ενός, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αίτηση, ενόψει της έκδοσης απόφασης στην προηγηθείσα αίτηση η οποία, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, έχει δημιουργήσει δεδικασμένο και αφ' ετέρου, πως δεν υπήρξε ουσιαστική διαφοροποίηση των δεδομένων ώστε να δικαιολογείται άλλη ρύθμιση. Οι θέσεις του Ενάγοντα βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο το Δικαστήριο. Τα γεγονότα που επικαλούνται οι Εναγόμενοι με την αίτηση τους, δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος που να διαφοροποιεί τους όρους της προηγηθείσας απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν τέθηκαν, ούτε υφίστανται νέα στοιχεία που να δικαιολογούν τέτοια διαφοροποίηση. Η εξάλειψη των υποθηκών είναι ένα τυπικό μόνο γεγονός αφού η εξόφληση τους είχε τεθεί και στην πρώτη αίτηση. Στην απόφαση του το Δικαστήριο μνημονεύει το γεγονός αυτό και παρότι δεν έκρινε ικανοποιητική τη μαρτυρία για εξάλειψη των υποθηκών, σχολίασε ως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι, μετά την καταχώριση της αίτησης τους, κατάφεραν να καταβάλουν στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €915.660.-. Το αίτημα των Εναγομένων για αναστολή της απόφασης, εξετάστηκε και αποφασίστηκε στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης που καταχώρισαν στις 5.2.
  7. Η επαναφορά του ιδίου, ουσιαστικά, αιτήματος συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα

(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Βeogradska D.D.
(1996)1 (B) A.A.Δ. 911 και Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 798). Η αδυναμία των Εναγομένων να συμμορφωθούν με τους όρους αναστολής, οι οποίοι κρίθηκαν αναγκαίοι από το Δικαστήριο, δεν δικαιολογεί το σημερινό τους αίτημα. Δεν θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο, ενεργώντας ως Εφετείο, να μεταβάλει τους όρους αναστολής που έθεσε άλλο Δικαστήριο της ίδιας δικαιοδοσίας. Εάν οι Εναγόμενοι θεωρούσαν επαχθή και ανέφικτο τον όρο για κατάθεση του ποσού σε μετρητά ή με τη μορφή τραπεζικής εγγύησης, θα έπρεπε να εφεσιβάλουν το μέρος αυτό της απόφασης και όχι να ζητούν διαφοροποίηση, χωρίς, μάλιστα, να καταδεικνύονται λόγοι που να δικαιολογούν το αίτημα. Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα/Καθ'ου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: (General/Civil/Interim) (Aναφορά: Aναστολή εκτέλεσης απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.