EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΦΕΛΛΑ, Αγωγή Αρ. 6974/03, 30.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A24 ΣTO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6974/03 Μεταξύ: EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγουσας - και - ΜΙΧΑΛΗ ΦΕΛΛΑ ΕνΕναγομένου ΚΑΙ ΔΙ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΜΙΧΑΛΗ ΦΕΛΛΑ Εναγόμενος/Ενάγοντας δι' ανταπαιτήσεως - και - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγουσα/Εναγόμενη δι' ανταπαιτήσεως Και μαζί με ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενη ---------------------------- 30.1.09 Για τους Ενάγοντες και δι' ανταπαιτήσεως Εναγόμενους: Κα Μ. Κωνσταντίνου (κος Σωτηριάδης για ν' ακούσει απόφαση) και κ. Φ. Καμένος για Αλ. Μαρκίδη O Εναγόμενος παρουσιάζεται προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη διαφορά προέκυψε μετά από επενδύσεις του Εναγόμενου στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) μέσω του επενδυτικού σχεδίου της Ενάγουσας Τράπεζας, γνωστού ως «Investor account». Είναι μια από τις πολλές υποθέσεις που οδηγήθηκαν στα Δικαστήρια λόγω του έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1999-2000 και της κατακόρυφης πτώσης που ακολούθησε. Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα διεκδικούσε το ποσό των ΛΚ221.761,92, πλέον τόκους 10.5% ετησίως επί ποσού ΛΚ219.770,23 το οποίο, καθώς ισχυρίζεται, αποτελεί υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγόμενου από τη συμμετοχή του στο πιο πάνω αναφερόμενο επενδυτικό σχέδιο. Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αξίωση της περιορίστηκε στο ποσό των €323.772,79 (ΛΚ189.495,79) με τόκο 9% ετησίως από 1.1.2008, πλέον €166.560,03 δεδουλευμένους τόκους, μέχρι την 31.12.2007, όπως παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Ζητά, επίσης, διατάγματα για πώληση των μετοχών και του οχήματος του Εναγόμενου τα οποία ενεχυριάστηκαν προς εξασφάλιση του χρέους του. Ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις της Ενάγουσας προβάλλοντας ακυρότητα των συναλλαγών. Διεκδικεί, περαιτέρω, από την Ενάγουσα και την Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενη (Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ στη συνέχεια «ΕΤΕ»), ποσό ΛΚ20.000 για ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Στην μακροσκελή έκθεση υπεράσπισης και ανταξίωσης του, ο Εναγόμενος είχε εγείρει πολλούς λόγους που αφορούσαν: α) ισχυριζόμενες παρανομίες των Εναγόντων, β) ακυρότητα της συμφωνίας επενδυτικού σχεδίου, γ) παράνομες χρεώσεις στο λογαριασμό, δ) ακυρότητα της συμφωνίας λόγω απάτης και ή ψευδών παραστάσεων, ε) ακυρότητα λόγω καταστρατήγησης της νομοθεσίας, στ) ακυρότητα των συναλλαγών λόγω σύγκρουσης συμφερόντων και επίδειξης κακοβουλίας ή/και κακοπιστίας από τους Ενάγοντες για εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων, ζ) παραβάσεις και/ή υπερβάσεις από τους Ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενους των όρων της συμφωνίας, η) ακυρότητα λόγω παράβασης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, θ) επίδειξη αμέλειας από τους Ενάγοντες και την ΕΤΕ κ.ά.. Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι λόγοι υπεράσπισης περιορίστηκαν από τον Εναγόμενο στους ακόλουθους τρεις: α) Παρά τις οδηγίες του για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του και κλείσιμο του λογαριασμού, οι Ενάγοντες και η ΕΤΕ, κακόβουλα και με πρόθεση να αποκομίζουν οφέλη από τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού, συνέχισαν τη λειτουργία του. Οι οδηγίες, σύμφωνα πάντα με τη θέση του Εναγόμενου, δόθηκαν τηλεφωνικά στις 5.9.2000 και κατά το χρόνο ρευστοποίησης, ο λογαριασμός του παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο. Σε συνάρτηση με το πιο πάνω λόγο, ο Εναγόμενος υποστήριξε πως οι Ενάγοντες και η ΕΤΕ, σε συνεννόηση μεταξύ τους, προέβηκαν σε αγορές διαφόρων τίτλων, χωρίς τις δικές του οδηγίες και ενώ είχε δώσει ρητή εντολή για κλείσιμο του λογαριασμού, συνέχισαν τη λειτουργία του, εν αγνοία και παρά τις αντίθετες οδηγίες του. β) Οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να διεκδικήσουν το αξιούμενο υπόλοιπο γιατί οι ενέργειες τους συγκρούονται με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Το γεγονός αυτό καθιστά παράνομη και ανεφάρμοστη τη συμφωνία και τέλος, γ) Οι Ενάγοντες παραχωρούσαν όρια πέραν των προβλεπόμενων από το σχέδιο ορίων, χωρίς να υπάρχουν στο λογαριασμό του οι απαραίτητες εξασφαλίσεις και συνέχιζαν τη λειτουργία του, κατά παράβαση της συμφωνίας τους, με μοναδικό σκοπό να αποκομίζουν παράνομα οφέλη. Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση - με ελάχιστες εξαιρέσεις που αναφέρονται πιο κάτω - δεν τελούν υπό αμφισβήτηση: Έχουν ως ακολούθως:
- Oι Ενάγοντες είναι τραπεζιτικός οργανισμός και διεξάγουν εργασίες δυνάμει του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, έχοντας εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες (Τεκμήρια 1 και 1α). Κατά τους επίδικους χρόνους, πρόσφεραν σε ενδιαφερόμενους επενδυτές πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω του επενδυτικού σχεδίου «Investor account» (στη συνέχεια «το επενδυτικό σχέδιο»).
- Ο Εναγόμενος επέδειξε ενδιαφέρον για συμμετοχή στο πιο πάνω επενδυτικό σχέδιο, υποβάλλοντας γραπτή αίτηση στις 29.3.99 (Τεκμήριο 2) η οποία εγκρίθηκε την ίδια ημέρα. Η αίτηση υποβλήθηκε μέσω της ΕΤΕ, την οποία ο Εναγόμενος είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (Τεκμήριο 3). Η υπογραφή του πληρεξουσίου προς την ΕΤΕ, ήταν αναγκαία ώστε να ετίθετο σε λειτουργία το επενδυτικό σχέδιο. Με αυτό, ο Εναγόμενος εξουσιοδότησε την ΕΤΕ, μεταξύ άλλων, να αγοράζει δια λογαριασμό του και να πωλεί μετοχές ή άλλες αξίες εισηγμένες στο ΧΑΚ, να τις ενεχυριάζει προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόντων, να ανοίξει στο όνομα του τραπεζιτικό λογαριασμό με τους Ενάγοντες και γενικά να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά μετοχές που θα αποκτούσε με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου και του πληρεξουσίου.
- Την ημέρα που υπεγράφη το πληρεξούσιο, δηλαδή στις 27.4.99, υπεγράφη και συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου και της ΕΤΕ η οποία προνοούσε την καταβολή από τον Εναγόμενο, δικαιωμάτων και προμηθειών για τις υπηρεσίες που θα του πρόσφερε η ΕΤΕ (Τεκμήριο 4). Υπεγράφη επίσης από την ΕΤΕ, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Εναγόμενου, το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών Τεκμήριο
- Με την υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων, ανοίχθηκε στο όνομα του Εναγόμενου τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. (175-01-11521-75 (Τεκμήριο 6). Το αρχικό πιστωτικό όριο του λογαριασμού ήταν ΛΚ20.000 και αυξήθηκε σταδιακά στις ΛΚ150.
- Ως αρχική εξασφάλιση για τη συμμετοχή του στο σχέδιο, ο Εναγόμενος παραχώρησε στους Ενάγοντες 12.000 μετοχές διαφόρων εταιρειών, συνολικής αξίας ΛΚ7.
- Καθόλη τη χρονική περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού, ο Εναγόμενος, έδινε εντολές στην ΕΤΕ για αγορά ή πώληση μετοχών, οι οποίες αφού διεκπεραιώνονταν, γινόταν χρέωση ή, ανάλογα με την περίπτωση, πίστωση του λογαριασμού του Εναγόμενου από την Ενάγουσα με τα αντίστοιχα ποσά της εκάστοτε συναλλαγής. Στις περιπτώσεις όπου οι συναλλαγές αφορούσαν αγορές μετοχών, αυτές ενεχυριάζονταν προς όφελος της Ενάγουσας,με βάση τους όρους του Τεκμηρίου
- Για τις υπηρεσίες που παρείχε η ΕΤΕ στον Εναγόμενο, χρέωνε την αμοιβή που συμφωνήθηκε με βάση το Τεκμήριο 4, όπως τροποποιήθηκε στην εξέλιξη της συνεργασίας τους, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 23 και
- Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού σχεδίου, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίασε σημαντικά κέρδη, γεγονός που αποδίδεται στο μεγάλο ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί για επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικότερα την περίοδο Ιουλίου 1999 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2000, ο Εναγόμενος απέσυρε από τον επίδικο λογαριασμό διάφορα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους £299.000, ήτοι €510.871,
- Τα ποσά αυτά μεταφέρθηκαν, μετά από σχετικές οδηγίες του προς την Ενάγουσα, από τον επίδικο λογαριασμό σε άλλο προσωπικό - τρεχούμενο - λογαριασμό, όπως συνάγεται από τα Τεκμήρια 10-
- Η πτώση του επενδυτικού ενδιαφέροντος που ακολούθησε, επηρέασε και το λογαριασμό του Εναγόμενου, όπως και χιλιάδες άλλους επενδυτές. Άρχισε, έτσι, περί το Νοέμβριο του έτους 2000, να παρουσιάζει προβλήματα η λειτουργία του λογαριασμού, ο οποίος δεν διέθετε πλέον, λόγω της μεγάλης μείωσης της αξίας των μετοχών, τις απαραίτητες εξασφαλίσεις, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου. Οι προσπάθειες για ομαλοποίηση του λογαριασμού, απέτυχαν και στις 18.11.2002, οι Ενάγοντες, με την επιστολή Τεκμήριο 29, τερμάτισαν τη λειτουργία του. Προηγήθηκαν οι επιστολές των Εναγόντων ημερομηνίας 8.10.2002 και 23.10.2002, Τεκμήρια 27 και 28, αντίστοιχα. Είχε επίσης, προηγηθεί μεταφορά στο χαρτοφυλάκιο του Εναγόμενου 116.709 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (ΔΑΜ) μετά από σχετικές οδηγίες του Εναγόμενου ημερομηνίας 19.4.02 (Τεκμήριο 26), καθώς και ενεχυρίαση του οχήματος του, στις 20.6.2002, με βάση το έγγραφο ενεχυρίασης, Τεκμήριο
- ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Στην μακροσκελή έκθεση υπεράσπισης και ανταξίωσης του, ο Εναγόμενος είχε εγείρει πολλούς λόγους που αφορούν: α) παρανομίες των Εναγόντων, β) ακυρότητα της συμφωνίας επενδυτικού σχεδίου, γ) παράνομες χρεώσεις στο λογαριασμό, δ) ακυρότητα της συμφωνίας λόγω απάτης και ή ψευδών παραστάσεων, ε) ακυρότητα λόγω καταστρατήγησης της νομοθεσίας, στ) ακυρότητα των συναλλαγών λόγω σύγκρουσης συμφερόντων και επίδειξης κακοβουλίας ή/και κακοπιστίας από τους Ενάγοντες για εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων, ζ) παραβάσεις και/ή υπερβάσεις από τους Ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενους των όρων της συμφωνίας, η) ακυρότητα λόγω παράβασης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, θ) επίδειξη αμέλειας από τους Ενάγοντες και την ΕΤΕ κ.ά.. Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι λόγοι υπεράσπισης περιορίστηκαν από τον Εναγόμενο στους ακόλουθους τρεις: α) Παρά τις οδηγίες του για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του και κλείσιμο του λογαριασμού, οι Ενάγοντες και η ΕΤΕ, κακόβουλα και με πρόθεση να αποκομίζουν οφέλη από τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού, συνέχισαν τη λειτουργία του. Οι οδηγίες, σύμφωνα πάντα με τη θέση του Εναγόμενου, δόθηκαν τηλεφωνικά στις 5.9.2000 και κατά το χρόνο ρευστοποίησης, ο λογαριασμός του παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο. Σε συνάρτηση με το πιο πάνω λόγο, ο Εναγόμενος υποστήριξε πως οι Ενάγοντες και η ΕΤΕ, σε συνεννόηση μεταξύ τους, προέβηκαν σε αγορές διαφόρων τίτλων, χωρίς τις δικές του οδηγίες και ενώ είχε δώσει ρητή εντολή για κλείσιμο του λογαριασμού, συνέχισαν τη λειτουργία του, εν αγνοία και παρά τις αντίθετες οδηγίες του. β) Οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να διεκδικήσουν το αξιούμενο υπόλοιπο γιατί οι ενέργειες τους συγκρούονται με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Το γεγονός αυτό καθιστά παράνομη και ανεφάρμοστη τη συμφωνία και τέλος, γ) Παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για το περιεχόμενο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, παράλειψη που ισοδυναμεί με αμέλεια και παράβαση καθήκοντος το οποίο όφειλαν υπό τις περιστάσεις προς αυτόν. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της αξίωσης τους, οι Ενάγοντες κάλεσαν 7 μάρτυρες. Οι δύο ήταν υπάλληλοι της Ενάγουσας Τράπεζας - Μ. Κουμέρα και Ν. Χ"Μάρκου (Μ.Ε.2 και 6, αντίστοιχα) - και οι άλλοι 5 εργάζονταν στην ΕΤΕ, ήτοι: ο Γ. Καραγιώργης, Προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών συναλλαγών (Μ.Ε.1), η Χρ. Χριστοδούλου που εργαζόταν στο Τμήμα Διαχείρισης Χαρτοφυλακίων (Μ.Ε.3), ο Γ. Γρουτίδης, προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών (Μ.Ε.4), ο Σ. Συμεού, χρηματιστής (Μ.Ε.5) και ο Α. Μίτας, βοηθός χρηματιστής (Μ.Ε.76). OιΗ Μ.Ε.1 και 4 εξήγησαν τον τρόπο Υ λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού. Η μαρτυρία τους συνοψίζεται στα ακόλουθα: Για το άνοιγμα του λογαριασμού οι ενδιαφερόμενοι πελάτες, απευθύνονταν στην τράπεζα ή στην ΕΤΕ, υποβάλλοντας αίτημα για τη συμμετοχή τους στο σχέδιο. Ο Εναγόμενος υπέβαλε την αίτηση Τεκμήριο 2 η οποία εγκρίθηκε αυθημερόν. Ακολουθούσε η υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου του Εναγόμενου προς την ΕΤΕ (Τεκμήριο 3), και η συμφωνία (Τεκμήριο 4), όπως και το έγγραφο για ενεχυρίαση των μετοχών (Τεκμήριο 5). Αμέσως μετά την υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων, ανοίχθηκε ο επενδυτικός λογαριασμός από την Ενάγουσα τράπεζα και άρχισε η λειτουργία του. Όπως εξήγησαν και οι δύο μάρτυρες, οι αγορές και πωλήσεις μετοχών, γίνονταν πάντοτε κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου προς την ΕΤΕ, η οποία αφού τις υλοποιούσε, ενημέρωνε την τράπεζα που προέβαινε σε χρεώσεις ή πιστώσεις του λογαριασμού του Εναγόμενου, ανάλογα με την περίπτωση. Με την υλοποίηση κάθε εντολής, πρόσθεσαν, η ΕΤΕ ενημέρωνε τον Εναγόμενο για το αποτέλεσμα, και επιπρόσθετα, του απόστελλε κάθε τρεις μήνες επιστολή τόσο για την αξία του χαρτοφυλακίου του, όσο και για όλες τις συναλλαγές που είχαν διεκπεραιωθεί. Εξήγησαν επίσης, ότι οι μετοχές που αγόραζε η ΕΤΕ μετά από οδηγίες του Εναγόμενου, ενεχυριάζονταν προς όφελος της Ενάγουσας τράπεζας, η οποία χρέωνε το λογαριασμό του με το ποσό της απόκτησης τους. Η τράπεζα με τη σειρά της, ενημέρωνε τον Εναγόμενο κάθε μήνα, αποστέλλοντας του καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες αποτυπώνονταν όλες οι χρεωπιστώσεις που εγίνοντο. Αντίγραφα όλων των καταστάσεων που αποστάληκαν στον Εναγόμενο για όλη τη χρονική περίοδο λειτουργίας του σχεδίου, κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 ως Τεκμήριο
- Εξηγήθηκε, περαιτέρω, πως όταν ο Εναγόμενος έδιδε εντολή για πωλήσεις αξιών, πιστωνόταν ο λογαριασμός του με το καθαρό προϊόν της πώλησης. Η τράπεζα δεν χρέωνε οποιαδήποτε προμήθεια για τις συναλλαγές. Οι προμήθειες αφορούσαν την ΕΤΕ με βάση τους όρους της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 4). Αρχικά η προμήθεια είχε συμφωνηθεί στο 1% αλλά στην πορεία μιεώθηκε σε 0.75% και 0.60% κατόπιν σχετικών αιτημάτων του Εναγόμενου. Οι σχετικές σημειώσεις για τις μειώσεις της προμήθειας κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 ως Τεκμήρια 23 και 24, αντίστοιχα. Σε σχέση με το όριο του λογαριαμού του Εναγόμενου, ανέφεραν πως το αρχικό ήταν ΛΚ20.000 και αυξήθηκε σταδιακά για να φθάσει το Μάρτιο του έτους 2000 στις ΛΚ150.
- Η αύξηση του ορίου, όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1, επιτεύχθηκε μετά από σχετικό αίτημα του Εναγόμενου (Τεκμήριο 8) ο οποίος είχε ζητήσει περαιτέρω αύξηση τον Ιούνιο του έτους 2000, με την επιστολή Τεκμήριο 9, αλλά το αίτημα του απορρίφθηκε, λόγω των δανειοδοτικών περιορισμών που εφάρμοζε η Τράπεζα κατά τη χρονική εκείνη περίοδο. Στη συνέχεια αναφέρθηκαν στις εξασφαλίσεις που όφειλε, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου, να παρέχει ο Εναγόμενος, οι οποίες αρχικά ήταν 25% πέραν του πιστωτικού ορίου, και στη συνέχεια αυξήθηκαν σε 40% κατά την τριμηνία Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 1999, ενώ την τριμηνία που ακολούθησε, αυξήθηκε σε 60%. Από τον Ιανουάριο του έτους 20001, το ποσοστό εξασφάλισης, μειώθηκε και πάλι στο 40%, μέχρι το τέλος της λειτουργίας του λογαριασμού. Τις εντολές, συνέχισαν οι μάρτυρες, τις διαβίβαζε ο Εναγόμενος στην ΕΤΕ, είτε προφορικά - τηλεφωνικά - είτε γραπτώς μέσω τηλεομοιότυπου. Οι τηλεφωνικές εντολές, διευκρίνισαν, καταγράφονταν σε ειδικό βιβλίο, από δε τον Οκτώβριο του 1999 εγκαταστάθηκε καταγραφικό σύστημα και έκτοτε ηχογραφούντο. Με την ολοκλήρωση κάθε χρηματιστηριακής συνάντησης, ενημερωνόταν ο Εναγόμενος μέσω τηλεφώνου ή με φαξ, κατά πόσο η εντολή ή εντολές του εκτελέστηκαν. Η ΕΤΕ πρόσθεσε ο Μ.Ε.4, διατηρούσε αρχείο εντολών μέσα στο οποίο καταχωρούντο κατά χρονολογική σειρά όλες οι εντολές που διαβίβαζαν οι πελάτες της. Οι εντολές αυτές, όπως εξήγησε, επροωθούντο στο ΧΑΚ για εκτέλεση με χρονολογική σειρά. Αντίγραφα των σχετικών σελίδων του βιβλίου, που αφορούσαν εντολές που δόθηκαν από τον Εναγόμενο, κατέθεσε μαζί με σχετικό πιστοποιητικό ως Τεκμήρια 32(α) και 32(β) αντίστοιχα. Μετά την εκτέλεση των εντολών, εκδίδονταν αυτόματα από το σύστημα της ΕΤΕ οι σημειώσεις σύμβασης, (Contract Notes) και αποστέλλονταν στον Εναγόμενο. Αντίγραφα όλων των εγγράφων αυτών, κατατέθηκαν από τον μάρτυρα, με σχετική πιστοποίηση, ως Τεκμήρια 33(α) και 33(β), αντίστοιχα. Επιπλέον, επανέλαβε ο Μ.Ε.4, ο Εναγόμενος (όπως και όλοι οι επενδυτές) ετύγχανε ενημέρωσης μέσω των τριμηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού οι οποίες αποστέλλονταν από την ΕΤΕ ανά τριμηνία. Αντίγραφα των τριμηνιαίων καταστάσεων που αφορούν τον επενδυτικό λογαριασμό του Εναγόμενου, κατέθεσε ως Τεκμήριο 34(α). Όπως εξήγησαν οι Μ.Ε.1 και 4 και βεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 32, 33 και 34, ο Εναγόμενος είχε επιδείξει έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον διενεργώντας εκατοντάδες συναλλαγές. Κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού, ο Εναγόμενος είχε σημαντικά κέρδη. Το γεγονός αυτό , ανέφεραν οι μάρτυρες, επέτρεψε στον Εναγόμενο να αποσύρει μεγάλα χρηματικά ποσά και να τα μεταφέρει σε τρεχούμενο λογαριασμό του που διατηρούσε στην Ενάγουσα Τράπεζα. Όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1, καταθέτοντας αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων του τρεχούμενου λογαριασμού του Εναγόμενου που αποστέλλοντο από την Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη εκείνο χρόνο (Τεκμήριο 10), κατά τη χρονική περίοδο Δεκεμβρίου 1999-Ιουλίου 2000, με οδηγίες του Εναγόμενου μεταφέρθηκαν από τον επενδυτικό στον τρεχούμενο λογαριασμό του διάφορα ποσά που ανέρχονται συνολικά στις ΛΚ299.
- Αντίγραφα γραπτών οδηγιών και σχετικών σημειωμάτων του Εναγόμενου για τις μεταφορές των πιο πάνω ποσών, κατατέθηκαν από το μάρτυρα ως Τεκμήρια 11-
- Ο λογαριασμός του Εναγόμενου, συνέχισε, ο Μ.Ε.1, άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα γύρω στο Νοέμβριο του έτους 2000 και παρόλες τις πιέσεις για ομαλοποίηση του και τις συνεχείς υποσχέσεις του Εναγόμενου για μεταφορά χρημάτων και ρευστοποιήσεις μετοχών, δεν έγινε κατορθωτό να ομαλοποιηθεί. Οι μόνες ενέργειες στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος, κατέληξε ο Μ.Ε.1, ήταν η μεταφορά στο χαρτοφυλάκιο 116709 ΔΑΜ, μετά από σχετικές οδηγίες του, Τεκμήριο 26 και η ενεχυρίαση του οχήματος του στις 20.6.2002 (Τεκμήριο 25), ενέργειες όμως που δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο λογαριασμός συνέχισε να παρουσιάζει σημαντικές υπερβάσεις και αφού του αποστάληκαν δύο προειδοποιητικές επιστολές τον Οκτώβριο του έτους 2002, Τεκμήρια 27 και 28, στις 18.11.20002 τερματίστηκε η λειτουργία του με το Τεκμήριο
- Στη συνέχεια η υπόθεση διαβιβάστηκε στο Τμήμα ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας και αποστάληκε στον Εναγόμενο η επιστολή ημερομηνίας 14.2.2003, Τεκμήριο
- Η σημερινή αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου, καθώς και η αξία κατά το χρόνο αποστολής των επιστολών Τεκμήρια 27, 28 και 29, παρουσιάζεται σε καταστάσεις λογαριασμού που ετοιμάστηκαν από την ΕΤΕ και κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.4 ως Τεκμήρια 35 και
- Με βάση τα εν λόγω τεκμήρια, η αξία του κατά το χρόνο τερματισμού ήταν ΛΚ10.336,18, ενώ η σημερινή αξία ανέρχεται μόλις στα €1.520,
- Η Μ.Ε.2 εργάζεται στο λογιστήριο των Εναγόντων και αναμείχθηκε, όπως ανέφερε, στην υπόθεση μετά από οδηγίες των δικηγόρων τους για να ετοιμάσει αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού του Εναγόμενου, με βάση το Τεκμήριο 6, στις οποίες να μην περιλαμβάνονται κεφαλοποίηση τόκων και άλλες χρεώσεις για έξοδα και δικαιώματα της Τράπεζας. Με βάση την αναδομημένη κατάσταση την οποία ετοίμασε και παρουσίασε ως Τεκμήριο 31, το αξιούμενο από την τράπεζα ποσό, περιορίζεται στις ΛΚ189.495,79, πλέον δεδουλευμένους τόκους εκ ΛΚ97.483,25 που αντιστοιχεί με ευρώ 323.772,79 για το υπόλοιπο και σε τόκους €166.560,03, πλέον τόκους 9% ετησίως επί του υπολοίπου, από 1.1.
- Η Μ.Ε.3, ανέφερε πως ενεργούσε ως χρηματιστής την περίοδο Νοεμβρίου 2000 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2002, εκτελώντας εντολές του Εναγόμενου και άλλων επενδυτών. Ανέλαβε όπως ανέφερε, το λογαριασμό του Εναγόμενου μετά από συνάντηση που είχε, στην παρουσία της, ο Εναγόμενος με τον προϊστάμενο της Σ. Συμεού, τον Οκτώβριο του έτους
- Από την αρχή, είπε, διαπίστωσε πως ο λογαριασμός παρουσίαζε πρόβλημα και προσπαθούσε να πείσει τον Εναγόμενο να πουλεί μετοχές και να προβαίνει σε λιγότερες αγορές για να εξομαλυνθεί. Μιλούσε, πρόσθεσε, καθημερινά με τον Εναγόμενο και εκτελούσε τις εντολές του, ενημερώνοντας τον, τόσο για τη διεκπεραίωση των πράξεων, όσο και για υπόλοιπα του λογαριασμού του, αποστέλλοντας του κατάσταση του χαρτοφυλακίου του σε καθημερινή βάση. Ο Σ. Συμεού (Μ.Ε.5), ανέφερε πως κατά την περίοδο Φεβρουαρίου 2000 μέχρι 31.5.2004, ήταν χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της ΕΤΕ και ανάμεσα στους χρηματιστές της ομάδας που ηγείτο, ήταν η Μ.Ε.3 και ο Μ.Ε.
- Αφού εξήγησε τον τρόπο διαβίβασης εντολών από τους πελάτες, επιβεβαίωσε πως ο λογαριασμός του Εναγόμενου ήταν υπό την εποπτεία του. Ουδέποτε, ανέφερε, περιέπεσε στην αντίληψη του οποιαδήποτε διαμαρτυρία από τον Εναγόμενο για τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών του ή για οτιδήποτε άλλο ζήτημα αφορούσε το λογαριασμό του. Σε σχέση με τη μεγάλη ρευστοποίηση που έγινε στις 5.9.2000 στο χαρτοφυλάκιο του Εναγόμενου, εξήγησε πως ναι μεν έγινε μαζική ρευστοποίηση κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου, αλλά δεν έδωσε οδηγίες για να κλείσει ο λογαριασμός, κάτι που θα μπορούσε να πράξει εφόσον, τότε παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο. Στη συνέχεια, όμως, υπήρξαν εντολές από τον Εναγόμενο για αγορές μετοχών και η λειτουργία του λογαριασμού συνεχίστηκε με την κατάληξη που παρουσιάζει σήμερα. Όσον αφορά τις μετοχές που παρουσιάζονται στις σελίδες 22 και 23 στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6, υποστήριξε πως όλες έγιναν με οδηγίες του Εναγόμενου. Μια εκ των αγορών αφορά μετοχές της PETROLINA που ήταν μετοχή πρώτης έκδοσης (ΙPOS). Για τις εγγραφές που προέκυψαν μετά από κάποιες διορθώσεις δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις γιατί, όπως ανέφερε, δεν γίνονταν από το τμήμα στο οποίο εργαζόταν, αλλά από άλλο τμήμα. Ο Μ.Ε.6, υπήρξε, όπως ανέφερε, διευθυντής διαχείρισης κινδύνων και αξιωματούχος στο Τμήμα Πιστωτικής Πολιτικής της Τράπεζας την περίοδο 1998 μέχρι
- Αφού έκαμε αναφορά στις εγκυκλίους που έλαβε η τράπεζα από την Κεντρική (Τεκμήρια 39(α)-(ζ)) αναφέρθηκε στα μέτρα τα οποία λήφθηκαν για τήρηση των εγκυκλίων. Μετά την πρώτη εγκύκλιο, είπε, αυξήθηκε η κάλυψη (margin) στο 60% και στη συνέχεια σε 100%, ενώ στάληκε επιστολή σε κάθε ενδιαφερόμενο, αντίγραφο της οποίας παρουσίασε ως Τεκμήριο 39(η). Κατέθεσε επίσης αντίγραφα τεσσάρων εγκυκλίων (Τεκμήρια 39(θ)(ι)(κ) και (ζ), που απέστειλαν στην ΕΤΕ, μέσα στα πλαίσια του ελέγχου και της παρακολούθησης των προβληματικών λογαριασμών που υπήρχαν. Ο Μ.Ε.7, βοηθός χρηματιστής της ΕΤΕ, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε πως γνώριζε τον Εναγόμενο μέσω του Παρασκευά Χρυσοστόμου που εργαζόταν στο Χρηματιστηριακό γραφείο που λειτουργούσε η ΕΤΕ στη Λεμεσό. Λάμβανε, είπε, και εκτελούσε εντολές του Εναγόμενου και τον ενημέρωνε σχετικά. Στη συνέχεια ανέφερε, πως κατόρθωσε να εντοπίσει 15 μαγνητοφωνημένες συνομιλίες του Εναγόμενου, τις οποίες παρουσίασε σε δισκέττα ως Τεκμήριο
- Στις συνομιλίες, οι οποίες ενεργοποιήθηκαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και ακούστηκαν στο Δικαστήριο, ακούγεται ο Εναγόμενος να συνομιλεί τηλεφωνικά με χρηματιστές της ΕΤΕ, σε 15 διαφορετικές περιπτώσεις, δίδοντας εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών. Τις μαγνητοφωνημένες εντολές του Εναγόμενου, εξήγησε ο Μ.Ε.7, κατόρθωσε να εντοπίσει μετά από πολλές και επίπονες προσπάθειες που διήρκησαν ένα περίπου μήνα, μέσα από χιλιάδες εντολές πολλών άλλων πελατών της ΕΤΕ. Δεν είναι βέβαια, οι μόνες εντολές του Εναγόμενου που μαγνητοφωνήθηκαν αλλά, όπως υποστήριξε, η ανεύρεση και άλλων ή όλων των εντολών του είναι πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία. Ο Μ.Ε.7, έδωσε επίσης εξηγήσεις για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες βρέθηκαν καταχωρημένες μετοχές στο λογαριασμό του Εναγόμενου κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1990 για τις οποίες ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε πως δεν είχε δώσε εντολές για να αγοραστούν. Πρόκειται για μετοχές των εταιρειών: α) New Marathon Tours Ltd ("NMT") β) Petrolina Ltd ("Petrolina") γ) Options Kasoulides Ltd ("Options") Αρχίζοντας από τις μετοχές της New Marathon, ανέφερε πως επρόκειτο για μετοχές πρώτης έκδοσης (Ιnitial Public Offers - "IPOS" -) για τις οποίες υπήρχε μεγάλη ζήτηση από τους επενδυτές. Προκειμένου δε να ικανοποιήσουν τα πιεστικά αιτήματα των πελατών για συμμετοχή στα ΙΡΟS, έδιδαν προσωρινό όριο πέραν του επιτρεπόμενου από το σχέδιο, γιατί υποβαλλόταν αίτηση για πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που τελικά ενέκριναν οι εταιρείες. Για τη συγκεκριμένη εταιρεία, ανέφερε, υποβλήθηκε αίτηση από τον Εναγόμενο, στις 12.9.2000 (Τεκμήριο 40) για το ποσό των ΛΚ200.
- Την αίτηση, διευκρίνισε, την υπέγραψε ο ίδιος, κατόπιν όμως οδηγιών του Εναγόμενου. Εγκρίθηκε τελικά η παραχώρηση στον Εναγόμενο 3.519 μετοχών αξίας ΛΚ3.167,10 και η μετοχή εισήχθη στο ΧΑΚ στις 12.10.2000 με αρχική τιμή («ανοίγματος») €1,56, όπως προκύπτει από σχετική κατάσταση που εξασφάλισε από την ιστοσελίδα του ΧΑΚ, Τεκμήριο 40(α). Του παραχωρήθηκαν επίσης 352 δικαιώματα αγοράς μετοχών («ΔΑΜ»), δηλαδή 1 ΔΑΜ για κάθε 10 μετοχές. Μετά τις 12.10.2000, διευκρίνισε ο Μ.Ε.7, ο Εναγόμενος απέκτησε επιπλέον 170.000 μετοχές της ΝΜΤ, όπως συνάγεται από τις σχετικές καταστάσεις, Τεκμήριο 40(β), καθώς και από τα Τεκμήρια 33(β) και 34(β). Όσον αφορά τις 1.000 μετοχές της Petrolina, κατέθεσε σχετική κατάσταση, (Τεκμήριο 41), εξηγώντας πως αγοράστηκαν έναντι του ποσού των ΛΚ710.-, ήτοι 0.71 σεντ ανά μετοχή και πουλήθηκαν στις 12.12.00 στην τιμή των 0.70 ανά μετοχή, δηλαδή συνολικά ΛΚ700.-. Οι μετοχές αυτές, συμπλήρωσε, δόθηκαν στον Εναγόμενο προνομιακά, με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης. Σε σχέση, τέλος, με την OPTIONS KASOULIDES, ο Μ.Ε.7 κατέθεσε κατάσταση μετοχών του Εναγόμενου στην εν λόγω εταιρεία (Τεκμήριο 42) στην οποία παρουσιάζονται οι μερίδες που διατηρούσε η συγκεκριμένη εταιρεία για τον Εναγόμενο. Κατέθεσε επίσης συγκριτικές καταστάσεις των αγοραπωλησιών που είχαν διενεργηθεί από τον Εναγόμενο τις οποίες εφοδιάστηκε από τα αρχεία της ΕΤΕ (Τεκμήριο 42(α)), επεξηγώντας τα λάθη που παρατηρήθηκαν στο χαρτοφυλάκιο του σε σχέση με τις μετοχές αυτές. Όπως εξήγησε, το πρώτο λάθος παρουσιάστηκε στις 14.9.2000, όταν ο Εναγόμενος έδωσε εντολή να πωληθούν τα ΔΑΜ που είχε στο λογαριασμό του. Το λάθος, σύμφωνα με το μάρτυρα, έγινε γιατί είχαν μεταφερθεί τα ΔΑΜ που κατείχε ο Εναγόμενος από τον επενδυτικό του λογαριασμό σε άλλη προσωπική μερίδα που τηρούσε η εταιρεία στο όνομα του Εναγόμενου, γεγονός που φαίνεται καθαρά στο Τεκμήριο
- Είναι γι' αυτό το λόγο, πρόσθεσε, που στο Τεκμήριο 34(β) (adjustment list της περιόδου 1.7.2000 - 31.9.2000) παρουσιάζεται στις 19.9.2000 η εγγραφή των 2.344 ΔΑΜ (warrants) της ΟPTIONS με ένδειξη "Release S/S". To ίδιο πράγμα, συνέχισε, συνέβη και με τις 16.000 μετοχές που φαίνονται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 42.. Προκύπτει ακόμη, όπως εξήγησε, ότι η εταιρεία εξέδωσε καινούργιο τίτλο για 15.000 ΔΑΜ τον οποίο παρέδωσε προσωπικά στον Εναγόμενο και αυτός με τη σειρά του τον κατέθεσε, όπως παρουσιάζεται στο adjustment list της περιόδου 1.7.00 - 30.9.2000 με ημερομηνία 10.8.2000 του Τεκμηρίου 34(β). Το λάθος, κατέληξε, εντοπίστηκε όταν έδωσε εντολή ο Εναγόμενος να πωληθούν και με τη σύμφωνη γνώμη του, αγοράστηκαν άλλες μετοχές για να καλυφθεί η διαφορά που διαπιστώθηκε. Αφαιρέθηκαν, έτσι, 16.000 ΔΑΜ στις 4.10.2000, όπως παρουσιάζεται στο adjustment list της περιόδου 1.10.2000 - 31.12.000, του Τεκμηρίου 34(β). Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο, δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε με εντολές που έδινε ο ίδιος στους χρηματιστές της ΕΤΕ. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, πως ο Εναγόμενος εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ο οποίος, στο αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, αποσύρθηκε και στη συνέχεια χειρίστηκε ο ίδιος προσωπικά την υπόθεση μέχρι το τέλος. Οι θέσεις που προώθησε, αντεξετάζοντας τους μάρτυρες των Εναγόντων, ήταν σε γενικές γραμμές οι ακόλουθες: α) Ότι στις 5.9.00 έδωσε εντολή στον Μ.Ε.5 να ρευστοποιήσει όλο το χαρτοφυλάκιο του και να κλείσει το λογαριασμό του. Ο Μ.Ε.5 συμφώνησε μόνο ως προς το πρώτο σκέλος της υποβολής του Εναγόμενου, ότι δηλαδή του έδωσε εντολή για μαζική ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου που διέθετε ο Εναγόμενος, γεγονός εξάλλου που συνάγεται από τα Τεκμήρια 6, 31, 33 και
- Διαφώνησε όμως πως του είχε ζητήσει να κλείσει το λογαριασμό. Δεν είχε λόγο, ανέφερε, να κρατήσει σε λειτουργία το λογαριασμό του Εναγόμενου αν αυτός είχε δώσει εντολή να τον κλείσει. Ανάλογες ήταν και οι απαντήσεις όλων των άλλων μαρτύρων της Ενάγουσας, στους οποίους υπέβαλε την ίδια θέση ο Εναγόμενος. β) Προκειμένου να διατηρήσουν σε λειτουργία το λογαριασμό του, παρά τις αντίθετες οδηγίες του, προέβηκαν από μόνοι τους σε αγορές μετοχών και τις έβαλαν στο λογαριασμό του για να αποκομίζουν παράνομα και αδικαιολόγητα οφέλη. Οι μάρτυρες των Εναγόντων απάντησαν πως όλες οι αγορές που παρουσιάζονται στο λογαριασμό και στα τεκμήρια που κατατέθηκαν, διενεργήθηκαν μετά από τηλεφωνικές ή γραπτές οδηγίες του Εναγόμενου. γ) Η συνέχιση της λειτουργίας του λογαριασμού, κατ' αντίθεση με τις εγκυκλίους που είχε αποστείλει η Κεντρική Τράπεζα, καθιστά παράνομες τις συναλλαγές και ανεφάρμοστη τη συμφωνία. Υποβλήθηκε, συναφώς, στους μάρτυρες των Εναγόντων πως μετά τις οδηγίες που είχε δώσει για μαζική ρευστοποίηση, ο λογαριασμός παρουσίαζε σημαντικές υπερβάσεις χωρίς να υπάρχουν οι εξασφαλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 των όρων συμμετοχής του σχεδίου (Τεκμήριο 2(α)). Οι Μ.Ε.1, 4, 5 και 7, δέχθηκαν πως επαρατηρείτο υπέρβαση στο λογαριασμό του Εναγόμενου, όπως και άλλων επενδυτών, όταν υπόβαλλαν αιτήσεις για αγορά μετοχών πρώτης έκδοσης ή με ιδιωτική τοποθέτηση, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες εξασφαλίσεις, αλλά αυτό ήταν ένα παροδικό γεγονός. Εξηγώντας, περαιτέρω, την πολιτική που ακολουθούσε η Τράπεζα στο ζήτημα αυτό, ανέφεραν πως επειδή υπήρχε μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον για απόκτηση μετοχών πρώτης έκδοσης ή με ιδιωτική τοποθέτηση, η Τράπεζα έδινε προσωρινό όριο, πέραν του επιτρεπομένου, για να εξυπηρετήσει τους πελάτες της. Επειδή δε η αίτηση υποβαλλόταν για πολύ μεγαλύτερο ποσό για να τύχουν έγκρισης μικρού αριθμό μετοχών, δεν αναλάμβανε ουσιαστικό κίνδυνο η Τράπεζα. Δέχθηκαν, επίσης, πως η ΕΤΕ και η Τράπεζα είχαν όφελος από τις συναλλαγές αυτές, εφόσον η μεν πρώτη χρέωνε δικαιώματα, ενώ η Τράπεζα επωφελείτο με τους τόκους. Στις ιδιωτικές όμως τοποθετήσεις, (Private Placements) δεν επιβαρυνόταν ο λογαριασμός με έξοδα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ Στην ένορκη μαρτυρία του, ο Εναγόμενος αφού αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποτάθηκε στην Ενάγουσα Τράπεζα για συμμετοχή στο επενδυτικό της σχέδιο, υποστήριξε, σε συντομία τα ακόλουθα: Kατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνεργαζόταν με τον Χρ. Παρασκευά (Μ.Υ.2) δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα στη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού του. Ο Παρασκευάς τον καθοδηγούσε ορθά και κατά την περίοδο Απριλίου μέχρι τέλος Δεκεμβρίου του έτους 1999, που αποχώρησε ο Παρασκευάς, ο λογαριασμός του παρουσίαζε κέρδη πάνω από ΛΚ500.
- Ο Παρασκευάς, ανέφερε, ενεργούσε ως διαχειριστής του χαρτοφυλακίου του εκ μέρους της ΕΤΕ και πολλές φορές αγόραζε μετοχές για λογαριασμό του χωρίς να τον ενημρώνει. Δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο για τον τρόπο που διαχειρίστηκε το λογαριασμό του, αφού όλες οι συμβουλές που του είχε δώσει ήταν ορθές και οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ήταν κερδοφόρες. Τα προβλήματα, συνέχισε, άρχισαν όταν αποχώρησε ο Παρασκευά. Δεν είχε κανένα να τον συμβουλεύει και υπήρχαν επιπλοκές και εμπόδια στη διεκπεραίωση των εντολών που έδινε, γιατί χάνονταν οι τίτλοι και τον συμβούλευαν να μην προβαίνει σε πωλήσεις. Άρχισαν να πέφτουν οι τιμές και όταν είδε τα κέρδη του να εξανεμίζονται, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αποφάσισε να φύγει. Έτσι έδωσε οδηγίες σε χρηματιστή της ΕΤΕ να πωλήσει όλο το χαρτοφυλάκιο του και να κλείσει το λογαριασμό του. Αυτό, είπε, έγινε στις 5 με 6 Σεπτεμβρίου 2000 και μετά από τις πωλήσεις, ο λογαριασμός του παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο, όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο
- Μετά πάροδο 2-3 εβδομάδων όμως, άρχισαν, όπως υποστήριξε, να του τηλεφωνούν οι Μ.Ε.5 και 7 και να τον προτρέπουν να αγοράζει μετοχές πρώτης έκδοσης. Όταν τους είπε πως ο λογαριασμός του δεν είχε τις εξασφαλίσεις, του απάντησαν πως δεν υπήρχε πρόβλημα και ότι θα είχε σίγουρα κέρδη. Ουδείς τον ενημέρωσε, είπε, ότι θα χρεωνόταν με τόκους και έξοδα από τις αγορές αυτές. Επιπλέον, συνέχισε, ο Μ.Ε.7, έκανε αίτηση, χωρίς να τον ενημερώσει, για αγορά μετοχών πρώτης έκδοσης, ενώ ο Μ.Ε.5 έβαλε στο λογαριασμό του 1.000 μετοχές της PETROLINA χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Όταν το πληροφορήθηκε, διαμαρτυρήθηκε και του είπε πως θα μπορούσε να τις πωλήσει όταν θα έμπαιναν στο χρηματιστήριο και θα πραγματοποιούσε κέρδος. Οι πιο πάνω ενέργειες, υποστήριξε ο Εναγόμενος, έγιναν μεθοδευμένα από τους χρηματιστές της ΕΤΕ για να κρατήσουν σε λειτουργία το λογαριασμό του και να αποκομίζουν οφέλη από τους τόκους και τα έξοδα που χρέωναν το λογαριασμό. Σε σχέση με τις μαγνητοφωνημένες εντολές, δέχθηκε πως τις είχε δώσει, χωρίς όμως να ενημερωθεί ότι μαγνητοφωνούσαν, εκτός από τις εντολές και τις συνομιλίες που είχε με τους χρηματιστές. Υποστήριξε, επίσης, πως παρουσιάστηκαν επιλεκτικά κάποιες από τις εντολές του, ενώ σκόπιμα δεν παρουσίασαν την εντολή που είχε δώσει για ρευστοποίηση των μετοχών και κλείσιμο του λογαριασμού του. Όσον αφορά, τέλος, την ενεχυρίαση του οχήματος του, είπε, πως ενέδωσε στις πολλές πιέσεις που είχε δεχθεί από τον Μ.Ε.5 και συγκατατέθηκε όπως ενεχυριαστεί Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε πως απέσυρε από τον επίδικο λογαριασμό το συνολικό ποσό των ΛΚ349.000, διευκρινίζοντας πως ήταν από τα κέρδη που πραγματοποίησε. Επανέλαβε πως το Σεπτέμβριο του έτους 2000 είχε δώσει εντολή για να κλείσει ο λογαριασμός του και είχε, τότε, πιστωτικό υπόλοιπο. Ερωτηθείς γιατί στις 25.10.2000 αγόρασε μετοχές της New Marathon, εφόσον όπως υποστηρίζει είχε δώσει εντολές να κλείσει ο λογαριασμός του, απάντησε πως έκανε τη συγκεκριμένη αγορά κατόπιν προτροπής του Μίτα (Μ.Ε.7) για να καλύψει τις ζημιές από την αγορά των μετοχών πρώτης έκδοσης. Επανέλαβε, περαιτέρω, πως δεν είχε δώσει εντολή για αγορά των μετοχών της PETROLINA μετά τις οδηγίες του για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του και ότι τοποθετήθηκαν στο λογαριασμό του για να τον κρατήσουν σε λειτουργία. Δικαιολόγησε, τέλος, τις εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών που έδωσε μεταγενέστερα στην προσπάθεια του να ξοφλήσει το χρέος που δημιουργήθηκε με ευθύνη των χρηματιστών της ΕΤΕ. Ο Μ.Υ.2, ανέφερε πως ήταν υπεύθυνος του Χρηματιστηριακού Τμήματος που λειτουργούσε η ΕΤΕ στη Λεμεσό μέχρι το τέλος του έτους
- Το Τμήμα αυτό, όπως ανέφερε, το λειτούργησε ο ίδιος από τον Οκτώβριο του έτους
- Ανέφερε πως γνώρισε τον Εναγόμενο μέσω κοινού τους φίλου και τον παρότρυνε να ανοίξει "Investor account". Ερωτηθείς από τον Εναγόμενο κατά πόσο διενεργούσε αγοραπωλησίες, χωρίς την εντολή του, απάντησε πως τις περισσότερες φορές οι πράξεις γίνονταν κατόπιν εντολών. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις όπου έκρινε πως ήταν προς το συμφέρον του Εναγόμενου, προέβαινε σε αγορές, χωρίς εντολή, και λάμβανε εκ των υστέρων τη συγκατάθεση του. Το ίδιο έπραττε και για άλλους καλούς πελάτες της ΕΤΕ. Αντεξεταζόμενος, επί του μέρους αυτού της μαρτυρίας του, εξήγησε πως σε ορισμένες περιπτώσεις αγόραζε πακέτα μετοχών που πίστευε ότι ήταν προς το συμφέρον των πελατών της ΕΤΕ και τις διαμοίραζε στους πελάτες, ενημερώνοντας τους μεταγενέστερα. Σε όλες τις περιπτώσεις που ενεργούσε κατά τον τρόπο αυτό, εξασφάλιζε τη συγκατάθεση των πελατών, οι οποίοι παρακαλούσαν να τις πάρουν. Τότε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «όλα τα άλογα κέρδιζαν». Μια τέτοια περίπτωση ήταν η ΑΘΗΝΑ που ήταν θυγατρική εταιρεία της Ε.Τ. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΗΚΑΝ Προτού προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω τα γεγονότα που δε τελούν υπό αμφισβήτηση, όπως διαφαίνονται από τη στάση που τήρησε ο Εναγόμενος και τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην ένορκη μαρτυρία του, καθώς και από τις θέσεις που υπόβαλε αντεξετάζοντας τους μάρτυρες της Ενάγουσας. Έχουν ως ακολούθως:
- Oι Ενάγοντες είναι τραπεζιτικός οργανισμός και διεξάγουν εργασίες δυνάμει του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, έχοντας εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες (Τεκμήρια 1 και 1(α)). Κατά τους επίδικους χρόνους, πρόσφεραν σε ενδιαφερόμενους επενδυτές πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω του επενδυτικού σχεδίου «Investor account».
- Ο Εναγόμενος επέδειξε ενδιαφέρον για συμμετοχή στο πιο πάνω επενδυτικό σχέδιο, υποβάλλοντας γραπτή αίτηση στις 29.3.99 (Τεκμήριο 2) η οποία εγκρίθηκε την ίδια ημέρα. Η αίτηση υποβλήθηκε μέσω της ΕΤΕ, την οποία ο Εναγόμενος είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (Τεκμήριο 3). Η υπογραφή του πληρεξουσίου προς την ΕΤΕ, ήταν αναγκαία ώστε να ετίθετο σε λειτουργία το επενδυτικό σχέδιο. Με αυτό, ο Εναγόμενος εξουσιοδότησε την ΕΤΕ, μεταξύ άλλων, να αγοράζει δια λογαριασμό του και να πωλεί μετοχές ή άλλες αξίες εισηγμένες στο ΧΑΚ, να τις ενεχυριάζει προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόντων, να ανοίξει στο όνομα του τραπεζιτικό λογαριασμό με τους Ενάγοντες και γενικά να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά μετοχές που θα αποκτούσε με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου και του πληρεξουσίου.
- Την ημέρα που υπεγράφη το πληρεξούσιο, δηλαδή στις 27.4.99, υπεγράφη και συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου και της ΕΤΕ η οποία προνοούσε την καταβολή από τον Εναγόμενο, δικαιωμάτων και προμηθειών για τις υπηρεσίες που θα του πρόσφερε η ΕΤΕ (Τεκμήριο 4). Υπεγράφη επίσης από την ΕΤΕ, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Εναγόμενου, το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών Τεκμήριο
- Με την υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων, ανοίχθηκε στο όνομα του Εναγόμενου ο επίδικος λογαριασμός με αρ. (175-01-11521-75 (Τεκμήριο 6). Το αρχικό πιστωτικό όριο του λογαριασμού ήταν ΛΚ20.000 και αυξήθηκε σταδιακά στις ΛΚ150.
- Ως αρχική εξασφάλιση για τη συμμετοχή του στο σχέδιο, ο Εναγόμενος παραχώρησε στους Ενάγοντες 12.000 μετοχές διαφόρων εταιρειών, συνολικής αξίας ΛΚ7.
- Στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος αποδέχεται ότι έδινε εντολές σε χρηματιστές της ΕΤΕ για αγορά ή πώληση μετοχών, αφού διεκπεραιώνονταν, γινόταν χρέωση ή, ανάλογα με την περίπτωση, πίστωση του λογαριασμού του Εναγόμενου από την Ενάγουσα με τα αντίστοιχα ποσά της εκάστοτε συναλλαγής. Στις περιπτώσεις όπου οι συναλλαγές αφορούσαν αγορές μετοχών, αυτές ενεχυριάζονταν προς όφελος της Ενάγουσας,με βάση τους όρους του Τεκμηρίου
- Για τις υπηρεσίες που παρείχε η ΕΤΕ στον Εναγόμενο, χρέωνε την αμοιβή που συμφωνήθηκε με βάση το Τεκμήριο 4, όπως τροποποιήθηκε στην εξέλιξη της συνεργασίας τους, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 23 και
- Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού σχεδίου, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίασε σημαντικά κέρδη, γεγονός που αποδίδεται στο μεγάλο ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί για επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικότερα την περίοδο Ιουλίου 1999 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2000, ο Εναγόμενος απέσυρε από τον επίδικο λογαριασμό διάφορα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους £299.000, ήτοι €510.871,
- Τα ποσά αυτά μεταφέρθηκαν, μετά από σχετικές οδηγίες του προς την Ενάγουσα, από τον επίδικο λογαριασμό σε άλλο προσωπικό - τρεχούμενο - λογαριασμό, όπως συνάγεται από τα Τεκμήρια 10-
- Η πτώση του επενδυτικού ενδιαφέροντος που ακολούθησε, επηρέασε και το λογαριασμό του Εναγόμενου, όπως και χιλιάδες άλλους επενδυτές. Άρχισε, έτσι, περί το Νοέμβριο του έτους 2000, να παρουσιάζει προβλήματα η λειτουργία του λογαριασμού, ο οποίος δεν διέθετε πλέον, λόγω της μεγάλης μείωσης της αξίας των μετοχών, τις απαραίτητες εξασφαλίσεις, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου. Οι προσπάθειες για ομαλοποίηση του λογαριασμού, απέτυχαν και στις 18.11.2002, οι Ενάγοντες, με την επιστολή Τεκμήριο 29, τερμάτισαν τη λειτουργία του. Προηγήθηκαν οι επιστολές των Εναγόντων ημερομηνίας 8.10.2002 και 23.10.2002, Τεκμήρια 27 και 28, αντίστοιχα. Είχε επίσης, προηγηθεί μεταφορά στο χαρτοφυλάκιο του Εναγόμενου 116.709 Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (ΔΑΜ) μετά από σχετικές οδηγίες του Εναγόμενου ημερομηνίας 19.4.02 (Τεκμήριο 26), καθώς και ενεχυρίαση του οχήματος του, στις 20.6.2002, με βάση το έγγραφο ενεχυρίασης, Τεκμήριο
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους, έλαβα, ασφαλώς, υπόψη μου τις έγγραφες προτάσεις, τις θέσεις που προώθησαν, εν τέλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, καθώς και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αρχίζοντας από τους μάρτυρες των Εναγόντων, η γενική εντύπωση που σχημάτισα για όλους, ήταν θετική. Η μαρτυρία τους παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια και υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα περιεχόμενο των τεκμηρίων. Δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία τους οτιδήποτε που να δημιουργεί υποψίες ότι δεν είπαν την αλήθεια ή ότι προσπάθησαν να αποκρύψουν οποιαδήποτε γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη τους και σχετίζονται με την υπόθεση. Διαπίστωσα, επίσης, ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας τους δεν αμφισβητήθηκε, όπως υποδείχθηκε ανωτέρω από την παράθεση των γεγονότων που δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ότι έδινε εντολές στους χρηματιστές της ΕΤΕ (Μ.Ε.3, 5, 7 και Μ.Υ.2) για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Υποστήριξε όμως πως ενεργούσαν και από μόνοι τους, προβαίνοντας σε αγοραπωλησίες χωρίς να τον ενημερώνουν. Το ουσιαστικό παράπονο του είναι πως οι Μ.Ε.5 και 7 διενήργησαν συναλλαγές χωρίς να δώσει οδηγίες και χωρίς να το γνωρίζει, μετά τις οδηγίες που είχε δώσει για μαζική ρευστοποίηση, στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου
- Οι μάρτυρες των Εναγόντων έδωσαν πειστικές εξηγήσεις επί του επίμαχου αυτού ζητήματος. Όσον αφορά τις 1.000 μετοχές της PETROLINA, οι μάρτυρες εξήγησαν πως παραχωρήθηκαν προνομιακά στον Εναγόμενο με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης αφού είχε ενημερωθεί και συγκατατεθεί. Δεν διέκρινα οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία τους επ' αυτού, δεδομένου μάλιστα πως δεν επιβαρύνθηκε με έξοδα ο Εναγόμενος από τη συναλλαγή αυτή. Αναφορικά με την αίτηση για τις μετοχές πρώτης έκδοσης της εταιρείας NEW MARATHON (Τεκμήριο 40), ο Μ.Ε.7 έδωσε πειστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις για το λόγο που υπέγραψε ο ίδιος την αίτηση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του πως υπέγραψε κατόπιν εντολής που είχε λάβει από τον Εναγόμενο. Εξηγήθηκε από όλους τους μάρτυρες ότι οι μετοχές πρώτης έκδοσης ήταν περιζήτητες από όλους τους επενδυτές το χρονικό εκείνο διάστημα. Όσον αφορά, τέλος, τους τίτλους που παρουσιάζονται στο λογαριασμό του Εναγόμενου με το αιτιολογικό S/S, δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις από τους Μ.Ε.5 και 7, τόσο για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγιναν τα λάθη, όσο και για τις διορθωτικές κινήσεις που έγιναν. Η μαρτυρία τους υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 42 και 42(α). Την αποδέχομαι ως ορθή και πλήρως διαφωτιστική των γεγονότων που αφορούν το ζήτημα αυτό. Θετική εντύπωση σχημάτισα και για τον Μ.Υ.2, ο οποίος έδωσε σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για το δικό του ρόλο και εμπλοκή στην υπόθεση. Κατέθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα που γνώριζε, χωρίς προσπάθεια να βοηθήσει τον Εναγόμενο που τον κάλεσε ως μάρτυρα ή τους πρώην εργοδότες του. Για τον Εναγόμενο δεν σχημάτισα καλή εντύπωση. Μέσα από την όλη εμφάνιση του από το εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και από τη στάση του που τήρησε καθόλη την ακροαματική διαδικασία, έδωσε την εντύπωση ότι ήταν έτοιμος να μεταβάλλει και προσαρμόζει τη στάση του, ανάλογα με τη μαρτυρία που παρουσίαζε η πλευρά των Εναγόντων. Ενώ αρχικά δήλωσε πως η η ΕΤΕ διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του και αγόραζε και πωλούσε μετοχές κατά τη δική της κρίση, στην πορεία δέχθηκε πως έδινε και ο ίδιος εντολές. Διαφάνηκε δε από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, πως οι εντολές δίνονταν πάντοτε από τον ίδιο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στο αρχικό στάδιο της λειτουργίας του λογαριασμού, όπου, ο Μ.Υ.2 προέβη σε κάποιες μαζικές αγορές, οι οποίες έκρινε ότι θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα επιλεγμένων πελατών της ΕΤΕ, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο Εναγόμενος. Όλες οι άλλες εντολές, διαφάνηκε ότι δόθηκαν από τον Εναγόμενο. Ανεδαφικός και αστήριχτος αποδείχθηκε και ο ισχυρισμός του πως τον παρότρυναν οι χρηματιστές να μην πωλεί μετοχές. Στις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες του (Τεκμήριο 43), παρουσιάζεται να ρωτά ο ίδιος και να προσπαθεί να πάρει πληροφορίες από τους χρηματιστές, ενώ φάνηκε να ήταν πολύ ενημερωμένος για τις τιμές των μετοχών. Ο ισχυρισμός του πως παρουσιάστηκαν επιλεγμένα κάποιες μαγνητοφωνημένες εντολές, κρίνεται αστήρικτος. Ο Μ.Ε.7 εξήγησε πως ήταν πολύ δύσκολη η ανεύρεση άλλων μαγνητοφωνημένων συνομιλιών, λόγω του τεράστιου όγκου εντολών που είχαν δοθεί από χιλιάδες άλλους επενδυτές. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς και τα παράπονα του για αγορές ή καταθέσεις μετοχών στο λογαριασμό του, τη περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2000, παρατηρώ τα ακόλουθα:
- Oι Μ.Ε. 5 και 7, έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι διορθώσεις αναφορικά με τις μετοχές OPTIONS KASOULIDES. Ο Εναγόμενος προσπάθησε να εκμεταλλευθεί αυτό το λάθος για να προωθήσει την αστήρικτη θέση του πως «έβαλαν» μετοχές στο λογαριασμό του για να τον κρατήσουν ανοικτό. Διαφάνηκε όμως από τη μαρτυρία και τα Τεκμήρια 42 και 42(α) ότι ο ίδιος είχε επωφεληθεί με την αντίστοιχη αξία των ΔΑΜ και μετοχών της OPTIONS αφού είχαν μεταφερθεί από την μερίδα του επενδυτικού λογαριασμού του σε άλλη προσωπική του μερίδα, γι' αυτό και δημιουργήθηκε στη συνέχεια το πρόβλημα. Το ίδιο συνέβη και με τα 16.000 ΔΑΜ, όπως προκύπτει καθαρά από το Τεκμήριο
- Το γεγονός δε αυτό, θα πρέπει να περιήλθε στην αντίληψη του Εναγόμενου αφού η εταιρεία (OPTIONS KASOULIDES) είχε εκδώσει νέο τίτλο για 15.000 μετοχές.
- Προσπάθησε να επωφεληθεί από το γεγονός ότι την αίτηση για απόκτηση μετοχών πρώτης έκδοσης της NEW MARATHON (Τεκμήριο 40) υπέγραψε ο Μ.Ε.7 και όχι ο ίδιος. Όμως, εξήγησε με πειστικότητα ο Μ.Ε.7 πως υπέγραψε μετά από τις οδηγίες και την εντολή του Εναγόμενου. Το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη ο Εναγόμενος ενδιαφερόταν να επενδύσει σε μετοχές πρώτης έκδοσης, προκύπτει και από τις αιτήσεις που υπέβαλε για απόκτηση μετοχών των εταιρειών «Atlantic» και «Koullapides» Τεκμήρια 37(α) και 37(β). Οι εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει ότι το έκαμε κατόπιν προτροπών του Μ.Ε.7, δεν πείθουν.
- Το γεγονός ότι αγόρασε ένα μεγάλο αριθμό μετοχών (170.000) της εταιρείας NEW MARATHON, μερικές μόνο εβδομάδες μετά την αίτηση, Τεκμήριο 40, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 40(β), συνηγορεί με την εκδοχή του Εναγόντων για το ενδιαφέρον που είχε επιδείξει για την απόκτηση μετοχών της εταιρείας αυτής. Η δικαιολογία που προσπάθησε να δώσει, αναφέροντας πως τις απόκτησε μετά από προτροπή, δήθεν, του Μ.Ε.7 για να καλύψει τις ζημιές του από την απόκτηση των πρώτων μετοχών, κρίνεται αβάσιμη και εκ των υστέρων σκέψη.
- Οι μεταγενέστερες εντολές που έδωσε και η κίνηση που παρουσιάζει ο λογαριασμός του, μετά το Σεπτέμβριο του έτους 2000, δεν συνάδει με τη θέση του, πως είχε δώσει οδηγίες για να σταματήσει η λειτουργία του λογαριασμού του. Ουδεμία διαμαρτυρία έγινε από τον Εναγόμενο για τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν παρά το γεγονός ότι ενημερωνόταν καθημερινά, όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.3, για το χαρτοφυλάκιο και την κίνηση του λογαριασμού του. Πέραν της ενημέρωσης αυτής, λάμβανε σε μηνιαία βάση κατάσταση του λογαριασμού του από τους Ενάγοντες και κάθε τρίμηνο, τις τριμηνιαίες καταστάσεις που του απέστελλε η ΕΤΕ (Τεκμήρια 6 και 34(β), αντίστοιχα) χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί για οποιαδήποτε χρέωση ή συναλλαγή. Ο ισχυρισμός του δε, πως ουδείς τον ενημέρωσε ούτε γνώριζε ότι χρεωνόταν με τόκους και έξοδα, κρίνεται ανεδαφικός, εφόσον ενημερωνόταν από τις εν λόγω καταστάσεις στις οποίες είναι εμφανείς οι εν λόγω χρεώσεις.
- Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ήταν ενήμερος και δεν είχε εκφράσει οποιαδήποτε διαφωνία για τις συναλλαγές που είχαν διενεργηθεί, ενισχύεται από την ενέργεια του να ενεχυριάσει το όχημα του προς εξασφάλιση της αξίωσης των Εναγόντων τον Ιούνιο του έτους 2002 (Τεκμήριο 25), όπως και η μεταφορά στο χαρτοφυλάκιο του, στις 22.4.2002, των ΔΑΜ (Τεκμήριο 26). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγόμενου, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν συνάδει με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1-7 και του Μ.Υ.
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω πως όλες οι συναλλαγές διενεργήθηκαν με εντολές ή με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου, ο οποίος ουδέποτε διαφώνησε ή αμφισβήτησε οποιαδήποτε συναλλαγή, καθόλη την περίοδο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Βρίσκω επίσης πως μετά τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, που έλαβε χώρα στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου, συνέχισε η λειτουργία του λογαριασμού. Ουδέποτε ο Εναγόμενος ζήτησε να τερματιστεί η λειτουργία του λογαριασμού του. Αντίθετα, συνέχισε να δίνει εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών με την προσδοκία περαιτέρω κερδών. Μέχρι την ημέρα εκείνη είχε ήδη αποκομίσει κέρδη πέραν του ½ εκ. ευρώ, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε στη μαρτυρία του. Ήταν, συνεπώς, λογικό και αναμενόμενο να προσδοκούσε σε περαιτέρω κέρδη. Το γεγονός ότι ρευστοποίησε το χαρτοφυλάκιο του, τη δεδομένη χρονική στιγμή, δεν αποκλείει την απόφαση και τις ενέργειες του για όσα επακολούθησαν. Ανάγονται επίσης σε ευρήματα του Δικαστηρίου, όλα τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως έχουν παρατεθεί νωρίτερα, τα οποία θεωρώ αχρείαστο να επαναλάβω. Με βάση όλα τα ανωτέρω, καταλήγω πως όλες οι συναλλαγές διενεργήθηκαν από την ΕΤΕ στη βάση εντολών που δόθηκαν από τον Εναγόμενο και όλες οι χρεωπιστώσεις που περιέχονται στον επίδικο λογαριασμό είναι απόλυτα ορθές και δικαιολογημένες, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου και τη συμφωνία του Εναγόμενου με την ΕΤΕ (Τεκμήρια 2 και 4). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο ουσιαστικότερος λόγος υπεράσπισης του Εναγόμενου, κατέληξε να είναι η ισχυριζόμενη παράβαση εκ μέρους της ΕΤΕ των οδηγιών του και η διατήρηση του λογαριασμού σε λειτουργία, παρά τη θέληση του. Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα δεν απαιτείται ιδιαίτερη νομική ανάλυση για το ζήτημα αυτό. Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την εκδοχή του Εναγόμενου, αποδέχθηκε πως όλες οι συναλλαγές διενεργήθηκαν κατόπιν οδηγιών του και ότι ήταν πάντοτε ενήμερος για τις αγοραπωλησίες που λάμβαναν χώρα. Ο λόγος αυτός κρίνεται, συνεπώς, αβάσιμος και απορρίπτεται. Ο λόγος που χρήζει ανάλυσης και διερεύνησης είναι η ισχυριζόμενη παράβαση των εγκυκλίων από τους Ενάγοντες και η συνεπαγόμενη παρανομία της συμφωνίας και των όποιων συναλλαγών διενεργήθηκαν, κατά παράβαση τους. Θα παραθέσω σε συντομία το περιεχόμενο των 7 εγκυκλίων της Κεντρικής που κατατέθηκαν (Τεκμήρια 39α-ζ) για να διαφανεί αν υπάρχει συζητήσιμος λόγος παρανομίας. Με την πρώτη εγκύκλιο ημερομηνίας 12.7.00, (Τεκμήριο 39α), καλούνται οι τράπεζες να περιορίσουν τα δάνεια για απόκτηση μετοχών στο χρηματιστήριο και να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας (margin), υποδεικνύοντας στους πελάτες τους, τους σχετικούς κινδύνους. Με τη δεύτερη, ημερομηνίας 12.10.99 (Τεκμήριο 39β) προτρέπονται οι τράπεζες να λάβουν μέτρα για σταδιακή μείωση των λογαριασμών κατά τρόπο που να μην δημιουργηθούν επιπτώσεις στη χρηματιστηριακή αγορά. Υποδεικνύεται δε πως ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με το άμεσο κλείσιμο των λογαριασμών του τύπου «investor account» με πιστωτικά ή μηδενικά υπόλοιπα και την παράλληλη λήψη μέτρων για μείωση των χρεωπιστιωτικών υπολοίπων στους λογαριασμούς που παρουσιάζουν χρεωστικά υπόλοιπα. Η Κεντρική Τράπεζα αναμένει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Τεκμήριο 17(β), ότι «οι Τράπεζες δεν θα προσφέρουν πλέον σε νέους πελάτες τους ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων (investor account).». Με την εγκύκλιο ημερομηνίας 24.11.99 (Τεκμήριο 39γ), ζητείται πλέον από τις τράπεζες, επιτακτικά, να μην προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών, ενώ με την επόμενη, ημερομηνίας 29.11.99 (Τεκμήριο 39(δ)) επαναδιατυπώνονται προηγούμενες εισηγήσεις προς τις τράπεζες, διευκρινίζοντας πως για τους υφιστάμενους λογαριασμούς θα πρέπει να υπάρξει σταδιακή αύξηση του περιθωρίου ασφάλειας (margin). Με την εγκύκλιο 5.1.2000 (Τεκμήριο 39(ε)), τίθενται κατευθυντήριες γραμμές για την επίτευξη των γενικότερων στόχων της νομισματοπιστωτικής πολιτικής, ενώ, παράλληλα, επαναδιατυπώνονται οι συστάσεις των προηγούμενων εγκυκλίων και με την επόμενη, ημερομηνίας 15.3.2000 (Τεκμήριο 39(στ)), εξαιρεί από τις πρόνοιες τω προηγούμενων εγκυκλίων, την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε πελάτες που έχουν καταθέσεις στις τράπεζες, υπό την προϋπόθεση δέσμευσης των καταθέσεων. Εν τέλει, με την τελευταία εγκύκλιο ημερομηνίας 28.7.2000 (Τεκμήριο 39(ζ)) η Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να αρθούν οι απαγορεύσεις για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών, αφού διαπιστώθηκε πως οι λόγοι που επέβαλαν τις απαγορεύσεις έπαυσαν να ισχύουν. Είναι φανερό πως κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας - Μάρτιο/Απρίλιο του έτους 1999 - δεν υφίστατο οποιοσδήποτε περιορισμός ή απαγόρευση, αφού η πρώτη εγκύκλιος στάληκε στις 12.7.1999 (Τεκμήριο 39(α)). Δεν είναι, επομένως, δυνατό να γίνεται λόγος για παρανομία της συμφωνίας. Αξίζει, περαιτέρω, να σημειωθεί πως κατά το χρόνο της απαγόρευσης, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε κέρδη. Τα παράπονα του Εναγόμενου για κακοδιαχείριση του λογαριασμού του και υπερβάσεις από την ΕΤΕ στα περιθώρια ασφάλειας, ανάγονται σε περίοδο που είχαν αρθεί οι περιορισμοί. Μέχρι τις 5-6 Σεπτεμβρίου, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο. Δεν εγείρεται, επομένως, θέμα παρανομίας της συμφωνίας ή των συναλλαγών που ακολούθησαν, αφού κατά το χρονικό διάστημα που διενεργήθηκαν οι συναλλαγές για τις οποίες προέκυψε το χρέος του Εναγόμενου (Σεπτέμβριο 2000 μέχρι Νοέμβριο 2002) δεν υπήρχαν απαγορεύσεις. Οι περιορισμοί, όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 39(ζ) είχαν αρθεί στις 12.7.
- Ο Εναγόμενος επικαλέστηκε ακυρότητα των συναλλαγών και από το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις ο λογαριασμός του δεν διέθετε το απαιτούμενο περιθώριο ασφάλειας (margin). Oύτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, οι υπερβάσεις του περιθωρίου ασφάλειας, παρατηρήθηκαν στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος ζητούσε να αγοράσει μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση. Όπως εξηγήθηκε, η αίτηση υποβαλλόταν για ένα μεγάλο ποσό για να εξασφαλιστεί τελικά μικρός αριθμός μετοχών, γεγονός που ήταν υπόψη τόσο του Εναγόμενου, όσο και των Εναγόντων και της ΕΤΕ. Παραχωρείτο δε μια αύξηση του περιθωρίου ασφάλειας για μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να εξυπηρετηθούν οι επενδυτές γιατί οι μετοχές αυτού του είδους εθεωρούντο προνομιακές και κερδοφόρες. Είναι γεγονός πως η Ενάγουσα και η ΕΤΕ αποκόμιζαν όφελος από αυτή της διαδικασία. Ήταν όμως σε γνώση και γινόταν με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου εφόσον και αυτός προσδοκούσε σε κέρδη από τις μετοχές αυτές μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η υπέρβαση του περιθωρίου ασφάλειας που παρατηρείται κατά τη διεκπεραίωση κάποιων συναλλαγών, δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ισοδυναμεί με παρανομία εκ μέρους των Εναγόντων και της ΕΤΕ. Ο Εναγόμενος πρόβαλε και άλλους λόγους, με την τελική του αγόρευση, για ακυρότητα της συμφωνίας. Υποστήριξε πως η σύναψη της συμφωνίας έγινε με ψευδείς παραστάσεις, απάτη, αθέμιτες παροτρύνσεις κ.ά. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες αφού δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Ο Εναγόμενος, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αποφάσισε να συμμετάσχει στο σχέδιο μετά από εισήγηση του Μ.Υ.
- Η απόφαση του λήφθηκε χωρίς πιέσεις ή οποιεσδήποτε ψευδείς παραστάσεις από την ΕΤΕ. Προχώρησε στην υπογραφή της συμφωνίας, προσδοκώντας σε κέρδη, όπως και έγινε κατά τα πρώτα στάδια. Τα προβλήματα παρουσιάστηκαν όταν άρχισε η πτώση των μετοχών. Τότε επινοήθηκαν οι αιτιάσεις από τον Εναγόμενο περί παρανομιών, ψευδών παραστάσεων κ.λ.π.. Υποστήριξε επίσης πως στο λογαριασμό περιέχονται παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμοί. Τέτοιο ζήτημα όμως δεν εγείρεται μετά τον περιορισμό της αξίωσης των Εναγόντων στα ποσά του αναδομημένου λογαριασμού, στον οποίο δεν περιέχονται ανατοκισμοί ή άλλες χρεώσεις. Πρόβαλε, επίσης, τη θέση πως έγινε κακοδιαχείριση του λογαριασμού του από τους Ενάγοντες και την ΕΤΕ. Ούτε αυτή η θέση βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος από τον Εναγόμενο που να δικαιολογεί την αποστέρηση από τους Ενάγοντες του οφειλόμενου υπολοίπου που παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα που αναφέρθηκαν, οι Ενάγοντες έχουν τεκμηριώσει την αξίωση τους, αφού το Τεκμήριο 31 περιλαμβάνει όλες τις χρεωπιστώσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού. ΟΙ Ενάγοντες δικαιούνται συνεπώς, σε απόφαση για το υπόλοιπο του λογαριασμού όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο
- Δικαιούνται επίσης σε διατάγματα για την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών και του οχήματος. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €490.332,81 με τόκους 9% ετησίως επί ποσού €323.772,79 από 1.1.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως οι παράγραφοι 28(Β),(Γ) και (Δ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς περαιτέρω διαταγή για έξοδα, εφόσον οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο. (Υπ.) ............... Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: General/Civiell/Final (Αναφορά: Χ.Α.Κ.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο