← Κύπρος

Α Χ Αντωνίου Λτδ κ.α. ν. Λάμπρου Γνάφτη, Αρ. αγωγής 6288/04, 5 Φεβρουαρίου 2009

Α Χ Αντωνίου Λτδ κ.α. ν. Λάμπρου Γνάφτη, Αρ. αγωγής 6288/04, 5 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής 6288/04 Μεταξύ:

  1. Α & Χ Αντωνίου Λτδ
  2. Δημήτρη Δημητρίου
  3. Κώστα Κατσαρή
  4. Ανδρέα Σιμιλλίδη
  5. Χαρούλλας Σιμιλλίδη
  6. Κώστα Ερωτοκρίτου
  7. Έρμας Χριστοδούλου
  8. Ανδρέα Χριστοδούλου
  9. Χρίστου Δημητριάδη
  10. Τώνιας Χ¨Αντώνη
  11. Κώστα Αντωνίου Εναγόντων και Λάμπρου Γνάφτη Εναγομένου ----------------- Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2009 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Πούγιουρος Για εναγόμενο: κ. Η. Κονναρής ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε την 1.11.2004 οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο (α) την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να μεταβιβάσει 15.000 μετοχές ή και οποιεσδήποτε άλλες μετοχές κατέχει στην εταιρεία Anytime Kiosks Ltd στον ενάγοντα Κώστα Ερωτοκρίτου αποκλειστικά και ή στους ενάγοντες από 1.363 στον κάθε ένα και επιπλέον 7 μετοχές στον Κώστα Ερωτοκρίτου, (β) δήλωση ότι το καταπίστευμα ημερομηνίας 17.12.2002 με καταπιστευματοδόχο τον εναγόμενο και επωφελούμενους τους ενάγοντες κατέστη άκυρο και διαζευκτικά των πιο πάνω οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο (γ) την αντικατάσταση του εναγομένου λόγω αμελούς και ή πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ως επίτροπου καταπιστεύματος με τον ενάγοντα Κώστα Ερωτοκρίτου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το Δικαστήριο κρίνει ορθό και πρέπον. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες των περιπτέρων τα οποία διαχειριζόταν η εταιρεία Anytime Kiosks Ltd, η οποία συστάθηκε στις 19.4.2002, ο εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως ο διαχειριστής και ή οικονομικός διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας. Στις 26.6.2002 οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας εγγραφεί στο όνομα του εναγομένου προς όφελος των εναγόντων και ως καταπιστευματοδόχου δυνάμει εξυπακουόμενου (constructive) καταπιστεύματος. Δυνάμει γραπτού καταπιστεύματος το οποίο έγινε στις 17.12.2002 ο εναγόμενος ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα δήλωσε ότι κατέχει τις ρηθείσες μετοχές ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος των εναγόντων ώστε να διαχειρίζεται την εταιρεία, να ψηφίζει σε συνελεύσεις με τρόπο προς το αμοιβαίο όφελος τόσο της εταιρείας όσο και των εναγόντων (Beneficiaries) και όπως αφού εξοφληθούν τα χρέη της εταιρείας τα οποία υφίσταντο τότε να μεταβιβάσει χωρίς αντάλλαγμα τις μετοχές στους ενάγοντες. Ο εναγόμενος, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, απεχώρησε από την εταιρεία στις 31.11.2002 και έκτοτε καμία σχέση έχει με αυτήν. Είναι η θέση των εναγόντων ότι τα προαναφερθέντα χρέη έχουν εξοφληθεί και ή οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος κατέστη καταπιστευματοδόχος έχουν εκλείψει και ή ο εναγόμενος παραλείπει να εκτελεί οποιαδήποτε καθήκοντα του ως καταπιστευματοδόχος. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 22.6.2004 κάλεσαν τον εναγόμενο να μεταβιβάσει τις ρηθείσες μετοχές στους ενάγοντες και ή στον Κώστα Ερωτοκρίτου αλλά αρνείται και παραλείπει να το πράξει. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του η οποία καταχωρήθηκε στις 16.2.2005 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι παράτυπη και πρόωρη. Διαζευκτικά της πιο πάνω προδικαστικής του ένστασης, ο εναγόμενος, πλην της σύστασης της εταιρείας Anytime Kiosks Ltd, αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων κα αναφέρει ότι ιδιοκτήτης των περιπτέρων είναι η πιο πάνω εταιρεία και οι ενάγοντες οι διαχειριστές αυτών. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι ήταν Γενικός Διευθυντής και υπάλληλος της εταιρείας. Ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αρχικά οι μετοχές της εν λόγω εταιρείας είχαν εγγραφεί στο όνομα του και κάποιου τρίτου και αργότερα συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος τις μεταβιβάσει στο όνομα των εναγόντων εφόσον αυτοί θα εξοφλούσαν τόσο τα οφειλόμενα προς αυτόν ποσά όσο και τα χρέη της εταιρείας, κάτι το οποίο οι ενάγοντες δεν έπραξαν. Ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν αρνείται να μεταβιβάσει τις μετοχές στους ενάγοντες νοουμένου ότι οι ενάγοντες εξοφλήσουν τις προαναφερόμενες οφειλές τους. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για τους ενάγοντες κατέθεσε ο κ. Κώστας Ερωτοκρίτου (ΜΕ1), διευθυντής της Anytime Kiosks Ltd και έκτος ενάγοντας. Ο ΜΕ1 κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε επτά τεκμήρια στα οποία όπου χρειάζεται θα γίνεται αναφορά πιο κάτω. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να γίνει αναφορά στο τίτλο και περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 το οποίο μεταφέρω αυτούσιο: « ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ (TRUST DEED) Το παρόν καταπίστευμα γίνεται σήμερα την 17η ημέρα του Δεκεμβρίου 2002, από εμένα, τον υπογεγραμμένο Λάμπρο Γνάφτη, από Λεμεσό, Μελέτιου Μεταξάκη 35, Μέσα Γειτονιά κάτοχο δ.τ.αρ.
  12. Με το παρόν ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα δηλώνω ότι όλες οι μετοχές τις οποίες κατέχω στην εταιρεία ANYTIME KIOSKS LTD, αρ.129488 κατέχονται από εμένα ως καταπιστευματοδόχου (Trustee) προς όφελος των ακόλουθων διαχειριστών περιπτέρων, Α & Χ Αντωνίου Λτδ, από Λευκωσία, Δημήτρη Δημητρίου από Λευκωσία, κατόχου δ.τ.αρ.608020, Κώστα Κατσαρή, από Λατσιά, κατόχου δ.τ. αρ.653907, Ανδρέα Σιμιλλίδη, από Λευκωσία κατόχου δ.τ. αρ.556465, Χαρούλας Σιμιλλίδη, από Λευκωσία κατόχου δ.τ.476175, Κώστα Ερωτοκρίτου, από Λεμεσό κατόχου δ.τ. 411731, Έρμας Χριστοδούλου, από Λεμεσό κατόχου δ.τ. 460164, Ανδρέα Χριστοδούλου από Λεμεσό κατόχου δ.τ. 729894, Χρίστου Δημητριάδη, από Λεμεσό, κατόχου δ.τ. 734437, Τώνιας Χ' Αντώνη από Λεμεσό κατόχου δ.τ. αρ.716195 και Κώστα Αντωνίου, από Λεμεσό, κατόχου δ.τ. αρ.769823 με βάση τα ακόλουθα καταπιστεύματα. (α) Να διαχειρίζεται την ρηθείσα εταιρεία και να ψηφίζει στις γενικές τακτικές και έκτακτες γενικές συνελεύσεις με τρόπο προς αμοιβαίο όφελος τόσο της εταιρείας γενικά όσο και των ρηθέντων επωφελουμένων (beneficiaries). (β) Αφού εξοφληθούν τα χρέη της ρηθείσας Εταιρείας τα οποία υφίστανται σήμερα και εν πάση περιπτώσει, όχι αργότερα από την 1η Νοεμβρίου 2009, να μεταβιβάσει χωρίς αντάλλαγμα όλες τις ρηθείσες μετοχές στους ρηθέντες επωφελούμενους σε αναλογία μετοχών με βάση υπολογισμό της αξίας της επιχείρησης του κάθε περιπτέρου το οποίο διαχειρίζονται οι εν λόγω επωφελούμενοι. ΜΑΡΤΥΡΕΣ: Ο ΠΑΡΕΧΩΝ ΤΟ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ:
  13. ΛΑΜΠΡΟΣ ΓΝΑΦΤΗΣ » Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν ένας εκ των επτά ιδιοκτητών των περιπτέρων που αρχικά ανήκαν στην εταιρεία Χρυσαετός Λτδ. Όταν οι ενάγοντες συνειδητοποίησαν ότι η εν λόγω εταιρεία δεν πήγαινε καλά και αποχώρησαν από αυτήν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην σύσταση της Anytime Kiosks Ltd. Ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι τον Ιανουάριο του 2002 που απολύθηκε ήταν διευθύνων σύμβουλος στη Χρυσαετός Λτδ, όταν πληροφορήθηκε την πρόθεση τους αυτή, ήρθε σε επαφή μαζί τους, και οι ενάγοντες αποφάσισαν να του δώσουν την ευκαιρία να τους καθοδηγήσει από τη θέση του διευθυντή της εταιρείας. Τότε υπήρχε, όπως είπε ο ΜΕ1, σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Η συνεργασία τους, είπε ο ΜΕ1, διήρκησε 7 1/2 μήνες μόνο, και αφού η εμπιστοσύνη μεταξύ τους είχε χαθεί ο εναγόμενος απεχώρησε από την εταιρεία με κοινή απόφαση όλων των μερών. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι γνώριζε από την αρχή ότι ο εναγόμενος ήταν μέτοχος της Anytime Kiosks Ltd. Οι μετοχές, είπε ο ΜΕ1, γράφτηκαν στο όνομα του εναγομένου μέχρι ο τελευταίος να κάνει τις απαραίτητες λογιστικές πράξεις και να αποφασίσει την ορθή αναλογία, σε σχέση με τη δυναμικότητα του κάθε περιπτέρου, δηλαδή τον ακριβή αριθμό των μετοχών που θα εδικαιούτο ο κάθε ένας. Οι ενάγοντες, μέχρι να διευκρινιστεί η ορθή αναλογία των μετοχών του κάθε περιπτερούχου, θεώρησαν καλύτερα όλες οι μετοχές να είναι σε ένα όνομα, αυτό του εναγομένου. Ο ΜΕ1 είπε ότι ο εναγόμενος σε κάποιο στάδιο τους παρουσίασε στα χαρτιά τις διαιρεμένες μετοχές και ακολούθως υπέγραψαν το καταπίστευμα. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι από τον Νοέμβριο του 2002 οι σχέσεις μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου άρχισαν να μην είναι οι καλύτερες και επανειλημμένα του ζητούσαν να τους μεταβιβάσει το μερίδιο τους στις μετοχές της εταιρείας οι οποίες τους άνηκαν από την αρχή της σύστασης της. Περί τα τέλη του 2002 ο ΜΕ1 είπε ότι με κοινή τους απόφαση κατέληξαν να χωρίσουν λόγω διαφορών που είχαν μεταξύ τους και το έγγραφο που φέρει τίτλο trust deed (Τεκμήριο 3) υπογράφηκε με την αποχώρηση του εναγομένου από την εταιρεία Anytime Kiosks Ltd. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι όλοι οι ενάγοντες επανειλημμένα πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 3 ζητούσαν από τον εναγόμενο να τους μεταβιβάσει στο όνομα τους τις μετοχές που αναλογούσαν στον κάθε ένα όπως ο εναγόμενος τους τις παρουσίασε στα χαρτιά κατά τη διάρκεια κάποιας συνέλευσης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Ακολούθως, ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 4,5,6 και 7 αντίστοιχα τέσσερις επιστολές που ανταλλάγηκαν μεταξύ των δικηγόρων των εναγόντων και του εναγομένου ημερομηνίας 4.4.2004, 5.5.2004, 17.5.2004 και 22.6.
  14. Ο εναγόμενος, είπε ο ΜΕ1, μέχρι την αποχώρηση του τον Δεκέμβριο του 2002 έπαιρνε μισθό από την εταιρεία Anytime Kiosks Ltd. Έκτοτε καμία σχέση δεν έχει με την εταιρεία πλην τις μετοχές που παρέμειναν εγγεγραμμένες στο όνομα του. Η εν λόγω εταιρεία από το καλοκαίρι του 2003 σταμάτησε να λειτουργεί. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά το χρόνο σύστασης της εταιρείας ο εναγόμενος τους παρουσίασε κάποιο συμβόλαιο για ένα επενδυτή το οποίο στο τέλος δεν υλοποιήθηκε και ή δεν υπογράφηκε. Εάν δεν ήταν εκείνο το συμβόλαιο με τον επενδυτή ο οποίος θα βοηθούσε την εταιρεία, οι μετοχές, είπε ο ΜΕ1, δεν θα εγγράφονταν στο όνομα του εναγομένου, αφού ο τελευταίος καμία σχέση δεν είχε μαζί τους. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο που υπογράφηκε το έγγραφο, Τεκμήριο 3, η εταιρεία Anytime Kiosks Ltd είχε χρέη σε τράπεζες και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να έχει. Ο εναγόμενος υπέγραψε ως εγγυητής της εταιρείας σε κάποια από τα προαναφερόμενα χρέη. Σε υποβολή του δικηγόρου του εναγομένου ότι το έγγραφο Τεκμήριο 3 υπογράφηκε ως εγγύηση για τον εναγόμενο μέχρι να πληρωθούν τα χρέη της εταιρείας στα οποία υπέγραψε ως εγγυητής, και ακολούθως να τους μεταβιβάσει τις μετοχές, ο ΜΕ1 απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι κατά την διάρκεια των 7 ½ μηνών που ο εναγόμενος ήταν αναμεμιγμένος στην εταιρεία κατατέθηκαν στα ταμεία της Anytime Kiosks Ltd συνολικά ΛΚ 105.000 αλλά έναντι των χρεών της εταιρείας στις τράπεζες πληρώθηκαν μόνο ΛΚ 9.
  15. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στον εναγόμενο και τον ήθελαν να αποχωρήσει. Δεύτερος μάρτυρας για τους ενάγοντες κατέθεσε ο κ. Χρίστος Ιωάννου, ιδιοκτήτης, όπως είπε, της ενάγουσας 1 εταιρείας, μέτοχος και διευθυντής της Anytime Kiosks Ltd. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 αυτός, όπως επίσης και οι υπόλοιποι περιπτερούχοι, αποχώρησαν από τη Χρυσαετός Λτδ όταν συνειδητοποίησαν ότι επιταγές της εταιρείας επιστρέφοντο απλήρωτες και τα περίπτερα τους έμεναν χωρίς εμπόρευμα. Σε κάποιο στάδιο μετά που έφυγε και ο εναγόμενος από τη Χρυσαετός Λτδ συναντήθηκαν και αποφάσισαν να δημιουργήσουν την εταιρεία Anytime Kiosks Ltd με την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος θα ήταν υπάλληλος και διαχειριστής της νέας αυτής εταιρείας. Η συνεργασία με τον εναγόμενο διήρκησε από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι και το Δεκέμβριο
  16. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος ήταν μέτοχος της νέας εταιρείας ο ΜΕ2 το πληροφορήθηκε δύο με τρεις μήνες μετά τη σύσταση της οπότε και του ζήτησαν επανειλημμένα να τους μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα τους. Όταν ο εναγόμενος δεν το έπραξε του ζήτησαν να επισκεφτεί το δικηγόρο τους για να υπογράψει το καταπίστευμα το οποίο είπε έληγε με την εξόφληση των χρεών της εταιρείας. Ο ΜΕ2 ανέφερε επίσης ότι η εταιρεία Anytime Kiosks Ltd σταμάτησε να λειτουργεί λίγους μήνες μετά που έφυγε ο εναγόμενος τον Δεκέμβριο του
  17. Έκτοτε ο εναγόμενος καμία υπηρεσία δεν προσέφερε στην εταιρεία αυτή. Οι ίδιοι, είπε, αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν νέα εταιρεία στην οποία μέτοχοι να ήταν οι ίδιοι για να μπορούν να την λειτουργούν. Ο ΜΕ2 αναγνώρισε την επιστολή ημερομηνίας 4.4.2005 (Τεκμήριο 4), με την οποία ο εναγόμενος ζητούσε γενική συνέλευση και συμπλήρωσε ότι μετά τη λήψη της μέσω του δικηγόρου τους πέτυχαν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο όπως είπε «σταμάτησαν τον εναγόμενο από του να είναι μέτοχος». Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτοί ήταν ιδιοκτήτες των περιπτέρων τα οποία μέσω συμβολαίων φαίνεται να ανήκαν στη Χρυσαετός Λτδ. Κατά την αποχώρηση τους από τη Χρυσαετός Λτδ για να αποδεσμευτούν τα περίπτερα τους κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ 185.
  18. Για την εξεύρεση του ποσού αυτού η εταιρεία Anytime Kiosks Ltd έκανε δάνεια από τράπεζες στα οποία όλοι οι περιπτεριούχοι υπέγραψαν ως εγγυητές. Δάνεια, είπε, έκαναν και οι ίδιοι προσωπικά. Ο εναγόμενος, είπε ο ΜΕ2, από ότι θυμόταν πρέπει να ήταν εγγυητής σε κάποια από αυτά τα δάνεια. Τα δάνεια αυτά μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφληθεί. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τον εναγόμενο, ο τελευταίος δεν έκανε καλά τη δουλειά του και σαν διευθυντές της εταιρείας είχαν πολλά παράπονα. Σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του εναγομένου με αναφορά στο Τεκμήριο 3 και στην ημερομηνία 1.11.2009, ο ΜΕ2, χωρίς να είναι σίγουρος, είπε ότι μπορεί να είναι η ημερομηνία που θα εξοφλούντο τα χρέη της εταιρείας. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι η εταιρεία Anytime Kiosks Ltd δεν έχει σήμερα χρέη αφού η εταιρεία αυτή δεν υπάρχει. Χρέη, είπε, έχει ο κάθε ένας τους ατομικά. Ο ίδιος είπε ότι έχει παύσει από διευθυντής της εταιρείας και από γραμματέας αφού η εταιρεία τους δεν υπάρχει. Σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι στα δάνεια της εταιρείας στα οποία είναι αυτός εγγυητής έχουν πληρωθεί κάποια ποσά αλλά αυτά δεν εξοφλήθηκαν και τα δάνεια υφίστανται μέχρι σήμερα. Καταληκτικά ο ΜΕ2, ανεξάρτητα του ότι δεν θυμόταν τι θα συνέβαινε εάν δεν εξοφλούντο τα χρέη της εταιρείας μέχρι την 1.11.2009, υποστήριξε ότι ο εναγόμενος όφειλε ανεξαρτήτως της ύπαρξης της ημερομηνίας 1.11.2009 να τους μεταβιβάσει τις μετοχές τους. Ακολούθως μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι μετά την απόλυση του από τη Χρυσαετός Λτδ σε συνάντηση που είχε με τους ενάγοντες αποφάσισαν από κοινού όπως μεσολαβήσει αυτός με τη Χρυσαετός Λτδ, μετά που η εταιρεία αυτή τους είχε κινήσει αγωγές, να διαπραγματευτεί το ποσό που ζητούσε η εταιρεία αυτή από τους περιπτερούχους. Τα περίπτερα, ο εναγόμενος ανέφερε, ανήκαν στην Χρυσαετός Λτδ και οι ενάγοντες τα διαχειρίζονταν, αυτός ήταν και ο λόγος που η Χρυσαετός Λτδ ζητούσε το ποσό των ΛΚ 330.000 περίπου για να τους τα αποδεσμεύσει. Η αρχική συμφωνία με τους ενάγοντες ήταν να δημιουργηθεί μια νέα εταιρεία με ένα δυνατό επενδυτή με σκοπό την εξαγορά των περιπτέρων από τη Χρυσαετός Λτδ. Μετά τη δημιουργία της εταιρείας αυτής της Anytime Kiosks Ltd, ο εναγόμενος είπε ότι εξουσιοδοτήθηκε από τους ενάγοντες να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με τη Χρυσαετός Λτδ και αυτό έγινε. Η αρχική απαίτηση της Χρυσαετός Λτδ μετά τη μεσολάβηση του εναγομένου μειώθηκε στο ποσό των ΛΚ 185.000 εκ του οποίου ποσού η Anytime Kiosks Ltd θα κατέβαλλε το ποσό των ΛΚ 155.000 και αυτός το υπόλοιπο των ΛΚ 30.000 από τα χρήματα που πήρε από την Χρυσαετός Λτδ κατά την αποχώρηση του, κατ' αναλογία για κάθε περιπτεριούχο. Στη νέα εταιρεία είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες όπως υπάρχουν δύο κλάσεις μετοχών, μία η οποία θα άνηκε στον επενδυτή και η άλλη η οποία είχε και ποσοστό απόδοσης η οποία θα διανέμετο στους ενάγοντες ως διαχειριστές των περιπτέρων όταν γινόταν η αξιολόγηση τους. Οι ενάγοντες ήταν αυτοί που θα αποφάσιζαν τον αριθμό των μετοχών που αναλογούσε στον κάθε ένα. Οι ενάγοντες, ανέφερε ο εναγόμενος, γνώριζαν από την πρώτη στιγμή ότι οι μετοχές ήταν γραμμένες πάνω του. Μετά την πιο πάνω συμφωνία τους και την δημιουργία της νέας εταιρείας προχώρησαν στη λήψη δανείων. Το ένα το δάνειο το πήραν από την Universal και ήταν για ποσό ΛΚ 88.000 και στην Ελληνική άνοιξαν τρεχούμενο λογαριασμό. Στα πιο πάνω υπέγραψαν όλοι ως εγγυητές και ο εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν ο μόνος που πλήρωνε για τα πιο πάνω χρέη. Την οφειλή στην Ελληνική Τράπεζα αναγκάστηκε να την πληρώσει ο ίδιος περί τον Δεκέμβριο του 2007 και τώρα άρχισαν και οι οχλήσεις από την Universal. Οι ενάγοντες, ανέφερε ο εναγόμενος, μετά την εξασφάλιση των χρημάτων αποφάσισαν αρχικά ότι δεν χρειάζονταν πλέον τον επενδυτή όπως επίσης αργότερα και τον ίδιο. Λόγω της απόφασης τους αυτής συμφώνησαν από κοινού όπως ο ίδιος κρατήσει τις μετοχές μέχρι να εξοφληθούν τα χρέη της εταιρείας Anytime Kiosks Ltd. Οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στον δικηγόρο τους χωρίς τη δική του ανάμιξη να ετοιμάσει σχετικό έγγραφο, και αυτός το υπέγραψε. Ως το έγγραφο που υπέγραψε αναγνώρισε το Τεκμήριο
  19. Ο εναγόμενος με αναφορά στην ημερομηνία 1.11.2009 του Τεκμηρίου 3 είπε ότι ήταν η ημερομηνία κατά την οποία τα χρέη θα αποπληρώνονταν με βάση τις συμφωνίες που είχαν με τις τράπεζες και σύμφωνα και με κάποια χρονοδιαγράμματα που είχαν κάνει μεταξύ τους για το ποσό που θα έπρεπε να δίνει το κάθε περίπτερο, το οποίο ήταν ιδιοκτησία της Anytime Kiosks Ltd για να αποπληρωθούν τα χρέη. Εάν τηρούντο οι συμφωνίες αυτές, ο εναγόμενος είπε ότι μέχρι και την 1.11.2009 τα χρέη θα ήταν αποπληρωμένα. Εάν και εφόσον τα χρέη της εταιρείας εξοφλούντο πιο γρήγορα, αυτός άμεσα θα τους μεταβίβαζε τις μετοχές. Εάν τα χρέη της εταιρείας δεν εξοφλούντο μέχρι και την 1.11.2009 τότε οι μετοχές θα παρέμεναν στο όνομα του για να μπορεί ως μέτοχος να εκποιήσει κάποια περιουσία της εταιρείας με σκοπό την πληρωμή των χρεών. Σε κάποιο στάδιο και ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος άρχισε να παίρνει επιστολές από τράπεζες και αφού είδε ότι ο τρόπος που λειτουργούσε η Anytime Kiosks Ltd ήταν καταστροφικός και υπήρχε και αμφισβήτηση για τις οφειλές της εταιρείας ζήτησε από τους ενάγοντες να συγκαλέσουν Γενική Συνέλευση. Όταν ο ίδιος ζήτησε τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης με επιστολή ημερομηνίας 4.4.2005 (Τεκμήριο 4) οι ενάγοντες πρώτη φορά θυμήθηκαν να ζητήσουν όπως οι μετοχές εγγραφούν στο όνομα τους, και, ξεχνώντας τις μεταξύ τους συμφωνίες και το χαρτί του δικηγόρου τους, προχώρησαν με τη λήψη προσωρινού διατάγματος. Ο εναγόμενος ανέφερε επίσης ότι αμέσως πριν οι ενάγοντες προχωρήσουν με το προσωρινό διάταγμα ο ίδιος είχε ζητήσει με την επιστολή ημερομηνίας 4.4.2005 (Τεκμήριο 4) ελεγμένους λογαριασμούς για να ξεκαθαρίσουν τις οφειλές της εταιρείας. Τίποτε από αυτά που ζήτησε με την επιστολή του δεν έγινε. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος ανέφερε ότι στην Anytime Kiosks Ltd εργοδοτείτο μέχρι και τον Νοέμβριο του 2002 αφού τον Δεκέμβριο άρχισε να εργάζεται αλλού. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος και ιδιοκτήτης της Anytime Kiosks Ltd. Ο εναγόμενος επανέλαβε τη θέση του ως προς τις δύο κλάσεις των μετοχών όπως επίσης ότι ο ίδιος ήταν κάτοχος ολόκληρης της κλάσης των σύνηθων μετοχών που υποδηλώνουν και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Όταν οι περιπτεριούχοι αποφάσισαν ότι δεν ήθελαν να αναμιχθεί στην εταιρεία χρηματοδότης άλλος αφού ο ίδιος τους είχε εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση που χρειάζονταν και αποφάσισαν ότι ήθελαν αυτοί την εταιρεία ο ίδιος συμφώνησε και τους είπε ότι αφού πληρωθούν όλα τα χρέη της εταιρείας και τα χρήματα που έβαλε ο ίδιος τότε θα τους εδίδοντο οι μετοχές. Οι περιπτεριούχοι το είχαν αποδεχθεί αυτό και τότε ήταν που είχαν συμφωνήσει ότι τις μετοχές που κατείχε ο ίδιος θα τις μεταβίβαζε στους περιπτεριούχους σε αναλογία που οι ίδιοι θα του καθόριζαν μετά την αποπληρωμή των τότε υφιστάμενων οφειλών της εταιρείας. Συνεπεία των πιο πάνω, υπογράφηκε και το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  20. Ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας και ανέφερε ότι οι συνεχείς προσπάθειες του ήταν για την ομαλή λειτουργία της εταιρείας. Ο ίδιος προσπάθησε με το δικαίωμα του ως μέτοχος της εταιρείας να συγκαλέσει γενική συνέλευση στην οποία θα συζητούσαν και θα έβλεπαν τα οικονομικά και τα διοικητικά της εταιρείας όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος που πέτυχαν οι περιπτεριούχοι ώστε αυτός να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει την εξουσία του ως μέτοχος. Από ότι ο εναγόμενος γνωρίζει, από το 2002 μέχρι και το 2005 που εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα τα περίπτερα εργάζονταν εκτός από ένα που είχε πωληθεί και ένα άλλο το οποίο μετέτρεψαν σε γραφείο στοιχημάτων. Εάν αποξενώθηκε η περιουσία της εταιρείας ο ίδιος δεν το γνωρίζει λέγοντας απλά ότι το άκουσε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο εναγόμενος επίσης ανέφερε ότι τις μετοχές της εταιρείας τις κατέχει ως εγγύηση για την εξόφληση των οφειλών της. Σε ερώτηση του δικηγόρου των εναγόντων γιατί δεν ζήτησε να υπογράψει εγγυητήριο και υπέγραψε το Τεκμήριο 3 ο εναγόμενος απάντησε ότι και οι δύο πλευρές τότε επισκέφτηκαν τον ίδιο δικηγόρο, δηλαδή τον δικηγόρο των εναγόντων, ο οποίος και τους ετοίμασε το συγκεριμένο έγγραφο. Εάν πρόθεση του δικηγόρου ήταν η αποφυγή ευθύνης από πλευράς των περιπτεριούχων αυτός τότε δεν το είχε αντιληφθεί. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του εναγομένου κατέθεσε ο κ. Πολύδωρος Νεοφυτίδης, διευθυντής δανειοδοτήσεων της Universal Bank Public Ltd στην Επαρχία Λεμεσού. Τον εναγόμενο ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τον γνωρίζει αφού είναι εγγυητής της εταιρείας Anytime Kiosks Ltd η οποία είναι πελάτης τους. Ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού της εταιρείας η οποία έχει υπόλοιπο σήμερα €20.438,47 και ως Τεκμήριο 9 κατάσταση λογαριασμού δανείου της εταιρείας το υπόλοιπο της οποίας είναι σήμερα €172.819,
  21. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι και στις δύο προαναφερόμενες διευκολύνσεις ο εναγόμενος είναι εγγυητής της εταιρείας. Από ότι γνωρίζει οι δύο λογαριασμοί παραπέμφθηκαν στη νομική υπηρεσία της τράπεζας λόγω καθυστερήσεων στην αποπληρωμή τους. Αγορεύσεις Κατά τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους όπως αυτές φαίνονται στα δικόγραφα τους. Ο κ. Κονναρής κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι το επίδικο έγγραφο, Τεκμήριο 3, δεν αποτελεί καταπίστευμα για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και ότι στην παράγραφο (β) του εγγράφου τίθεται κάποιος όρος ο οποίος είναι αντίθετος με την ιδέα του εμπιστεύματος και δημιουργεί άλλη νομική σχέση μεταξύ των μερών. Ο τίτλος που έχει κάποιο έγγραφο, εισηγήθηκε, δεν καθορίζει πάντοτε και την φύση του. Σύμφωνα με τον όρο (β) του εν λόγω εγγράφου είναι η θέση της υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 3 είναι παροχή εγγύησης δια ενεχυρίαση μετοχών της εν λόγω εταιρείας, θέση η οποία υποστηρίζεται και αποδεικνύεται κατά τον ισχυρισμό του κ. Κονναρή από την μαρτυρία του εναγομένου η οποία πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η εισήγηση του κ. Κονναρή προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του είναι ότι σημαντικός παράγοντας για τον καθορισμό της φύσης του εγγράφου είναι και η πρόθεση των μερών. Ο ΜΕ1 κατά την κρίση του κ. Κονναρή θα πρέπει να θεωρηθεί ως αναξιόπιστος αφού θυμόταν όσα γεγονότα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του υποδεικνύοντας κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία του όπως επίσης και σ' αυτή του ΜΕ
  22. Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι τα χρέη της εταιρείας δεν εξοφλήθηκαν αφού αυτό κατά την κρίση του αποδεικνύεται από τον ΜΥ
  23. Καταληκτικά, ο κ. Κονναρής εισηγήθηκε ότι η ημερομηνία 1.11.2009 δεν έχει ακόμη παρέλθει και η αγωγή είναι πρόωρη εφόσον το σχετικό έγγραφο ουδέποτε έχει τερματιστεί. Από την άλλη, ήταν η θέση του κ. Πούγιουρου ότι στην ουσία η αγωγή στηρίζεται σε ερμηνεία εγγράφου και η οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε η οποία είναι αντίθετη στις πρόνοιες του Τεκμηρίου 3 θα πρέπει να αγνοηθεί. Ήταν η θέση της πλευράς των εναγόντων ότι ο εναγόμενος στην ουσία με την υπεράσπιση του παραδέχεται ότι κατέχει τις μετοχές στο όνομα του εξ αρχής ως καταπιστευματοδόχος και όχι ως ιδικοτήτης αφού δεν το αρνείται ρητά στην υπεράσπιση του. Ακολούθως, ο κ. Πούγιουρος αφού καταλήγει ότι το επίδικο έγγραφο αποτελεί έγκυρο καταπίστευμα, με λεπτομερή αναφορά στα συγράμματα Underhill's Law of Trust and Trustees, 12η έκδοση και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 όπως επίσης και στη νομολογία αναλύει τον ορισμό του καταπιστεύματος και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προκύπτουν από αυτό, εισηγούμενος ότι με την δοθείσα μαρτυρία πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην απόδοση των αιτούμενων θεραπειών αφού στην αντίθετη περίπτωση ο εναγομένος θα καταλήξει να κατακρατά μετοχές μίας εταιρείας που δεν του ανήκει. Ακολούθως, ο κ. Πούγιουρος εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο με τη δοθείσα μαρτυρία μπορεί να κηρύξει το καταπίστευμα άκυρο εφόσον αυτή είναι η επιθυμία των εναγόντων και κατ΄επέκταση να διατάξει τη μεταβίβαση των μετοχών στους ενάγοντες και ή διαζευκτικά εάν και εφόσον θεωρήσει ότι το καταπίστευμα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ να διατάξει την αντικατάσταση του εναγομένου ως καταπιστευματοδόχου με τον ΜΕ1, ενάγοντα αριθμό
  24. Αξιολόγηση Μαρτυρίας O ΜΕ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα ο ΜΕ2 διαφάνηκε ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και τα γεγονότα όπως αυτός τα γνώριζε ή και όπως αυτός τα αντιλήφθηκε. Ο ΜΕ2 δεν παρατήρησα να περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστικής φύσης αντίφαση η οποία δυνατό να επηρεάσει την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του ΜΕ1 από την άλλη ήταν σε κάποια σημεία κάπως συγχυσμένη και ασαφής, χωρίς αυτό όμως κατά την κρίση μου να επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 σε κάποιο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι έμαθε ότι οι μετοχές ήταν στο όνομα του εναγομένου όταν «ανακαλύψαμε για το τραστ». Αμέσως μετά είπε ότι το γεγονός αυτό το γνώριζε από την αρχή και έδωσε σε άλλο στάδιο αιτιολογία ότι, αυτό ήταν το καλύτερο μέχρι να συμφωνηθεί το ποσοστό των μετοχών που θα είχε ο κάθε περιπτερούχος. Ακολούθως ρωτήθηκε από το δικηγόρο του πώς αντέδρασαν όταν έμαθαν ότι ο εναγόμενος ήταν μέτοχος. Ο ίδιος επίσης ανέφερε ότι όλοι μαζί πήγαν στο δικηγόρο για τη σύσταση της εταιρείας. Σε κάποιο άλλο στάδιο ανέφερε ότι ο εναγόμενος ετοίμασε το έγγραφο, τεκμήριο 3, θέση η οποία έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή του ΜΕ2 την οποία και αποδέχομαι. Η παρατήρηση μου για την αντίφαση στην οποία περιέπεσε πιο πάνω όσον αφορά τη γνώση του για την εγγραφή των μετοχών στο όνομα του εναγομένου θεωρώ ότι κάνει την μαρτυρία του ακροασφαλή ως προς το συγκεκριμένο σημείο χωρίς όμως να καταρρίπτεται η αξιοπιστία του ενόψει και της φύσης της παρούσας υπόθεσης. Ο εναγόμενος επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Και αυτός με τη σειρά του παρουσίασε τα γεγονότα από την δική του πλευρά όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με κάποια προφορική συμφωνία που έκαναν μεταξύ τους οι διάδικοι και τις διαβουλέυσεις τους πριν την υπογραφή του επίδικου τεκμηρίου 3 θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Ο ΜΥ1, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, θεωρώ ότι ήταν και αυτός μάρτυρας της αλήθειας αφού ήρθε στο Δικαστήριο και ανέφερε τα γεγονότα που γνώριζε σε σχέση με δύο λογαριασμούς της εταιρείας Anytime Kiosks Ltd. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι η ουσία της υπόθεσης έγκειται σε ένα μεγάλο βαθμό στην ισχύ και την ερμηνεία του εγγράφου ημερομηνίας 17.12.2002 και γενικά στην αξιολόγηση της ποιότητας της δοθείσας μαρτυρίας και των σχετικών τεκμηρίων. Ευρήματα Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, και από τη μαρτυρία του εναγομένου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες ήταν διαχειριστές των περιπτέρων, και όχι ιδιοκτήτες όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης τους και όπως οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ισχυρίστηκαν κατά τη μαρτυρία τους. Κατ' επέκταση δέχομαι ότι τα περίπτερα ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας Anytime Kiosks Ltd. Πριν τα περίπτερα αυτά καταστούν περιουσία της εν λόγω εταιρείας ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας Χρυσατεός Λτδ από την οποία οι ενάγοντες σε κάποιο στάδιο απεχώρησαν και από την οποία ο εναγόμενος απολύθηκε. Μετά την αποχώρηση των εναγόντων και την απόλυση του εναγομένου δέχομαι ότι όλοι μαζί αποφάσισαν όπως ιδρύσουν την εταιρεία Anytime Kiosks Ltd και αποδεσμεύσουν τα περίπτερα από τη Χρυσαετός Λτδ. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι παραδεκτό και από τον εναγόμενο, η εν λόγω εταιρεία κατά τη σύσταση της είχε 15.000 συνήθεις μετοχές. Η θέση του εναγομένου ότι κατά τη σύσταση της εταιρεία δημιουργήθηκαν δύο τάξεις μετοχών, παρόλο που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και με την υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 17.12.2002 για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, δεν θεωρώ ότι έχει ουσιαστική σημασία. Οι 15.000 μετοχές είναι λοιπόν παραδεκτό ότι ενεγράφησαν στο όνομα του εναγομένου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο πότε αυτές οι μετοχές ενεγράφησαν στο όνομα του εναγομένου ή και σε ποιου ή ποιων τα ονόματα ήταν προηγουμένως ενόψει των διισταμένων απόψεων των μερών και ελλείψει οποιονδήποτε άλλων στοιχείων. Η θέση του κ. Πούγιουρου ότι με την παράλειψη του εναγομένου να αρνηθεί ρητά την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης υπάρχει παραδοχή ότι στις 26.6.2002 οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας εγγραφεί στο όνομα του εναγομένου προς όφελος των εναγόντων και ως καταπιστευματοδόχος δυνάμει εξυπακουόμενου (constructive) καταπιστεύματος, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο εναγόμενος δεν αρνείται ρητά την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων αλλά στην παράγραφο 2(δ) της υπεράσπισης του αναφέρει ρητά ότι οι μετοχές της εταιρείας κατά τη σύσταση της, δηλαδή στις 19.4.2002, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, γράφτηκαν στο όνομα του και σε κάποιου τρίτου και αργότερα συμφωνήθηκε ο εναγόμενος να τις μεταβιβάσει στο όνομα των εναγόντων εφόσον αυτοί θα εξοφλούσαν τα χρέη της εταιρείας και τα χρέη που είχαν προς τον ίδιο. Πέραν τούτου η μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΕ2 και από τον ΜΕ1 δεν είναι ικανή να υποστηρίξει και ή να αποδείξει την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust) ή και εξυπακουόμενου εμπιστεύματος (implied trust), και εν πάση περιπτώσει δεν αντιλαμβάνομαι τη θέση αυτή του κ. Πούγιουρου λαμβάνοντας υπόψη και την ύπαρξη του εγγράφου ημερομηνίας 17.12.2002 (βλ. Πένταυκας ν Πένταυκας

(1991)1 Α.Α.Δ. 547, Ανδρέας Πίριλλος ν Ρουπινέττα Κονναρή
(2000)1(Β)Α.Α.Δ. 1153, Χριστόδουλου Πελετιέ ν Fayek M. Ataya of Kuwait
(2001)1(Α)Α.Α.Δ. 167, Crestar (Overseas) Ltd κ.α v Τατιάνας Βισσοτσκαγια (Πολ. Έφ. 53/2005) ημερ. 17.9.2008). Αφού λοιπόν συστάθηκε η εταιρεία Αnytime Kiosks Ltd και έγιναν κάποια δάνεια στο όνομα της εταιρείας με εγγυητές τους ιδίους τους ενάγοντες και τον εναγόμενο πληρώθηκε στην Χρυσαετός Λτδ το ποσό των ΛΚ 185.
  1. Η θέση του εναγομένου ότι οι μετοχές ήταν στο όνομα του ως ιδιοκτήτη της εταιρείας δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω, το οποίο φαίνεται να υπογράφηκε μετά τη μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του και πιο συγκεκριμένα κατά το χρόνο αποχώρησης του από την εταιρεία (βλ. παρ.1392 στο σύγγραμμα Halsbury´s Law of England, 3η έκδοση). Η θέση του κ. Κονναρή κατά την αγόρευση του ότι ο εναγόμενος έχει τις μετοχές στο όνομα του ως ενέχυρο απορρίπτεται πρώτο γιατί ενεχυρίαση μετοχών στηρίζεται σε κάποιες προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 138 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, που δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση, και δεύτερο γιατί η θέση αυτή πρώτη φορά προβάλλεται στην αγόρευση του χωρίς να δοθεί προς τούτο οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου η υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 17.12.2002 που φέρει τίτλο καταπίστευμα είναι παραδεκτό γεγονός. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι το υπέγραψε. Όπως πολύ ορθά ανέφερε ο κ. Κονναρής ο τίτλος ενός εγγράφου δεν καθορίζει και τη φύση του, και έχει σημασία και η πρόθεση των μερών. Η πρόθεση των μερών όμως ως και ο γενικός κανόνας σε σχέση με τα συμφωνηθέντα, είναι αυτή που ενσωματώνεται στο έγγραφο που υπογράφεται, δηλαδή στο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Το λεκτικό του εγγράφου το οποίο ο εναγόμενος υπέγραψε είναι τόσο σαφές και ξεκάθαρο που δεν χωρεί αμφιβολία σε σχέση με τις προθέσεις τους κατά τη σύναψη του. Η θέση του εναγομένου ότι το έγγραφο αυτό ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο των εναγόντων και αυτός χωρίς να το διαβάσει το υπέγραψε στηριζόμενος στην κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία που είχε γίνει προγενέστερα με τους ενάγοντες ότι στην ουσία το έγγραφο θα ήταν εγγυητήριο, δεν βοηθά τη θέση του. Για την ορθή ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό, οι οποίοι κατ' αναλογία θεωρώ ότι εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση για την ερμηνεία του εγγράφου ημερομηνίας 17.12.
  3. Ο γενικός κανόνας είναι ότι μια σύμβαση ερμηνεύεται για να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην υπόθεση Λαζούρας ν Σκυλλωριούτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, λέχθηκε ότι η ερμηνεία εγγράφου είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις των μερών δεν είναι αποδεκτή, αλλά ούτε και είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για να αποδείξει ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο (βλ.Chitty on Contracts, 25η έκδοση, παρ. 802). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν 1. Α. Κωσταντίνου κ.ά
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2067, με αναφορά στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. ν Κτηματική Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 407, λέχθηκε ότι το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (βλ. Chitty on Contracts, 25η έκδοση, παρ. 782). Αν και ο καθορισμός των εξαιρέσεων στο γενικό κανόνα όπως τέθηκε πιο πάνω είναι αρκετά δύσκολος, μπορεί να λεχθεί ότι οι εξαιρέσεις μπορεί να ταξινομηθούν σε αυτές που αναφέρονται: (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στη πραγματική φύση της συναλλαγής, (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων, (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία εγγράφου. Επίσης στην υπόθεση Κουνούνα ν Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.2126, και στην υπόθεση Λάμπρου ν Παράσχου
(1993)1 Α.Α.Δ 397,επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν Εταιρεία Βάσος Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, επιπλέον επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία όρου σε σύμβαση επιτρέπεται όταν διαπιστωθεί η ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την ορθή ερμηνεία. Αυτό ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Σχετικά παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης αυτής : « When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party.». Στην υπόθεση Prenn v. Simmonds
(1971)3 All ER 237 λέχθηκε: « Per Curiam. Although in construing a written agreement the court is entitled to take account of the surrounding circumstances with reference to which the words of the agreement were used and the object, appearing from those circumstances, which the person using them had in view, the court ought not to look at the prior negotiations of the parties as an aid to the construction of the written contract resulting from those negotiations. Evidence should be restricted to evidence of the factual background known to the parties at or before the date of the contract, including evidence of the 'genesis' and, objectively, the 'aim' of the transaction.» Με τα δεδομένα της υπόθεσης όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου, όπως επίσης τις πιο πάνω αρχές, είναι φανερό ότι η μαρτυρία που προσπάθησε να προβάλει ο εναγόμενος, η οποία επιτράπηκε σε κάποιο στάδιο για σκοπούς πληρότητας της διαδικασίας, είναι καθαρά εξωγενής και ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο του εγγράφου (Τεκμήριο 3) είναι σαφές και ξεκάθαρο. Οι οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις των μερών πριν την υπογραφή του σχετικού εγγράφου δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Ο εναγόμενος υπέγραψε το έγγραφο αυτό ως καταπιστευματοδόχος των επωφελούμενων -εναγόντων όπως αυτοί αναφέρονται σ' αυτό. Οι όροι και το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως ήδη ανέφερα δεν επιδέχονται κατά την κρίση μου οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Το έγγγραφο αυτό κατά την κρίση μου αποτελεί ρητό καταπίστευμα ή και εμπίστευμα (express trust) εφόσον από μια απλή ανάγνωση του είναι φανερό ότι πληρούνται όλες οι σχετικές προυποθέσεις για τη δημιουργία του. Σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας το οποίο ισχύει στην Αγγλία και εφαρμόζεται στην Κύπρο δεν χρειάζεται η χρήση τεχνικών όρων για τη δημιουργία ρητού εμπιστεύματος. Η θέση μου αυτή αφορά μόνο την παρούσα περίπτωση εφόσον για εμπιστέυματα που αφορούν ακίνητη περιουσία υπάρχει ρητή πρόνοια στο Κεφ.224 και στο Κεφ.
  1. Ερχόμενη στην παρούσα υπόθεση είναι αρκετό αν ο δημιουργός του καταδείχνει με εύλογη βεβαιότητα (α) πρόθεση δημιουργίας εμπιστεύματος (β) την περιουσία αντικείμενο του εμπιστεύματος (γ) τα πρόσωπα που σκοπείται να είναι δικαιούχοι (δ) τον σκοπό του εμπιστεύματος έτσι ώστε το εμπίστευμα να είναι διοικητικά λειτουργήσιμο και όχι πολύπλοκο. Το κατά πόσο η πρόθεση για δημιουργία εμπιστεύματος καταδεικνύεται επαρκώς είναι θέμα ερμηνείας στην κάθε περίπτωση και μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο (βλ. Underhill´s Law Relating to Trusts and Trustees, 13η έκδοση, σελ 31, Snell's principles on Equity, 20η έκδοση, σελ.75-79). Χωρίς να επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα και πιο πάνω το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 πληρεί όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Από το λεκτικό του εγγράφου αυτού η πρόθεση του υπογράφοντος είναι φανερή, η περιουσία κάτω από αυτό είναι οι μετοχές τις εταιρείας Anytime Kiosks Ltd, οι δικαιούχοι κατονομάζονται ρητά, ο σκοπός του καθορίζεται όπως ορθά το έθεσε ο κ. Πούγιουρος στην παράγραφο (α) του εγγράφου, και η διάρκεια του στην παράγραφο (β) μαζί όμως με την προϋπόθεση «όπως εξοφληθούν τα χρέη της ρηθείσας εταιρείας τα οποία υφίστανται σήμερα και εν πάση περιπτώσει, όχι αργότερα από την 1η Νοεμβρίου 2009». Η θέση που προσπάθησε ο εναγόμενος να προωθήσει κατά την ακροαματική διαδικασία ότι δεν διάβασε το έγγραφο προτού το υπογράψει, καταλήγοντας σήμερα να μην συμφωνεί με το περιεχόμενο του ως προς την περιγραφή του ιδίου ως καταπιστευματοδόχου και ότι κατέχει τις μετοχές της εταιρείας ως τέτοιος, δεν βοηθά την υπόθεση του. Ο ίδιος αναγνώρισε το έγγραφο αυτό ως το έγγραφο που υπέγραψε. Πέραν του ότι η θέση του αυτή δεν είναι δικογραφημένη όπως θα έπρεπε να ήταν εάν και εφόσον πρόθεση του ήταν να προωθήσει την υπεράσπιση του non est factum, ήταν δική του η υποχρέωση να διαβάσει το έγγραφο προτού το υπογράψει αφού του παρείχετο ο χρόνος γι΄ αυτό, και κανένας ισχυρισμός δεν υπάρχει ότι οι ενάγοντες ή οποιοσδήποτε άλλος τον ανάγκασαν να υπογράψει. Η γενική αναφορά στη μαρτυρία του για τις πιθανές προθέσεις των εναγόντων ή και του δικηγόρου τους κατά την κατάρτιση του επίδικου εγγράφου όπως ανεφερα και πιο πάνω εάν σκοπός του εναγομένου ήταν να τις προωθήσει, έπρεπε να δικογραφούντο συγκεκριμένα και να υποστηρίζονταν από ικανοποιητική και αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Πίττας ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Πολ. Εφ. 11920 και 11921) ημερ. 6.2.2007) Τώρα προχωρώντας στη παράγραφο (β) του επίδικου εγγράφου, συμφωνώ με τη θέση του κ. Πουγιουρου ότι περιέχει το χρόνο λήξης και τερματισμού του καταπιστεύματος και τον τρόπο διαμοιρασμού των μετοχών αλλά επαναλαμβάνω ότι η συγκεκριμένη παράγραφος περιέχει και την προϋπόθεση (condition precedent) ως προς την πληρωμή των τότε υφιστάμενων χρεών της εταιρείας. Σημειώνω εδώ ότι ο όρος για πληρωμή των χρεών δεν είναι ξεκάθαρος ως προς το ποιος θα πρέπει να πληρώσει τα χρέη αυτά αλλά αυτό κατά την κρίση μου δεν επηρεάζει την εγκυρότητα και την ισχύ του εμπιστεύματος. Η θέση του κ. Κονναρή ότι ο όρος της παραγράφου (β) είναι αντίθετος με την ιδέα του καταπιστεύματος δεν με βρίσκει σύμφωνη εφόσον ρητό εμπίστευμα μπορεί να περιέχει προϋποθέσεις (condition precedent / subsequent condition), (βλ. The Law of Trusts and Equitable Remedies, 12η έκδοση, Hayton & Mitchell, σελ. 171 - 175 και Underhill´s Law Relating to Trusts and Trustees (πιο πάνω) σελ.34 και 35). Η υποχρέωση του εναγομένου είναι να μεταβιβάσει στους επωφελούμενους, σε αναλογία μετοχών με βάση τον υπολογισμό της αξίας της επιχείρησης του κάθε περιπτέρου, τις ρηθείσες μετοχές, αφού εξοφληθούν τα χρέη της εταιρείας τα οποία υφίσταντο τότε και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από την 1.11.
  2. Τα χρέη της εταιρείας τα οποία έγιναν πριν τη σύναψη του τεκμηρίου 3 δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι σήμερα και αυτό εξάγεται από την μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και του εναγομένου. Ο ΜΥ1 επίσης κατέθεσε δύο καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας στις οποίες εγγυητής είναι και ο εναγόμενος καταδεικνύοντας τα σημερινά τους υπόλοιπα. Παρόλο που δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία ότι τα χρέη αυτά για τα οποία έδωσε μαρτυρία ο ΜΥ1 υφίσταντο κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου εγγράφου αποδεχόμενη τη θέση των πιο πάνω μαρτύρων (ΜΕ1, ΜΕ2 και εναγόμενου) δέχομαι ότι τα χρέη της εταιρείας τα οποία υφίσταντο κατά το χρόνο σύναψης του καταπιστεύματος δεν έχουν εξοφληθεί χωρίς να μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα σημερινά τους υπόλοιπα. Με αυτό το δεδομένο η προϋπόθεση και/ή ο όρος για τη μεταβίβαση των μετοχών δεν πληρείται, θέμα στο οποίο θ΄ αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Η συνήθης ερμηνεία της δεύτερης φράσης της συγκεκριμένης πρότασης «και εν πάση περιπτώσει όχι πριν την 1.11.2009» δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία από την εξής: « και σε κάθε περίπτωση όχι πριν την 1.11.2009». Εάν και εφόσον η απαίτηση των εναγόντων σταματούσε εδώ η αγωγή δεν θα είχε άλλη κατάληξη πλην της απόρριψης της ως πρόωρης εφόσον η ημερομηνία λήξης του εμπιστεύματος είναι μεταγενέστερη. Η θέση επίσης που προωθούν οι ενάγοντες ότι ο εναγόμενος εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του και κατ' επέκταση παρέβηκε τον σκοπό ή και τον όρο του καταπιστεύματος κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε λόγω ανεπαρκούς προς τούτο μαρτυρίας. Ο ΜΕ1 απλά ανέφερε ότι λόγω διαφορών που είχαν μεταξύ τους η εμπιστοσύνη είχε εκλείψει, και οι σχέσεις τους από τον Νοέμβριο του 2002 άρχισαν να μην είναι καλές. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι κατά τη διάρκεια των επτάμιση (7 ½ ) περίπου μηνών της συνεργασίας τους κατατέθηκαν στα ταμεία της Anytime Kiosks Ltd ΛΚ 105.000 και έναντι των δανείων της εταιρείας μόνο ΛΚ 9.000, αφήνοντας να νοηθεί ότι ο εναγόμενος καταχράστηκε και ή πήρε χρήματα από την εταιρεία. Η θέση του αυτή θεωρώ ότι είναι πολύ γενική και αόριστη αφού δεν υποστηρίκτηκε από οποιαδήποτε στοιχεία. Ο εναγόμενος, από την άλλη, ανέφερε ότι πάντοτε οι προσπάθειες του ήταν για την ομαλή λειτουργία της εταιρείας και δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους τόσο οικονομικές όσο και διοικητικές και για αυτό με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 4.4.2005 (Τεκμήριο 4) προσπάθησε να συγκαλέσει γενική συνέλευση. Ο ΜΕ2 επίσης δεν ανέφερε οτιδήποτε προς υποστήριξη της θέσης των εναγόντων, πλην της γενικής αναφορά ότι είχαν διαφορές και διαφωνίες. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ότι ο εναγόμενος ως καταπιστευματοδόχος καταχράστηκε την οποιαδήποτε περιουσία κατείχε υπό την ιδιότητα του αυτή όπως επίσης ότι ενήργησε με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον των συμφερόντων των επωφελούμενων πλην κάποιων γενικών ισχυρισμών. Απεναντίας, λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία του εναγομένου, η οποία υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 4.4.2005, όπου ο εναγόμενος ζητούσε τη σύγκληση γενικής συνέλευσης και την μετέπειτα έκδοση του προσωρινού διατάγματος το οποίο στις 9.6.2005 κατέστη απόλυτο, θεωρώ ότι είναι οι ενάγοντες οι οποίοι, για λόγους οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι στο παρόν Δικαστήριο, σταμάτησαν τον εναγόμενο από του να εκτελεί τα καθήκοντα του. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία για τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση του προαναφερόμενου διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση αυτή των εναγόντων δεν έχει αποδειχθεί οπότε και η θεραπεία την οποία διαζευκτικά ζητούν για αντικατάσταση του εναγομένου δεν μπορεί να πετύχει. Η μόνη περίπτωση διάσωσης της αγωγής είναι εάν και εφόσον το επίδικο καταπίστευμα μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο άκυρο όπως ζητούν οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους λόγω του ότι αυτή είναι η θέληση και η πρόθεση όλων των επωφελούμενων. Η άποψη του κ. Πούγιουρου ότι το καταπίστευμα κατέστη άνευ αντικειμένου αφού η εταιρεία πλέον δεν λειτουργεί και ο λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος χρειαζόταν να ενεργεί ως καταπιστευματοδόχος έχει εκλείψει, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω εξετάζοντας το θέμα της εκτέλεσης των καθηκόντων του εναγομένου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ ότι δεν έχω ενώπιον μου ικανοποιητική προς τούτο μαρτυρία για να καταλήξω με ασφάλεια σε τέτοιο εύρημα. Στην παράγραφο 1413 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση αναφέρεται ότι: « .an express trust after it has become operative may be terminated by the subsequent failure or satisfaction of the purposes of the trust or by the cessation of particular circumstances for which the trust was created to provide or by the action of the beneficiaries if they are all ascertained and sui juris.». Ο τερματισμός λόγω του ότι ο σκοπός για τη δημιουργία του εμπιστεύματος έχει ικανοποιηθεί δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο τερματισμός λόγω του ότι υπάρχει αποτυχία εκπλήρωσης του σκοπού του έχει αναλυθεί πιο πάνω και απορρίπτεται. Η ύπαρξη του διατάγματος 9.6.2005 δέχομαι ότι κατέστησε το καταπίστευμα μη λειτουργήσιμο για λόγους όπως ανέφερα άγνωστους στο Δικαστήριο, αλλά δεν σημαίνει ότι με την ύπαρξη του εξαλείφθηκε και ο λόγος και ο σκοπός της δημιουργίας του. Το τί παραμένει λοιπόν να εξεταστεί είναι εάν το Δικαστήριο έχει την εξουσία να τερματίσει το εμπίστευμα εφόσον αυτή είναι η πρόθεση των επωφελούμενων νοουμένου ότι αυτοί καθορίζονται επακριβώς και έχουν και δικαιοπρακτική ικανότητα. Ο κ. Πούγιουρος προς υποστήριξη της θέση του παρέπεμψε μεταξύ άλλων στην παράγραφο 68 του συγγράμματος Underhill´s Law Relating to Trusts and Trustees, 12η έκδοση, όπως επίσης και στα μετέπειτα παραδείγματα. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μεταφέρω αυτούσια κάποιες από τις αναφορές του κ. Πούγιουρου από την 13η έκδοση του ιδίου συγγράμματος στις σελίδες 601-
  3. «................................... Power of a sole beneficiary or of the beneficiaries collectively to extinguish the trust «If there is only one beneficiary, or if there are several (whether entitled concurrently or successively) and they are all of one mind, and he or they are not under any disability, the specific performance of the trust may be arrested, and the trust modified or extinguished by him or them without reference to the wishes of the settler or the trustees." Illustration in case of a simple trust «Thus, if property is devised to the trustees in fee simple, upon trust for sale and to invest the proceeds of sale and to pay the income thereof to the testator's widow for life, and after her death to hold such investments upon trust for B absolutely, B, on the death of the widow, is entitled to call upon the trustees to vest the property if still unsold in him absolutely, or may be writing declare new trusts thereof, for in equity B is the sole and absolute owner, and the court will not permit a person solely and absolutely entitled, to the subjected to the tutelage or interference of a trustee. The court, in fact, regards a trustee as a kind of intermediary or stakeholder, whose office is to hold the scales evenly, and to see that the rights of several persons are mutually respected. Where there is only one person interested, however, and that person is sui juris, the trustee's raison d'etre ceases to exist; and consequently he himself becomes merely a person in the legal possession of another person's estate, and if the beneficiary refuses to accept a transfer of trust funds the trustee can pay them into court just as the beneficiary can insist on a transfer to himself against the trustee's wishes." Illustration in case of a special trust where parties interested elect to stop it « The above is a case of a simple trust where, even under the terms of the trust, the trustees no longer have any active duties to perform, but the same result follows even where the settlor has contemplated and intended that the trustee shall have the control of the property, if the sole party beneficially interested is sui juris and in favour of "breaking the trust", or if the parties collectively (if there are several of them) are all sui juris and are unanimously in favour of doing so. For a trust is the equitable equivalent of a common law gift, and, when once declared, the settlor, like the donor of a gift, has no further rights over the property unless he be also one of the beneficiaries or has reserved to himself a power of appointment. » Βοηθητικές για την εφαρμογή των πιο πάνω είναι και οι αποφάσεις Gosling v Gosling (σελ. 602 του πιο πάνω συγγράμματος), Re Managers of AEG Unit Trust Ltd's Deed
(1957)Ch 415, [1957] 2 All E.R. 506 και Re Somech (deceased) v Westminster Bank Ltd v Phillips and Others
(1957)3 All E.R. 523. Μελετώντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση αυτή του κ. Πούγιουρου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κρίση μου είναι ότι όταν ένα εμπίστευμα περιέχει κάποια προϋπόθεση που πρέπει να εκπληρωθεί πριν τη λήξη του και αυτή δεν έχει εκπληρωθεί τότε το εμπίστευμα δεν μπορεί να τερματιστεί έστω και εάν αυτή είναι η πρόθεση όλων των επωφελούμενων. Σημειώνω εδώ ότι ο εναγόμενος από την ενώπιον μου μαρτυρία φαίνεται να εγγυήθηκε και κάποια από τα χρέη της εταιρείας αυτής οπότε και η απαίτηση των επωφελούμενων για τερματισμό του εμπιστεύματος τη δεδομένη στιγμή ενδεχομένως να επηρεάζει τα δικαιώματα του, κάτι το οποίο δεν καλούμαι να αποφασίσω στο παρόν στάδιο (βλ. Hayton & Marshall The Law of Trusts and Equitable Remedies, 12η έκδοση, sel. 171-175 - conditions subsequent and conditions precedent, Underhill' s Law Relating to Trusts and Trustees, 13η έκδοση σελ. 602 - 603 και Equity and the Law of Trusts, Philip H Pettit, 6η έκδοση, σελ. 328-331). Εφαρμόζοντας την πιο πάνω αρχή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι, οι ενάγοντες, παρόλο που είναι οι μόνοι επωφελούμενοι και ελλείψει μαρτυρίας περί του αντιθέτου, έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα δεν δικαιούνται σε τερματισμό του εμπιστεύματος εφόσον η προϋπόθεση που περιέχεται στην παράγραφο (β) αυτού για πληρωμή των τότε υφιστάμενων οφειλών της εταιρείας, δεν έχει εκπληρωθεί, και η ημερομηνία λήξης του δεν έχει παρέλθει. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ούτε αυτή η απαίτηση των εναγόντων μπορεί να ικανοποιηθεί και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και σε βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Ρητό Εμπίστευμα/Πλημμελή άσκηση καθήκοντος/Αντικατάσταση εμπιστευματοδόχου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.