← Κύπρος

Ανδρέα Πατσαλίδη ν. MEDOCHEMIE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5508/01, 4.2.2009

Ανδρέα Πατσαλίδη ν. MEDOCHEMIE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5508/01, 4.2.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5508/01 Μεταξύ: Ανδρέα Πατσαλίδη, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και-

  1. MEDOCHEMIE LIMITED, εκ Λεμεσού
  2. Ανδρέα Πίττα, εκ Λεμεσού
  3. Ανδρέα Λοϊζου, εκ Λεμεσού
  4. Αχιλλέα Τσαγγάρη, εκ Λεμεσού
  5. Αμαλίας Κυριάκου, εκ Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 4.2.
  6. Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: Ο κ. Φασουλιώτης. Για εναγομένους: Η κα Κακουλλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των ΛΚ200.000 το οποίο, όπως διατείνεται, του απέσπασαν οι εναγόμενοι δια δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν και/ή καταβληθέν άνευ ανταλλάγματος, πλέον τόκο. Διαζευκτικά αξιώνει το πιο πάνω ποσό εναντίον του εναγόμενου 4 δυνάμει του άρθρου 3

(3)του Νόμου 42(Ι)/
  1. Προκύπτει από τη δικογραφία, ως κοινό έδαφος, ότι ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν εμπορευόμενος με πολλές και επιτυχημένες δραστηριότητες. Περαιτέρω, η Medochemie Ltd, εναγόμενη 1, (στην οποία θα αναφέρομαι στο εξής ως «η Medochemie»), είναι δημόσια εταιρεία και ο κ. Πίττας, εναγόμενος 2, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κυριότερος μέτοχος της και ένα από τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη της ενώ ο κ. Τσαγγάρης, εναγόμενος 4, ήταν ο οικονομικός διευθυντής εσωτερικών εργασιών της. Πλείστα από τα υπόλοιπα γεγονότα που περιστοιχίζουν την απαίτηση είναι έντονα αμφισβητούμενα. Ο ενάγοντας καταθέτοντας στο Δικαστήριο υπέδειξε ότι περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2000 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει μετοχές της Medochemie μετά που άκουσε ότι η εταιρεία θα εισαγόταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («ΧΑΚ»). Δεν γνώριζε κανένα πρόσωπο στην Medochemie, γι' αυτό ζήτησε τη μεσολάβηση των χρηματιστών του, δηλαδή της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) στη Λευκωσία («η Ελληνική») και πιο συγκεκριμένα του κ. Γιαννάκη Γεωργίου, αφού έκρινε πως η αντιμετώπιση των χρηματιστών του από την Medochemie θα ήταν διαφορετική από την αντιμετώπιση ενός ιδιώτη. O κ. Γεωργίου, μετά που ήρθε σε επικοινωνία με τον κ. Ανδρέα Λοϊζου, εναγόμενο 3, ο οποίος χειριζόταν την έκδοση μετοχών της Medochemie, του εξήγησε ότι δεν υπήρχαν μετοχές αλλά μετατρέψιμα χρεόγραφα («bonds»), 200 σε αριθμό. Τα χρεόγραφα αυτά θα μετατρέπονταν σε μετοχές με την ένταξη της Medochemie στο ΧΑΚ. Του ανέφερε επίσης ότι όλα τα bonds είχαν πωληθεί αλλά πιθανό κάποια κυρία να ενδιαφερόταν να πωλήσει το δικό της. Ο κ. Γεωργίου του επιβεβαίωσε αργότερα τηλεφωνικώς ότι η κυρία όντως ενδιαφερόταν να πωλήσει το bond της και του έδωσε το τηλέφωνο του κ. Λοΐζου για να διευθετήσει συνάντηση μαζί του για τα περαιτέρω. Επικοινώνησε με τον κ. Λοΐζου τηλεφωνικώς στις 15 ή 16.2.2000 και ακολούθως τον επισκέφθηκε στα γραφεία της Medochemie, στις 16.2.2000 όπως νόμιζε. Στην είσοδο της Medochemie υπήρχε βιβλίο στο οποίο υπέγραφαν οι επισκέπτες. Στη συνάντηση, ο κ. Λοΐζου του ανέφερε ακριβώς αυτά που του είχε αναφέρει ο κ. Γεωργίου, ότι δηλαδή υπήρχε ένα bond με αριθμό 200, και ότι η κάτοχος του, κάποια κυρία, ενδιαφερόταν να το πωλήσει. Όπως του εξήγησε ο κ. Λοΐζου η κυρία αυτή, η Αμαλία Κυριάκιου (εναγόμενη 5), είχε οικονομικό πρόβλημα και δεν μπορούσε να περιμένει πότε να γίνει δεκτή η Μedochemie στο ΧΑΚ. Ο κ. Λοΐζου του ανέφερε επίσης στην ίδια συνάντηση ότι το bond πωλείτο στην τιμή των £300.000 ενώ τα ίδια bond είχαν πωληθεί στη Λευκωσία στη τιμή των £500.
  2. Του ανέφερε περαιτέρω, ότι όταν κάποιες μετοχές είχαν ανοίξει στην τιμή των £5 και £6 «σκέψου τι θα γίνει με τη μετοχή μας». Εκείνη την ημέρα γνώρισε και τον κ. Τσαγγάρη ο οποίος είχε εισέλθει στο γραφείο του κ. Λοΐζου. Ο τελευταίος ανέφερε στον κ. Τσαγγάρη ότι ενδιαφερόταν (δηλαδή ο ενάγοντας) να αγοράσει το bond της Αμαλίας Κυριάκου. Ο κ. Τσαγγάρης έκανε κάποια σχόλια για το bond, ότι ήταν καλή περίπτωση, και ότι η κα Αμαλία Κυριάκου δεν μπορούσε να το κρατήσει. Ο ενάγοντας έφυγε από τη συνάντηση προβληματισμένος και περισσότερο αρνητικός για την αγορά του bond λόγω του υπερβολικού ποσού κέρδους που ήθελε η κα Αμαλία Κυριάκου. Κοινοποίησε τους προβληματισμούς του στον κ. Γεωργίου, ο οποίος μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν γνώριζε ότι το χρεόγραφο πωλείτο σε πιο ψηλή τιμή από την τιμή έκδοσης του. Ανέφερε και σε κάποιο υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας «τι είχε συμβεί για το συγκεκριμένο bond». Και οι δύο προθυμοποιήθηκαν να διερευνήσουν το όλο ζήτημα. Και οι δύο μίλησαν με τον κ. Λοΐζου ο οποίος τους εξήγησε τις προοπτικές που είχε το bond, οι οποίες ώθησαν τον ίδιο τελικά να το αγοράσει προχωρώντας για το σκοπό τούτο σε δανεισμό από την Ελληνική Τράπεζα. Τις επόμενες 1-2 μέρες, παρέδωσε στον κ. Λοϊζου επιταγή, αντίγραφο της οποίας αποτελεί το Τεκμήριο
  3. Επισημαίνεται εδώ παρενθετικά ότι η εν λόγω επιταγή φέρει ημερομηνία 18.2.
  4. Υπέγραψε επίσης συμφωνητικό έγγραφο. Ο κ. Λοΐζου είχε ετοιμάσει έγγραφο μεταβίβασης του bond (Τεκμήριο 2) στο οποίο φαίνονταν τα ονόματα της Αμαλίας Κυριάκου, των εναγομένων 3 και 4 και το δικό του, δεν έφερε όμως καμία υπογραφή. Η πρώτη υπογραφή που τέθηκε στο έγγραφο ήταν η δική του, ενώ ο κ. Λοΐζου ανάλαβε να υπογράψουν και οι υπόλοιποι. Όταν επισκέφθηκε εκ νέου τα γραφεία της Medochemie για να παραλάβει το bond (Τεκμήριο 3) είδε ότι το έγγραφο, Τεκμήριο 2, είχε συμπληρωθεί με τρεις άλλες υπογραφές. Ακολούθως πήρε επιστολή από την Medochemie με την οποία του γνωστοποιήθηκε ότι ζητείτο παράταση μέχρι τις 7.12.2000 για υποβολή της αίτησης για εισδοχή στο Χρηματιστήριο, πρόκειται για το Τεκμήριο
  5. Επισημαίνεται εδώ ότι στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, «The 7th December 2000 is the latest date until which the application for listing of our Company's shares will be submitted but we are in position to inform you that the documentation and all other necessary steps required for submission of the application are already at an advanced stage and we expect to be able to file the necessary application much earlier, possibly within the next 2-4 months.» Αποδέχτηκε την παράταση που ζητούσε η εταιρεία για την ένταξη της στο ΧΑΚ. Όπως του είχε εξηγήσει ο κ. Λοϊζου οι προσπάθειες που γίνονταν και οι γνωριμίες που είχε ο κ. Πίττας θα βοηθούσαν στην πιο γρήγορη ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε τον κ. Πίττα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον είχε γνωρίσει σε κάποια συνάντηση στο γραφείο του κ. Λοϊζου όταν ο τελευταίος είχε συστήσει τον μάρτυρα ως τον κύριο που ενδιαφερόταν να αγοράσει το bond. Η εντύπωση που αποκόμισε ήταν πως ο κ. Πίττας γνώριζε για το συγκεκριμένο bond γιατί δεν έκανε καμία ερώτηση. Κατά διαστήματα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Λοΐζου για να μάθει για την πορεία της αίτησης της Medochemie. Τον Οκτώβριο ο κ. Λοΐζου του ανάφερε ότι υπήρχε ενδεχόμενο η εταιρεία να αποσύρει την αίτηση της. Άρχισε τότε να προβληματίζεται τι θα γινόταν με το bond το οποίο είχε αγοράσει στην τριπλάσια τιμή. Όταν ο κ. Λοΐζου του εξήγησε ότι θα του επιστρεφόταν μόνο η αξία του bond, δηλαδή το ποσό των £100.000, ζήτησε από τον τελευταίο να του αποκαλύψει ποια ήταν η Αμαλία Κυριάκου και πως μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Όπως εξήγησε και στον κ. Λοΐζου, θεωρούσε άδικο να πληρώσει £200.000 επιπλέον για ένα bond που θα ανακαλείτο και ήθελε να μιλήσει με την κα Κυριάκου, να της εξηγήσει τι είχε γίνει, με στόχο να του επιστρέψει τα επιπλέον χρήματα που αυτή είχε πάρει. Ο κ. Λοΐζου του ανέφερε ότι θα επικοινωνούσε με την κα Κυριάκου, και αν αυτή δεχόταν, θα διευθετούσε συνάντηση για να μιλήσουν. Την επόμενη μέρα ο κ. Λοΐζου του ανέφερε ότι η Αμαλία Κυριάκου δεν επιθυμούσε να έλθει σε επαφή μαζί του. Κατόπιν τούτου, έκανε προσπάθεια να εντοπίσει ο ίδιος την κα Κυριάκου μέσω του τηλεφωνικού καταλόγου και του διαδικτύου χωρίς όμως επιτυχία. Ακολούθως, ζήτησε από την τράπεζα του να εντοπίσει την επιταγή που είχε εκδώσει για τις £300.
  6. Τότε ανακάλυψε ότι η επιταγή είχε κατατεθεί σε λογαριασμό του κ. Τσαγγάρη. Αντιλήφθηκε ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά» και κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία η οποία προέβη σε διερεύνηση. Μετά την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία ανακάλυψε ότι ενώ η επιταγή είχε εκδοθεί στο όνομα της Αμαλίας Κυριάκου, ο κ. Τσαγγάρης την κατάθεσε, προβαίνοντας σε ειδική παρουσίαση της, σε λογαριασμό που είχε ανοίξει στο όνομα του στην Alpha Bank. Την επόμενη δε μέρα, απέσυρε ποσό £100.000 σε μετρητά και £200.027 εκδίδοντας τρεις επιταγές τις οποίες κατέθεσε σε λογαριασμό της Medochemie. Μετά τη λήψη καταθέσεων από την Αστυνομία πληροφορήθηκε ότι κάτοχος του bond ήταν ο κ. Τσαγγάρης. Δεν θα «πλησίαζε» το bond, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, αν γνώριζε ότι ένας από τους τρεις διευθυντές της Medochemie είχε συμφέρον σ' αυτό και το πωλούσε, θέση την οποία εξήγησε θέτοντας το ερώτημα, «όταν οι ίδιοι που γνωρίζουν τα της εταιρείας θα πωλούσαν το bond τους πώς θα με έπειθαν εμένα, πρώτο να αγοράσω, και δεύτερο λόγο γιατί να το κάμω τη στιγμή που οι ίδιοι φεύγουν από το bond, οι ίδιοι διευθυντές της εταιρείας;». Βλέποντας την επιστολή Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 13.6.2001, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επρόκειτο για τις επιλογές που πρόσφερε η Medochemie για επιστροφή του bond στην ονομαστική του αξία ενώ το Τεκμήριο 7 είναι η αίτηση που υπέβαλε για αποπληρωμή της ονομαστικής αξίας του bond, την οποία υπέγραψε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του προς διεκδίκηση του υπόλοιπου ποσού των £200.000 πλέον τόκους. Πήρε από τη Medochemie επιταγή για ποσό £108,371.24 για την αποπληρωμή του bond πλέον οι τόκοι προς 6% (Τεκμήριο 8). Με επιστολή τους ημερομηνίας 30.7.2001 (Τεκμήριο 9), οι δικηγόροι του ζήτησαν από τους εναγόμενους 1-4 όπως του επιστρέψουν το ποσό των £200.000 το οποίο κατακρατούσαν, πράγμα το οποίο αυτοί αρνήθηκαν με επιστολή των δικηγόρων τους, τεκμήριο
  7. Ακολούθως, προχώρησε με την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Κατά την αντεξέταση του απέρριψε υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων ότι στη δεύτερη του επικοινωνία με την Ελληνική του είχε διαμηνυθεί ότι διατίθετο ένα bond για το ποσό των £300.000 χωρίς ωστόσο να του λεχθεί οτιδήποτε σε σχέση με τον κάτοχο. Επέμενε στη θέση του ότι του είχε αναφερθεί πως υπήρχε ένα bond το οποίο ο κάτοχος του επιθυμούσε να πωλήσει και πως ο ίδιος ειδοποίησε «τους ανθρώπους της Ελληνικής» αργότερα για την τιμή του bond. Απέρριψε επίσης τις θέσεις των εναγομένων, μέσα από σχετικές υποβολές, ότι κατά την πρώτη τηλεφωνική του επικοινωνία με τον κ. Λοΐζου ανάφερε στον τελευταίο ότι γνώριζε πως το bond πωλείτο στην τιμή των £300.000 και ότι θα επισκεπτόταν τον κ. Λοϊζου την επόμενη με επιταγή για το ως άνω ποσό απορρίπτοντας επίσης τη θέση πως ο τελευταίος με δεδομένο ότι ο ενάγοντας ήθελε το bond του ζήτησε να του στείλει τα στοιχεία του για να το ετοιμάσει έτσι ώστε να είναι έτοιμο όταν ο ενάγοντας θα τον επισκεπτόταν, ενώ ο ενάγοντας από πλευράς του να έχει το banker's draft. Ανέφερε σχετικά ότι αν γνώριζε ότι το bond πωλείτο στην τιμή των £300.000 δεν θα έπαιρνε τηλέφωνο για να διευθετήσει συνάντηση με τον κ. Λοϊζου και δεν θα επισκεπτόταν τον τελευταίο ο οποίος έκανε «προσπάθειες και προσπάθειες» να τον πείσει να αγοράσει το bond. Δέχτηκε πως όντως έστειλε τα στοιχεία του στον κ. Λοϊζου, τοποθετώντας χρονικά την αποστολή τους μετά από συνάντηση που είχε με τον κ. Λοίζου και κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον τελευταίο όπου του ανακοίνωσε ότι θα αγόραζε το bond. Απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης πως η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Λοϊζου έγινε στις 17.2.2000, ημερομηνία κατά την οποία απέστειλε στον τελευταίο και τα στοιχεία του. Δέχτηκε επίσης ότι όταν στις 18.2.2000 έδωσε την επιταγή υπέγραψε και το bond με αριθμό 200 (Τεκμήριο 14). Σχετικά δε με την πρώτη συνάντηση που είχε με τον κ. Λοΐζου, ανέφερε πως δεν θυμόταν κατά πόσο είχε ζητήσει ο ίδιος τους λόγους γιατί ο κάτοχος του bond το πωλούσε ή τους είχε αναφέρει ο κ. Λοΐζου, φεύγοντας όμως από τη συνάντηση γνώριζε ότι η κα Αμαλία Κυριάκου πωλούσε το bond γιατί είχε οικονομικά προβλήματα. Εξήγησε κατόπιν σχετικής ερώτησης πως δεν γνώριζε κατά πόσο ο κ. Γεωργίου είχε πάρει από τον κ. Λοϊζου αντίγραφο ενός bond πριν από την πρώτη συνάντηση που ο ίδιος είχε με τον κ. Λοΐζου. Ο ίδιος πάντως δεν είχε πάρει τέτοιο αντίγραφο και ουδέποτε συζήτησε τους όρους του bond με τον κ. Γεωργίου. Ούτε είχε διαβάσει τι προνοούσαν οι όροι του bond σχετικά με το θέμα ένταξης των μετοχών της Medochemie στο ΧΑΚ και για την περίπτωση μη ένταξης της. Όπως ανέφερε σχετικά σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, πίστευε στα λεγόμενα του κ. Λοΐζου, ο οποίος δεν άφησε στον ίδιο περιθώρια να πιστεύει πως η Medochemie δεν θα εντασσόταν στο ΧΑΚ και πως η ένταξη της εταιρείας ήταν θέμα χρόνου. Απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι εν πλήρη γνώση του ανέλαβε ένα ρίσκο, λέγοντας ότι οι εναγόμενοι του απέκρυψαν τον πραγματικό κάτοχο του bond και προέβηκαν σε τέτοια παρουσίαση του bond με σκοπό να τον πείσουν να το αγοράσει στο ποσό των £300.
  8. Σε υποβολή ότι με το κλίμα που επικρατούσε το Φεβρουάριο 2000, οι επενδυτές και ο ίδιος παρακαλούσαν τις εταιρείες να τους παραχωρήσουν μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση ή ομόλογα και δεν υπήρχε θέμα να προσπαθήσουν να πείσουν τους επενδυτές να επενδύσουν ανάφερε μεταξύ άλλων, ότι πολύ κοντά στον ως άνω χρόνο του είχε προσφέρει συγκεκριμένη εταιρεία πακέτο μετοχών με υπεραξία, το οποίο όμως απέρριψε μετά που πληροφορήθηκε ότι κάποιοι από τους διευθυντές πωλούσαν δικά τους πακέτα. Τούτο, υποστήριξε καταδεικνύει ότι ο ίδιος δεν έψαχνε οποιαδήποτε μετοχή ή οποιαδήποτε εταιρεία. Επέμενε στη θέση πως αν μάθαινε ότι το bond ή μέρος του πωλούσε αξιωματούχος της Medochemie δεν θα το αγόραζε. Πρέπει εδώ να σημειωθεί πως ο ενάγοντας αντεξέταστηκε σε μάκρος γύρω από τις επισκέψεις του στα γραφεία της Medochemie, για τις ημερομηνίες των επισκέψεων, το σκοπό και το περιεχόμενο τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τη σχετική μαρτυρία του ενάγοντα. Στο ζήτημα αυτό θα αναφερθώ σε άλλο στάδιο της απόφασης. Ο κ. Γιαννάκης Γεωργίου (ΜΕ2), ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση μετοχών στο Τμήμα Επενδύσεων της Ελληνικής Τράπεζας, επιβεβαίωσε ότι ο ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να αγοράσει μετοχές της Medochemie και κατόπιν τούτου, ήρθε σε επικοινωνία με τον κ. Λοΐζου. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν υπήρχαν μετοχές για την εν λόγω εταιρεία αλλά μόνο μετατρέψιμα ομόλογα (convertible bonds), πως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα διαθέσιμο bond αλλά θα προσπαθούσε να εξεύρει. Στη συνέχεια επικοινώνησε μαζί του ο κ. Λοΐζου αναφέροντας του πως είχε εξευρεθεί ένα ομόλογο το οποίο ανήκε σε κάποια κυρία, η οποία χρειαζόταν να το πωλήσει, χωρίς όμως να του αναφέρει την τιμή που ζητούσε η κυρία αυτή. Ο ίδιος γνώριζε «ρωτώντας» για την τιμή πώλησης ότι επρόκειτο για ομόλογα ακέραια των £100.000 έκαστο. Στη συνέχεια επικοινώνησε με τον ενάγοντα αναφέροντας του ότι υπήρχε διαθέσιμο ομόλογο και αν ενδιαφερόταν να επικοινωνήσει ο ίδιος με τον κ. Λοΐζου. Δεν ανέφερε οτιδήποτε στον ενάγοντα για την τιμή του ομολόγου. Ακολούθως επικοινώνησε μαζί του ο ενάγοντας, μετά από συνάντηση που είχε με τη Medochemie, πληροφορώντας τον πως κάτοχος του ομολόγου ήταν μια κυρία και η τιμή του ομολόγου ήταν £300.
  9. Επειδή επρόκειτο για αξιόλογη επένδυση επικοινώνησε εκ νέου με τον κ. Λοΐζου, για να ρωτήσει περαιτέρω για την εταιρεία. Ο κ. Λοΐζου του ανέφερε ότι αυτό ήταν το ποσό που ζητούσε η κυρία που είχε το ομόλογο, ότι επρόκειτο για πολύ καλή, σοβαρή εταιρεία και πως το εν λόγω ποσό δεν ήταν υπερβολικό για επένδυση στη συγκεκριμένη εταιρεία. Περαιτέρω, είχαν πωληθεί ομόλογα σε ψηλότερες τιμές. Μετέφερε τα όσα του ανέφερε ο κ. Λοΐζου στον ενάγοντα. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο ίδιος είχε αναφέρει την τιμή των £300.000 στον ενάγοντα, προσθέτοντας πως του είχε προκαλέσει έκπληξη το ύψος του ποσού όταν το πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν γνώριζε το ύψος του ποσού εκ των προτέρων. Εξάλλου, του είχε αποσταλεί κάποιο κενό ομόλογο (Τεκμήριο 3) στο οποίο αναφερόταν το ποσό των £100.
  10. Δεν μελέτησε τους όρους του ομολόγου αφού ο ενάγοντας του είχε ζητήσει να έρθει σε επαφή με τη Medochemie και αυτό έκανε. Θυμόταν ωστόσο πως το ομόλογο προέβλεπε για την επιστροφή των χρημάτων με τόκο σε περίπτωση που η εταιρεία τελικά δεν πετύχαινε στην ένταξη της. Ερωτηθείς σχετικά με τα «υπολογιζόμενα ρίσκα» και τα «κερδοσκοπικά ρίσκα» με αναφορά στο επίδικο ομόλογο ανέφερε πως δεν του «φάνταζε» ρίσκο να «τοποθετηθεί» ποσό £100.000 σε ένα bond της Medochemie αλλά σε ό, τι αφορά τη συγκεκριμένη πράξη αγοράς του ομολόγου στην τιμή των £300.000 δεν θα ανέμενε τα ομόλογα μιας σοβαρής εταιρείας όπως της εναγόμενης, «να εξαντληθούν και σε ένα μικρό διάστημα μιας ημέρας ίσως και λιγότερο να βρεθεί κάποιο ομόλογο διαθέσιμο και μάλιστα σε μια κυρία η οποία ηύρε τις £100.000 να το αγοράσει και που βρέθηκε αμέσως να θέλει να το πωλήσει». Αυτή θα ήταν κυρίως η δική του ανησυχία. Ωστόσο δεν κοινοποίησε την ανησυχία του στον ενάγοντα αφού ο ρόλος του ήταν να έρθει σε επαφή με την εταιρεία, να μάθει ορισμένα πράγματα και να τα αναφέρει, τίποτε άλλο. Σε ερώτηση αν αντιλήφθηκε τότε ο ενάγοντας να είχε επίγνωση του κινδύνου, να ανησυχούσε, είπε πως κάποια ανησυχία υπήρχε, εξηγώντας επανεξεταζόμενος πως ο ενάγοντας ανησυχούσε για το ύψος της επένδυσης και μήπως «κάτι πάει λάθος» ως, για παράδειγμα, η μη δημοσιοποίηση της εταιρείας. Θυμόταν πολύ καλά ότι ο ίδιος δεν προέτρεψε ούτε απέτρεψε τον ενάγοντα από το να γίνει κάτοχος του ομολόγου. Σύμφωνα με τον Αντώνη Χαρίτου (ΜΕ3), υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας, ο ενάγοντας του ανάφερε σε επίσκεψη του τελευταίου στο γραφείο του πως προβληματιζόταν για την αγορά ενός «πακέτου ομολόγων» που του προσφέρθηκε σε συνάντηση που είχε με τον κ.Λοϊζου. Πιο συγκεκριμένα τον προβλημάτιζε το γεγονός ότι η αξία του πακέτου ήταν £100.000 ενώ του προσφερόταν στην τιμή των £300.
  11. Ανέφερε στον ενάγοντα πως γνώριζε «τα παιδιά στη Medochemie», πιο πολύ τον Ανδρέα Λοΐζου και, αν ήθελε, να του τηλεφωνήσει για να πάρει κάποιες πληροφορίες. Έτσι και έγινε. Ο κ. Λοΐζου του ανάφερε πως υπήρχε κάποια καλή περίπτωση, μια κυρία η οποία για διάφορους λόγους ήθελε να πωλήσει το πακέτο αυτό, και ότι θα τον επισκεπτόταν στην τράπεζα για να του εξηγήσει για το πακέτο και «τα συναφή για τη Medochemie». Είχε αναφέρει στον κ. Λοΐζου ότι για το πακέτο αυτό ενδιαφερόταν κάποιος πελάτης του. Ακολούθησε επίσκεψη του κ. Λοΐζου στο γραφείο του κατά την οποία ο τελευταίος του ανέφερε πως επρόκειτο για καλή ευκαιρία, η εταιρεία «θα έμπαινε στο ΧΑΚ τουλάχιστο με £10 το μίνιμουμ τη μετοχή και ότι πωλήθηκαν διάφορα πακέτα της τάξης των £500.000 και £800.000 στη Λευκωσία». Του ανέφερε επίσης πως ο κάτοχος του ομόλογου ήταν κάποια κυρία. Τα πιο πάνω ο μάρτυρας μετέφερε ο μάρτυρας στον ενάγοντα. Από την αντεξέταση του μάρτυρα σημειώνεται πως δεν θυμόταν κατά πόσο είχε αναφέρει στον κ. Λοΐζου όταν του τηλεφώνησε πως μιλούσε για λογαριασμό του ενάγοντα. Ο ρόλος του ιδίου ήταν να φέρει σε επαφή δύο φίλους, πελάτες. Εξήγησε σχετικά ότι εργαζόταν στο International Business Center της Ελληνικής Τράπεζας και όχι «σε μετοχές». Όταν του έθεσε τον προβληματισμό του ο ενάγοντας ο τελευταίος είχε ήδη συναντηθεί με τον κ. Λοϊζου και ήθελε να πάρει κάποια πιστοποίηση ότι πράγματι το πακέτο αυτό ήταν καλό. Ήταν δε παράκληση του ενάγοντα να πάρει ο μάρτυρας περισσότερες πληροφορίες γιατί γνώριζε τον κ. Λοϊζου. Ο κ. Ανδρέας Ζαχαρίου (ΜΕ4), εξάδελφος του ενάγοντα, έχει καταθέσει ότι το 2000 ασχολείτο με τη διαχείριση ξενοδοχείων μέσω συγκεκριμένων εταιρειών του. Μέσα στα πλαίσια των εργασιών του απέκτησε μετοχές στην εταιρεία Eros Travel and Τours Ltd («Eros») η οποία σκόπευε να ενταχθεί στο ΧΑΚ την περίοδο εκείνη. Η Eros είχε αγοράσει το 70% δικών του εταιρειών και ο ίδιος είχε διοριστεί στο διοικητικό της συμβούλιο ασκώντας παράλληλα καθήκοντα οικονομικού διευθυντή. Αρχές του Ιανουαρίου 2000, ήρθε σε επαφή με τον ενάγοντα με σκοπό να πωλήσει στον τελευταίο 200,000 μετοχές στην Eros στην τιμή των 60-65 σεντ ανά μετοχή. Η μετοχή τότε διατίθετο στο κοινό στην τιμή των 50 σεντ. Ο ενάγοντας αρχικά δέχτηκε να τις αγοράσει αλλά 2-3 μέρες αργότερα του ανέφερε πως δεν ενδιαφερόταν πλέον γιατί, όπως του εξήγησε αργότερα, πωλούσε ο ίδιος (ο μάρτυρας) μετοχές του και είχε μάθει πως πωλούσε και άλλος κύριος μέτοχος μετοχές, κάτι που ο ενάγοντας δεν θεωρούσε ορθό. Για το λόγο αυτό αποφάσισε να μην προχωρήσει με την αγορά. Εξήγησε αντεξεταζόμενος σχετικά με την τιμή πώλησης της μετοχής της Eros πως ενώ η τιμή που ζητούσε η εταιρεία ανά μετοχή ήταν 50 σεντ η εταιρεία δεν είχε εισαχθεί στο ΧΑΚ και, ως εκ τούτου, γίνονταν αγοραπωλησίες σε οποιαδήποτε τιμή. Στην αγορά η μετοχή πωλείτο στην τιμή των 70-80 σεντ, οπότε οι μετοχές που είχε προσφέρει στον ενάγοντα ήταν σε χαμηλότερη τιμή. Ο ενάγοντας «τράβηξε πίσω» από την αγορά των μετοχών όταν έμαθε ότι ο ίδιος και ο κύριος μέτοχος της Eros είχαν προσεγγίσει ένα από τους λογιστές της εταιρείας, ο οποίος τύγχανε να είναι φίλος και λογιστής του ενάγοντα, με σκοπό να του πωλήσουν μετοχές. Ο κ. Λοΐζου (ΜΥ1), κατάθεσε ότι περί τις αρχές 2000 ήταν ο οικονομικός διευθυντής της Medochemie για τις θυγατρικές της εταιρείες και τα γραφεία αντιπροσωπείας της στο εξωτερικό. Μαζί με τον κ. Πίττα, ο οποίος ήταν και ο κύριος ιδιοκτήτης της Medochemie, ήταν υπεύθυνος και για τη δημοσιοποίηση της τελευταίας. Ποτέ όμως δεν υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ούτε μέτοχος της κατά τον χρόνο που ο ενάγοντας αγόρασε το επίδικο ομόλογο. Ο κ. Τσαγγάρης, ο οικονομικός διευθυντής της Medochemie για τις εσωτερικές της εργασίες και υπεύθυνος του λογιστηρίου της στην Κύπρο, δεν είχε σχέση με τη δημοσιοποίηση της εταιρείας. Το ενημερωτικό δελτίο της Medochemie κατατέθηκε στις 18.7.2000 και η αίτηση της για εισαγωγή στο ΧΑΚ αποσύρθηκε προς το τέλος του Γενάρη
  12. Γύρω στις 10.1.2000 η Medochemie άρχισε να δέχεται αιτήσεις για απόκτηση μετατρέψιμων ομολόγων. Ήταν 200 ομόλογα σε αριθμό αξίας £100.000 έκαστο. Λόγω της τεράστιας ζήτησης, όλα τα ομόλογα είχαν εκδοθεί μέχρι τις 2.2.
  13. Τηρούσε ο ίδιος το μητρώο των ομολόγων. Μερικά από αυτά είχαν εκδοθεί προς κάποια διευθυντικά στελέχη της Medochemie τα οποία όμως δεν ενεγράφησαν στο δικό τους όνομα γιατί ο κ. Πίττας, ο οποίος είχε αποφασίσει να διατεθούν ομόλογα σε πολύ μικρό αριθμό στελεχών, δεν ήθελε να γίνουν παρεξηγήσεις μεταξύ του προσωπικού. Στις πλείστες περιπτώσεις τα ομόλογα γράφτηκαν σε εταιρείες nominee. Είχε πάρει και ο ίδιος μετατρέψιμα ομόλογα αλλά δεν διέθεσε κανένα από τα δικά του γιατί κατά την κρίση του και βάσει άλλων πληροφοριών «που έρχοντο από τη Λευκωσία» η εισδοχή της Medochemie στο ΧΑΚ αναμένετο να επιφέρει καλά κέρδη. Κατά την περίοδο 10-15.2.2000 επικοινώνησαν μαζί του οι Γιαννάκης Γεωργίου και Χρίστος Χαϊλής από την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) ρωτώντας, απ' ότι θυμόταν, αν υπήρχαν μετοχές της Medochemie. Τους ανέφερε ότι η Medochemie είχε εκδώσει και διαθέσει όλα τα μετατρέψιμα ομόλογα αλλά θα επικοινωνούσε μαζί τους αν μάθαινε ότι τρίτο πρόσωπο πωλούσε το ομόλογο του. Στη συνέχεια επικοινώνησε με τον κ. Τσαγγάρη αφού γνώριζε ότι ο τελευταίος ίσως να ενδιαφερόταν να πωλήσει το ομόλογο του. Εξήγησε ότι αποτάθηκε στον κ. Τσαγγάρη καθότι ο τελευταίος ήταν ο δεύτερος στην τάξη από τα στελέχη της εταιρείας και, ως υπεύθυνος του λογιστηρίου, είχε πιο συχνή επαφή μαζί του. Ο κ. Τσαγγάρης επανήλθε λέγοντας του ότι ήταν διατεθειμένος να πωλήσει το ομόλογο του στην τιμή των £300.000, ζητώντας του παράλληλα να επικοινωνήσει με «την Ελληνική» να τους το αναφέρει. Επικοινώνησε με «την Ελληνική» 1-2 μέρες μετά την αρχική επικοινωνία των υπαλλήλων της τελευταίας, αναφέροντας τους πως υπήρχε ένα μετατρέψιμο ομόλογο το οποίο ήταν προς πώληση στην τιμή των £300.
  14. Αυτοί του ζήτησαν να τους στείλει το ομόλογο για να δουν τι αγόραζε ο πελάτης τους, όπως και έκανε. Διευκρίνισε πως αναφερόμενος στην επικοινωνία του με τους πιο πάνω υπαλλήλους της Ελληνικής χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό αριθμό καθότι δεν μπορούσε να διαχωρίσει ποια συνομιλία είχε με τον κ. Γεωργίου και ποια με τον κ. Χαϊλή. Ο κ. Γεωργίου ήταν ο κύριος συνομιλητής του αλλά, όπως φαινόταν στο «organizer» του που είχε ενώπιον του και συμβουλευόταν όταν κατάθετε ενόρκως, είχε επικοινωνήσει και ο κ. Χαϊλής μαζί του 1-2 φορές για το ίδιο θέμα. Οι υπάλληλοι της Ελληνικής πρέπει να επικοινώνησαν μαζί του στις 17.2.2000 για να τον πληροφορήσουν ότι θα επικοινωνούσε μαζί του ο ενάγοντας ο οποίος όντως ενδιαφερόταν να προχωρήσει με την αγορά του ομόλογου στην τιμή των £300.
  15. Σε εκείνο το στάδιο δεν τον είχαν ρωτήσει ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του ομολόγου. Ούτε αναφέρθηκε οτιδήποτε, εξ όσων θυμόταν, στους υπαλλήλους της Ελληνικής Τράπεζας που να σχετίζεται με το κατά πόσο επρόκειτο για καλή επένδυση ή όχι. Ο ενάγοντας επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς στις 17.2.2000 αναφέροντας του πως ήταν ο πελάτης της Ελληνικής και ότι ήθελε να προχωρήσει με την αγορά του ομολόγου. Εξήγησε στον ενάγοντα ότι έπρεπε να του στείλει κάποια στοιχεία για να ετοιμάσει το μετατρέψιμο ομόλογο στο όνομα του τελευταίου ο οποίος έπρεπε επίσης να εκδώσει επιταγή στο όνομα της Αμαλίας Κυριάκου. Παρότι η Αμαλία Κυριάκου ήταν η εγγεγραμμένη δικαιούχος του ομολόγου ο ίδιος γνώριζε ποιο στέλεχος ήταν πίσω από κάθε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Δεν γνώριζε όμως το συμφέρον του κ. Τσαγγάρη στο ομόλογο - αν ήταν μερικό ή 100%. Tο απόγευμα της ιδίας μέρας ο ενάγοντας του έστειλε με φαξ τα στοιχεία που του είχε ζητήσει. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
  16. Αφού έλαβε το φαξ, προέβηκε σε διευθετήσεις για να υπογραφεί από την κα Αμαλία Κυριάκου η μεταφορά του ομολόγου στο όνομα του ενάγοντα και να υπογραφεί από τους διευθυντές της Medochemie καινούργιο πιστοποιητικό στο όνομα και με τα στοιχεία του ενάγοντα. Επίσης ετοιμάστηκε μια πρόχειρη απόδειξη που θα υπογραφόταν από την κα Αμαλία Κυριάκου ότι πήρε την επιταγή. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  17. Ακολούθως, επικοινώνησε με τον ενάγοντα - στις 18.2.2000, όπως «φανταζόταν» - και αφού του ανάφερε πως τα έγγραφα από τη δική του πλευρά ήταν έτοιμα για τη μεταβίβαση, διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο του στις 18.2.
  18. Όπως υπέθετε από σχετική καταχώριση στο organizer του, για το μεσημέρι (12.00) της 18.2.
  19. Η πρώτη συνάντηση που είχε με τον ενάγοντα πρόσωπο με πρόσωπο ήταν στις 18.2.
  20. Επειδή ο ενάγοντας αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του πως είχαν συναντηθεί τρεις και όχι δύο φορές στο γραφείο του και πως η μία φορά ήταν πριν από τις 18.2.2000, ζήτησε και εξασφάλισε από το Τμήμα Ασφαλείας τα έντυπα τα οποία οι επισκέπτες στην Medochemie υπέγραφαν κατά την είσοδο και έξοδο τους στην εταιρεία για την περίοδο 8.2.2000 - 18.2.2000 (Τεκμήριο 17). Εξήγησε σχετικά πως επειδή η Medochemie είναι φαρμακευτική εταιρεία και για λόγους ασφάλειας τόσο της παραγωγής όσο και των εγγράφων, όλοι οι επισκέπτες εξαιρουμένου του προσωπικού, κατά την είσοδο και την έξοδο τους υπογράφουν σχετικό έντυπο στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, η ώρα εισόδου και εξόδου τους. Στη συνάντηση της 18.2.2000, ο ενάγοντας έφερε μαζί του επιταγή εκδομένη από την Ελληνική Τράπεζα με δικαιούχο την Αμαλία Κυριάκου και υπέγραψε το μετατρέψιμο ομόλογο με αριθμό 200 και αριθμό πιστοποιητικού 200 σαν αποδοχή της μεταβίβασης του ομολόγου αυτού από την κα Κυριάκου προς τον ενάγοντα και την απόδειξη παραλαβής του δικού του ομολόγου με αριθμό εγγραφής 200 και αριθμό πιστοποιητικού
  21. Ο ενάγοντας υπέγραψε επίσης την απόδειξη που ο μάρτυρας είχε ετοιμάσει η οποία δόθηκε στον ενάγοντα σε νέα συνάντηση που είχαν στις 22.2.2000 υπογραμμένη επίσης από την κα Κυριάκου μετά που η τελευταία πήρε την επιταγή. Ο ενάγοντας τον ρώτησε στη συνάντηση τι νόμιζε για την Medochemie και την επένδυση και του απάντησε πως προσπαθούσαν να εισάξουν την Medochemie όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Σε ερώτηση του ενάγοντα κατά πόσο το ποσό των £300.000 ήταν λογικό, του ανέφερε ότι εξ όσων είχε ακούσει, είχαν γίνει πράξεις μέσω δικηγορικών γραφείων στη Λευκωσία «όπου νέοι ιδιοκτήτες πλήρωσαν για κάθε λίρα του ομολόγου £5». Επίσης του ανέφερε ότι πριν από την πράξη αυτή, μεταξύ του ενάγοντα και της κυρίας Κυριάκου, δεν είχε ζητηθεί άλλη μεταφορά ομολόγου στο μητρώο το οποίο τηρούσε ο ίδιος. Εξ όσων θυμόταν δεν συζήτησε οτιδήποτε με τον ενάγοντα σε σχέση με το δικαιούχο του ομόλογου. Ο ενάγοντας δεν φαινόταν σε καμία περίπτωση να τον ενδιέφερε ποιος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ομολόγου, δηλαδή δεν του είχε ζητήσει και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει αν μαζί με την κα Κυριάκου υπήρχαν άλλοι συνιδιοκτήτες. O ίδιος από μόνος του δεν σκέφτηκε να μιλήσει με τον ενάγοντα για το θέμα αυτό, δηλαδή ποιος ήταν ο κύριος δικαιούχος του ομολόγου, καθότι δεν πίστευε ότι ήταν κάτι που θα έπρεπε να αναφέρει στον ενάγοντα χωρίς να το είχε ζητήσει ο ίδιος. Περαιτέρω, δεν έκανε καμία προσπάθεια να πείσει τον ενάγοντα να αγοράσει το επίδικο ομόλογο ούτε προσπάθησε να παραπλανήσει τον ενάγοντα όπως ο τελευταίος υπαινίσσεται. Σε σχετική ερώτηση απάντησε πως ούτε ο κ. Τσαγγάρης αλλά ούτε και ο κ. Πίττας συναντήθηκαν με τον ενάγοντα είτε στις 18 είτε στις 22.2.
  22. «Φανταζόταν» όμως ότι ο κ. Πίττας είχε ενημερωθεί είτε από τον ίδιο είτε από τον κ. Τσαγγάρη για τη συναλλαγή που επίκειτο, καθότι δεν μπορούσε να γίνει καμιά μεταφορά μετατρέψιμου ομολόγου χωρίς την έγκριση του διευθύνοντα συμβούλου και κύριου μετόχου, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που υπέγραψε όλα τα πιστοποιητικά των μετατρέψιμων ομολόγων εκ μέρους της Medochemie. Ο ενάγοντας επισκέφθηκε εκ νέου το μάρτυρα στις 22.2.2000 για να πάρει την απόδειξη που η Αμαλία Κυριάκου είχε στο μεταξύ υπογράψει για την παραλαβή της επιταγής των £300.
  23. Κατά τον Απρίλιο 2000 στάληκε κάποια επιστολή από την Medochemie σε όλους τους κατόχους των μετατρέψιμων ομόλογων ζητώντας τους παράταση του χρόνου εισδοχής της Medochemie στο ΧΑΚ, για τους λόγους που εξήγησε ο μάρτυρας, και στην οποία ο ενάγοντας συγκατατέθηκε. Ακολούθως, το Φθινόπωρο του 2000, του τηλεφώνησε ο ενάγοντας ρωτώντας σχετικά με την εισδοχή της Medochemie στο ΧΑΚ. Εξ όσων θυμόταν του απάντησε πως οι προσπάθειες συνεχίζονταν. Στο μεταξύ όμως το ΧΑΚ «άρχισε να παίρνει την κατιούσα», πολλές άλλες εταιρείες τους είχαν προλάβει και είχαν καταθέσει και αυτές ενημερωτικό δελτίο ενώ οι κανονισμοί του ΧΑΚ άρχισαν να γίνονται πιο αυστηροί με αποτέλεσμα η εξέταση των ενημερωτικών δελτίων να καθυστερεί. Προηγείτο η εξέταση των δελτίων 50 -60 άλλων εταιρειών πριν από τη Medochemie. Όλα αυτά τα ανέφερε στον ενάγοντα ο οποίος παρουσιάστηκε ανήσυχος γιατί αν δεν εντασσόταν η Medochemie στο ΧΑΚ γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι θα του επιστρεφόταν το ποσό των £100.000 που ήταν η ονομαστική αξία του ομολόγου πλέον τόκος προς 6%. Τον ξαναπήρε τηλέφωνο ο ενάγοντας - δεν θυμόταν πότε - και του ανέφερε πως ανησυχούσε και θα ήθελε να επικοινωνήσει με την κα Κυριάκου σε μια προσπάθεια, όπως φανταζόταν ο μάρτυρας, να του επιστρέψει κάποια χρήματα. Ανέφερε στον ενάγοντα ότι για να κάνει κάτι τέτοιο έπρεπε να πάρει εξουσιοδότηση. Ως εκ τούτου, επικοινώνησε με την κα Κυριάκου και τον κ. Τσαγγάρη αλλά δεν πήρε τέτοια εξουσιοδότηση, γεγονός που μετέφερε στον ενάγοντα τηλεφωνικώς. Ακολούθως ο ενάγοντας κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, στην οποία έδωσε και ο ίδιος κατάθεση. Ήταν η θέση του πως ο ενάγοντας δεν επικοινώνησε μαζί του τον Απρίλη 2000 ούτε ο ίδιος ανέφερε στον ενάγοντα ότι η Medochemie είχε καταθέσει ενημερωτικό δελτίο στο ΧΑΚ. Σε ό,τι αφορά τον κ. Χαρίτου (ΜΕ3) ανέφερε ότι τον γνώριζε και ότι παρόλο που δεν θυμόταν να είχε συζητήσει μαζί του για την αγορά ομολόγου από κάποιο πελάτη του τελευταίου, δεν πίστευε - γνωρίζοντας τον κ. Χαρίτου για «τόσα χρόνια» - ότι αυτός θα ερχόταν στο Δικαστήριο να πει ψέματα. Περαιτέρω, δεν θυμόταν να είχε αναφέρει στον κ. Χαρίτου πως η μετοχή της Medochemie αναμενόταν «να μπει στις £10». Δεν θα ήταν λογικό να αναφέρει ο ίδιος κάτι τέτοιο καθότι στο στάδιο εκείνο δεν είχε γίνει ακόμη η αποτίμηση της αξίας της Medochemie με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει κανείς σε ποια τιμή θα γινόταν η εισδοχή της μετοχής. Η αποτίμηση της εταιρείας έγινε το Σεπτέμβριο 2000 αφού μεσολάβησε η υποδιαίρεση της μετοχής. Για κάθε μετοχή της μίας λίρας δημιουργήθηκαν πέντε μετοχές των 20 σεντ· η μετοχή των 20 σεντ αποτιμήθηκε από τους χρηματιστές και λογιστές της εταιρείας μεταξύ 72 και 85 σεντ. Όταν η Medochemie έστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 6, στους κατόχους ομολόγων, εξακολουθούσε να έχει πρόθεση να εισάξει τις μετοχές της στο ΧΑΚ. Γι' αυτό, με την επιστολή εκείνη, δόθηκαν στους κατόχους οι υπαλλακτικές λύσεις, είτε να πάρουν το ποσό των £100.000 μαζί με τόκους προς 6% μείον την άμυνα είτε να ανταλλάξουν το ομόλογο με ένα καινούργιο ομόλογο που παρείχε στην Medochemie το δικαίωμα να εισαχθεί στο ΧΑΚ μέχρι τον Ιούνιο 2005 - καθότι οι χρηματιστές της Medochemie ανέμεναν πως θα χρειαζόταν κάποιος χρόνος για να αναστραφεί το κλίμα - διαφορετικά η Medochemie θα πλήρωνε σύνθετο τόκο 12% ετησίως. Πρόθεση της εταιρείας ήταν να εισαχθεί στο ΧΑΚ μέχρι τον Ιούνιο
  24. Αρχές του 2002 όμως αποφασίστηκε να αποσυρθεί η σχετική αίτηση της, βάσει και συμβουλής των χρηματιστών της εταιρείας, διότι «το κλίμα» δεν φαινόταν να είχε αναστραφεί μέχρι τότε. Επίσης το ΧΑΚ ζητούσε όπως κάθε έξι μήνες γίνει αναθεώρηση του ενημερωτικού δελτίου ενσωματώνοντας τα εξαμηνιαία αποτελέσματα και τις νέες εξελίξεις που αφορούσαν στην εταιρεία, διαδικασία η οποία ήταν δαπανηρή και χρονοβόρα. Για τους λόγους αυτούς η εταιρεία αποφάσισε να αποσύρει την αίτηση της ευελπιστώντας ότι μέχρι τον Ιούνιο 2005 θα αναστρεφόταν το κλίμα. Από την αντεξέταση του μάρτυρα σημειώνονται τα ακόλουθα. Η έκδοση μετατρέψιμων ομολόγων επρόκειτο για μεταβατικό στάδιο, πριν από τη διάθεση των μετοχών της Medochemie με ιδιωτική τοποθέτηση, όπως αναγραφόταν και στο ομόλογο. Απέρριψε την υποβληθείσα σε αυτόν θέση του ενάγοντα ότι για τον τελευταίο είχε σημασία να γνωρίζει ότι ο πραγματικός δικαιούχος ήταν ένα ανώτερο στέλεχος της εταιρείας, επαναλαμβάνοντας πως ο ενάγοντας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ούτε να γνωρίσει το άτομο, ούτε να διαβάσει το μετατρέψιμο ομόλογο. Ερωτηθείς γύρω από την υπογραφή του Τεκμηρίου 14, το οποίο ο μάρτυρας αποκάλεσε «Μεταφορά του ομολόγου», είπε πως μετά που έλαβε το φαξ από τον ενάγοντα με τα στοιχεία του τελευταίου, ζήτησε από τον κ. Τσαγγάρη όπως διευθετήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου 14 από την κα Αμαλία Κυριάκου. Η τελευταία υπέγραψε το έγγραφο πρώτη, πριν από τον ενάγοντα, ενώ ο ενάγοντας το υπέγραψε στην παρουσία του. Δεν θυμόταν κατά πόσο, όταν υπέγραψε η κα Κυριάκου το έγγραφο, υπήρχαν και τα στοιχεία του ενάγοντα ή είχαν προστεθεί μεταγενέστερα. Όταν ο κ. Τσαγγάρης του επέστρεψε το έγγραφο, ήταν υπογραμμένο και από τον τελευταίο σαν μάρτυρας της υπογραφής της κας Κυριάκου. Μαζί με το έγγραφο, Τεκμήριο 14, ο κ. Τσαγγάρης έφερε επίσης υπογραμμένη, απόδειξη από την κα Κυριάκου ότι παρέλαβε την τραπεζική επιταγή, η οποία θα δινόταν στον ενάγοντα εφόσον προσκόμιζε την επιταγή και υπέγραφε το Τεκμήριο 14, όπως και έπραξε. Αμέσως στη συνέχεια αναίρεσε τη δήλωσή του πως η απόδειξη της επιταγής προσκομίστηκε μαζί με το Τεκμήριο 14, καθότι, όπως είπε, εξ όσων θυμόταν, η απόδειξη (Τεκμήριο 2) υπεγράφη μετά που πήρε την επιταγή και ο ενάγοντας επανήλθε στις 22.2.2000 για να πάρει την απόδειξη. Το εν λόγω έγγραφο όμως του το είχε παραδώσει ο κ. Τσαγγάρης υπογραμμένο από την κα Κυριάκου και τον κ. Τσαγγάρη πριν από τις 22.2.
  25. Το Τεκμήριο 2 πρέπει να υπέγραψε πρώτος ο ενάγοντας ενώ ο τελευταίος πρέπει πριν από το έγγραφο Τεκμήριο 2 να υπέγραψε το έγγραφο Τεκμήριο 14 για να μπορεί να εκδοθεί το νέο μετατρέψιμο ομόλογο στο όνομα του. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε την κα Κυριάκου απάντησε καταφατικά εξηγώντας πως αυτή εργάζεται σε οικογενειακή επιχείρηση του ιδίου ως διευθύντρια εργασιών της συγκεκριμένης εταιρείας. Ο κ. Τσαγγάρης είναι οικογενειακός της φίλος. Σε υποβολή ότι «τον δε πραγματικό σας αντιπροσωπευόμενο principal ουδέποτε τον αποκαλύψετε σας υποβάλλω στον ενάγοντα» απάντησε πως δεν του ζητήθηκε. Σύμφωνα με τον κ. Ανδρέα Τσαγγάρη (ΜΥ2), η συμμετοχή του στο επίδικο ομόλογο ήταν στο ποσοστό του 80%. Το υπόλοιπο ποσοστό κατείχετο από άτομα του συγγενικού και φιλικού του περιβάλλοντος. Όταν ο κ. Λοΐζου τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν να πωλήσει το ομόλογο που ήταν στην κατοχή του, του ανέφερε πως το πωλούσε στην τιμή των £300.000 αφ' ενός γιατί γνώριζε «ότι αυτή ήταν η τάση της εποχής και αφ' ετέρου γιατί ήταν ένα καλό ποσό». Ήλθε στη συνέχεια σε επαφή με την κα Αμαλία Κυριάκου για να την ενημερώσει ότι το ομόλογο θα πουλιόταν και θα έπαιρνε το ποσό που της αντιστοιχούσε σύμφωνα με την επιταγή. Εξασφάλισε την υπογραφή της κας Κυριάκου τόσο στη μεταβίβαση του ομολόγου όσο και στην οπισθογράφηση της τραπεζικής επιταγής που είχε δώσει ο ενάγοντας, αφού της παρέδωσε το ποσό το οποίο της αντιστοιχούσε. Ακολούθως αφού κατάθεσε την επιταγή σε λογαριασμό που άνοιξε στην Alpha Bank ζήτησε από την τράπεζα όπως εκδοθούν τρεις τραπεζικές επιταγές προς την Medochemie για το συνολικό ποσό των £200.000 περίπου, με σκοπό να αποπληρωθούν συγκεκριμένα ποσά που ο ίδιος όφειλε προς την Medochemie για χρήματα που απέσυρε από την τελευταία. Το υπόλοιπο ποσό το απέσυρε σε μετρητά παραδίδοντας και στους υπόλοιπους συμμετέχοντες στο ομόλογο τα ποσά που τους αντιστοιχούσαν. Ο κ. Πίττας είχε ενημερωθεί για την πώληση του ομολόγου αλλά δεν πήρε καμία θέση καθότι είχε εμπιστοσύνη πού ο ίδιος θα διέθετε το ομόλογο. Διευκρίνισε αντεξεταζόμενος πως η Medochemie δε διέθετε οργανόγραμμα σχετικό με την ιεραρχία στην εταιρεία αλλά τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία θεωρούσαν ότι κατείχε ψηλή θέση στην τελευταία. Ήταν δε άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του εναγόμενου 2, Δρα Πίττα. Το επίδικο ομόλογα ήταν το μόνο που απέκτησε από τα 200 που εκδόθηκαν. Ο Δρ. Πίττας του είχε αναφέρει ότι τα ομόλογα θα διατίθεντο επιλεκτικά σε μερικά στελέχη της εταιρείας και θα ήταν «καλό» όπως μη εγγραφούν στο όνομα αυτών που θα τα έπαιρναν προς αποφυγή παρεξηγήσεων με στελέχη στα οποία δεν θα προσφέρονταν ομόλογα. Αφού αποφάσισε να αποκτήσει το ομόλογο, κοινοποίησε την πρόθεση του σε άτομα του στενού οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος ρωτώντας κάποιους από αυτούς, σύμφωνα με την «τάση της εποχής» αν ήθελαν να συμμετάσχουν στο ομόλογο με ένα ποσοστό ενώ άλλοι τον προσέγγισαν οι ίδιοι. Οι συμμετέχοντες στο ομόλογο του κατέβαλαν το συνολικό ποσό των ΛΚ20.000 ενώ για την αγορά του εξασφάλισε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου. Οι οφειλές του προς τη Medochemie, οι οποίες ακόμη υπάρχουν, είχαν δημιουργηθεί πριν από την έκδοση των ομόλογων. Κατά το Φεβρουάριο 2000 ανέρχονταν σε ποσό πέραν των ΛΚ200.
  26. Εξήγησε πως οι οφειλές αυτές δημιουργούνται από την απόσυρση κάποιων ποσών και κατ' επέκταση την οφειλή αυτών των ποσών προς την εταιρεία. Η απόσυρση γινόταν με την έκδοση επιταγής ενώ δικαίωμα υπογραφής είχε ο ίδιος. Την απόφαση του να πωλήσει το ομόλογο την κοινοποίησε στον κ. Λοίζου προφορικά. Σε κάποιο χρονικό σημείο ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι η προσφορά του έγινε αποδεκτή παραδίδοντας του ακολούθως τραπεζική επιταγή για το ποσό των ΛΚ300.
  27. Στη συνέχεια αφού το ζήτησε από την κα Κυριάκου η τελευταία οπισθογράφησε την επιταγή στο γραφείο του ενώ υπέγραψε και την απόδειξη παραλαβής του ποσού και το έγγραφο μεταβίβασης του ομολόγου στο όνομα του ενάγοντα, χωρίς να είναι σε θέση ο ίδιος να αναφέρει με ποια σειρά υπογράφτηκαν τα έγγραφα. Για την επίδικη πράξη του έχει επιβληθεί φορολογία πέραν των ΛΚ90.
  28. Πληροφορήθηκε το όνομα του αγοραστή του ομολόγου για πρώτη φορά όταν τον επισκέφθηκε η Αστυνομία μετά την καταγγελία του ενάγοντα. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο μάρτυρας κατάθεσε, μεταξύ άλλων, κατάσταση λογαριασμού που ο ίδιος είχε με τη Medochemie κατά το έτος 2000 (Τεκμήριο 19), την ειδοποίηση επιβολής φορολογίας για το ίδιο έτος (Τεκμήριο 20), την κατάσταση του λογαριασμού δανείου του (Τεκμήριο 21) και την κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού του (Τεκμήριο 22). Εξήγησε ότι οι καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών του Τεκμήρια 23, 24 και 25 είναι σχετικές με τα χρήματα που αυτός έλαβε στις 7.1.2000 για το 20% του ομολόγου στο οποίο συμμετείχαν άλλα πρόσωπα ενώ τα Τεκμήρια 27 και 28 είναι αντίστοιχα οι οικονομικές καταστάσεις της Medochemie για το έτος 2000 και ο ενοποιημένος λογαριασμός της εταιρείας για το πρώτο εξάμηνο του 2000 μαζί με το ενημερωτικό δελτίο που κατατέθηκε τον Οκτώβριο του ιδίου έτους. Ο Άλκης Λοϊζίδης ΜΥ3, διευθυντής της εταιρείας Global Capital Securities and Financial Services (η «Gobal»), η οποία παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, έχει καταθέσει ότι κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, η ως άνω εταιρεία, μέσω του ιδίου και δύο άλλων προσώπων, ενήργησε ως σύμβουλος έκδοσης για την εισαγωγή των τίτλων της Medochemie στο ΧΑΚ. Υπό αυτή την ιδιότητα η Global ασχολήθηκε με την σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου της εταιρείας το οποίο θα κατατίθετο στο ΧΑΚ και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Medochemie σε αυτή τη χρονική περίοδο προχώρησε στην έκδοση ομολόγων αντί μετοχών, τα οποία ήταν μετατρέψιμα, δηλαδή έδιναν στον κάτοχο το δικαίωμα να το μετατρέψει, μέσα στα πλαίσια που ορίζονταν «από τους όρους έκδοσης», σε μετοχές της εταιρείας. Η εταιρεία δεν είχε σκοπό να τα εισαγάγει στο ΧΑΚ και η τοποθέτηση τους έγινε σε περιορισμένο αριθμό επενδυτών. Στην Global είχε ανατεθεί η διάθεση σε επενδυτές μέρους αυτών των ομολόγων αξίας 10-12 εκατομμύριων λιρών, μέσα στα πλαίσια των ορίων που είχε ορίσει η Medochemie, ενώ θα ήθελε να ασχοληθεί με τη διάθεση όλης της έκδοσης η οποία σε χρήματα ανερχόταν στο ποσό των 20 εκατομμυρίων λιρών. Η ζήτηση των ομολόγων της Medochemie, τα οποία διατίθεντο στην τιμή της ονομαστικής τους αξίας των £100.000 έκαστο, ήταν πρωτοφανής αφού η εταιρεία, για τους λόγους που ο μάρτυρας εξήγησε, θεωρείτο από τις πιο καλές επενδυτικές ευκαιρίες που προσφερόταν στους Κύπριους επενδυτές. Μάλιστα, λόγω της «στενότητας» του ποσού που τους είχε ανατεθεί να διαθέσουν, ήρθαν σε ρήξη με επενδυτές που ζητούσαν ομόλογα και τους οποίους δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν. Επειδή τα ομόλογα ήταν μετατρέψιμα, δηλαδή «θα μπορούσαν δυνητικά να μεταφραστούν σε μετοχές της εταιρείας, υπήρχε ενσωματωμένη η προσδοκία των επενδυτών για τη μελλοντική πορεία της εταιρείας και κατ' επέκταση για τη μελλοντική αξία διαπραγμάτευσης των μετοχών της εταιρείας εφόσον και όταν αυτές εισήγοντο στο ΧΑΚ», κάποιος επενδυτής θα μπορούσε από μόνος του να αποτιμήσει την αξία αυτή των χρεογράφων σε αξία διαφορετική από την τιμή έκδοσης ή διάθεσης των. Ενδεικτικό του ενδιαφέροντος για τα υπό συζήτηση ομόλογα ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος προσωπικά, υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, προσεγγίστηκε και μετά την έκδοση των ομολόγων από επαγγελματικά επενδυτικά ταμεία του εξωτερικού τα οποία επέμεναν και ήθελαν να επενδύσουν στη Medochemie, αλλά ο Δρ. Πίττας δεν ήθελε να προχωρήσει με την πώληση μέρους της εταιρείας προς αυτά τα ταμεία. Μετά το κλείσιμο της έκδοσης, το θέμα της επένδυσης στα χρεόγραφα ήταν θέμα καθαρά διαπραγμάτευσης μεταξύ των υφιστάμενων κατόχων χρεογράφων και αυτών που ήθελαν να αγοράσουν χρεόγραφα. Άκουσε για ιδιωτικές συναλλαγές οι οποίες έγιναν σε τιμές πενταπλάσιες της τιμής έκδοσης των ομολόγων. Ο κ. Λοίζου συντόνιζε τις εργασίες της Medochemie όσον αφορούσε τη δημοσιοποίηση των τίτλων της στο ΧΑΚ και στη συνέχεια τη διαμόρφωση του περιεχομένου των όρων έκδοσης των ομολόγων. Η επικοινωνία του με τον κ. Λοϊζου ήταν συστηματική, διαρκής και ακολουθούσε και επί πολλού και μετά την έκδοση των ομολόγων αφού ο κ. Λοϊζου ήταν το άτομο με το οποίο έπρεπε να συντονιστούν για να φέρουν σε πέρας το έργο τους και που δεχόταν πληροφορίες από τους ίδιους για την πορεία της διάθεσης της έκδοσης των ομολόγων και για το τι γινόταν και τι ακουγόταν στην αγορά. Ανάμεσα στις πληροφορίες που δίδονταν στον κ. Λοίζου ήταν και οι φημολογούμενες τιμές συναλλαγής ή πράξεις που γίνονταν για τα ομόλογα. Ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι κατά τις αρχές του 2000 υπήρχε πρόθεση της Medochemie να προωθήσει τους τίτλους της για ένταξη στο ΧΑΚ. Εξ ου και διορίστηκε η Global με υπογραμμένη εντολή («mandate») να ενεργήσει, μεταξύ άλλων, για την εισαγωγή των τίτλων της εταιρείας στο ΧΑΚ. Στη συνέχεια, η Medochemie αποφάσισε να αποσύρει το ενδιαφέρον της για εισαγωγή, αφού το ΧΑΚ επέδειξε τεράστια αδυναμία να εισαγάγει τους τίτλους εταιρειών μέσα στα χρονικά πλαίσια που όριζε η νομοθεσία, και αντί να εγκλωβίσει τους επενδυτές της σε μια διεργασία αγνώστου διαρκείας και αποτελέσματος, να τους απελευθερώσει από τις επενδύσεις τους αγοράζοντας πίσω τα χρεόγραφα. Από την αντεξέταση του μάρτυρα σημειώνω τα ακόλουθα. Με τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου της Medochemie (Τεκμήριο 28) ασχολήθηκε άλλο άτομο της Global παρόλο ότι ήταν και ο ίδιος αναμεμειγμένος με τη σύνταξη του αλλά όχι επί καθημερινής βάσης. Ερωτηθείς σχετικά με τους όρους «όργανα διοίκησης, διεύθυνσης και εποπτείας» στην παράγραφο 14 στη σελίδα 32 του Τεκμηρίου 28 κάτω από την επικεφαλίδα «Λογαριασμοί μεταξύ Συμβούλων και Εταιρείας», στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «Κατά την 30η Ιουνίου 2000 δεν υπήρχαν οποιαδήποτε χρεωστικά και πιστωτικά υπόλοιπα των οργάνων διοίκησης, διεύθυνσης και εποπτείας της εταιρείας», ανέφερε χαρακτηριστικά: «φαντάζομαι ότι εννοεί με τη φράση «διοίκηση» το διοικητικό συμβούλιο, «διεύθυνση» εννοείται το διευθυντικό προσωπικό της εταιρείας οι οποίοι μπορεί να είναι ή να μην είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ανάλογα ονομάζονται εκτελεστικοί διοικητικοί σύμβουλοι ή όχι, «εποπτεία» φαντάζομαι ίσως αναφέρεται στο διοικητικό συμβούλιο, δεν είμαι σίγουρος». Εξήγησε ότι η βασική πληροφόρηση όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά στοιχεία της εταιρείας, όπως είναι οι λογαριασμοί αποτελεσμάτων, χρεωστικά, πιστωτικά υπόλοιπα διευθυντών και ούτω καθ' εξής αντλείται από την εργασία που εκτελούν ή επιτελούν οι ελεγκτές της εταιρείας. Συμφώνησε ότι αν ο κ. Τσαγγάρης κατά την 30.6.2000 όφειλε στη Medochemie, βάσει της μαρτυρίας του, το ποσό των £586.500, τότε η πιο πάνω δήλωση στην παράγραφο 14 του Τεκμηρίου 28 δεν είναι ορθή. Ωστόσο υπέδειξε παράλληλα ότι πολλές φορές τα ενημερωτικά δελτία που υποβάλλονται στο ΧΑΚ επιδέχονται αλλαγές και τροποποιήσεις λόγω κυρίως του μεγάλου χρονικού διαστήματος που υπάρχει μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής του αρχικού προσχεδίου και της έγκρισης του ενημερωτικού δελτίου στην τελική του μορφή. Δεν γνώριζε αν αντίγραφα του ενημερωτικού δελτίου, Τεκμήριο 28, κυκλοφόρησαν ανάμεσα σε επενδυτές. Και οι δύο συνήγοροι κατά τις τελικές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα. Αναφέρομαι στις θέσεις και εισηγήσεις τους πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Δεσπόζει το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς προέβηκε στις παραστάσεις που ο ενάγοντας τους καταλογίζει και κατά πόσο αυτές ήταν ψευδείς. Σε περίπτωση που η απάντηση είναι καταφατική αποκτά σημασία και ο χρόνος στον οποίο έγιναν οι εν λόγω παραστάσεις και ειδικότερα κατά πόσο ήταν πριν ή μετά τη συμφωνία για την απόκτηση του επίδικου ομολόγου. Τόσο ο ενάγοντας όσο και οι Γιαννάκης Γεωργίου (ΜΕ2) και Αντώνης Χαρίτου (ΜΕ3) υποστήριξαν ότι έγιναν συγκεκριμένες παραστάσεις προς τους ίδιους από τον κ. Λοϊζου πριν από την επίδικη συμφωνία. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον ΜΕ2, ο κ.Λοϊζου του ανάφερε ότι είχε εξευρεθεί ένα ομόλογο το οποίο ανήκε σε κάποια κυρία η οποία χρειαζόταν να το πωλήσει. Σύμφωνα δε με το ΜΕ3 ο κ.Λοϊζου του ανάφερε ότι υπήρχε κάποια καλή περίπτωση αφού κάποια κυρία για διάφορους λόγους ήθελε να πωλήσει το ομόλογο της και πως στη Λευκωσία πωλήθηκαν διάφορα πακέτα της τάξης των £500.000 και £800.
  29. Ο ΜΕ3 έδωσε επίσης μαρτυρία, πως του είχε παραστήσει ο κ.Λοϊζου ότι η εταιρεία θα έμπαινε στο ΧΑΚ «τουλάχιστο με £10 μίνιμουμ τη μετοχή». Και οι δύο ανέφεραν ότι διαβίβασαν τα όσα τους είχε αναφέρει ο κ.Λοϊζου στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας επίσης με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε ότι και στον ίδιο έγιναν ανάλογες δηλώσεις και αναφορές όχι μόνο από τον εναγόμενο 3 αλλά και από τον εναγόμενο 4, κ.Τσαγγάρη, όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του 3ου εναγόμενου. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων, κατά την τελική της αγόρευση, κάλεσε το Δικαστήριο να αγνοήσει τη δήλωση για την τιμή ανοίγματος της μετοχής στο ΧΑΚ στην οποία η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι προέβηκε ο κ. Λοϊζου και τη δήλωση αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν «την κυρία» να πωλήσει το ομόλογο, προβάλλοντας τη θέση πως αυτοί δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα. Είναι γεγονός ότι στην παράγραφο 18 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, όπου καταγράφονται οι λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου δόλου και των ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγομένων, δεν καταγράφονται με λεπτομέρεια οι πιο πάνω ισχυρισμοί της πλευράς του ενάγοντα. Ωστόσο, στην υποπαράγραφο (κ) της παραγράφου 18 καταγράφονται τα ακόλουθα: «(κ) Εν τέλει προέβησαν σε παραστάσεις οι οποίες εγνώριζαν ότι ήσαν ψευδείς και αναληθείς και απέσπασαν με αυτές χρήματα από τον ενάγοντα.» Παρά το γεγονός ότι δεν καταγράφονται ακριβώς στο δικόγραφο του ενάγοντα και οι ως άνω ισχυρισμοί περί ψευδών παραστάσεων, γεγονός παραμένει ότι ο γενικότερος ισχυρισμός για τον τρόπο συμπεριφοράς των εναγομένων δικογραφείται. Η πλευρά του ενάγοντα στην προκείμενη περίπτωση με την προσκόμιση ανάλογης μαρτυρίας επιχειρεί να εξειδικεύσει τον ήδη υπάρχοντα ισχυρισμό της. Σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι, ενώ είχαν κάθε δικαίωμα, όχι μόνο δεν ζήτησαν λεπτομέρειες για τις ψευδείς και αναληθείς παραστάσεις που ο ενάγοντας τους αποδίδει στην παράγραφο 18(κ) της έκθεσης απαίτησης του, αλλά ταυτόχρονα καθ' ον χρόνο η σχετική μαρτυρία ετίθετο, δεν έφεραν οποιαδήποτε ένσταση. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ως άνω μαρτυρία αποτέλεσε και αντικείμενο εκτενούς συζήτησης και αντιπαράθεσης με την προσκόμιση αντικρουστικής προς αυτή μαρτυρίας από την πλευρά των εναγομένων. Αισθάνομαι ότι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973 είναι καταλυτικός ως προς τη δυνατότητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και η πιο πάνω μαρτυρία. Το ζήτημα τέθηκε ως εξής στη σελ. 470 της ως άνω απόφασης: «Όμως είναι και ειδικά θεμελιωμένο ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μη μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (B. Dean and Chapter of Chester v. Swelting Corporation Ltd [1902] W.N. 5 - 85 L.T.67 Bullen and Leake 12η έκδοση σελ.114 Annual Practice 1958 σελ. 460.» Προχωρώντας τώρα στη θεώρηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης σημειώνεται η καλή εντύπωση που μου προκάλεσε ο κ.Γεωργίου (ΜΕ2) ως μάρτυρας, καταθέτοντας με ειλικρίνεια για όσα μπορούσε να θυμηθεί σχετικά με τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση. Η μαρτυρία του γίνεται καθ' όλα αποδεκτή. Σημειώνω περαιτέρω ότι η θέση του πως ο κ.Λοϊζου του ανάφερε πριν από την επίδικη συμφωνία ότι το ομόλογο ανήκε σε κάποια κυρία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Παρατηρώ επίσης ότι παρότι κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του κ. Γεωργίου σύμφωνα με την οποία είχε πληροφορηθεί από τον ενάγοντα το ποσό των £300.000 που ζητούσε «η κυρία», απορρίπτοντας υποβολή ότι ο Λοίζου είχε αναφέρει στον ίδιο ότι υπάρχει κάποιο άτομο που πωλούσε για το ποσό των £300.000, το οποίο διαβίβασε στον ενάγοντα, η σχετική μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε από άλλη μαρτυρία αφού ο κ. Λοϊζου καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούσε να προσδιορίσει κατά πόσο είχε αναφέρει την τιμή πώλησης στο ΜΕ2 ή σε κάποιο κ. Χαϊλή επίσης «της Ελληνικής». Σημειώνεται ότι ο τελευταίος δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας ενώ καμία θέση δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα από την υπεράσπιση σχετικά με την εμπλοκή του κ.Χαϊλή στην υπόθεση. Ο κ. Χαρίτου (ΜΕ3) επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Κατάθεσε με τρόπο θετικό, χωρίς παλινδρομήσεις και αντιφάσεις για όσα ερωτήθηκε. Και η δική του μαρτυρία γίνεται αποδεκτή. Σημειώνεται ότι ούτε σε αυτήν την περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση η θέση του μάρτυρα ότι ο κ.Λοίζου του ανάφερε σε συνάντηση που είχαν στην Τράπεζα, όπου ο Χαρίτου εργάζεται, πως το ομόλογο το πωλούσε κάποια κυρία η οποία ζητούσε το ποσό των £300.
  1. Περαιτέρω, παρότι η γραμμή αντεξέτασης άφησε να πλανάται το ενδεχόμενο να μην είχε πραγματοποιηθεί τέτοια συνάντηση, εντούτοις δεν υποβλήθηκε ευθέως τέτοια θέση στο μάρτυρα. Σημειώνεται δε ότι ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του αν είχε συζητήσει με τον κ.Χαρίτου το θέμα «ενός ομολόγου που ενδιαφέρετο κάποιος πελάτης του να αγοράσει», ο κ.Λοϊζου δεν θυμόταν κάτι τέτοιο προσθέτοντας πως «γνωρίζοντας τον κ.Χαρίτου τόσα χρόνια δεν νομίζω να έρχετο στο Δικαστήριο να πει ψέματα». Ούτε για άλλα ζητήματα που αφορούσαν την εισδοχή των μετοχών της Medochemie δεν θυμόταν να είχε συζητήσει με τον κ.Χαρίτου κατά την εν λόγω συνάντηση. Στην επόμενη δικάσιμο όμως κατά την οποία άρχισε η αντεξέταση του κ.Λοίζου ο τελευταίος προσπάθησε να μετριάσει την εκφρασθείσα του άποψη για τον Χαρίτου αναφέροντας ότι δεν γνώριζε τις προσωπικές σχέσεις του ενάγοντα με «τους ανθρώπους της Ελληνικής» και επισημαίνοντας ότι, όπως αντιλαμβανόταν, η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) ανησυχούσε για την πιθανότητα ο ενάγοντας να τους κινήσει αγωγή αφού σαν σύμβουλοι του τελευταίου αυτοί του είχαν τηλεφωνήσει ενδιαφερόμενοι να πάρουν πληροφορίες για το μετατρέψιμο ομόλογο. Έχοντας παρακολουθήσει τους κύριους Γεωργίου και Χαρίτου να καταθέτουν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω καμία αμφιβολία ότι υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες και ήρθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν την αλήθεια και όχι κινούμενοι από οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα ή κίνητρα. Προσέγγισα τη μαρτυρία του ΜΕ4 Ανδρέα Ζαχαρίου με ιδιαίτερη προσοχή έχοντας υπόψη τη στενή συγγενική σχέση του με τον ενάγοντα, αφού όπως ο ίδιος δήλωσε είναι πρώτα ξαδέρφια. Ο σαφής και θετικός τρόπος με τον οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο επιτρέπει με άνεση στο Δικαστήριο να τον θεωρήσει μάρτυρα της αλήθειας και να δεχθεί τη μαρτυρία του. Καθ' όλα θετική είναι επίσης η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Άλκη Λοϊζίδη (ΜΥ3) ο οποίος ουσιαστικά επιβεβαίωσε πως είχε αναφέρει στον κ.Λοίζου ότι υπήρχαν φήμες για συναλλαγές σε σχέση με το ομόλογο της Medochemie δύο, τρεις και πέντε φορές περισσότερες της ονομαστικής του αξίας και πως υπήρχε κατά τις αρχές 2000 σοβαρή πρόθεση εκ μέρους της Medochemie να προωθηθούν οι τίτλοι της για ένταξη στο ΧΑΚ. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του κ. Τσαγγάρη. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τον ενάγοντα προβάλλοντας αντεξεταζόμενος, πως όχι μόνο δεν γνώριζε τι ειπώθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του κ. Λοϊζου αλλά ούτε αν αυτοί συναντήθηκαν. Για πρώτη φορά, υπέδειξε άλλωστε, ο ίδιος πληροφορήθηκε το όνομα του ενδιαφερόμενου αγοραστή του ομολόγου του όταν τον επισκέφθηκε η Αστυνομία για να του πάρει κατάθεση. Πέραν από το γεγονός ότι η μαρτυρία του από μόνη της δεν πείθει, η τελευταία πιο πάνω τοποθέτηση του καταρρίπτεται από το γεγονός ότι στο τυπωμένο κείμενο του εγγράφου Τεκμήριο 2, περιλαμβάνονται και τα ονόματα των συμβαλλομένων οι οποίοι και το υπέγραψαν. Το έγγραφο αυτό υπέγραψαν οι κύριοι Λοϊζου και Τσαγγάρης ως μάρτυρες, ενώ σε αυτό γίνεται ρητή αναφορά ότι η Αμαλία Κυριάκου εις αντάλλαγμα του ποσού των £300.000 αναλαμβάνει να λάβει όλα τα αναγκαία διαβήματα ώστε η Medochemie να μεταβιβάσει το ομόλογο της στον Ανδρέα Πατσαλίδη (ενάγοντα). Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής ότι ο κ. Τσαγγάρης παρουσιάζεται να υπέγραψε και το Τεκμήριο 14 (μεταφορά του ομολόγου από την κα Κυριάκου στον ενάγοντα), ως μάρτυρας «όλων των υπογραφών» συμπεριλαμβανομένης αυτής του ενάγοντα. Εμφανής ήταν επίσης η προσπάθεια του κ. Τσαγγάρη να προσαρμόσει τη μαρτυρία του ανάλογα με την εξέλιξη της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να κλονίζεται περαιτέρω η γενικότερη εικόνα για την αξιοπιστία του. Ενδεικτικά σημειώνεται πως όταν ερωτήθηκε πότε δημιουργήθηκαν οι οφειλές του προς τη Medochemie αρχικά ανέφερε ότι αυτές δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση των ομολόγων και την όλη προετοιμασία εκ μέρους της εταιρείας για σκοπούς δημοσιοποίησης. Διευκρίνισε στη συνέχεια πως αυτά είχαν δημιουργηθεί μέσα σε περίοδο κάποιων ετών και ότι συνεχίζουν να υπάρχουν, ενώ τον Φεβρουάριο του 2000 ανέρχονταν σε ποσό πέραν των £200.
  2. Κατά την επόμενη όμως δικάσιμο στα πλαίσια της οποίας συνεχίστηκε η αντεξέταση του και αφού προηγήθηκε η κατάθεση στο Δικαστήριο κατάστασης λογαριασμού του με τη Medochemie (Τεκμήριο 19), σύμφωνα με την οποία δεν είχε οποιαδήποτε οφειλή προς την εν λόγω εταιρεία κατά την 1.1.2000, διαφοροποιήθηκε από την αρχική πιο πάνω τοποθέτηση του προτάσσοντας ότι εννοούσε πως οι οφειλές του δημιουργήθηκαν «.από το 2006 και να πάμε πίσω μέχρι το 2000». Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σε έκταση σχετικά με τις οφειλές του στην εταιρεία και διάφορες καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 19, με σκοπό, όπως εξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, να καταδειχθεί πως οι εναγόμενοι συνωμότησαν με στόχο να καταδολιεύσουν τον ενάγοντα, χρησιμοποιώντας για τις επενδύσεις τους αυτόν τον λογαριασμό ενώ στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31.12.00 (Τεκμήριο 27) και στον ενοποιημένο λογαριασμό της εταιρείας για το πρώτο εξάμηνο του 2000 (Τεκμήριο 28) δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε οφειλή του κ. Τσαγγάρη προς την εταιρεία. Υπεβλήθηκε παράλληλα στο μάρτυρα ότι ουδέποτε σύναψε δάνειο για την αγορά του επίδικου ομολόγου από τη Medochemie ενώ τα χρήματα για την αγορά του δόθηκαν από την εν λόγω εταιρεία. Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι παρότι εγείρονται κάποια ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα των οφειλών του κ. Τσαγγάρη προς τη Medochemie και της εμφάνισης τους ή μη σε λογαριασμούς τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα ερωτηματικά αυτά από μόνα τους και απογυμνωμένα από οποιαδήποτε άλλη σχετική μαρτυρία ή στοιχείο δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση των ως άνω εισηγήσεων του συνηγόρου του ενάγοντα. Η μη εμφάνιση του χρέους σε συγκεκριμένους λογαριασμούς που αφορούν τη Medochemie, δεν εξυπακούει άνευ άλλου τινός τη μη ύπαρξη του, ούτε βέβαια την ύπαρξη συνωμοσίας μεταξύ των εναγομένων για την καταδολίευση του ενάγοντα. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί η θέση του ενάγοντα - αλλά και η κατηγορηματική θέση του κ. Άλκη Λοϊζίδη (ΜΥ3), τη μαρτυρία του οποίου έχω αποδεχτεί - ότι κατά το χρόνο που ο ενάγοντας αποκτούσε το ομόλογο υπήρχε γνήσια πρόθεση της εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία των βασικών μαρτύρων, δηλαδή του ενάγοντα και του κ.Λοϊζου. Ένα από τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων ήταν αυτό της ασυνέπειας στη μαρτυρία του ενάγοντα σε ό,τι αφορά τον αριθμό των συναντήσεων του με τον κ. Λοϊζου στα γραφεία της Medochemie και τις ημερομηνίες που αυτές έλαβαν χώρα. Επεσήμανε σχετικά ότι ο ενάγοντας αρχικά αναφέρθηκε σε δύο συναντήσεις, η πρώτη εκ των οποίων έλαβε χώρα στις 16.2.2000 (όπως αυτός νόμιζε) όταν μίλησε και με το φύλακα, θέση η οποία όμως, όπως επισήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος, δεν υποστηρίζεται από τη λίστα επισκεπτών της Medochemie για τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ η δεύτερη φαίνεται να ήταν στις 22.2.
  3. Συμπλήρωσε παράλληλα πως ο ενάγοντας σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι οι επισκέψεις ήταν τρεις ενώ στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται δύο, στις 16 και 18.2.
  4. Είναι γεγονός ότι το όνομα του ενάγοντα δεν φαίνεται στην κατάσταση επισκεπτών της εταιρείας που αφορά στην περίοδο 8.2.2000 μέχρι και την 17.2.2000 ενώ φαίνεται στην κατάσταση που αφορά στην περίοδο 18.2.2000 - 22.2.2000, και συγκεκριμένα στις λίστες για τις ημερομηνίες 18 και 22.2.
  5. Ο κ. Λοϊζου έχει καταθέσει ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα να εισέλθει στην εταιρεία χωρίς να υπογράψει στην είσοδο εκτός από το προσωπικό και πως ακόμη και διευθυντές της εταιρείας που δεν είναι εκτελεστικοί, υπογράφουν. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ.Τσαγγάρη (ΜΥ2), η σχετική μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, η κα Αμαλία Κυριάκου, της οποίας επίσης το όνομα δεν εμφανίζεται σε καμία από τις εν λόγω καταστάσεις επισκεπτών, υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και 2 τουλάχιστον, στα γραφεία της εταιρείας, σε ημερομηνίες που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις επισκεπτών. Σε σχέση με το ζήτημα άλλωστε ο ίδιος ο κ. Τσαγγάρης δήλωσε ότι κάποια άτομα «της εμπιστοσύνης» του, όπως τα χαρακτήρισε, μπορούσαν να εισέλθουν χωρίς να υπογράψουν. Σημειώνεται εξ άλλου ότι ο θυρωρός ή εν πάση περιπτώσει το πρόσωπο που ήταν επιφορτισμένο να ελέγχει ποια άτομα εισέρχονταν στο κτίριο της εταιρείας, και το οποίο θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το ζήτημα, δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Ως εκ των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα ασφαλές συμπέρασμα ότι όλοι οι επισκέπτες, εξαιρουμένου του προσωπικού, σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις υπέγραφαν τις καταστάσεις, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο την πρώτη φορά που ο ενάγοντας επισκέφθηκε την εταιρεία να μην υπέγραψε. Ούτε βεβαίως η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο organizer του Λοίζου για συνάντηση με τον ενάγοντα στις 16.2.2000 δεν συνηγορεί υπέρ της θέσης του πρώτου, ότι δηλαδή δεν έγινε τέτοια συνάντηση, αφού ούτε η συνάντηση του με τον ενάγοντα στις 22.2.2000 καταγράφεται σε αυτό. Σε ό,τι αφορά την αδυναμία του ενάγοντα να θυμηθεί τον ακριβή αριθμό και τις ημερομηνίες των συναντήσεων που αυτός είχε με τον κ. Λοϊζου, δεν θα ανέμενα από τον ενάγοντα να έχει ακριβή ανάμνηση για τέτοιες λεπτομέρειες αναφορικά με γεγονότα μάλιστα που διαδραματίστηκαν έξι χρόνια περίπου πριν από την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι ούτε ο κ.Λοϊζου μπορούσε να αναφέρει με βεβαιότητα πότε είχαν λάβει χώρα κάποια γεγονότα ούτε «πότε υπέγραψε ποιος» έγγραφα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα ανέφερε κατά την αντεξέταση του πως ο κ. Τσαγγάρης όταν του έφερε το Τεκμήριο 14 (ομόλογο) υπογραμμένο από την κα Κυριάκου, του έφερε επίσης υπογραμμένη από την τελευταία απόδειξη ότι είχε παραλάβει την τραπεζική επιταγή. Αμέσως μετά αναίρεσε τα όσα είχε πει για την απόδειξη λέγοντας ότι εξ όσων θυμόταν ο ενάγοντας επανήλθε για να πάρει την απόδειξη σε άλλη ημερομηνία. Ας σημειωθεί ότι το ομόλογο (Τεκμήριο 14), η απόδειξη (Τεκμήριο 2), η επιταγή για το ποσό των £300.000 και το ομόλογο και πιστοποιητικό αρ.201 που εκδόθηκε επ' ονόματι του ενάγοντα (Τεκμήριο 3) όλα φέρουν την ίδια ημερομηνία δηλαδή 18.2.
  6. Ο κ. Λοϊζου δεν μπορούσε να δώσει καμία εξήγηση γιατί το καινούργιο μετατρέψιμο ομόλογο (τεκμήριο 3), και τα Τεκμήρια 2 και 14 έφεραν την ίδια ημερομηνία. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «Δεν μπορώ να δώσω εξήγηση και ειλικρινά δεν θυμούμαι ακριβώς πότε υπέγραψε ποιος. Σε μία περίοδο που η εταιρεία κινείτο με τόσους γοργούς ρυθμούς που δεν ξέρω αν είναι και λογικό κάποιος να αναμένει από εμένα να θυμάται ακριβώς όλες αυτές τις λεπτομέρειες». Αφού δε υιοθέτησε ως ορθή τη θέση που προβάλλεται στην παράγραφο 7
(5)της Υπεράσπισης ότι στις 18.2.2000 έγινε η μεταβίβαση του ομολόγου και ο ενάγοντας παρέλαβε από τον ίδιο το καινούργιο ομόλογο και σχετικό πιστοποιητικό αρ.201 - στη σύνταξη της οποίας βοήθησε και ο ίδιος ως ο «κύριος συζητητής» με τον ενάγοντα - δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση γιατί στο «organizer» του υπήρχε σημείωση στις 21.2.2000 «call Patsalides sign bond». Έχοντας παρακολουθήσει τον τρόπο που ο ενάγοντας κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, την πειστικότητα και την αυθεντικότητα του λόγου του, το Δικαστήριο έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ουσιαστικές για την υπό συζήτηση υπόθεση τοποθετήσεις του ήταν ορθές και αληθινές ενώ οι αντίθετες με αυτές τοποθετήσεις του κ.Λοϊζου δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Ο βασικός κορμός της μαρτυρίας του ενάγοντα αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων, ως για παράδειγμα η θέση του πως πριν από την επίδικη συμφωνία είχε συνάντηση με τον κ. Λοϊζου κατά την οποία πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την τιμή πώλησης των £300.000, ποσό το οποίο του προκάλεσε προβληματισμό και ανησυχία, βρίσκει υποστήριξη τόσο από τον κ. Χαρίτου όσο και από τον κ. Γεωργίου, τη μαρτυρία των οποίων έχω ήδη αποδεχτεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, συνόψισε στην αγόρευση του τις τρεις δηλώσεις στις οποίες, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του ενάγοντα, ο κ. Λοϊζου και για κάποιες από αυτές ο κ. Τσαγγάρης, προέβηκαν με σκοπό να πειστεί ο ενάγοντας, να αγοράσει το ομόλογο. Ότι δηλαδή: «(
  1. i). επρόκειτο για καλή επενδυτική ευκαιρία αν αναλογιστεί κανείς ότι μετοχές άλλων, όχι τόσο σημαντικών εταιρειών εισάγονται στο ΧΑΚ με τιμή ανοίγματος £5-£6, πόσο μάλλον οι μετοχές της Εναγόμενης 1 η αξία της οποίας ήταν πολύ καλά γνωστή. Λαμβανομένου αυτού υπόψην οι μετοχές της Εναγόμενης 1 θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο με τιμή ανοίγματος μέχρι και £10. (
  2. ii)Ότι άλλα ομόλογα όπως το επίδικο πωλήθηκαν στη Λευκωσία μέσω δικηγορικών γραφείων για £500.000 ακόμα και £800.000. (iii) Ότι ο πωλητής του ομολόγου ήταν απλώς κάποια κυρία η οποία για δικούς της λόγους είχε ανάγκη να πωλήσει το ομόλογο». Προσθέτω σχετικά με το (iii) πιο πάνω ότι δόθηκε μαρτυρία επίσης πως ο κ. Λοϊζου είχε παραστήσει ότι «η κυρία» ζητούσε το ποσό των £300.000 για το ομόλογο της. Ο κ. Λοϊζου κατά την κυρίως εξέταση του δεν αμφισβήτησε ευθέως ότι προέβηκε στη δήλωση (i), ωστόσο την αμφισβήτησε έμμεσα προβάλλοντας ότι δεν ήταν λογικό να πράξει κάτι τέτοιο αφού η αξία της εταιρείας δεν είχε ακόμη αποτιμηθεί, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει κανείς σε ποια τιμή θα γινόταν η εισδοχή. Αντεξεταζόμενος δήλωσε πως «εκείνη την περίοδο» ο καθένας έλεγε ό, τι ήθελε χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει στον «καθένα» και τον εαυτό του. Η θέση του κ. Λοϊζου, όπως ο ίδιος καθόρισε το κλίμα που επικρατούσε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όχι μόνο δεν πείθει αλλά έρχεται και σε αντίθεση με τη σχετική θέση του Χαρίτου, τη μαρτυρία του οποίου έχω ήδη αποδεχτεί, σύμφωνα με την οποία ο κ. Λοίζου προέβηκε σε τέτοια δήλωση στον ίδιο πριν από την επίδικη συμφωνία. Ούτε βεβαίως έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία η δικαιολογία που πρόβαλε ο κ. Λοίζου σε συνάρτηση με το ζήτημα αυτό, ότι δηλαδή δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος να προσπαθήσει να πείσει ένα άγνωστο του να αγοράσει αυτό το ομόλογο[1]. Εύστοχα άλλωστε παρατήρησε ο κ. Λοϊζίδης (ΜΥ3) ότι μέλος της διεύθυνσης μιας εταιρείας θα μπορούσε να κάνει απλοϊκούς συλλογισμούς για την αξία της εταιρείας του χωρίς απαραίτητα να μπορεί να το τεκμηριώσει επιστημονικά. Και στην περίπτωση της Medochemie, όπως είπε, θα μπορούσαν κάποια άτομα εκ πείρας να έχουν κάποιες προσωπικές αντιλήψεις για το τι θα μπορούσε να αξίζει η εταιρεία χωρίς απαραίτητα η εκτίμηση αυτή να συμφωνεί με την εκτίμηση που θα προέκυπτε από την επιστημονική αξιολόγηση της εταιρείας. Εμφανής ήταν επίσης η προσπάθεια του κ. Λοϊζου να αποσυνδεθεί από την όποια ευθύνη θα μπορούσε να έχει η δήλωση (
  3. ii)για τον ίδιο, παρουσιάζοντας πως είχε όντως προβεί σε αυτή, μετά όμως από ερώτηση του ενάγοντα για πρώτη φορά στις 18.2.2000 κατά πόσο «το ποσό των £300.000 ήταν λογικό ποσό», και αφού ο ενάγοντας είχε ήδη πάρει την απόφαση να αγοράσει το ομόλογο, προσερχόμενος στο γραφείο του για να υπογράψει τα έγγραφα και να δώσει την επιταγή. Ούτε αυτή η θέση του κ. Λοίζου πείθει, κλονίζοντας περαιτέρω την γενικότερη εικόνα του σαν μάρτυρα. Πέραν από όσα έχω ήδη αναφέρει σχετικά πιο πάνω, σημειώνω πως η ίδια δήλωση παρουσιάζεται από τους κύριους Γεωργίου και Χαρίτου να είχε γίνει και στους ίδιους πριν από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, όταν οι τελευταίοι ήρθαν σε επαφή με τον κ. Λοϊζου σε μια προσπάθεια να πάρουν περισσότερες λεπτομέρειες και διαβεβαιώσεις σχετικά με το ομόλογο και την προτεινόμενη επένδυση. Έχοντας ήδη αποδεχτεί τη μαρτυρία τους, η συγκεκριμένη θέση τους καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Λοϊζου και για το συγκεκριμένο ζήτημα. Σημειώνεται ταυτόχρονα ότι ο κ. Λοϊζου, αναφέροντας τα πιο πάνω στους δύο υπαλλήλους της Ελληνικής, γνώριζε ότι αυτοί διερευνούσαν το όλο ζήτημα για λογαριασμό τρίτου, στον οποίο ασφαλώς οι αναφορές και τοποθετήσεις του θα διαβιβάζονταν. Σχετικά με τη δήλωση (iii) ο κ. Λοϊζου πρόταξε πως ο ενάγοντας δεν είχε ζητήσει και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει αν υπήρχαν άλλοι συνιδιοκτήτες μαζί με την κα Αμαλία Κυριάκου ενώ ο ίδιος δεν πίστευε ότι έπρεπε να αναφέρει στον ενάγοντα ποιοι ήταν οι δικαιούχοι του ομόλογου χωρίς να το είχε ζητήσει ο ενάγοντας. Η τελευταία πιο πάνω τοποθέτηση διαψεύδεται από την μετέπειτα στάση του κ. Λοϊζου, όταν ο ενάγοντας ακόμη και στο ύστερο στάδιο επικοινώνησε μαζί του αναφέροντας του πως ανησυχούσε και πως ήθελε να επικοινωνήσει με την κα Κυριάκου σε μια προσπάθεια του, όπως αντιλήφθηκε ο κ. Λοϊζου, να την πείσει να του επιστρέψει κάποια λεφτά. Ουσιαστικά ο ενάγοντας του ζητούσε να έρθει σε επαφή με το πρόσωπο, που με βάση τα όσα του είχαν παρουσιαστεί από τον κ. Λοϊζου, ήταν η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ομολόγου, η οποία του το είχε πωλήσει και είχε εισπράξει την επιταγή. Ωστόσο και πάλι ο κ. Λοϊζου σιωπά και δεν αποκαλύπτει πως το πρόσωπο που ο ενάγοντας θα έπρεπε να αναζητήσει, ο πραγματικός δικαιούχος και το πρόσωπο που είχε εισπράξει ουσιαστικά την επιταγή ήταν ο κ.Τσαγγάρης, παρά μόνο άφησε τον ενάγοντα να συνεχίζει να πιστεύει πως ήταν η Αμαλία. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, δεν μπορώ παρά να σημειώσω επίσης το γεγονός ότι παρόλο που ο κ. Λοϊζου αντεξεταζόμενος δεν απέρριψε υποβολές που του έγιναν σύμφωνα με τις οποίες ανέφερε στον ενάγοντα και τους αντιπροσώπους του ότι η δικαιούχος του ομολόγου ήταν κάποια κυρία, εντούτοις δεν τις επιβεβαίωσε, ενώ αναφερόμενος στον πωλητή του ομολόγου και τις σχετικές δηλώσεις του προς τους υπαλλήλους της Ελληνικής Τράπεζας, απόφυγε οποιαδήποτε αναφορά στο φύλο του πωλητή, αναφέροντας, για παράδειγμα, «Του ανέφερα ότι ένας υφιστάμενος κάτοχος θα πωλούσε ένα μετατρέψιμο ομόλογο..». Δεν αντέχει άλλωστε στη λογική ο ενάγοντας, ο οποίος είχε επιδείξει συγκεκριμένη συμπεριφορά στην προσπάθεια του να διασκεδάσει τις ανησυχίες του για την προτεινόμενη επένδυση, να διευθέτησε για την έκδοση τραπεζικής επιταγής στο όνομα της κυρίας Κυριάκου για το σημαντικό ποσό των £300.000 χωρίς ο κ. Λοίζου να την είχε ήδη προηγουμένως παρουσιάσει ως τη δικαιούχο του ομολόγου ή να είχε παρουσιάσει έστω ότι δικαιούχος ήταν κάποια κυρία. Για τους πιο πάνω λόγους, σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων, στα σημεία διαφοράς δέχομαι τη μαρτυρία του ενάγοντα και των μαρτύρων του και απορρίπτω τη μαρτυρία των κκ. Λοϊζου και Τσαγγάρη. Με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχτεί και τα γεγονότα που προκύπτουν από τη μαρτυρία και δικογραφία ως κοινά παραδεκτά βρίσκω πως μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος του ενάγοντα, περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2000, για την απόκτηση μετοχών στην Medochemie, o κ. Γεωργίου (ΜΕ2), τότε υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση μετοχών στο Τμήμα Επενδύσεων της Ελληνικής Τράπεζας, ενεργώντας εκ μέρους του ενάγοντα, επικοινώνησε σχετικά με τον κ.Λοίζου (ΜΥ1), Οικονομικό Διευθυντή για τις θυγατρικές εταιρείες της Medochemie και γραφεία αντιπροσωπείας της στο εξωτερικό και υπεύθυνο για τη δημοσιοποίηση της εταιρείας. Ο κ. Λοϊζου του ανάφερε πως δεν υπήρχαν μετοχές αλλά μετατρέψιμα ομόλογα τα οποία όμως είχαν πωληθεί. Επρόκειτο για 200 ομόλογα προς £100.000 έκαστο. Λίγες όμως μέρες αργότερα, ο κ.Λοίζου επικοινώνησε με τον κ. Γεωργίου αναφέροντας του πως υπήρχε προς πώληση ένα ομόλογο που ανήκε σε κάποια κυρία η οποία χρειαζόταν να το πωλήσει, γεγονός που ο κ. Γεωργίου διαβίβασε στον ενάγοντα αναφέροντας του ότι αν επιθυμούσε, να επικοινωνήσει ο ίδιος με τον κ.Λοίζου, όπως και έκανε. Η πώληση του εν λόγω ομολόγου ανατέθηκε στον κ. Λοϊζου από τον κ. Τσαγγάρη, Οικονομικό Διευθυντή εσωτερικών εργασιών της Medochemie και από τα στελέχη της εταιρείας ο δεύτερος στην τάξη. Ακολούθως διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ του ενάγοντα και του κ.Λοίζου κατά ή περί τη 16.2.2000, οπότε ο τελευταίος ανέφερε στον ενάγοντα ότι η κυρία στην οποία ανήκε το ομόλογο, η Αμαλία Κυριάκου, ζητούσε το ποσό των £300.000, τιμή η οποία προβλημάτισε τον ενάγοντα. Στην ίδια συνάντηση ο κ. Λοίζου ανέφερε στον ενάγοντα ότι τα ίδια ομόλογα είχαν πωληθεί στη Λευκωσία στην τιμή των £500.000. Ανάφερε επίσης στον ενάγοντα σχετικά με τη τιμή ανοίγματος της μετοχής της Medochemie στο ΧΑΚ «όταν κάποιες μετοχές είχαν ανοίξει στην τιμή των £5 και £6 σκέψου τι θα γίνει με τη μετοχή μας». Εκείνη την ημέρα ο ενάγοντας γνώρισε και τον κ. Τσαγγάρη ο οποίος είχε εισέλθει στο γραφείο του κ. Λοϊζου. Ο τελευταίος στην παρουσία του ενάγοντα ανέφερε στον κ. Τσαγγάρη πως ο ενάγοντας ενδιαφερόταν να αγοράσει το ομόλογο της Αμαλίας Κυριάκου. Ο κ. Τσαγγάρης έκαμε κάποια σχόλια για το ομόλογο, ότι ήταν καλή περίπτωση και πως η κα Αμαλία Κυριάκου δεν μπορούσε να το κρατήσει. Τους προβληματισμούς του ο ενάγοντας κοινοποίησε στον κ. Χαρίτου, υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας και γνωστό του κ. Λοϊζου, και στον κ. Γεωργίου οι οποίοι με τη σειρά τους επικοινώνησαν με τον κ.Λοϊζου με σκοπό να πάρουν περισσότερες πληροφορίες για την προτεινόμενη επένδυση. Ο τελευταίος, ο οποίος γνώριζε πως οι Χαρίτου και Γεωργίου ενεργούσαν για τρίτο πρόσωπο πελάτη τους, ανέφερε και στον κ. Γεωργίου ότι η κυρία που είχε το ομόλογο ζητούσε το ποσό των £300.000 και πως είχαν πωληθεί ομόλογα σε ψηλότερες τιμές ενώ στον κ.Χαρίτου ανέφερε πως ο κάτοχος του ομολόγου ήταν κάποια κυρία, ότι στη Λευκωσία είχαν πωληθεί διάφορα πακέτα της τάξης των £500.000 και £800.000 και πως η μετοχή της Medochemie θα άνοιγε στο Χρηματιστήριο στην τιμή των £10 «μίνιμουμ». Οι Γεωργίου και Χαρίτου μετέφεραν τα όσα τους ανέφερε ο Λοίζου στον ενάγοντα. Ακολούθως, ο ενάγοντας αποφάσισε να αγοράσει το ομόλογο προχωρώντας για το σκοπό τούτο σε δανεισμό από την Ελληνική Τράπεζα. Στις 18.2.2000 παρέδωσε στον κ. Λοϊζου τραπεζική επιταγή στο όνομα της Αμαλίας Κυριάκου για το ποσό των £300.000 (Τεκμήριο 1) και υπέγραψε και το έγγραφο Τεκμήριο 2. Αποτελεί κοινό τόπο ότι την ίδια μέρα ο κ. Τσαγγάρης κατάθεσε την επιταγή σε προσωπικό λογαριασμό του ο οποίος ανοίχθηκε ειδικά για το σκοπό τούτο ενώ την επόμενη μέρα (19.2.2000) απέσυρε από το λογαριασμό αυτό το ποσό των £100.000 σε μετρητά και για το υπόλοιπο ποσό των £200.027 εξέδωσε τρεις επιταγές στο όνομα της Medochemie με αποτέλεσμα να μηδενισθεί ο λογαριασμός αυτός. Σε επόμενη επίσκεψη του ενάγοντα στις 22.2.2000 στα γραφεία της Medochemie παρέλαβε και το ομόλογο Τεκμήριο 3. Σε κάποια συνάντηση στο γραφείο του κ. Λοϊζου, ο ενάγοντας γνώρισε και τον κ. Πίττα. Ο ενάγοντας κατά διαστήματα στη συνέχεια επικοινωνούσε με τον κ. Λοϊζου τηλεφωνικώς με σκοπό να ενημερωθεί για την πορεία της αίτησης της εταιρείας για εισδοχή των μετοχών της στο ΧΑΚ. Το ενημερωτικό δελτίο κατατέθηκε στις 18.7.2000. Τον Οκτώβριου του ίδιου έτους πληροφορήθηκε από τον κ. Λοϊζου ότι υπήρχε ενδεχόμενο η αίτηση να αποσυρθεί. Ο ενάγοντας άρχισε τότε να προβληματίζεται τι θα γινόταν σχετικά με το ομόλογο το οποίο είχε αγοράσει στην τριπλάσια τιμή. Όταν ο κ. Λοϊζου του εξήγησε ότι θα του επιστρεφόταν μόνο η αξία του ομολόγου, δηλαδή το ποσό των £100.000 πλέον τόκοι ζήτησε από τον τελευταίο να τον φέρει σε επικονωνία με την Αμαλία Κυριάκου. Ο κ. Λοίζου ανέλαβε να επικοινωνήσει με την κα Κυριάκου και αν αυτή δεχόταν θα διευθετούσε συνάντηση για να μιλήσουν. Την επόμενη μέρα ο κ. Λοίζου πληροφόρησε τον ενάγοντα πως η κα Κυριάκου δεν επιθυμούσε να έρθει σε επικοινωνία μαζί του. Στη συνέχεια, μετά από προσπάθειες του ενάγοντα να εντοπίσει την κυρία Κυριάκου μέσω του τηλεφωνικού καταλόγου και του διαδικτύου, χωρίς επιτυχία, ζήτησε από την τράπεζα του να εντοπίσει την επιταγή που αυτός είχε εκδώσει στο όνομα της κας Κυριάκου. Τότε ανακάλυψε πως η επιταγή είχε κατατεθεί στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό του κ. Τσαγγάρη. Στη συνέχεια ο ενάγοντας στις 7.12.2000 κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία η οποία προέβηκε σε διερεύνηση. Ο ενάγοντας πληροφορήθηκε μετά από την Αστυνομία και αφού προηγήθηκε αστυνομική διερεύνηση στα πλαίσια της οποίας λήφθηκαν καταθέσεις ότι το ομόλογο που είχε αγοράσει ανήκε ουσιαστικά στον κ. Τσαγγάρη. Ο κ. Τσαγγάρης ήταν ο κύριος δικαιούχος του ομόλογου, το οποίο προσφέρθηκε στον ενάγοντα μέσω του κ. Λοϊζου, κατά 80%. Παρότι το ομόλογο είχε εγγραφεί στο όνομα της κας Κυριάκου στο σχετικό μητρώο της Medochemie, η κα Κυριάκου ήταν, δυνάμει εσωτερικής συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και του κ. Τσαγγάρη, εμπιστευματοδόχος («nominee») του τελευταίου. Σχετική έκθεση της Αστυνομίας αποτελεί το τεκμήριο 15 ημερομηνίας 3.5.2001. Στις 3.7.2001 ο ενάγοντας απέστειλε επιστολή μέσω των τότε δικηγόρων του στους εναγόμενους 1 μέχρι και 4 με την οποία αξίωνε το ποσό των £200.000 πλέον τόκους ως ποσό το οποίο, μεταξύ άλλων, απέσπασαν δια δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων. Με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 6.8.2001 οι ως άνω εναγόμενοι απέρριψαν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Ακολούθως ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Η αίτηση της Medochemie για εισαγωγή στο ΧΑΚ αποσύρθηκε προς το τέλος του Γενάρη 2002. Προτού προχωρήσω με τη διατύπωση περαιτέρω ευρημάτων θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων εισηγήθηκε πως οποιεσδήποτε πληροφορίες δόθηκαν σε σχέση με τη Medochemie, τη ζήτηση των ομολόγων και την τιμή διαπραγμάτευσης τους μεταξύ υφιστάμενων κατόχων και άλλων ενδιαφερομένων αγοραστών, δόθηκαν από τον κ. Λοϊζου στον ενάγοντα και τους συμβούλους του καλόπιστα, μετά από δική τους παράκληση, χωρίς να υπάρχει στόχος ή κίνητρο να πεισθεί ο ενάγοντας να αγοράσει. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα ο οποίος εισηγήθηκε πως ο εναγόμενος 3, κ. Λοϊζου, με τη μαρτυρία του «ομολόγησε στο Δικαστήριο τη διάπραξη απάτης και ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 17
(1)(α) και 18(α) αντίστοιχα του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149». Τα άρθρα 17 και 18 του Κεφ.149 στο βαθμό που ενδιαφέρουν προνοούν τα εξής: «17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης 'άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπρόσωπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές· (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό· .................
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. 18.- "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει - (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· ..........................» Δεν προτίθεμαι να αναλύσω εις βάθος τα πιο πάνω άρθρα αφού θεωρώ ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν τον ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση συμβαλλόμενοι ήταν ο ενάγοντας και η Αμαλία Κυριάκου, η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ομόλογου που αποτέλεσε το αντικείμενο της μεταξύ τους συμφωνίας. Παρότι αποτελεί εύρημα μου πως η κα Κυριάκου ήταν η εμπιστευματοδόχος («nominee») του κ. Τσαγγάρη, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου το οποίο να υποδηλώνει ότι με αυτή την ιδιότητα υπείχε και την ιδιότητα του αντιπροσώπου του κ. Τσαγγάρη για σκοπούς σύναψης της συμφωνίας με τον ενάγοντα. Ούτε έχει αποδειχθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία πως ο κ. Λοϊζου ενεργούσε ή προέβηκε σε οποιαδήποτε παράσταση με τη συγκατάθεση της κας. Κυριάκου ή ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ή ακόμη ότι αυτή γνώριζε για τις ενέργειες και επαφές του με τους ανθρώπους της Ελληνικής Τράπεζας ή ακόμη με τον ενάγοντα. Αντίθετα, παρουσιάζεται να έχει ενεργό συμμετοχή για πρώτη φορά στην υπόθεση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, μετά από ενημέρωση της από τον κ. Τσαγγάρη πως θα πωλείτο το ομόλογο το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της. Παρά το ότι με βάση τα ευρήματα μου ο κ. Λοϊζου προέβη σε παραστάσεις προς τον ενάγοντα, εκτιμώ πως εφόσον ο κ. Λοϊζου δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος ή αντιπρόσωπος συμβαλλόμενου μέρους ούτε και το άρθρο 18 του Κεφ. 149 μπορεί να βοηθήσει τον ενάγοντα. Πιστεύω ότι η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει ακόμη μία βάση αγωγής, αυτή της απάτης δυνάμει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 παρότι δεν γίνεται ρητή αναφορά σε «απάτη» παρά μόνο σε «δόλο» και «ψευδείς παραστάσεις». Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «36. Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενήργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.» Αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα που βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 36, δηλαδή σε απάτη (deceit) πρέπει να αποδειχθούν τα εξής γεγονότα (Βλ. Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) σελ. 449-459: (α) Η ύπαρξη παράστασης γεγονότος με λόγια ή συμπεριφορά, απλή σιωπή δεν είναι αρκετή. (β) Η παράσταση πρέπει να γίνεται με γνώση ότι είναι ψευδής δηλαδή πρέπει να είναι εκούσια ψευδής ή τουλάχιστον να γίνεται χωρίς να υπάρχει γνήσια πίστη ότι είναι αληθής. (γ) Η παράσταση πρέπει να γίνεται με πρόθεση ο ενάγοντας να βασιστεί σε αυτή κατά τον τρόπο που του προκάλεσε ζημιά. (δ) Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας ενήργησε με βάση την ψευδή παράσταση, και (ε) Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας υπέστη ζημιά, ενεργώντας με βάση την ψευδή παράσταση. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, η ουσία της αγωγής για απάτη (action of deceit) είναι η ανεντιμότητα. Τέτοια αγωγή επιτυγχάνει όπου ο εναγόμενος, με σκοπό να προκαλέσει τον ενάγοντα να ενεργήσει με βάση την παράσταση του, δόλια ή απερίσκεπτα (recklessly), δηλαδή αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, παριστάνει ως αληθές γεγονός κάτι για το οποίο δεν γνωρίζει οτιδήποτε και το οποίο είναι στην πραγματικότητα αναληθές, αν ο ενάγοντας προκαλείται από την παράσταση να ενεργήσει με βάση αυτήν και κατ' αυτόν τον τρόπο υφίσταται ζημιά. Η απλή μη αποκάλυψη γεγονότος, όταν δεν υπάρχει καθήκον αποκάλυψης, δεν παρέχει αγώγιμο δικαίωμα (βλ Smith v. Hughes
(1871)L.R. 6 Q.B. 597). Από την άλλη όμως, η ενεργός απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος μπορεί να λειτουργήσει ως ψευδής παράσταση. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την πλευρά του ενάγοντα και η οποία έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, τρεις ουσιαστικά ήταν οι παραστάσεις στις οποίες προέβηκε ο κ.Λοϊζου κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως αυτές έχουν πιο πάνω παρατεθεί.[2] Αρχίζοντας από τη δεύτερη δήλωση, ότι δηλαδή άλλα ομόλογα όπως το επίδικο πωλήθηκαν στη Λευκωσία μέσω δικηγορικών γραφείων για £500.000 ακόμα και £800.000, παρατηρώ τα ακόλουθα: Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα δήλωσε κατά την τελική του αγόρευση ότι από τη στιγμή που το αναληθές του πιο πάνω ισχυρισμού δεν έχει αποδειχθεί, δεν μπορεί να γίνεται περαιτέρω λόγος για ψευδείς παραστάσεις ή απάτη. Η ως άνω θέση με βρίσκει σύμφωνη. Παρότι ο κ. Λοίζου τηρούσε το μητρώο των ομολόγων και γνώριζε πως μετά τη διάθεση όλων των εκδοθέντων από τη Medochemie ομολόγων μέχρι την επίδικη πράξη δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη πράξη μέσω της εταιρείας με σχετική καταχώριση στο μητρώο της, εντούτοις δεν αποκλείεται να έγιναν συναλλαγές με ομόλογα της Medochemie για τις οποίες δεν ακολούθησε οποιαδήποτε καταχώριση στο μητρώο. Λόγος εξάλλου για συναλλαγές αυτής της μορφής έγινε από τον κ. Λοϊζίδη, τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχτεί. Ως εκ τούτου το αναληθές της υπό συζήτηση παράστασης δεν έχει τεκμηριωθεί. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη παράσταση ως πιο πάνω έχει αριθμηθεί[3]. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η απλή σιωπή δεν αρκεί ώστε να έλκει οποιεσδήποτε συνέπειες για απάτη εκτός αν υπάρχει καθήκον αποκάλυψης ή αν υπάρχει ενεργός απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Αποδίδοντας στο επίθετο «ενεργός» τη φυσική του σημασία, υποδεικνύεται στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά ν. Acυac Inc
(2002)1Γ A.A.Δ.1527,1548 πως «για να είναι νομικά επιλήψιμη η απόκρυψη, πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένη πράξη, συμπεριφορά ή στάση». Εάν ερωτάται για παράδειγμα ένας συμβαλλόμενος από τον άλλο ως προς ένα θέμα και αυτός σιωπά ενώ γνωρίζει την απάντηση, αυτή η σιωπή του δεν έχει πάντα συνέπειες (βλ. Laidlaw v. Organ
(1817)Wheat 178 (U.S). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα των Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 6η έκδοση (σελ.118) σχετικά με ταυτόσημες πρόνοιες της ινδικής νομοθεσίας: «..there is no general duty to disclose facts which are or might be equally within the means of knowledge of both parties. Silence as to such facts, as the Explanation to the present section lays down, is not fraudulent..But there are at least two practical qualifications of this rule. First, suppression of part of the known facts may make the statement of the rest, though literally true so far as it goes, as misleading as an actual falsehood. In such a case the statement is really false in substance, and the wilful suppression which makes it so is fraudulent...». Σε ελεύθερη μετάφραση: «.δεν υπάρχει γενικό καθήκον αποκάλυψης γεγονότων που είναι ή μπορεί να είναι εξ ίσου εντός των μέσων γνώσεως και των δύο μερών. Η τήρηση σιωπής αναφορικά με τέτοια γεγονότα, όπως αναφέρεται στην Επεξήγηση του παρόντος άρθρου, δεν συνιστά απάτη...Υπάρχουν όμως δύο τουλάχιστον πρακτικές επιφυλάξεις σχετικά με την εν λόγω αρχή. Πρώτον, η απόκρυψη μέρους των γεγονότων που γνωρίζει ο δηλών μπορεί να καταστήσει τη δήλωση αναφορικά με το υπόλοιπο, αν και αληθινή κυριολεκτικά, τόσο παραπλανητική όσον ένα πραγματικό ψεύδος. Σε τέτοια περίπτωση η δήλωση είναι κατ' ουσία ψευδής, και η ηθελημένη απόκρυψη που την καθιστά τέτοια είναι δόλια..» Παρομοίως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts (14η έκδοση) σελ. 925 -926: «Again, fragmentary statements may be in terms true so far as they go, but if they suggest that which is false and are intended to do so, that will constitute an actionable fraud. "Supposing you state a thing partially, you make as much a false statement as if you misstated it altogether. Every word may be true, but if you leave something out which qualifies it, you make a false statement.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Και πάλι οι αποσπασματικές αναφορές ως τέτοιες μπορεί να είναι αληθείς, αλλά εάν υπαινίσσονται αυτό που δεν είναι αληθές και υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, αυτό συνιστά αγώγιμη απάτη. «Υποθέτοντας ότι προβαίνεις σε μερική δήλωση για κάτι, είναι το ίδιο ψευδές ως εάν να προέβηκες σε ψευδή δήλωση εξολοκλήρου. Η κάθε λέξη μπορεί να είναι αληθινή, αλλά εάν παραλείψεις κάτι που την διαφοροποιεί, προβαίνεις σε ψευδή δήλωση...» [4] (α) Η εξέταση της τρίτης παράστασης σε σχέση με τον κ. Λοϊζου Αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κ. Λοϊζου είχε παραστήσει τόσο στον ενάγοντα όσο στους κύριους Γεωργίου και Χαρίτου πως η δικαιούχος του ομολόγου ήταν κάποια κυρία η οποία πωλούσε το ομόλογο της για το ποσό των £300.000 ενώ ο πραγματικός δικαιούχος ήταν ουσιαστικά ο κ. Τσαγγάρης. Ακολούθως, όταν ο ενάγοντας του κοινοποίησε την απόφαση του να αγοράσει το ομόλογο, έδωσε οδηγίες προς αυτόν να μεριμνήσει για την έκδοση τραπεζικής επιταγής στο όνομα της κας Κυριάκου ενώ ετοίμασε το έγγραφο Τεκμήριο 2, το οποίο υπέγραψαν ο ενάγοντας και η κα Κυριάκου ως συμβαλλόμενα μέρη, με το οποίο η τελευταία αναγνωρίζει ότι έλαβε το ποσό των £300.000 έναντι ανταλλάγματος να πάρει όλα τα αναγκαία διαβήματα για να μεταφερθεί το ομόλογο της («.my Convertible Bond») στον ενάγοντα. Ο κ. Λοϊζου γνώριζε ότι η Αμαλία Κυριάκου, η εγγεγραμμένη κάτοχος, ήταν απλώς εμπιστευματοδόχος (nominee) του κ.Τσαγγάρη. Περαιτέρω, παρότι ο κ. Λοϊζου, όπως ο ίδιος έχει καταθέσει, δεν γνώριζε το πραγματικό συμφέρον του κ. Τσαγγάρη στο ομόλογο, εντούτοις απευθύνθηκε στον τελευταίο - και όχι στην κα Κυριάκου - για να τον ρωτήσει, όπως είπε, αν ήθελε να πωλήσει το ομόλογο του επειδή γνώριζε ότι αυτός ίσως ήθελε να το πωλήσει. Όλες οι ενέργειες του στη συνέχεια έναντι του κ. Τσαγγάρη καταδεικνύουν ότι γνώριζε πως όποιο και αν ήταν το ύψος του συμφέροντος του στο ομόλογο αυτός ήταν ο πραγματικός ή τουλάχιστον ο κύριος δικαιούχος του, αφού σε αυτόν αποτάθηκε από την αρχή σχετικά με την πώληση του ομολόγου και με αυτόν συνέχισε να έρχεται σε επαφή για το ζήτημα παίρνοντας από αυτόν και σχετικές οδηγίες. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία δεδομένου του γεγονότος ότι η κα Κυριάκου δεν ήταν άγνωστη στον κ. Λοίζου. Αντιθέτως ήταν άτομο πολύ γνωστό στον τελευταίο αφού διηύθυνε τις εργασίες δικής του οικογενειακής επιχείρησης. Όταν ο κ. Λοίζου παρέστησε επομένως στον ενάγοντα και στους κύριους Γεωργίου και Χαρίτου πως η δικαιούχος του ομολόγου ήταν κάποια κυρία που ήθελε να πωλήσει δεν είχε αναφέρει όλη την αλήθεια αφού η κα Κυριάκου ήταν απλώς η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ομολόγου στο μητρώο της εταιρείας και εμπιστευματοδόχος (nominee) του κ. Τσαγγάρη ενώ ο πραγματικός ή κύριος δικαιούχος του και αυτός που αποφάσιζε τα περί του ομολόγου ήταν ο κ. Τσαγγάρης. Υπό τις περιστάσεις η μη αποκάλυψη της ταυτότητας του κ. Τσαγγάρη, του δεύτερου τη τάξη ανάμεσα στα στελέχη της Medochemie, ισοδυναμεί με ψευδή δήλωση αναφορικά με την ταυτότητα του δικαιούχου του ομολόγου. Στο σύγγραμμα των Clerk and Lindsell (πιο πάνω) σελ. 930 σημειώνεται πως εάν ένας εναγόμενος γνωρίζει πως η δήλωση του είναι αναληθής υπέχει ευθύνης ενώ είναι άσχετο ότι δεν ενήργησε δολίως με τη χειρότερη έννοια του όρου, δηλαδή από κακό κίνητρο με σκοπό να αποκτήσει όφελος ή για να προκαλέσει ζημιά στον ενάγοντα (βλ. την υπόθεση Foster v. Charles ανωτέρω). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, υπάρχουν συναλλαγές στις οποίες τόσο το αγγλικό όσον το ινδικό δίκαιο επί του θέματος αναγνωρίζουν ότι υπάρχει καθήκον για πλήρη αποκάλυψη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Pollock and Mulla πιο πάνω (σελ. 120) σε κάποιες κατηγορίες υποθέσεων όπου τα γεγονότα εμπίπτουν ιδιαίτερα στη γνώση του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη - όπως στην παρούσα - υπάρχει θετική υποχρέωση αποκάλυψης και η σύμβαση θα είναι ακυρώσιμη εάν το μέρος αυτό παραλείψει να κοινοποιήσει κάποιο ουσιώδες γεγονός.[5] Σημειώνεται δε ότι στην υπόθεση Rust v. Abbey Life Assurance Co Ltd. [1978] 2 Lloyd's Rep. 386 αναγνωρίστηκε η ύπαρξη ειδικής σχέσης κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων μεταξύ της ενάγουσας, η οποία ήταν έμπειρη και πανέξυπνη επιχειρηματίας, και του αντιπροσώπου της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία η ενάγουσα σχεδίαζε να επενδύσει ποσό πέραν των £90.000 σε ομόλογο ακίνητης ιδιοκτησίας. Υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης εταιρείας επέβαλλε στον αντιπρόσωπο της εναγόμενης καθήκον να εξηγήσει επαρκώς στην ενάγουσα τη φύση του ομολόγου και δεν περιοριζόταν απλώς σε καθήκον να αποφύγει να προβεί σε ψευδείς παραστάσεις. Κρίνω ότι και στην παρούσα υπόθεση η φύση της συναλλαγής ήταν τέτοια που ο κ. Λοϊζου είχε καθήκον όπως αποκαλύψει στον ενάγοντα όλα τα ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με αυτήν συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του κύριου δικαιούχου του ομολόγου. Στρέφομαι τώρα στο ερώτημα κατά πόσο η παράσταση έγινε με πρόθεση ο ενάγοντας να βασιστεί σε αυτή κατά τον τρόπο που του προκάλεσε ζημιά. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε κατά την τελική της αγόρευση ότι «για να γίνει αποδεκτό ότι είχαν μια τέτοια πρόθεση οι εναγόμενοι, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ήταν προβλεπτό ότι αυτός που θα αγόραζε το ομόλογο θα ζήμιωνε, ενώ αυτός που θα το πουλούσε θα κέρδιζε περισσότερα απ' ότι αν το κρατούσε». Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου δεν με βρίσκει σύμφωνη για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια. Παρατηρείται σχετικά με το ζήτημα στο σύγγραμμα Chitty on Contract, General Principles, (27η έκδοση), §6-023 πως εάν η αναφορά σε πρόθεση να βασιστεί το άτομο στο οποίο γίνεται η παράσταση δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από το ότι το άτομο αυτό δεν μπορεί να παραπονεθεί εκτός εάν η ψευδής παράσταση απευθυνόταν στον ίδιο ή σε τάξη ατόμων στην οποία ανήκε, τότε είναι ορθή. Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort (11η έκδοση) υποδεικνύεται[6] πως πρέπει η παράσταση να έγινε με πρόθεση ο ενάγοντας να βασιστεί σε αυτή. Εάν αυτό ικανοποιηθεί, δεν χρειάζεται η παράσταση να έγινε στον ενάγοντα στην κυριολεξία ή ειδικά ("literally or in particular"). Ο κ. Λοϊζου, απηύθυνε τη σχετική δήλωση στον ενάγοντα αλλά και στους κύριους Γεωργίου και Χαρίτου με σκοπό οι τελευταίοι να τη μεταφέρουν σε άλλο πρόσωπο, στην προκείμενη περίπτωση τον ενάγοντα, αφού ο κ. Λοϊζου γνώριζε πως οι Γεωργίου και Χαρίτου όταν ήρθαν σε επικοινωνία μαζί του ενεργούσαν για λογαριασμό άλλου προσώπου που ενδιαφερόταν να αποκτήσει ομόλογο[7]. Ο κ. Λοϊζου προέβηκε στην εν λόγω παράσταση, τόσο στους Γεωργίου και Χαρίτου όσο και στον ενάγοντα με σκοπό ο τελευταίος να βασιστεί σε αυτή θεωρώντας ότι το δικαιούχο πρόσωπο του ομολόγου ήταν η κα Κυριάκου. Τουλάχιστον επιμελώς, ο κ.Λοϊζου φαίνεται να αποσιώπησε/απέκρυψε από τους προαναφερόμενους, το γεγονός ότι η κα Κυριάκου ήταν απλά εμπιστευματοδόχος (nominee) για άλλο πρόσωπο το οποίο είχε το ουσιαστικό και πραγματικό συμφέρον στο ομόλογο. Ταυτόχρονα απέκρυψε την ιδιότητα του προσώπου τούτου. Η σχέση του κ. Τσαγγάρη με τη Medochemie ως υψηλόβαθμο στέλεχος της και με το ομόλογο ως ο ουσιαστικός δικαιούχος του, από αντικειμενικής άποψης, ήταν για ένα επενδυτή που μελετούσε την πιθανότητα επένδυσης στην εταιρεία σημαντική. Περαιτέρω ανάλυση του ζητήματος αυτού γίνεται πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης[8]. Εύλογα μπορεί να πει κανείς ότι η αποκάλυψη της πραγματικότητας στην προκείμενη περίπτωση θα λαμβανόταν σοβαρότατα υπόψη και ως ο ίδιος ο ενάγοντας δηλώνει και γίνεται αποδεκτό, θα τον απέτρεπε από το να αγοράσει το ομόλογο. Σημειώνεται εδώ παρενθετικά ότι έχω απορρίψει τη δικαιολογία που πρόβαλε ο κ. Λοΐζου για τη μη αποκάλυψη του πραγματικού δικαιούχου, ότι δηλαδή ο ενάγοντας δεν επέδειξε οποιοδήποτε σχετικό ενδιαφέρον αφού επιθυμούσε απλά να αγοράσει το ομόλογο ως επίσης τη δικαιολογία που πρόβαλε ότι ο ίδιος δεν πίστευε ότι έπρεπε να αναφέρει στον ενάγοντα ποιοι ήταν οι δικαιούχοι του ομολόγου χωρίς να το είχε ζητήσει ο ίδιος. Δεδομένου του προβληματισμού και της ανησυχίας του ενάγοντα, μετά την πρώτη συνάντηση του με τον κ. Λοϊζου, για το ύψος της προτεινόμενης επένδυσης, το γεγονός ότι η ονομαστική αξία του ομολόγου ήταν £100.000 και πωλείτο σε σχετικά σύντομο χρόνο μετά την απόκτηση του από την κα Κυριάκου στην τριπλάσια τιμή, και για τις συνέπειες σε περίπτωση που η Medochemie δεν εντασσόταν τελικά στο ΧΑΚ, η όποια πληροφόρηση για τον πραγματικό δικαιούχο του ομόλογου - η ταυτότητα του οποίου μόνο ο Λοίζου και όχι ο ενάγοντας ήταν σε θέση να γνωρίζει - καθιστούσε ακόμη πιο έντονο το ενδεχόμενο να αποσύρει ο ενάγοντας το όποιο ενδιαφέρον του για το ομόλογο. Ότι ο ενάγοντας ανησυχούσε για την συγκεκριμένη επενδυτική δραστηριότητα επιβεβαιώνεται από τον κ. Χαρίτου. Το ποσό που ζητείτο προβλημάτισε και τον Γεωργίου, με αποτέλεσμα να έρθουν και οι δύο σε επαφή με τον κ. Λοίζου για περαιτέρω πληροφορίες. Ο κ. Λοίζου επιβεβαίωσε πως μίλησε μερικές φορές με τον κ. Γεωργίου. Ο κ. Λοϊζου πρέπει να είχε επίγνωση του γεγονότος ότι το ζήτημα της προτεινόμενης αγοράς δεν ήταν για τον ενάγοντα και τους αντιπροσώπους του μια τυπική χωρίς προβληματισμό διαδικασία, όπως προσπάθησε να την παρουσιάσει. Σημασία έχει επίσης και το γεγονός ότι η ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου δεν αποκαλύφθηκε ακόμη και μεταγενέστερα όταν ο ενάγοντας ζήτησε βοήθεια από τον κ. Λοΐζου στον εντοπισμό της κας Κυριάκου, παρά μόνο στα πλαίσια της αστυνομικής έρευνας που δρομολογήθηκε μετά από σχετική καταγγελία του ενάγοντα ενώ δε διαλανθάνει της προσοχής πως ποσό που αντιστοιχούσε σε 2/3 περίπου του ποσού που ο ενάγοντας πλήρωσε στις 18.2.2000 για να αποκτήσει το ομόλογο, κατατέθηκε από τον κ. Τσαγγάρη την επόμενη μέρα σε λογαριασμό της Medochemie έναντι χρεών του προς αυτήν. Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ίσως πως δεν αποκαλύφθηκε ο πραγματικός δικαιούχος λόγω της εσωτερικής διευθέτησης με τον κ. Πίττα να μην αποκαλυφθεί ότι είχαν προσφερθεί και αποκτηθεί ομόλογα από κάποια στελέχη της εταιρείας προς αποφυγή παρεξηγήσεων με άλλα. Αυτή όμως δεν ήταν η θέση του κ. Λοϊζου. Ούτε μπορεί το γεγονός αυτό να αποτελέσει δικαιολογία για τη στάση που ο κ. Λοϊζου τήρησε έναντι του ενάγοντα, ενός προτεινόμενου επενδυτή, άσχετου με άλλα στελέχη στην εταιρεία, για τον οποίο η ταυτότητα του πραγματικού πωλητή είχε ιδιαίτερη σημασία για την απόφαση του κατά πόσο να προχωρήσει στην επένδυση ή όχι. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι η υπό συζήτηση παράσταση έγινε από τον κ. Λοϊζου με πρόθεση να βασιστεί ο ενάγοντας σε αυτή και να αγοράσει το ομόλογο για το ποσό των £300.000 εξυπηρετώντας έτσι το συνάδελφο του και στέλεχος της εταιρείας, κ. Τσαγγάρη. Είναι σημαντικό η ψευδής παράσταση να ενήργησε στο μυαλό του ατόμου στο οποίο απευθυνόταν. Επομένως, ένας ενάγοντας δεν δικαιούται σε θεραπεία εάν θα προχωρούσε στη σύναψη της συμφωνίας ακόμη και αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα (βλ. Industrial Properties Ltd v. Associated Electrical Industries Ltd [1977] Q.B. 580). Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πως η ψευδής παράσταση ήταν η μοναδική αιτία που ώθησε τον ενάγοντα στη σύναψη της συμφωνίας. Αρκεί να αποδειχθεί πως ήταν μία από τις αιτίες που τον ώθησε. Για να καταδείξει ο ενάγοντας ότι ενήργησε με βάση την ψευδής παράσταση πρέπει να καταδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση ήταν ουσιώδης. Στην προκείμενη περίπτωση η ψευδής δήλωση πως η κα Κυριάκου ήταν η δικαιούχος του ομολόγου και η ταυτόχρονη απόκρυψη πως ο κύριος δικαιούχος του ομολόγου ήταν ο κ. Τσαγγάρης ήταν ουσιώδεις. Όπως επισήμανε ο κ. Λοϊζου καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, «Άλλο μετοχές που σημαίνει μετοχές στην εταιρεία και άλλο convertible bonds που είσαι δανειστής στην εταιρεία με δικαίωμα μετατροπής, εφόσον η εταιρεία μπει στο ΧΑΚ». Σύμφωνα δε με τον κ. Λοϊζίδη (ΜΥ3) στα μετατρέψιμα ομόλογα «.υπήρχε ενσωματωμένη η προσδοκία των επενδυτών για τη μελλοντική πορεία της εταιρείας». Η πληροφόρηση επομένως ότι το ομόλογο πωλείτο κατ' ουσία από ψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας, ήταν κατά την άποψη μου γεγονός που ένας λογικός επενδυτής θα θεωρούσε σημαντικό για την απόφαση του να επενδύσει ή όχι στη συγκεκριμένη εταιρεία και τέτοιο που να επηρέαζε τη σημασία και της υπόλοιπης πληροφόρησης του αναφορικά με την προτεινόμενη επένδυση. Για τη σημασία της αποκάλυψης της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, από αντικειμενικής άποψης, χρήσιμη αναφορά μπορεί πιστεύω να γίνει και στους λόγους που επεξηγούνται στις παραγράφους 16(α) και 20 του δικογράφου που καταχωρήθηκε από την Επιτροπή της Κεφαλαιαγοράς της Νέας Υόρκης στην υπόθεση Securities and Exchange Commission v. Martha Stewart and Peter Bacanovic, 03 CV 4070 (NRB) Complaint, (United States District Court, Southern District of New York) στους οποίους παράπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα. Εκεί αναφέρεται πως μια πληροφορία είναι ουσιώδης εάν ένα λογικό άτομο θα ήθελε να την μελετήσει για να αποφασίσει κατά πόσο να συμμετέχει σε συναλλαγή που αφορά σε αξιόγραφα (securities) ή στην περίπτωση που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι η πληροφορία αυτή θα επηρεάσει την αξία ενός αξιόγραφου στην αγορά εάν γνωστοποιηθεί γενικά. Επισημαίνεται περαιτέρω στο εν λόγω δικόγραφο ότι η πληροφόρηση πως ο συνιδρυτής συγκεκριμένης εταιρείας και η κόρη του είχαν δώσει εντολή σε χρηματιστές τους να πωλήσουν όλες όσες από τις μετοχές τους στην εταιρεία ευρίσκονταν υπό τη διαχείριση των ως άνω χρηματιστών τους, θα σήμανε στον λογικό επενδυτή απαισιοδοξία εκ μέρους ατόμων με γνώση για τα εσωτερικά της εταιρείας (insiders), μεταξύ άλλων, για την μελλοντική πορεία της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω πως η παράσταση στην οποία προέβηκε ο κ. Λοϊζου ενώ απέκρυψε ενεργώς την ιδιότητα της κας Κυριάκου ως εμπιστευματοδόχου (nominee) για τον κύριο δικαιούχο του ομολόγου ήταν ουσιώδης καθότι επηρέασε τον ενάγοντα ώστε να βασιστεί σε αυτή και να καταλήξει σε συμφωνία. Αν ο ενάγοντας γνώριζε πως ο κύριος δικαιούχος του ομολόγου ήταν ο κ. Τσαγγάρης, υψηλόβαθμο στέλεχος της Medochemie, δεν θα προέβαινε στη σύναψη της συμφωνίας. Βρίσκω περαιτέρω πως ο ενάγοντας ενήργησε με βάση την υπό συζήτηση παράσταση και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος υπέστη ζημιά, αφού προέβηκε στη σύναψη συμφωνίας για την αγορά ομολόγου ονομαστικής αξίας £100.000 καταβάλλοντας προς τούτο το ποσό των £300.
  1. (β) Εξέταση της τρίτης παράστασης σε σχέση με τον κ. Τσαγγάρη Όπως έχει ήδη γίνει αποδεκτό, στην πρώτη συνάντηση του ενάγοντα με τον κ. Λοϊζου ο τελευταίος του σύστησε τον κ. Τσαγγάρη στον οποίο επίσης ανέφερε «.είναι ο κ. Ανδρέας Πατσαλίδης που ενδιαφέρεται να αγοράσει το bond της κας Αμαλίας Κυριάκου». Ο κ. Τσαγγάρης μάλιστα, φέρεται ανάμεσα στα σχόλια στα οποία προέβηκε να δήλωσε στον ενάγοντα ότι η αγορά του ομολόγου ήταν καλή περίπτωση και ότι η Αμαλία Κυριάκου δεν μπορούσε να το κρατήσει. Ο κ. Τσαγγάρης βεβαίως είχε γνώση της πραγματικότητας, ωστόσο δεν αποκάλυψε το δικό του συμφέρον στο ομόλογο παρά μόνο υιοθέτησε και ενίσχυσε με τη στάση και συμπεριφορά του έναντι του ενάγοντα προτιθέμενου τότε αγοραστή, την παράσταση του κ. Λοϊζου. Ούτε σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο φαίνεται να προσπάθησε να διαφωτίσει τον ενάγοντα για το ζήτημα αυτό αποφεύγοντας προς τούτο και να συναντηθεί με τον ενάγοντα όταν ο κ. Λοϊζου τον πληροφόρησε πως ο ενάγοντας αναζητούσε την κα Κυριάκου για να συζητήσει μαζί της την επιστροφή των χρημάτων του. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε μήνες αργότερα με την Αστυνομική έρευνα. Ο κ. Τσαγγάρης απέφυγε πιστεύω να αποκαλύψει στον ενάγοντα το συμφέρον του στο ομόλογο αφού η σχέση του με αυτό και με τη Medochemie, ως υψηλόβαθμου στέλεχους της, ήταν για ένα επενδυτή που μελετούσε την πιθανότητα επένδυσης στην εταιρεία, και μάλιστα αγοράζοντας ομόλογο που εκδόθηκε για £100.000 στην τιμή των £300.000, σημαντική και η αποκάλυψη της θα δημιουργούσε κίνδυνο ο ενάγοντας να μην αγοράσει το ομόλογο. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως και ο κ. Τσαγγάρη είχε πρόθεση όπως ο ενάγοντας στηριχθεί στην υπό συζήτηση παράσταση. Ως προς τα υπόλοιπα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιηθούν για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της απάτης, ως πιο πάνω έχουν προσδιοριστεί, βρίσκω ότι κατά τον ίδιο τρόπο που πιο πάνω έχει αναφερθεί ότι ικανοποιούνται στην περίπτωση του κ. Λοϊζου συντρέχουν και στην περίπτωση του κ. Τσαγγάρη. [9] Ούτε η προβολή εκ μέρους των μαρτύρων υπεράσπισης του γεγονότος ότι τα ομόλογα είχαν λόγω της μεγάλης ζήτησης σχεδόν αμέσως εξαντληθεί, υπονοώντας προφανώς ότι δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσουν να εξωθήσουν τον ενάγοντα στην αγορά του, βοηθά την υπόθεση της υπεράσπισης. Τα ως άνω ομόλογα άλλωστε αρχικά διατίθεντο από την εταιρεία στην ονομαστική τους αξία των £100.000 ενώ στον ενάγοντα προσφερόταν για απόκτηση στην τριπλάσια τιμή. Η προσωπική ευθύνη των κ. Λοϊζου και Τσαγγάρη έναντι του ενάγοντα για την υπό συζήτηση παράσταση είναι, υπό τις περιστάσεις, δεδομένη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα έχει εισηγηθεί πως ο κ. Λοϊζου ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως αντιπρόσωπος του κ. Τσαγγάρη και της κας Κυριάκου. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων. Θεωρώ ότι παρέλκει οποιαδήποτε εις βάθος συζήτηση του θέματος από τη στιγμή που η ιδιότητα του κ. Λοϊζου ως αντιπροσώπου των προαναφερόμενων δεν είναι δικογραφημένη. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Atiyah, Vicarious Liability in the Law of Torts (σελ. 8-9) με αναφορά στην υπόθεση Rands v. McNeill [1955] 1 Q.B. 253: «It seems that a plaintiff must clearly distinguish between personal and vicarious liability in the pleadings. If he only pleads personal liability he will not be allowed to make out an alternative case based on vicarious liability, and if he only pleads vicarious liability he will not be allowed to make out a case of personal liability.» Στην περίπτωση που είμαι λανθασμένη θα ήθελα να σημειώσω ότι έχει δοθεί μαρτυρία σύμφωνα με την οποία μπορεί να εξαχθεί η σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου μεταξύ των κυρίων Λοϊζου και Τσαγγάρη. Τέτοια για παράδειγμα είναι η ανάθεση της πώλησης του ομολόγου στον κ. Λοϊζου από τον κ. Τσαγγάρη, ο οποίος έδωσε και σχετικές οδηγίες στο Λοϊζου να έρθει σε επικοινωνία για το ζήτημα με τους υπαλλήλους της Ελληνικής Τράπεζας. Αναφορικά με την κα Κυριάκου δεν υπάρχει μαρτυρία από την οποία να συνάγεται τέτοια σχέση[10]. Υποδεικνύεται στο πιο πάνω σύγγραμμα του Atiyah[11] πως είναι ξεκάθαρο πλέον ότι όταν ένας αντιπρόσωπος διαπραγματεύεται μια συμφωνία μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και τρίτου προσώπου, ο αντιπροσωπευόμενος υπέχει εκ προστήσεως ευθύνη για την όποια απάτη του αντιπροσώπου έστω και αν ο αντιπρόσωπος δεν συμβάλλεται ο ίδιος με το τρίτο πρόσωπο αλλά απλά τον φέρνει σε επαφή με τον αντιπροσωπευόμενο. Ως εκ τούτου, στην προκείμενη περίπτωση ο κ. Τσαγγάρης θα υπείχε εκ προστήσεως ευθύνη σε περίπτωση που δεν απαιτείτο η δικογράφηση σχετικού ισχυρισμού. Στρέφομαι τώρα στην πρώτη παράσταση ως πιο πάνω έχει προσδιοριστεί[12]. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κ. Λοϊζου προέβηκε σε αυτήν την παράσταση προς τον ενάγοντα και τον κ. Χαρίτου. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε κατά την τελική της αγόρευση πως δεν πρόκειται για ψευδή παράσταση παρελθόντος ή υπαρκτού γεγονότος αλλά μόνο για έκφραση γνώμης για μελλοντικό γεγονός, ενώ υπέδειξε πως αποτέλεσε θέση του ενάγοντα κατά την αντεξέταση του πως ήταν λογικό, με βάση τα δεδομένα της εταιρείας, να αναφέρει ο κ. Λοϊζου κάτι τέτοιο. Επομένως, ο κ. Λοΐζου δεν εξέφρασε τη γνώμη αυτή χωρίς να την πιστεύει. Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε πως με τη μαρτυρία του ο κ. Λοϊζου ομολογεί ότι παρέστησε στον ενάγοντα και τους αντιπροσώπους του κάτι χωρίς να πιστεύει ότι ήταν αληθές και χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τις πληροφορίες που αυτός είχε τότε στην κατοχή του. Αναφερόμενος στην υπό συζήτηση δήλωση ο ενάγοντας, τη μαρτυρία του οποίου έχω αποδεχτεί, υποστήριξε ότι ο κ. Λοίζου «είχε δίκαιο» ενώ με τρόπο απερίφραστο παραδέχτηκε ότι δεν τον προβλημάτιζε η τιμή που σύμφωνα με τον κ. Λοϊζου πωλήθηκαν άλλα ομόλογα, ούτε το άνοιγμα των μετοχών, που τον τότε καιρό όντως άνοιγαν στο ποσό των £5-£6, παρά μόνο το ποσό των £200.000 που θα πλήρωνε πέραν από την ονομαστική αξία του ομολόγου. Με βάση τη σχετική μαρτυρία του ενάγοντα για το ζήτημα, κρίνω πως δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα ασφαλές συμπέρασμα ότι η δήλωση ήταν ψευδής ή έγινε χωρίς να υπάρχει πίστη εκ μέρους του κ. Λοϊζου ότι ήταν αληθής, ούτε ότι ο ενάγοντας ενήργησε με βάση αυτή αφού δεν φαίνεται να της έδωσε οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία. Ο κ. Λοϊζου απλά παρουσιάζεται να επιβεβαιώνει αυτά που ο ενάγοντας ήδη γνώριζε και πίστευε για το ζήτημα. Για τους πιο πάνω λόγους δεν έχω ικανοποιηθεί πως η ως άνω δήλωση υπό το στοιχείο (i) που έγινε προς τον ενάγοντα αποτελεί ψευδή παράσταση εν τη εννοία του Νόμου. Στρέφομαι τώρα στους υπόλοιπους εναγόμενους. Η αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία δεν με οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η κα Κυριάκου γνώριζε για τις επαφές του ενάγοντα με τον κ. Λοϊζου και για το τι είχε διαμειφθεί μεταξύ τους. Παρατηρώ ότι η Αμαλία Κυριάκου δεν φαίνεται σε κανένα στάδιο πριν από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας να είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κ. Λοίζου σχετική με το ομόλογο, παρά μόνο μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, όταν ο κ. Λοϊζου επικοινώνησε μαζί της για να την πληροφορήσει ότι την αναζητούσε ο ενάγοντας. Ο ρόλος της στην υπόθεση φαίνεται να περιορίζεται σε ό, τι ήταν τυπικά αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η μεταφορά του ομολόγου που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της στον ενάγοντα και τίποτε περισσότερο. Εν κατακλείδι κρίνω ότι το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό δεν αποκαλύπτει συνθήκες τέτοιες που να καθιστούν την Αμαλία Κυριάκου υπόλογη στον ενάγοντα κατά τον τρόπο που αυτός διατείνεται στην έκθεση απαίτησης. Η αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία, τοποθετεί τον κ. Πίττα στο γραφείο του κ. Λοϊζου, σε μια από τις επισκέψεις του ενάγοντα στο γραφείο του τελευταίου, κατά την οποία ο κ. Πίττας έδωσε την εντύπωση στον ενάγοντα πως γνώριζε για το συγκεκριμένο ομόλογο. Δεν εμφανίζεται σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της εξέλιξης των γεγονότων. Είναι γεγονός ότι τέθηκε αριθμός υποβολών από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα οι οποίες στόχευαν να καταδείξουν ότι πίσω από τους εναγόμενους 1, 3 και 4 κρυβόταν ο κ. Πίττας. Έχω εξονυχίσει τη μαρτυρία προφορική και έγγραφή, έχοντας κατά νου ότι ο κ. Τσαγγάρης, όπως ο ίδιος αποδέχτηκε, είναι άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του κ. Πίττα, χωρίς ωστόσο να μπορέσω να εντοπίσω οτιδήποτε το οποίο εύλογα θα μπορούσε να τείνει προς τη στοιχειοθέτηση των όσων ο ενάγοντας διατείνεται στην έκθεση απαίτησης αναφορικά με τον κ. Πίττα. Από τη μαρτυρία του κ. Τσαγγάρη εγείρονται όντως ερωτηματικά για τη μεταξύ τους σχέση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ελευθερία που ο κ. Πίττας παρείχε στον τελευταίο αναφορικά με την αποπληρωμή των χρεών του προς την Medochemie, ουσιαστικά όποτε ο ίδιος (ο κ. Τσαγγάρης) επιθυμούσε. Πρόκειται για διευθέτηση προφανώς ασυνήθιστη στους επιχειρηματικούς κύκλους. Το γεγονός αυτό όμως δεν με οδηγεί χωρίς άλλο σε ασφαλές συμπέρασμα για εμπλοκή του κ. Πίττα στην υπόθεση κατά τον τρόπο που ο ενάγοντας του καταλογίζει. Οι προς τούτο υποβληθείσες θέσεις του συνηγόρου του ενάγοντα στον κ. Τσαγγάρη παραμένουν στο τέλος της ημέρας μετέωρες, αόριστες και ατεκμηρίωτες. Ούτε για την εταιρεία προσφέρθηκε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία προς τεκμηρίωση των σχετικών ισχυρισμών του ενάγοντα. Και σε αυτήν την περίπτωση η υπόθεση του ενάγοντα κινήθηκε στο επίπεδο ατεκμηρίωτων εικασιών και υποψιών με βάση π.χ. τη μη αναφορά του ισχυριζόμενου χρέους του κ. Τσαγγάρη στην παράγραφο 14.0 των ενοποιημένων λογαριασμών της εταιρείας για την εξαμηνία που έληξε στις 30.6.2000 κάτω από τον τίτλο «Λογαριασμοί μεταξύ Συμβούλων και Εταιρείας» (Τεκμήριο 28), το ύψος του χρέους του κ. Τσαγγάρη προς την εταιρεία κατά το τέλος του 2000 το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 19 ανερχόταν στο ποσό του £1.254.854 ενώ οι δηλωμένες στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων απολαβές του από έμμισθη απασχόληση για το συγκεκριμένο έτος ανέρχονταν στο ποσό των £17.195 κ.ά. Οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του να ζητεί επιστροφή του ποσού των £200.000 επειδή αποδέχτηκε την επιστροφή του ποσού των £108.371,24 από τη Medochemie σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι με επιστολή της ημερομηνίας 13.6.2001 (Τεκμήριο 6) η Μedochemie πληροφόρησε τους κατόχους μετατρέψιμων ομολόγων της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, πως θα απέσυρε την αίτηση της για εισδοχή στο ΧΑΚ και έδινε στους κατόχους την επιλογή είτε να εξαργυρώσουν τα ομόλογα τους συμπληρώνοντας σχετικό έντυπο, είτε να τα ανταλλάξουν με νέα ομόλογα με λήξη το
  2. Ο ενάγοντας στις 9.7.2001 υπέβαλε το σχετικό έντυπο για αποπληρωμή (Τεκμήριο 7) διατυπώνοντας στο τέλος της αίτησης την επιφύλαξη «Χωρίς βλάβη ή επηρεασμό των οιωνδήποτε δικαιωμάτων μου και ειδικότερα προς διεκδίκηση του υπολειπομένου ποσού εκ λίρες Κύπρου 200.000 από τον οποιονδήποτε υπεύθυνο ή υπεύθυνους». Ακολούθως, καταβλήθηκε στον ενάγοντα από τη Medochemie το ποσό των £108.371,24, δηλαδή η ονομαστική αξία του ομολόγου πλέον τόκοι προς 6% από 2.2.2000 μέχρι 10.7.2001 μείον την αποκοπή για το Ταμείο Αμυντικής Θωράκισης. Με έχει απασχολήσει κατά πόσο ο ενάγοντας με τη συμπεριφορά του, και πιο συγκεκριμένα με την αποδοχή της επιστροφής του ως άνω ποσού, έστω υπό την πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του προς αναζήτηση του υπόλοιπου του ποσού που αυτός είχε καταβάλει για την αγορά του ομολόγου, ήτοι £200.000, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα του να ζητά την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε κατά την τελική της αγόρευση σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα που δημιουργείται με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 17 και 18 του Κεφ. 149 πως ο ενάγοντας επέλεξε να εκτελέσει τη συμφωνία υποβάλλοντας στις 9.7.2001 αίτηση αποπληρωμής του ομολόγου. Επισήμανε ταυτόχρονα πως ουδέποτε σε εκείνο το στάδιο ανάφερε ότι θεωρεί τη συναλλαγή ακυρώσιμη συνεπεία ψευδών παραστάσεων ούτε επιδίωξε την ακύρωση της συμφωνίας ενώ η ακύρωση δεν είναι πλέον εφικτή καθότι το αντικείμενο της συμφωνίας δεν υφίσταται αναλλοίωτο. Παρατηρώ ότι το τελευταίο αυτό γεγονός είναι και ο λόγος που στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πως ο ενάγοντας έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του να αναζητήσει το υπόλοιπο του ποσού που αυτός κατέβαλε για την απόκτηση του ομολόγου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 36 του Κεφ.
  3. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz (ανωτέρω) στη σελίδα 685, παρότι κάποιος μπορεί να παραιτηθεί από το αστικό αδίκημα της απάτης με την σύγχρονη του έννοια, η αγωγή για απάτη είναι η μόνη κατάλληλη αγωγή και δεν είναι δυνατή η παραίτηση εάν, για παράδειγμα, το δικαίωμα ακύρωσης σύμβασης δεν υφίσταται πλέον επειδή είναι αδύνατη η αποκατάσταση της περιουσίας[13]. Στην προκείμενη περίπτωση το ομόλογο της κας Κυριάκου (Τεκμήριο 14) είχε μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας αντικατασταθεί από άλλο ομόλογο στο όνομα του ενάγοντα και έπαυσε να υφίσταται πλέον. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η αποδοχή από τον ενάγοντα μέρους του ποσού που αυτός είχε καταβάλει, με επιφύλαξη μάλιστα των δικαιωμάτων του να αναζητήσει το υπόλοιπο, δεν ισοδυναμεί με παραίτηση των δικαιωμάτων του να αναζητήσει θεραπεία για το αστικό αδίκημα της απάτης αλλά ούτε δημιουργεί οποιοδήποτε άλλο εμπόδιο ή κώλυμα για αυτόν. Στρέφομαι τώρα στο θέμα της ζημιάς. Σαν θέμα αρχής ο ενάγοντας δικαιούται να αποκατασταθεί, στο βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει με χρήμα, στη θέση που θα ήταν αν δεν γινόταν η ψευδής παράσταση (ή αν αποκαλύπτονταν τα πραγματικά γεγονότα) και όχι στη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν η παράσταση ήταν αληθής. Από την άλλη ο ενάγοντας πρέπει να πιστώσει τον εναγόμενο για οποιοδήποτε όφελος έχει αποκομίσει από τη συναλλαγή στην οποία κατέληξε λόγω της ψευδούς παράστασης.[14] Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγοντας λόγω ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των κύριων Λοϊζου και Τσαγγάρη, κατάβαλε το ποσό των £300.000 για να αποκτήσει το επίδικο ομόλογο. Η αξία του ομολόγου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν, όπως καθορίζεται από το ίδιο το έγγραφο, £100.
  4. Ο ενάγοντας επομένως δικαιούται στη βάση της αρχής που έχει διατυπωθεί πιο πάνω στο υπόλοιπο ποσό του τιμήματος αγοράς ήτοι £200.
  5. Για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω και τη διαζευκτική βάση αγωγής, η οποία αφορά στον εναγόμενο 4 μόνο, για επιστροφή του ποσού των £200.000 δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Κύπρου Νόμου, αρ. 42(Ι)/2000. Απλή ανάγνωση του εν λόγω άρθρου αποκαλύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του είναι η είσπραξη του ποσού που διεκδικείται από εκδότη ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου ή πρόσωπο για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας. Στην προκείμενη περίπτωση παρότι τα 2/3 των χρημάτων που ο ενάγοντας κατέβαλε για να αποκτήσει το ομόλογο κατέληξαν σε λογαριασμό της Medochemie, δεν έχει καταδειχθεί πως τα χρήματα είχαν εισπραχθεί για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας, στην προκείμενη περίπτωση για τη Medochemie. Ως εκ τούτου η απαίτηση του ενάγοντα με βάση το άρθρο 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 δεν θα μπορούσε να πετύχει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα κατά την τελική του αγόρευση έθεσε για πρώτη φορά ζήτημα παρανομίας της επίδικης συμφωνίας. Υποστήριξε συγκεκριμένα πως οι δηλώσεις στις οποίες προέβηκε ο κ. Λοϊζου και η απόκρυψη από αυτόν της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου του ομολόγου, συνιστούν παράβαση των άρθρων 67(β) και 68 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 με αποτέλεσμα η συμφωνία να καθίσταται παράνομη και άκυρη εξ υπαρχής. Ισχυρισμοί για το παράνομο συμφωνίας πρέπει να εγείρονται ειδικά στη δικογραφία και να στοιχειοθετούνται με αναφορά στα γεγονότα τα οποία καθιστούν παράνομη τη συμφωνία είτε εν τη γενέσει της είτε κατά την εκτέλεση της. Υποδεικνύεται ωστόσο στη νομολογία ότι παρανομία κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση συμφωνίας μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη δικογραφία, εφόσον προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απαίτηση στοιχειοθετείται με αναφορά σ' αυτή[15]. Στην προκείμενη περίπτωση συμβαλλόμενα στη συμφωνία μέρη για την αγορά του ομολόγου ήταν ο ενάγοντας και η κα Κυριάκου ενώ το Δικαστήριο έχει αποφανθεί για τους λόγους που φαίνονται στις σελίδες 38 και 53 της απόφασης πως ο κ. Λοϊζου δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της κας Κυριάκου. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εξέτασης παρανομίας στη βάση των ενεργειών και της συμπεριφοράς του κ. Λοϊζου. Με αυτή τη διαπίστωση παρέλκει η ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω συζήτησης του θέματος. Θα ήθελα μόνο να προσθέσω πως η διαπίστωση ύπαρξης παράβασης νομοθετικής πρόνοιας εν πάση περιπτώσει δεν καθιστά αυτόματα μια συμφωνία παράνομη αλλά η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Για του λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 3 και 4 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των £200.000 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 5 απορρίπτεται. Δεδομένου του ενιαίου του χειρισμού της υπόθεσης των εναγομένων από την ίδια συνήγορο και ενόψει της κοινής υπεράσπισης τους, τα έξοδα της αγωγής μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1, 2 και 5 επιδικάζονται υπέρ των τελευταίων και εναντίον του ενάγοντα κατά το 1/5 προς όφελος ενός εκάστου. (Υπ.)........................................ Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -αστικό αδίκημα - απάτη (ΧΑΚ) ) [1] Βλ. Foster v. Charles
(1830)6 Bing 396, 7 Bing.
  1. [2] Βλ σελ. 31 ανωτέρω. [3] Βλ. σελ.
  2. [4] (Βλ. επίσης Winfield & Jolowicz on Tort (11η έκδοση) σελ.248). [5] Βλ. επίσης Winfield & Jolowicz on Tort 11η έκδοση σελ.248 όπου αναφέρεται «Some sort of statement or representation there must be, but a probable qualification of this is that, where a man is under a legal duty to speak and deliberately holds his tongue with the intention of inducing the other party to act upon the belief that he did not speak because he had nothing to say, that is fraud.» [6] Στη σελ.
  3. [7] Βλ. Abu Dhabi Investment Company & Ors v. H Clarkson & Company & Ors [2008] EWCA Civ
  4. [8] Βλ. σελ.48-
  5. [9] Εκτενής αναφορά και καθ' όλα ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ζήτημα της απόκρυψης ιδιότητας εντοπίζεται στην υπόθεση Dadourian Group International Inc & Ors v. Simms & Ors [2006] EWHC 2973 (Ch). [10] Βλ. σελ. 38 και 53 της απόφασης. [11] Σελ.
  6. [12] Βλ.σελ.
  7. [13] «The tort of deceit in its modern sense can be waived, although there are exceptions to this ; deceit alone is the appropriate action and waiver is not possible if, for example, the right to rescind a contract for fraud no longer exists because restitution of the property is impossible». [14] Βλ. Winfield & Jolowicz ανωτέρω σελ.
  8. [15] Βλ. Αθηνοδώρου ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 615 και Bigos v. Bousted [1951] 1 All E.R. 92. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.